Θα ήταν τελικά τόσο τρομερό αν λέγαμε "ναι" στον Οίκο Gucci;

Έλα μου ντε. Ναι, οκ, με την πρώτη σου έρχεται στο μυαλό "ε όχι που θα μου βεβηλώσουν τον ιερό μου χώρο τα ξερακιανά μοντέλα και τα φορέματα του Gucci", αλλά αν το σκεφτείς πιο ψύχραιμα, είναι τόσο μα τόσο κακό;

Καταρχάς, θα παίρναμε λεφτά. Και πριν αρχίσουν οι φανατικοί Ελληνάρες να λένε ότι δεν πρέπει να ξεπουλάμε την πατρίδα μας και τα ιερά μας μνημεία για το χρήμα, να τονίσουμε σε αυτό το σημείο ότι έχουμε ούτως ή άλλως καταξεπουλήσει και ευτελίσει τη χώρα μας. Μια καθαρά εμπορική συνεργασία με τον Οίκο Gucci μού φαίνεται πολύ πιο αξιοπρεπής από άλλες συμφωνίες στις οποίες έχει προχωρήσει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και δε νομίζω ότι τίθεται θέμα ξεπουλήματος ή εξευτελισμού. Πρόκειται εξάλλου για μια τακτική που εφαρμόζεται σε πάρα πολλές χώρες και σε πάρα πολλά μνημεία. Αλλά όποιος έχει τη μύγα, ως γνωστόν, μυγιάζεται.

Έπειτα, δε θα ήταν δα και η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο στην Ακρόπολη. Το έμαθαν πια και οι πέτρες αυτές τις μέρες και όλοι όσοι δεν το ήξεραν τέλος πάντων ότι το 1928(!) η φωτογράφος Nelly's φωτογράφισε μπροστά στα ιερά μας μάρμαρα ΓΥΜΝΑ μοντέλα. Μάλιστα, γυμνά. Και οι φωτογραφίες πλέον θεωρούνται κλασικές, εμβληματικές και θρυλικές και διδάσκονται σε σχολές φωτογραφίες και δε νομίζω να υπάρχει ούτε ένας που να είπε "τι ιεροσυλία είναι αυτή". Αντιθέτως. Πού να γινόταν σήμερα αυτό. Φαντάζομαι ήδη τα tweets. Και οίκος μόδας φωτογραφήθηκε εκεί, ο Dior, το 1951, και -αν είναι ποτέ δυνατόν- η Τζένιφερ Λόπεζ το 2007. Οπότε μήπως ξαφνικά γίναμε πολύ συντηρητικοί;

Εντάξει, δεν είπαμε να εμπορευματοποιήσουμε τα πάντα. Να λέμε ναι σε όλες τις προτάσεις. Να ζητιανεύουμε για μερικά ευρώ ή για λίγη παραπάνω προβολή. Αλλά μού κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίον έχει αρχίσει να διαμορφώνεται η σκέψη του μέσου Έλληνα. Η κρίση, αντί να μας κάνει πιο ριψοκίνδυνους, πιο τολμηρούς, πιο ανοιχτούς σε νέους δρόμους, μάς έκανε να μαζευτούμε κι άλλο στο καβούκι μας, στο παρελθόν μας, στους φόβους μας. Κρατιόμαστε από ό,τι θεωρούμε ιερό, όχι τόσο από σεβασμό, αλλά από φόβο. (Από το Ηρώδειο δεν ήταν που είχαν ξεκολλήσει ένα σωρό κιλά τσίχλας;;; Ιδού ο σεβασμός. Αυτό είναι βέβαια μια άλλη κουβέντα).

Φοβόμαστε. Είδαμε ότι όσα θεωρούσαμε σίγουρα τα έχουμε χάσει και έχουμε πιαστεί από μερικά πράγματα σε βαθμό αγκύλωσης. Έχουμε ανάγκη από τα σύμβολα μας και πασχίζουμε να τα διατηρήσουμε ακηλίδωτα και καθαρά. Ναι, ίσως όντως μια επίδειξη μόδας να μη "συνάδει με το χώρο", όπως ειπώθηκε το επιχείρημα για το όχι. Αλλά το γενικότερο πρόβλημα εδώ δεν είναι η επίδειξη μόδας ή η βεβήλωση του χώρου, αλλά το σκεπτικό μας. Είπαμε, έχουμε τη μύγα και δυστυχώς μυγιαζόμαστε.

