Αξίζει τόσο άγχος για τις Πανελλήνιες;

Εγώ όταν έδινα πανελλήνιες ήμουν από τις τυχερές μαθήτριες: έχω καλή μνήμη και δεν είμαι καθόλου αγχώδης. Οπότε, για μένα οι πανελλήνιες δεν ήταν ούτε κακή ούτε καλή εμπειρία, ήταν απλώς το αναγκαίο κακό για να μπορέσω να σπουδάσω. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει το στομάχι μου να σφίγγεται κάθε φορά που ακούω ότι έφτασε ο καιρός να δώσουν οι τελειόφοιτοι εξετάσεις ούτε μπορώ να μην αισθανθώ απέραντη συμπόνια για όσους πρόκειται να περάσουν αυτήν τη φοβερή δοκιμασία.

Οι πανελλήνιες είναι ένα φρικτό εξοντωτικό σύστημα. Απαιτεί πειθαρχεία, αυτοκυριαρχία, γερές βάσεις από όλα τα προηγούμενα μαθητικά χρόνια και απόλυτη αφοσίωση τουλάχιστον για το τελευταίο σχολικό έτος -για να μην πω για τα δύο τελευταία. Πρέπει να είσαι καλά διαβασμένος, να είσαι ήρεμος, να είσαι συνειδητοποιημένος όταν πηγαίνεις να δώσεις.

Θα αφήσω στην άκρη το γεγονός ότι οι πανελλήνιες εξετάσεις, ως τρόπος αξιολόγησης για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι ένα σύστημα απόλυτα άδικο, απόλυτα δύσκολο και σκληρό -σχεδόν σαδιστικό- που ευνοεί καθαρά μία μερίδα μαθητών (αυτών που έχουν το χάρισμα να διαβάζουν κατεβατά και να τα αποστηθίζουν και έχουν οργανωτικό τρόπο σκέψης) και αγνοεί όλους τους υπόλοιπους (αυτούς που μαθαίνουν με βιωματικό τρόπο, που καταλαβαίνουν όσα διάβασαν αλλά δεν μπορούν να τα εκφράσουν σωστά).

Η αδικία λοιπόν του ίδιου του συστήματος είναι μια άλλη υπόθεση. Η μεγαλύτερη αδικία είναι αυτή που γίνεται εις βάρος των παιδιών. Οι έφηβοι λίγο πριν την ενηλικίωση τους θα έπρεπε να έχουν τα μέσα να ανακαλύψουν τον εαυτό τους. Να διαβάζουν λογοτεχνία, να βλέπουν ταινίες. Να δημιουργούν παρέες, να ερωτεύονται. Να βρίσκουν τη θέση τους στον κόσμο. Να κάνουν όνειρα. Να βάζουν στόχους. Να προσπαθούν, να ανακαλύπτουν, να απορρίπτουν. Και να εκπαιδεύονται ασφαλώς μέσω του σχολείου, αλλά να εκπαιδεύονται ουσιαστικά, να μορφώνονται με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, όχι να εξουθενώνονται οχτώ ώρες τη μέρα πάνω από ένα βιβλίο.

Το εκπαιδευτικό αυτό σύστημα επιφέρει, κατ' επέκταση, κι άλλες πιέσεις: φροντιστήρια, άγχος, πεσμένη ψυχολογική διάθεση, γονείς πιο αγχωμένους από τους μαθητές ή γονείς που πιέζουν τα παιδιά τους ακόμα περισσότερο. Κι όλα αυτά μαζί με συμβουλές από διαιτολόγους, ψυχολόγους και παρακλήσεις που διοργανώνει η Εκκλησία. Με λίγα λόγια, ένας πραγματικός Γολγοθάς. Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά τις πανελλήνιες, έτσι το σκέφτομαι, ως ένα Γολγοθά, που δε θα άντεχα με τίποτα να ξανανέβω. Και δεν έχω σταματήσει από τότε, τις μέρες που είμαι αγχωμένη, να βλέπω στον ύπνο μου ότι δίνω εξετάσεις.

