Η (δήθεν) ανωτερότητα των γλωσσών

Αν ένα πράγμα μού έμεινε από το πανεπιστήμιο αυτό είναι η φωνή της καθηγήτριας της γλωσσολογίας να λέει: δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, ούτε γλώσσες όμορφες και άσχημες.

Βέβαια, ο καθένας θέλει να πιστεύει ότι η δική του γλώσσα είναι η καλύτερη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο καθένας είναι ο Έλληνας που ξέρει πολύ καλά ότι στην ελληνική γράφτηκαν τα πρώτα θεατρικά κείμενα του κόσμου, τα πρώτα ιστορικά βιβλία, μερικά από τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα, τα ομηρικά έπη. (Οι περισσότεροι βέβαια δεν έχουν διαβάσει τίποτα από αυτά, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Πράγματι, ωραίο όλο αυτό, αλλά η γλώσσα δεν είναι τίποτα μα τίποτα άλλο από εργαλείο επικοινωνίας. Άλλο σκοπό δεν έχει από το να διευκολύνει τον κόσμο να συνεννοηθεί ή να εκφράσει τις σκέψεις του. Κι αν κάτι καθιστά τη γλώσσα μας "ωραία", με την έννοια ίσως ότι είναι γλώσσα πλούσια και σύνθετη, αυτό είναι οι ιδέες που κλήθηκε να εκφράσει. Και οι ιδέες ήταν πολλές και ήταν πράγματι ωραίες.

Και από το αίσθημα ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής, στη μιζέρια για τη νέα ελληνική. Αρχαία-νέα σημειώσατε ένα. Πόσες φορές δεν έχω ακούσει για την κατάντια της νέας ελληνικής, για τη φτώχεια της, για τη νόθευση της από ξένες λέξεις. Λες και θα μπορούσαμε στον 21ο αιώνα να μιλάμε όπως οι αρχαίοι ή λες κι αν όντως -υποθετικά- το κάναμε αυτό θα ήμαστε ανώτεροι άνθρωποι. Η γλώσσα, ως εργαλείο επικοινωνίας που είναι, αλλάζει και εξελίσσεται παράλληλα με τους ομιλητές της -ποιο το κακό σε αυτό; Αλλιώς μιλούσε ο Περικλής, αλλιώς ο Ιουστινιανός, αλλιώς ο Αθανάσιος Διάκος κι αλλιώς εγώ. Και πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να μη γίνει αυτό όταν από αυτή τη γη έχουν περάσει ένα σωρό έθνη και όταν πλέον ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης. Οι ανάγκες αλλάζουν, αλλάζουν και οι λέξεις. Άλλη σημασία είχαν, για παράδειγμα, οι λέξεις άγγελος, αμαρτία, εκκλησία στα αρχαία ελληνικά και άλλη στα νέα. Και είναι παράλληλα λογικό να έχουν ενσωματωθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο ξένες λέξεις, όπως cd ή dvd ή router.

Θυμάμαι ακόμα τη φιλόλογο μας στο Γυμνάσιο να λέει -με φωνή που έτρεμε και έτοιμη να βάλει τα κλάματα- ότι χάθηκαν τα τρία τέταρτα της ελληνικής γλώσσας όταν καταργήθηκαν τα πνεύματα και οι περισπωμένες. Τότε συγκινήθηκα κι εγώ. Αλλά μετά συνήλθα: και γιατί να μην καταργηθούν; Τα πνεύματα και οι περισπωμένες είχαν ένα ρόλο στην αρχαία ελληνική γλώσσα, αλλιώς διαβαζόταν η συλλαβή με την περισπωμένη κι αλλιώς με την οξεία, αλλιώς η λέξη με τη δασεία και αλλιώς με την ψιλή. Σήμερα όμως όλα διαβάζονται το ίδιο. Θα είχαμε διατηρήσει πιο ψηλά το εθνικό μας φρόνημα αν σπάζαμε το κεφάλι μας για να μάθουμε άχρηστους κανόνες τονισμού; Ή είναι πιο πατριώτες αυτοί που στα προσωπικά τους γραπτά χρησιμοποιούν ακόμα και τώρα (!) τα πνεύματα και την περισπωμένη; Άδειασαν τα κείμενα, λένε, και είναι άσχημα. Καλά έκαναν και άδειασαν. Δεν είναι αυτά τα σύμβολα του παρελθόντος από τα οποία πρέπει να κρατηθούμε πεισματικά με νύχια και με δόντια -υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά σύμβολα για τον αυτοπροσδιορισμό μας ως έθνος.