Ο θρήνος -και η μιζέρια- για τα χαμένα είδωλα

Οκ, ναι, το 2016 δεν ήταν τυχερό για τους σούπερ σταρς. Τι ο David Bowie, τι ο Prince, τι ο George Michael, τι η Carrie Fisher, anyway, χάθηκε κόσμος και ντουνιάς. Κρίμα. Κάθε φορά που πεθαίνει ένας αγαπημένος καλλιτέχνης, ένας καλλιτέχνης με τις μουσικές / τις ταινίες του οποίου έχουμε συνδέσει τις δικές μας στιγμές, πεθαίνει και ένα κομμάτι δικό μας.

Μέχρι εδώ όλα καλά και κατανοητά. Το παράδοξο ξεκινάει όταν γιγαντώνεται ο θρήνος. Και μιλάμε για θρήνο, όχι αστεία. Ποσταρίσματα επί ποσταρισμάτων στο fb, άρθρα, κουβέντες, συζητήσεις, tweets, σχόλια, καβγαδάκια, η υπερβολή σε όλο της το μεγαλείο. (Με αποκορύφωμα τα επακόλουθα του θανάτου του Bowie, όπου μια ιστοσελίδα μάζευε υπογραφές για να ζητήσει από το Θεό να επιστρέψει στη ζωή τον τραγουδιστή!). Που δικός μας άνθρωπος να πέθαινε, έτσι δε θα κάναμε. Επιδειξιομανία; Υπερευαισθησία; Δεν-έχω-με-τι-άλλο-να-ασχοληθώ; Όλα αυτά μαζί. Όμως αυτό δεν είναι εξάλλου τα social media;

Το άλλο μού κάνει εντύπωση εμένα: η μιζέρια που ακολουθεί. Διαβάζω τίτλο άρθρου σε ιστοσελίδα: "Γιατί δε βγαίνουν πια τραγουδιστές σαν τον George Michael;". Ε και γιατί να βγουν δηλαδή; Ότι θα ήταν δηλαδή καλύτερη η παγκόσμια μουσική σκηνή αν γεμίζαμε με κλώνους του Prince ή του Bowie; Ότι αν πεθάνουν οι είκοσι-τριάντα εμβληματικοί καλλιτέχνες των τελευταίων τριάντα ετών, η μουσική -ή ο κινηματογράφος- θα πέσουν σε ύφεση, σε παρακμή, δε θα αξίζουν πια;

Εντάξει, η κάθε γενιά έχει τα δικά της είδωλα, οκ, λογικό. Θες το στίγμα της εφηβείας, θες τα βιώματα, έτσι πάει. Αλλά από το να αγαπάς τα είδωλα σου μέχρι να τα θεοποιείς υπάρχει και μια απόσταση. Οι σημερινοί thirty something κοντεύουν να γίνουν πιο θλιβεροί και από τους παππούδες που αναπολούν τα νιάτα τους και θρηνούν για το χαμένο παρελθόν, όπου "όλα ήταν καλύτερα".

Όχι, δεν είχαμε ούτε τους καλύτερους τραγουδιστές ούτε τους καλύτερους ηθοποιούς. Δε γράφτηκαν στη δική μας εποχή τα καλύτερα τραγούδια ούτε γυρίστηκαν οι καλύτερες ταινίες. Κάθε εποχή έχει τα δικά της αριστουργήματα και τα δικά της σκουπίδια, τα οποία αντανακλούν τους ανθρώπους της και τις ανάγκες της εκάστοτε στιγμής. Ας θρηνήσουμε λοιπόν τους καλλιτέχνες που χάθηκαν και ας δούμε με ενδιαφέρον ό,τι καινούργιο εμφανίζεται.

Overdose

Από μικρή ήδη ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη αδυναμία στα Χριστούγεννα. Τα δώρα, το δέντρο, η οικογενειακή θαλπωρή, (ο Άη-Βασίλης, στον οποίο πίστευα πάντα με επιφύλαξη, γιατί καταβάθος ήξερα ότι δεν υπάρχει…), ωραία ήταν όλα αυτά, αλλά πάντα μου έμενε η αίσθηση ότι κάτι πάει στραβά με τα Χριστούγεννα, ότι κάτι δεν κολλάει με το γενικότερο κλίμα.

Ενώ το Πάσχα… Ω το Πάσχα, με τη μελαγχολική του διάθεση, την κατάνυξη, την πένθιμη ατμόσφαιρα και το συγκρατημένο ενθουσιασμό της άνοιξης, τις ανθισμένες πασχαλιές… Το Πάσχα μάλιστα, είναι μια πραγματική θρησκευτική γιορτή!