Και όλα αυτά λοιπόν για ποιο λόγο; Γιατί η τρίτη -και η μεγαλύτερη- αδικία του συστήματος είναι αυτή: οι πανελλήνιες δε σου εξασφαλίζουν απαραίτητα καλή επαγγελματική πορεία. Αν εξαιρέσουμε τους πολύ συνειδητοποιημένους, οι περισσότεροι εργάζονται σε κλάδο άσχετο με αυτόν που σπούδασαν. Η ζωή έχει τόσες στροφές και τόσες εκπλήξεις και ανατροπές, δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει. Ειδικά τώρα με την κρίση, αυτό έχει φανεί περισσότερο από ποτέ.

Κοιτάζοντας γύρω μου βλέπω ότι πολλοί άλλο σπούδασαν και σε άλλον τομέα εργάζονται. Άλλοι δε σπούδασαν τίποτα και διορίστηκαν στο δημόσιο. Άλλοι πέρασαν καταλάθος σε σχολές που δεν τους ενδιέφεραν και βρήκαν μετά υπέροχες δουλειές. Άλλοι δε σπούδασαν τίποτα, αλλά έγιναν επιχειρηματίες και αυτή τη στιγμή που μιλάμε βγάζουν λεφτά με ουρά. Άλλοι σπούδασαν σε σχολές που θεωρούνται "σημαντικές" και τώρα είναι άνεργοι και πασχίζουν να προσληφθούν σε πεντάμηνα. Άλλοι ξαναέδωσαν πανελλήνιες στα τριάντα τους για να περάσουν στη σχολή που πάντα ήθελαν και άλλοι δεν έδωσαν ποτέ και τώρα είναι αποκατεστημένοι σε τεχνικά επαγγέλματα. Τόσες επιλογές, τόσες αποφάσεις, τόσες απρόβλεπτες ευκαιρίες. Και βλέποντας τα όλα αυτά δεν ξέρω αν πρέπει να κλαίω ή να γελάω για τη φρενίτιδα των πανελληνίων.

Δεν ακυρώνω τις πανελλήνιες. Φυσικά και πρέπει να δώσουν όλοι και να τις αντιμετωπίσουν με σεβασμό και σοβαρότητα, γιατί αυτές σου δίνουν την καλύτερη ευκαιρία να σπουδάσεις αυτό που αγαπάς. Απλώς ας σταματήσουμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν να είναι το Α και το Ω για την επαγγελματική πορεία των παιδιών. Ας βοηθήσουμε τους μαθητές να αποτινάξουν αυτό το ασήκωτο βάρος από πάνω τους, ότι αποτυχία στις πανελλήνιες είναι αποτυχία στη ζωή. Εμείς οι μεγαλύτεροι το ξέρουμε καλά αυτό, ότι το κλειδί για να πετύχεις επαγγελματικά δεν είναι πάντα το πτυχίο… Αυτό που χρειάζεται είναι να είσαι ανήσυχος, δραστήριος, να ψάχνεσαι διαρκώς, να μην εφησυχάζεσαι ποτέ, όχι να έχεις γράψει είκοσι σε όλα τα μαθήματα κάποια τυχαία πρωινά του Μάη.

Κάθε πέρσι και χειρότερα, κάθε φέτος και καλύτερα

Οκ λοιπόν, η εποχή μας είναι χάλια. Ή, όπως πιο χαρακτηριστικά το λέμε, οι παλιές καλές εποχές πέρασαν. Και ποιες ήταν οι καλές εποχές; Ήταν αυτές που κάναμε επίδειξη με το καινούργιο μας αμάξι, που τα σπάζαμε κάθε βδομάδα στα μπουζούκια, που δίναμε σαράντα ευρώ για ένα στρινγκ. Που πηγαίναμε από την παραγωγή στην κατανάλωση και που δεν υφίστατο ο όρος κομπόδεμα.