Αρχαία ελληνικά βέβαια πρέπει να ξέρουμε. Είναι καλό να ξέρουμε. Αν ξέρεις αρχαία, ξέρεις αυτομάτως και νέα. Κατανοείς από πού προήλθε η κάθε λέξη. Αντιλαμβάνεσαι τη συνέχεια της γλώσσας και συνεπώς την πορεία του έθνους στους αιώνες. Μαθαίνοντας αρχαία μαθαίνεις ουσιαστικά ιστορία. Και παίρνεις και μια καλή γεύση από τις ιδέες που εκφράστηκαν από τους μεγάλους μας ποιητές, τους μεγάλους μας φιλοσόφους, τους μεγάλους μας επιστήμονες. Ναι, αν θέλουμε να αυτοπροσδιοριστούμε ως έθνος, αυτά πρέπει να τα ξέρουμε.

Όταν μια παράσταση χωρίζει τον κόσμο στα δυο

Δύσκολα μπορείς να πεις ποιος έχει απόλυτα δίκιο και ποιος έχει απόλυτα άδικο για το ζήτημα της παράστασης του Εθνικού.

Ναι, είναι λογικό να μη θέλεις να δεις μια παράσταση στην οποία χρησιμοποιούνται τα κείμενα ενός ανθρώπου του οποίου οι πράξεις είναι σαφώς καταδικαστέες από το νόμο και από την κοινωνία.

Και από την άλλη όμως, ένα κείμενο δε γίνεται καλό ή κακό από τον άνθρωπο που το έγραψε. Το κείμενο ενός τρομοκράτη δεν είναι απαραίτητα κακό -και με κακά μηνύματα-, όπως, με την ίδια λογική, δεν είναι απαραίτητα καλό -και με καλά μηνύματα- το κείμενο ενός έντιμου και ενάρετου και νομοταγούς πολίτη. Εξάλλου, άπαξ και φύγει το καλλιτεχνικό δημιούργημα από τα χέρια ενός δημιουργού, είναι μόνο του πια, αποδεσμεύεται, έχει δική του ζωή. Συνδέεται με τον δημιουργό του, αλλά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτόν ή με τη ζωή του.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι απλώς ποιος γράφει ένα κείμενο -γιατί, στο κάτω-κάτω, κανείς δεν μπορεί να ορίσει ποιος θα γράφει και ποιος όχι- αλλά ποιο είναι το μήνυμα του κείμενου. Και συνεπώς ποιο ήταν και το μήνυμα της παράστασης. Κι ανάθεμα αν οι μισοί από αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν είχαν δει όντως την παράσταση. Εξυμνείτο η τρομοκρατία μέσω της παράστασης; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Εγώ δεν την είδα την παράσταση, άρα δεν έχω και απάντηση.

Η τέχνη είναι τέχνη και είναι από τη φύση της τέτοια που εγείρει ερωτήματα και συζητήσεις και δημιουργεί ζυμώσεις -αυτός είναι ο σκοπός της. Πόσο επιβλαβές είναι ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο δεν έχει να κάνει μόνο με το έργο καθεαυτό, έχει να κάνει κυρίως με αυτόν που το προσλαμβάνει, με όλους εμάς δηλαδή. Αν έχει ένα έργο την απόλυτη δύναμη να σε επηρεάσει και να διαμορφώσει τον τρόπο σκέψης σου, τότε δε φταίει μόνο το έργο, φταις κυρίως εσύ που δεν έχεις ανοίξει τους πνευματικούς σου ορίζοντες αρκετά.