Ενώ τα Χριστούγεννα; Έπρεπε να μεγαλώσω αρκετά για να συνειδητοποιήσω ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι τελικά θρησκευτική γιορτή, αλλά εμπορική. Και παράλληλα άκρως καταπιεστική.

Τα Χριστούγεννα πρέπει να είσαι ντε και καλά χαρούμενος. Η ίδια η κοινωνία θαρρείς σε πιέζει, με έναν τρόπο μυστήριο, προς αυτήν την κατεύθυνση. Πρέπει να είσαι χαμογελαστός, ευδιάθετος, ευγενικός με όλον τον κόσμο. Πρέπει να θες να γιορτάσεις, να οργανώσεις μια σπουδαία έξοδο με φίλους ή μια εκδρομή. Πρέπει να είσαι στην τρίχα, οπωσδήποτε με καινούργια ρούχα και ανανεωμένη εμφάνιση. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις κάτι ιδιαίτερο.

Η ψυχαναγκαστική αυτή χαρά, που ουδεμία σχέση δεν έχει συνήθως με τα πραγματικά μας συναισθήματα εκείνης της περιόδου, μοιάζει να είναι η ακόμα πιο υπερβολική εκδοχή του σύγχρονου τρόπου ζωής μας. Τα Χριστούγεννα είναι η επιτομή του σύγχρονου τρόπου ζωής (δηλαδή του υπερκαταναλωτισμού και των social media): πρέπει να τα αποκτήσουμε όλα, ώστε να φαίνεται η ζωή μας τέλεια και να μπορέσουμε μετά να την επιδείξουμε ως τέτοια και προς τα έξω.

Γι' αυτό ένας σωρός κόσμος παθαίνει μελαγχολία στις γιορτές (με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πάρα πολλοί άνθρωποι παθαίνουν κατάθλιψη τα τελευταία χρόνια). Γιατί δεν μπορούν να αντέξουν όλη αυτήν την ψεύτικη χαρά, αυτό το overdose λάμψης και προβολής και επιτυχίας. Γιατί φτάσαμε -ως έθνος, ως κοινωνία, ως ανθρωπότητα ίσως- σε ένα παράδοξο σημείο να μη συμβαδίζει το μέσα μας με το έξω μας.

Τα Χριστούγεννα έπρεπε να είναι η γιορτή της αγάπης και της συγχώρεσης. Και της προσφοράς. Αλλά ακόμα κι όταν τα νιώθουμε αυτά, τα νιώθουμε επιδερμικά. Μέχρι και το φιλανθρωπικό μας αίσθημα εξαντλείται γρήγορα στα δύο και τρία ευρώ -και ξαναξυπνάει τα επόμενα Χριστούγεννα.

Φυσικά και είναι ωραία να απολαμβάνεις λίγη πολυτέλεια παραπάνω τα Χριστούγεννα. Φυσικά και να κάνεις τα ψώνια σου, να πάρεις δώρα, να στολίσεις το σπίτι σου. Να μαγειρέψεις για να συγκεντρωθούν συγγενείς και φίλοι γύρω από το τραπέζι. Ναι, να κανονίσεις την ωραία έξοδο ή την εκδρομή, γιατί αυτά θα τα θυμάσαι για χρόνια. Απλώς, δεν είναι αυτά ο αυτοσκοπός. Κι ούτε χρειάζεται να τα κάνουμε με τόση αγωνία και με τόση υστερία.

(Απο το 43ο τεύχος του Ser-Free, Δεκέμβριος 2016 (Ser-Free)

Παρελθοντολάγνοι

Ω νοσταλγία, που μέσα σου χανόμαστε. Που πασπαλίζουμε τις αναμνήσεις με μαγεία και τις κάνουμε ακατανίκητες, ασυναγώνιστες. Που στυλώνουμε τα μάτια εμμονικά σε ένα παρελθόν ουτοπικό, που υπήρξε και δεν υπήρξε, που το πλάσαμε πιο πολύ από ανάγκη, κι από ανοησία ακόμα.

Παλιότερα όλα ήταν καλύτερα. Ο κόσμος πιο τίμιος και πιο αγνός, οι πόλεις πιο ανθρώπινες, οι συνθήκες ζωής καλύτερες, τα τραγούδια ομορφότερα και οι ταινίες ενδοξότερες. Και ο κόσμος είχε καλύτερους ηγέτες και περισσότερους ήρωες. Και εμείς ήμαστε σαφώς πιο ευτυχισμένοι.