 

Σε όλο το έθνος έχει ξεσπάσει ένας είδος θρήνου και μιζέριας για τα μεγαλεία που πέρασαν ανεπιστρεπτί, θυμίζοντας μου έντονα άλλες ιστορικές συγκυρίες κομβικής σημασίας (πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι). Μέχρι και τον εαυτό μου έπιασα να κουνάει θλιμμένα το κεφάλι σαν κανένας στριμμένος μεσήλικας και να μελαγχολεί για την εποχή που μόλις χάθηκε, για τότε που κάναμε ακόμη όνειρα και είχαμε την πολυτέλεια της αισιοδοξίας να πιστεύουμε πως θα πραγματοποιηθούν. Δεν έχουμε κι άδικο εδώ που τα λέμε.

 

Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, σε ποια εποχή μήπως δεν συνήθιζαν οι  άνθρωποι να αναπολούν την αμέσως προηγούμενη; Είχαμε ανέκαθεν την τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, να πλάθουμε για αυτό την τέλεια εικόνα, αυτή του αθώου, του ασφαλούς, όπου όλα ήταν πιο εύκολα και οι προθέσεις των ανθρώπων πιο ειλικρινείς. Κάθε πέρσι και καλύτερα λέει ο λαός –και καταβάθος το εννοεί!

 

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλη αυτή η παρελθοντολατρεία ή προγονολατρεία. Μου θυμίζει εκείνο το έθιμο σε ένα κράτος της Λατινικής Αμερικής που γιορτάζουν τους νεκρούς τους. Έτσι και εμείς σε όλη μας τη ζωή μάθαμε να γιορτάζουμε τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Κολοκοτρώνη, τη δεκαετία του ’60, του ’80, και τώρα του ’90. Και καλά κάναμε βέβαια από τη μια, αλλά, από την άλλη, αναλωθήκαμε τόσο πολύ στο να θαυμάζουμε το παρελθόν που ξεχάσαμε να κοιτάξουμε το μέλλον.

 

Βέβαια, κακά τα ψέμματα, η αμέσως προηγούμενη εποχή, μόλις η προηγούμενη δεκαετία, είχε όντως περισσότερα θετικά από την τωρινή. Γιατί όμως δε ρίχνουμε μια ματιά και στα αρνητικά; Το ότι ζούσαμε με δανεικά λεφτά και παριστάναμε ότι δεν το ξέραμε; Το ότι αναγάγαμε την αναξιοκρατία σε αξία και που αποκηρύξαμε κάθε δημιουργική δουλειά για μια θέση στο δημόσιο; Το ότι χτίσαμε ένα totally fake lifestyle με ακριβά αμάξια, ακριβά ρούχα, δάνεια και πιστωτικές; Το ότι γίναμε σκανδαλωδώς κακομαθημένοι γιατί το κατατάσσουμε σαν ένα από τα καλά που με τόσο πόνο αναπολούμε τώρα;

 

Δυστυχώς, μαζί με το υποτιθέμενο lifestyle –που ήταν επόμενο να λάβει τέλος κάποια στιγμή- ναυάγησε και η ελπίδα μας για μια άνετη αξιοπρεπή ζωή. Ας μη τα μηδενίσουμε όμως όλα. Κάποιοι τα βγάζουν ακόμη πέρα άνετα, άλλοι έχουν απλώς περιοριστεί, ενώ υπάρχουν κι αυτοί που ανακαλύπτουν καινούργιες ευκαιρίες. Επομένως, γιατί να σκεφτόμαστε μονάχα τι χάσαμε και όχι τι μας έχει απομείνει; Είχα ακούσει κάποτε μια ατάκα σε μια ταινία που έλεγε «δεν έχει σημασία τι σκότωσες αλλά τι άφησες να ζήσει». Έκτοτε, κάθε φορά που συμβαίνει κάτι άσχημο αναλογίζομαι τη βαρύτητα της φράσης αυτής. Και κάθε φορά αισθάνομαι καλύτερα.