Εγώ αυτό που αδυνατώ να καταλάβω στην όλη ιστορία είναι οι διαστάσεις που πήρε το θέμα. Κάποιοι ενοχλήθηκαν, κάποιοι όχι. Οκ, αυτό συμβαίνει κάθε μέρα για δεκάδες πράγματα. Η λύσσα όμως με την οποία εκφραζόμαστε όλοι, ειδικά στα social media, αυτή είναι το πραγματικό πρόβλημα. Καλύτερα να διατηρούμε την ενέργεια μας αυτή για να διαμαρτυρόμαστε για άλλα πράγματα, πολύ πιο σημαντικά, που πάνε στραβά στη σημερινή κοινωνία.

Στο κάτω-κάτω, η τέχνη κρίνεται από το κοινό και κρίνεται από το χρόνο. Ένα δημιούργημα κακό δε θα βρει την αποδοχή του κοινού και δε θα αντέξει και πολύ. Δε χρειάζεται τόση μα τόση φασαρία.

Rebels without a cause

90s. Αρβύλες και μπότες βέρμαχτ. Τζιν σκισμένα και με στάμπες. Φαρδιά T-shirt και μαλλιά σχεδόν αχτένιστα. Guns Ν’ Roses και Aerosmith στη διαπασών. Μηχανάκια. Τσιγάρα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου. Καταλήψεις. Μεγάλα κλαμπ, ξέφρενα πάρτυ. Ωραίοι έφηβοι, ατίθασοι, ελεύθεροι κι ανένταχτοι, σαν τους ροκάδες του MTV. Επαναστάτες ίσως;

Η ωραία γενιά των 90s, οι σημερινοί 30-to-40, θεωρείται σήμερα η καμένη γενιά. Αυτή που ξεκίνησε με τα χίλια, καβαλώντας ξέγνοιαστη την chopper των πολλών κυβικών, και με όλα τα εφόδια και η κρίση της έκοψε τη φόρα. Που σπούδασε, μορφώθηκε, γέμισε με πτυχία –ίσως μάλιστα όσο καμιά άλλη- για να περιμένει σήμερα στην ουρά του ΟΑΕΔ. Η γενιά που τα είχε όλα και έμεινε στο τίποτα.

Και όντως αυτή η γενιά τα είχε όλα, εκτός ίσως από ένα πράγμα: κίνητρο.

Η κυριαρχούσα φιλοσοφία των 90s ήταν η σταθερότητα. Δουλειά μόνιμη, σπίτι ιδιόκτητο, αυτοκίνητο, εξοχικό και εξασφαλισμένες διακοπές. Ένα οργανωμένο πλάνο για μια ζωή και φαινομενικά τόσο, μα τόσο εύκολο, για να το αποκτήσεις.

Αυτό που δεν της έμαθε κανείς είναι να ρισκάρει. Να προσπαθεί. Να μην επαναπαύεται. Να ελίσσεται –και να εξελίσσεται. Να μη φοβάται. Να αναζητά καινούργιες ιδέες, να ανοίγεται. Να μηδενίζει και να ξεκινά από την αρχή. Να τολμά. Να βουτάει στα βαθιά –της έμαθαν πολύ καλό κολύμπι, αλλά μόνο στα ρηχά.

Η ατίθαση γενιά των 90s, με τον αέρα της ανεμελιάς στα μαλλιά της και τον ξέχειλο τσαμπουκά της, δεν ήταν ποτέ επαναστατική. Ήταν απλώς αντιδραστική. Ή έστω, ήταν επαναστατική εκ του ασφαλούς. Ήταν μια γενιά ασυμβίβαστη, αλλά με ένα εντελώς συμβατικό πλάνο ζωής. Που δεν ήθελε ούτε και η ίδια να το αλλάξει. Έπεσε στην παγίδα της. Και τώρα δεν ξέρει πώς να το αλλάξει.

Αν οι σημερινοί τριαντάρηδες είναι όντως η καμένη γενιά, δεν είναι μόνο γιατί της έτυχαν όλα αυτά τα δυσάρεστα, αλλά γιατί δεν μπόρεσε να τα διαχειριστεί. Δεν ήξερε πώς να τα διαχειριστεί.