Τρίχες. Αυτές είναι θεωρίες των γέρων, που δεν έχουν πού αλλού να στρέψουν το βλέμμα, παρά πίσω. Αλλά και οι νεότεροι; Οι πενηντάρηδες θυμούνται τη φτώχεια των παιδικών τους χρόνων και την εξυμνούν σαν την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής τους. Οι σαραντάρηδες αισθάνονται υπεροπτικά μεγάλοι για να αλλάξουν ιδέες. Και οι τριαντάρηδες αναπολούν συνέχεια τα πολύχρωμα 80s και τα μοστράρουν με υπερηφάνεια στο fb.

Είναι τόσο ανόητο να πιστεύεις ότι το παρελθόν είναι εξ ορισμού καλύτερο. Ναι, υπάρχουν περίοδοι πιο ταραγμένες και πιο ήρεμες. Περίοδοι με μεγαλύτερη άνθιση και περίοδοι με ύφεση. Περίοδοι που συνέπεσαν κάποια αξιομνημόνευτα γεγονότα ή που έτυχε και έζησαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι. Αλλά μέχρι εκεί.

Δεν ξέρω -ίσως οι άνθρωποι να φοβούνται να αντιμετωπίσουν το παρόν. Ίσως να έχουν ανάγκη να κρατιούνται από κάτι ιδανικό για να μπορέσουν να διαχειριστούν το μέλλον. Ή ίσως απλώς το παρελθόν να συμβολίζει τη νιότη μας και η νιότη δεν είναι τίποτα άλλο από εκείνη την ολόφωτη περίοδο που νομίζαμε ότι μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε στη ζωή μας. Και δεν ξέρω αν αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο ή θλιβερό.  

12 χρόνια μαθητής

Ξεκίνησαν τα σχολεία και μαζί με αυτά ξεκίνησε και αυτός ο μακρόχρονος εφιάλτης που σε θέλει δώδεκα χρόνια να κάθεσαι στα θρανία για να μάθεις πράγματα που δήθεν θα σε κάνουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Εντάξει, δεν ήταν άχρηστα όλα όσα μάθαμε στο σχολείο, αλλά ας πούμε ότι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν ήταν χρήσιμα. Όχι τόσο χρήσιμα ώστε να φάμε δώδεκα χρόνια, και μετά να είμαστε άνεργοι, φτωχοί και παράλληλα και με έλλειψη ουσιαστικής παιδείας, όπως εξάλλου αποδεικνύεται καθημερινά από την ίδια την πραγματικότητα.

Το πιο αστείο της υπόθεσης είναι ότι οι μαθητές που δε διάβαζαν ποτέ μα ποτέ στο σχολείο δεν κατέληξαν απαραιτήτως αμόρφωτοι ή ακαλλιέργητοι ούτε απέτυχαν όλοι επαγγελματικά, αλλά πολλοί από αυτούς, αποδεσμευμένοι ίσως από το άγχος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή της "καλής δουλειάς" στράφηκαν αλλού, ανέπτυξαν τις ικανότητες τους, επιστράτευσαν τη φαντασία τους και τώρα περνάνε ζάχαρη. Οι πολύ καλοί και τυπικοί και μονίμως διαβασμένοι μαθητές επίσης δεν είναι σήμερα οι πιο μορφωμένοι ούτε είναι σε όλες τις περιπτώσεις -κατά αδικία της κοινωνίας;- επαγγελματικά αποκατεστημένοι.

Δεν μπορεί ωστόσο να μη μου φανεί αστείο ότι πολλοί από αυτούς που πέρασαν τέλεια μαθητικά χρόνια επειδή δεν είχαν το άγχος του διαβάσματος έχουν προοδεύσει και εξακολουθούν να περνούν τέλεια, σε αντίθεση με αυτούς που έφαγαν δώδεκα χρόνια χωμένοι στα βιβλία για να υποφέρουν τώρα στην ουρά του ΟΑΕΔ.

Τώρα πάντως που όλες οι ισορροπίες στην κοινωνία μας έχουν ανατραπεί και έχει καταρρεύσει ο μύθος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της "καλής δουλειάς", θέλω να δω προς ποια κατεύθυνση θα προσπαθήσουν να στρέψουν οι γονείς τα παιδιά τους. Τώρα πλέον που φάνηκε περίτρανα ότι δε χρειάζεται ΟΛΟΙ οι μαθητές να πηγαίνουν πανεπιστήμιο, τι θα κάνουν οι γονείς; Και με τι θα κοκορεύονται από εδώ και στο εξής; Αυτό το τελευταίο, θέλω πολύ να το δω.