 

Δεν έχουν πεθάνει όλα –τουλάχιστον όχι ακόμα. Και έχω καταλήξει πλέον ότι δεν υπάρχουν καλές και κακές εποχές, υπάρχουν μόνο εποχές με τα καλά τους και τα κακά τους. Για πολλά χρόνια συνήθιζα και εγώ, κατά το γνωστό παρελθοντολατρικό σύνδρομο, να πιστεύω ότι η εποχή μας ήταν από τις χείριστες. Τώρα δεν το πιστεύω πια –θεωρώ απλώς πως είναι από τις πολύ δύσκολες. Αλλά πριν την αφορίσουμε εντελώς, ας της ρίξουμε μια πιο αισιόδοξη ματιά. Γιατί θα καταστραφούν πολλά –αυτό είναι βέβαιο- αλλά ας μη χάσουμε τουλάχιστον την ευκαιρία να βοηθήσουμε σε αυτό που πρόκειται να γεννηθεί. 

 

(Ser-Free #20)

Oscars ahead

Βραβεία, φλας, κόκκινο χαλί -και αδικίες. Μπορεί τα Όσκαρ να είναι ένα ωραίο πανηγυράκι για να χαίρονται οι απανταχού σινεφίλ, αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ότι η κάθε βράβευση -και ακόμα περισσότερο, η μη-βράβευση- έχει και το συμβολισμό της.

Ο Χίτσκοκ δεν κέρδισε ποτέ κανένα Όσκαρ -εκτός από το τιμητικό-, ο Κιούμπρικ επίσης, ο Πίτερ Ο' Τουλ μία από τα ίδια, ο Πατσίνο κι ο Σκορτσέζε περίμεναν καμιά  εικοσαριά χρόνια και ο ΝτιΚάπριο φυσικά περιμένει ακόμα -με όλον τον πλανήτη να τον τρολάρει ανελέητα.

Απεναντίας, βρέθηκαν με βραβείο στα χέρια ηθοποιοί που δεν έχουν να επιδείξουν και τίποτα της προκοπής στην καριέρα τους, όπως η Χίλαρυ Σουάνκ (με δύο μάλιστα, την ίδια στιγμή που η Μέριλ Στριπ, για παράδειγμα, έχει τρία!), ο Νίκολας Κέιτζ, η Χάλι Μπέρι και πάει λέγοντας.

Παρομοίως, από τα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας αγνοήθηκαν εντελώς φιλμ που σήμερα θεωρούνται ορόσημα, όπως ο Πολίτης Κέιν ή η Οδύσσεια του Διαστήματος, ενώ έχουν τιμηθεί ταινίες μετριότατες, όπως το Σικάγο και το Hurt Locker και ο Λόγος του Βασιλιά.

Αυτή η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, όπως δεν τελειώνει και η παραφιλολογία σχετικά με το τι σκοπιμότητες υπάρχουν πίσω από κάθε βράβευση, για το αν κάθε επιλογή κρύβει μηνύματα πολιτικά ή ρατσιστικά ή είναι απλώς θέμα δημοσίων σχέσεων, συμπάθειας και αντιπάθειας.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, φέτος ήρθε και το άλλο: τα Λευκά Όσκαρ. Ότι δηλαδή απουσιάζουν, για δεύτερη χρονιά, οι Αφροαμερικανοί ηθοποιοί από τις κατηγορίες ερμηνείας. Πράγμα που έχει προκαλέσει τρομερές αντιδράσεις, με πολλούς ηθοποιούς να σκοπεύουν να μποϊκοτάρουν την τελετή και να μην παρευρεθούν καν.

Μόνο που αυτή η περίπτωση ξεφεύγει αρκετά από τη λίστα των αδικιών της Ακαδημίας. Δηλαδή, αν δεν έτυχε πέρυσι και φέτος να υπάρχει κάποιος Αφροαμερικανός ηθοποιός που να άξιζε Όσκαρ ερμηνείας, θα έπρεπε ντε και καλά να μπει ως υποψήφιος μόνο και μόνο επειδή είναι μαύρος; Ή μήπως, προς αποφυγή τέτοιων φαινομένων, θα πρέπει από εδώ και στο εξής να ορίζονται οι υποψηφιότητες με ποσοστά, 50% μαύροι και 50% λευκοί; Αυτά όμως δε συνιστούν αντίστροφο ρατσισμό; Ποτέ κανένας δε θα έβγαινε να διαμαρτυρηθεί για μία λίστα με αποκλειστικά Αφροαμερικανούς ηθοποιούς, παρόλο που με την ίδια λογική θα ήταν άκρως ρατσιστικό για τους λευκούς.