Όσο για τους επαναστάτες, μετά την μεταπολίτευση φαίνεται πως δεν υπήρξαν πραγματικά. Η επανάσταση θέλει έλλειψη, θέλει εσωτερική σύγκρουση, θέλει ζυμώσεις. Ούτε η σημερινή γενιά είναι ακόμα έτοιμη. Έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς θα προσπαθεί να ξεμπλεχτεί από το overdose των πληροφοριών, την ταχύτητα των εξελίξεων, την κατήφεια του επαγγελματικού αδιέξοδου, τα κατάλοιπα της υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας. Η επόμενη γενιά όμως… Αυτήν περιμένουμε.

 

Περιοδικό Ser-Free, #38

Μια χώρα, δύο κόσμοι

Οι αντιθέσεις είναι αναπόφευκτες. Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν το μαύρο και αυτοί που αγαπούν το άσπρο. Αυτοί που λατρεύουν τις εκπλήξεις και αυτοί που τις σιχαίνονται. Αυτοί που θέλουν τα αυγά τους ομελέτα και αυτοί που τα θέλουν μάτια. Καμιά φορά οι αντιθέσεις είναι και ωραίες. Και χρήσιμες. Ίσως πρέπει να δεις τα δύο άκρα για να μπορείς να επιλέξεις, να δεις ποιο είναι το καλύτερο.

Η χώρα μας είναι ένα ατελείωτο πεδίο αντιθέσεων. Αυτοί που είναι ακόμα πλούσιοι και αυτοί που έχουν γίνει φτωχοί. Αυτοί που έχουν δουλειά και αυτοί που είναι άνεργοι. Αυτοί που θέλουν κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αυτοί που θέλουν το Σύριζα. Αυτοί που κάνουν πορείες και διαδηλώνουν και αυτοί που την ίδια ώρα πίνουν καφέ. Αυτοί που βλέπουν ειδήσεις στις οχτώ και αυτοί που αλλάζουν κανάλι. Αυτοί που τολμούν επιχειρηματικά ξεκινήματα και αυτοί που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν. Αυτοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής της προηγούμενης δεκαετίας και αυτοί που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και αυτοί που έχουν ήδη απελπιστεί.

Και ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις του άσπρου και του μαύρου τι υπάρχει; Ένα ατελείωτο αναποφάσιστο γκρι: μερικά εκατομμύρια Έλληνες που είναι στο μεταίχμιο. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν μία μέρα πριν τις εκλογές. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν. Αυτοί που δε βγάζουν πολλά λεφτά, αλλά προς το παρόν δεν πεινάνε. Αυτοί που έχουν απολυθεί, αλλά ζούνε από τη σύνταξη των γονιών τους. Αυτοί που δε δίνουν λεφτά για το πετρέλαιο της οικοδομής, αλλά αγοράζουν καινούργιο κινητό. Αυτοί που δίνουν ένα ευρώ για φιλανθρωπικό σκοπό και άλλα πενήντα για ένα χτένισμα.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, αυτών που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση και αυτών που έχουν παραιτηθεί τελείως, υπάρχει και η πλειοψηφία που προσπαθεί να ζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Που φυτοζωεί δουλεύοντας σε πεντάμηνα. Που στεναχωριέται που δεν μπορεί να αγοράσει το καινούργιο iPhone. Που εντυπωσιάζεται από τις διαφημίσεις στην tv σαν να είναι παιδί. Που νομίζει πως επανάσταση είναι να γράφεις οργισμένα status στο fb. Μια πλειοψηφία που ξέρει ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά είναι εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, σε μια κατάσταση επικίνδυνης μετριοπάθειας.

Υποτίθεται πως στην εποχή της ελευθερίας του λόγου, της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, της ελευθερίας του διαδικτύου, θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι, πιο δραστήριοι, πιο ανήσυχοι. Ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αφυπνιζόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα, να βρίσκουμε απαντήσεις, να ανταλλάζουμε απόψεις. Αλλά όπως φαίνεται, οι πολλές φωνές είναι που μας έχουν αποπροσανατολίσει –και αποκοιμίσει- ακόμα περισσότερο.

Απλώς, το θλιβερό είναι ότι χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και εμείς παραμένουμε ίδιοι, εγκλωβισμένοι στο σαθρό μικρόκοσμό μας. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο μεγαλώνουν γύρω μας οι αντιθέσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε στρατόπεδο.

 

Περιοδικό Ser-Free, #35

Ανοιχτό βιβλίο

Το επιχείρημα που μου είπε ένας φίλος για να με πείσει προ εφταετίας να κάνω λογαριασμό στο facebook ήταν: «Το facebook είναι κάτι επίσημο. Να, για παράδειγμα, και ο πρωθυπουργός έχει λογαριασμό». Τώρα το πώς με έπεισε επικαλούμενος τον πρωθυπουργό, λες και αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση, παραμένει μέχρι σήμερα για μένα πραγματικό μυστήριο. Όπως και να έχει, παρασύρθηκα κι εγώ στο άντρο της ψηφιακής εποχής. Βέβαια, αυτό το «επίσημο» (του μεγέθους ενός πρωθυπουργού!) δεν το είδα. Πιο πολύ για πολύχρωμο παρτάκι που θυμίζει σχολική πενταήμερη θα το έλεγα.

Σου κάνει για παράδειγμα ένας άγνωστος αίτημα φιλίας. Ή σου στέλνει αίτημα ένας εντελώς άσχετος που γνώρισες τυχαία κάποτε σε μια κοινή παρέα και δε θυμάσαι ούτε το όνομα του. Αν πεις να τους μαζέψεις όλους αυτούς και να τους γνωρίσεις στην πραγματική σου ζωή, άνετα βάζεις και υποψήφιος για δήμαρχος. Ή κάτι ξεχασμένοι γνωστοί από το σχολείο. Που τόσα χρόνια κάνουν ότι δε σε βλέπουν στο δρόμο, αλλά το add σου το κάνουν. Φαίνεσαι υπεράνω, κάνεις accept, σε ξαναβλέπουν στο δρόμο, συνεχίζουν να σε αγνοούν. Τι να πει κανείς...

Κι άντε, απέκτησες τους διαδικτυακούς σου φίλους, μπράβο. Μέχρι πέντε χιλιάδες φίλους σε ένα προφίλ έχεις το περιθώριο. Καλά είσαι. Μετά κάνεις και προφίλ β’ άμα χρειαστεί. Για να σε δω μετά να βλέπεις το τι ανεβάζει ο καθένας. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Το τι φωτογραφία έχει να πέσει άλλο πράγμα. Σου λέει αν αποκτήσεις facebook άλλη δουλειά δε θα προλαβαίνεις να κάνεις, όλη μέρα θα ποστάρεις. Οι γυναίκες με duckface, οι άντρες σε περιπετειώδεις καταστάσεις. Αγόρια και κορίτσια σε ξέφρενα πάρτυ να καλοπερνούν και να πίνουν. Μου έχουν μπει υπόνοιες με όλες αυτές τις φώτο ότι έχω μείνει πίσω, ότι είμαι η μοναδική στον πλανήτη που δεν ξενυχτάει κάθε βράδυ και δεν μπεκροπίνει. Μαμάδες που ποστάρουν τα πιτσιρίκια τους. Ρούπι δεν μπορεί να κάνει το βρέφος, να η φώτο ανεβασμένη. Ούτε τα μωρά των celebrities τόση υπερέκθεση στη δημοσιότητα. Που θα μεγαλώσει κάποια μέρα αυτό το παιδί και άντε να του εξηγήσεις ότι τα εν οίκω μη εν δήμω.