Στο κάτω-κάτω, και αριθμητικά να το πάρουμε, δεν είναι περισσότεροι οι λευκοί ηθοποιοί από τους μαύρους; Κι αυτό δε συμβαίνει λόγω ρατσισμού, συμβαίνει εκ των πραγμάτων. Κι έπειτα, δεν υπήρξαν πάρα πολλές χρονιές που έτυχε να υποψήφιοι και ένας και δύο μαύροι ηθοποιοί, εκ των οποίων μερικοί βγήκαν και νικητές;

Το να διαχωρίζεις τους ηθοποιούς σε άσπρους και μαύρους, αυτό για μένα είναι περισσότερο ρατσιστικό.

Και πραγματικά δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μάθουμε αν η Ακαδημία καταλήγει σε συγκεκριμένες υποψηφιότητες λόγω ρατσισμού. Μπορεί όντως να φέρεται ομοφοβικά ή μπορεί πολύ απλά να μην εντυπωσιάστηκε φέτος από κανέναν Αφροαμερικανό ηθοποιό.

Το μόνο για το οποίο μπορούμε να την κατηγορήσουμε ανοιχτά είναι ότι ναι, πρέπει επιτέλους να πάψει να είναι τόσο συντηρητική. Να πάψει να κυνηγά τις ασφαλείς επιλογές. Και να σταματήσει να προσπαθεί τόσο απροκάλυπτα να είναι πάντα και πάση θυσία τόσο politically correct.

Ο κανιβαλισμός των media

Άλλη μια φορά που ένα, θλιβερό μεν, αλλά απίστευτα καθημερινό και φυσικό για τα ανθρώπινα δεδομένα θέμα έχει μετατραπεί στα ΜΜΕ και στα social media σε πραγματικό πανηγύρι. Κάτι βέβαια που καταντά πιο θλιβερό ακόμα και από το γεγονός του ίδιου του θανάτου.

Από τη μια έχουμε τους πενθούντες για το θάνατο του Παντελή Παντελίδη. Αυτούς που ποστάρουν τα τραγούδια και τα τσιτάτα και τα δακρύβρεχτα video. Οκ, λογικό. Από την άλλη έχουμε τους οργισμένους, αυτούς που κράζουν όλη μέρα για τον τρόπο που τα media χειρίστηκαν το θέμα, ξεπερνώντας κάθε μέτρο και κάθε αξιοπρέπεια. Κι αυτό λογικό.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω εγώ είναι η έκπληξη των οργισμένων. Προς τι τόση έκπληξη; Είναι μήπως η πρώτη φορά που τα media κανιβαλίζουν ένα τόσο ευαίσθητο θέμα  και ξεπερνούν τα όρια για χάρη της τηλεθέασης ή των like;

Χθες είδα ότι δημιουργήθηκε μία σελίδα στο fb που προτρέπει τον κόσμο να σταματήσει να βλέπει το Πρωινό με τη Φαίη Σκορδά. Και άλλες αναρτήσεις στις οποίες την βρίζουν όλη μέρα για τον τρόπο που χειρίστηκε στον αέρα την είδηση του θανάτου του Παντελίδη. Και ένα άλλο ποστ που θέλει να μαζέψει υπογραφές για να απολυθεί από την εκπομπή. Άλλοι κράζουν το κανάλι Ε και τη Στεφανίδου. Η αγαπημένη μου κατηγορία αγανακτισμένων είναι αυτή που μιλά για γλωσσοφαγιά -λες κι αυτό ευθύνεται για το ατύχημα του Παντελίδη.