Το χειρότερο όμως δεν είναι οι φώτο. Είναι τα ψαγμένα post και τα φιλοσοφημένα status. Που να ήξεραν οι απανταχού φιλόσοφοι και ποιητές ότι θα τους ξεπατίκωναν όλη μέρα ελαφρά τη καρδία. Άντε, αυτό μας κάνει κι ένα καλό βέβαια, γιατί αλλιώς που να άνοιγες βιβλίο να ξεστραβωνόσουν. Η φιλοσοφία είναι καλό πράγμα. Η αμπελοφιλοσοφία είναι το πρόβλημα. «Όποιος δεν καταλαβαίνει τη σιωπή σου, δε θα καταλάβει ούτε τα λόγια σου». «Ο σωστός άντρας δε ρωτάει. Αρπάζει και φιλάει». Αλλά δε φταίει μόνο αυτός που το ανεβάζει, φταίει κι αυτός που το κάνει share. Μόνο εσύ δε φταις, που αναγκάζεσαι να το βλέπεις.

Κι αυτό πάλι με τις πληγωμένες καρδιές τι είναι; Οκ, όλοι έχουμε τα πάνω μας και τα κάτω μας, αλλά εδώ μιλάμε για μαζικό σπαραγμό. Όλοι έχουν πληγωθεί, όλοι πονάνε, και το εξομολογούνται χωρίς δισταγμό στους χιλιάδες αληθινούς και fake φίλους τους. Και μαζεύουν και like (επιτυχία!). Παρόλ’ αυτά, το λόγο δεν τον μαθαίνουμε ποτέ. Τα status, ξέχειλα από μελαγχολία, παραμένουν μισοτελειωμένα και αινιγματικά, σαν ένα σύγχρονο ήξεις-αφήξεις. Βγάζεις που βγάζεις τα άπλυτα σου στη φόρα, τουλάχιστον πες τα όλα να τα μάθουμε κι εμείς.

Το ίδιο γίνεται και με τη χαρά. Και τους δεσμούς. Και τους γάμους. (Μόνο για τις κηδείες δε γίνεται –προς το παρόν τουλάχιστον). Γενικά γίνεται για όλα. Και σαν να μην έφτανε που όλοι μας ανακοίνωναν ανά πάσα στιγμή που είναι και τι κάνουν, ήρθε και η άλλη υπηρεσία που σου λέει και σε ποιο σημείο είσαι, με χάρτη. Ότι δηλαδή δε λέει ψέμματα, είναι σίγουρα εκεί. Χωρίς να ρωτήσω, χωρίς να προλάβω να ενδιαφερθώ καν, έχω μάθει ποιος παντρεύτηκε, ποια γεννοβόλησε, ποιος κάνει παρέα με ποιον, που πήγε ο καθένας διακοπές. Και με τεκμήρια όλα αυτά, επιβεβαιωμένες πληροφορίες, όχι απλές φήμες.

Οκ, εντάξει, το καταλαβαίνω, άνθρωποι είμαστε, έχουμε τις αδυναμίες μας. Όλοι έχουμε ανάγκη από λίγη επιβεβαίωση, σε όλους μας αρέσει λίγη επίδειξη, όλοι ανεξαιρέτως είμαστε περίεργοι. Και ήρθε λοιπόν το facebook και μας τα έδωσε όλα αυτά απλόχερα. Σκανδαλωδώς απλόχερα. Κι εμείς, λες και δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε, ξημεροβραδιαζόμαστε online και ξερνάμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και απερισκεψία τα εσώψυχά μας, σαν να προσπαθούμε κάτι να αποδείξουμε. Ούτε εμείς ξέρουμε τι.

Γιατί δεν το κλείνω, θα μου πεις. Καταρχάς, γιατί δεν κλείνει (ακόμα κι αν διαγράψεις το προφίλ, αυτό ενεργοποιείται κανονικά αν ξανακάνεις είσοδο). Έπειτα, γιατί έχει και τα καλά του. Μαθαίνεις νέα, ενημερώνεσαι, διαφημίζεσαι και προωθείς τις δουλειές σου, έχεις ένα βήμα χωρίς λογοκρισία για να εκφραστείς, κάνεις γνωριμίες που τις μεταφέρεις και στην πραγματική σου ζωή, έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους μακρινούς ή βρίσκεις ανθρώπους που είχες χάσει για χρόνια. Ε και καμιά φορά χάνεις και το χρόνο σου. Και η τεμπελιά με μέτρο χρειάζεται.

(Περιοδικό Ser-Free, #30)