Οι μεσημεριανές κουτσομπολίστικες εκπομπές, τα πρωινάδικα και οι κίτρινες ιστοσελίδες πάντα έθαβαν, πάντα έκραζαν, πάντα μιλούσαν προσβλητικά για όλους τους "διάσημους", όπως συνέβη και με τον Παντελίδη πρόσφατα για το τραγούδι για την Κύπρο. Η διαφορά είναι ότι ο Παντελίδης έτυχε να πεθάνει. Και τώρα ξαφνικά θύμωσαν όλοι. Δε θυμάμαι κανέναν να θυμώνει τόσο πολύ όταν έκραζαν άλλους διάσημους, που βρίσκονται εν ζωή.

Σχετικά με την κάλυψη του θανάτου, τα ίδια δε συνέβησαν πριν μερικά χρόνια και με τον Σεργιανόπουλο; Και το ίδιο δε συμβαίνει με όποιον διάσημο πεθαίνει ξαφνικά -ή με όποιον άσημο πεθαίνει με σκανδαλιστικό τρόπο; Δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό που ζούμε τώρα.

Προς τι λοιπόν τόση απέχθεια ξαφνικά για το ποιόν της ελληνικής τηλεόρασης; Και των δημοσιογράφων και των παρουσιαστών; Η ελληνική τηλεόραση μάς δείχνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια το χαμηλό της επίπεδο, με εκπομπές όπως της Πάνια, όπως πάλαι ποτέ του Μικρούτσικου, της Λαμπίρη και της Στεφανίδου και της Καινούργιου.

Δε χρειάζεται να θυμώνετε και να ταράζεστε τόσο. Είναι πολύ απλό: κλείστε την τηλεόραση. 'Η κάντε unfollow σε ανάλογες ιστοσελίδες. Όσο πιο πολύ αγνοούμε τέτοιες εκπομπές / τέτοιους ανθρώπους / τέτοιες αναρτήσεις, τόσο πιο γρήγορα θα εξαφανιστούν.

Τι θα μας λείψει, αλήθεια, από την τηλεόραση αν κλείσουν μερικά κανάλια;

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσα ότι θα κλείσουν τα μισά κανάλια ήταν "αμάν, και πού θα βλέπω τις επαναλήψεις της Ντόλτσε Βίτα αν κλείσει το Mega;". Και μετά το δεύτερο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν: αλήθεια, έχει κάτι καλύτερο να επιδείξει η ελληνική τηλεόραση;

Η επιτομή του μικροαστισμού

Αν ήθελα να βλέπω τον κάθε τυχάρπαστο να κάθεται σε ένα πάνελ και να κουτσομπολεύει τι κάνει ο ένας και ο άλλος, θα έβγαινα και στο μπαλκόνι μου να ακούω τις γειτόνισσες. Αλλά το χειρότερο δεν είναι η ίδια η κατινιά, αλλά το ότι έχουν περάσει την κατινιά σαν να είναι κάτι φυσικό, αυτονόητο και άκακο. Μόνο που δεν είναι. Γιατί το μυαλό μας κουρκούτιασε τόσο που δε βρίσκουμε τίποτα κακό στο να ασχολούμαστε με το τι φόρεσαν οι διάσημες χθες το βράδυ, όπως δε βρίσκουμε και τίποτα ανήθικο στο να εξευτελίζονται άνθρωποι χάριν της τηλεθέασης. Υποτίθεται ότι κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες και για πιο σοβαρά project, αλλά όταν το concept της εκπομπής μυρίζει ναφθαλίνη, δε θα το δει κανείς άλλος εκτός απ' τον παππού μου.

Live your dream in greek tv

Στην ελληνική τηλεόραση έχει γίνει κατάχρηση αυτού που είπε ο Άντι Γουόρχολ για τα 15' δημοσιότητας που αντιστοιχούν σε κάθε άνθρωπο. Εδώ γίνεται διάσημος ο κανένας, με τον ίδιο πανηγυριώτικο τρόπο που γίνεται κανείς διάσημος στο fb. Αρκεί να ξέρει να χαζοτραγουδάει, να λέει πετυχημένες κοτσάνες, να έχει μεγάλο στήθος/ωραίους κοιλιακούς. Αν ξέρει δε και να μαγειρεύει, δε γίνεται απλώς διάσημος, γίνεται θεός. (Μαγειρική= η απόλυτη, υπέρτατη τέχνη καταξίωσης, σύμφωνα με το διεστραμμένο παραμορφωτικό πρίσμα της tv). Θα μου πεις, οι πραγματικά δημιουργικοί και άξιοι άνθρωποι στην τηλεόραση θα βγουν; Έτσι όπως είναι η τηλεόραση φυσικά και όχι. Και καλά κάνουν.

HBO αλά ελληνικά

Η συνταγή γνωστή: για να πετύχει ένα σίριαλ πρέπει να έχει μέσα έναν γκέι, μία χαζή, έναν έρωτα με εμπόδια και ατάκες με χιούμορ νηπιαγωγείου. Α, πρέπει να έχει και λίγο σεξ. Αν η τηλεόραση αντανακλά την κοινωνία μας, βγάλε συμπέρασμα τώρα… Τα ελληνικά σίριαλ ακολουθούν τη γενικότερη γραμμή ψυχαγωγίας που συνοψίζεται "όταν γυρνάω από τη δουλειά είμαι κουρασμένος και θέλω να δω κάτι ανάλαφρο για να χαλαρώσω". Ναι, μόνο που έτσι χαλαρώνει και το μυαλό μας σιγά-σιγά. Ευτυχώς, με την κρίση κόπηκαν λόγω έλλειψης χρημάτων οι πολλές βλακείες, αλλά μετά πέσαμε πάνω στα τούρκικα και τις φτηνές παραγωγές των shows. Καμία σωτηρία.

Αγοράζω άρα υπάρχω

Γέλασα πολύ όταν άκουσα ότι είχαν κατηγορήσει τον Κωστόπουλο ότι διέφθειρε τους Νεοέλληνες με τα περιοδικά του. Αν είχε τόση δύναμη ο Κωστόπουλος, να τον κάναμε και πλανητάρχη, να μας έσωζε από τα προβλήματά μας. Λες και τη μεγαλύτερη ζημιά δεν την κάνει ήδη η τηλεόραση, με τις αδύνατες και καλοντυμένες παρουσιάστριες, τους διαγωνισμούς που μοιράζουν δώρα και το προβαλλόμενο lifestyle σύμφωνα με το οποίο πρέπει να τιγκάρεις το σπίτι σου με πράγματα για να είσαι in. Θα μου πεις, είναι κακό; Ε αν όλη μέρα σκέφτεσαι μόνο πώς θα χάσεις κιλά, πώς θα φτιάξεις το μαλλί και πώς θα αγοράσεις την εσπρεσσιέρα, μην απορείς που ως κοινωνία -και ως πλανήτης- πάμε κατά διαόλου.

Και φυσικά οι ειδήσεις

Νομίζω ότι πλέον κανείς δεν μπορεί να παρακολουθήσει ειδήσεις χωρίς δυσπιστία ή χωρίς αναγούλα. Το ξέραμε βέβαια από πάντα, αλλά ειδικά μετά τα πολιτικά γεγονότα (και δη το δημοψήφισμα του Ιουλίου) η ενημέρωση πήρε τη μορφή τόσο εξόφθαλμης προπαγάνδας που αποτελεί σκάνδαλο. Αλλά το ζήτημα δεν είναι το πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια ανηθικότητα στη δημοσιογραφία, αλλά το πώς είναι δυνατόν να ενημερώνεται κανείς αποκλειστικά από τις ειδήσεις της τηλεόρασης. Ελπίζω να μην έχουν απομείνει πολλοί που το κάνουν αυτό. Παιδιά, υπάρχει και το internet. Τουλάχιστον εκεί, όταν διαβάζεις αρλούμπες, τις περισσότερες φορές ξέρεις ότι πρόκειται για αρλούμπες.