Sweet September

Όταν ήμαστε μικροί, μία από τις κλασικές ερωτήσεις –μεταξύ πολλών άλλων ανούσιων ερωτήσεων- που θέταμε ο ένας στον άλλον ήταν «ποια είναι η αγαπημένη σου εποχή;». Όλοι απαντούσαν μεμιάς το καλοκαίρι. Εγώ το ζύγιζα από εδώ, το ζύγιζα από εκεί, το μυαλό μου σκάλωνε στα παγωτά και απαντούσα κι εγώ το καλοκαίρι.

Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως το καλοκαίρι δεν είναι η αγαπημένη μου εποχή. Είναι ωραία η άδεια και οι διακοπές και τα μακροβούτια στα ελληνικά νησιά –και φυσικά πάντα τα παγωτά-, αλλά μαζί με αυτά είναι και η αποχαύνωση είναι και το άγχος να περάσεις ντε και καλά σούπερ είναι και η αναβολή των πάντων. Το καλοκαίρι σταματούν τα πάντα πλην της διάθεσης για καλοπέραση και όλα περιμένουν να ξαναρχίσουν το Σεπτέμβριο.

Και πλέον το καλοκαίρι δεν είναι καν οι ξέγνοιαστες μέρες στα νησιά και η ευλογημένη αλμύρα της ελληνικής θάλασσας, αλλά μάλλον οι φώτο στο instagram με τα κοκτέιλ στις βραδινές εξόδους και με τα μαυρισμένα πόδια που λιάζονται στις ξαπλώστρες με φόντο το κύμα. Ένας διαγωνισμός εντυπωσιασμού, πιο εξουθενωτικός και σκληρός και από τον ίδιο τον καλοκαιρινό καύσωνα.

Και μετά από αυτήν την κοπιαστική ασυδοσία του φαίνεσθαι φτάνει ο Σεπτέμβρης. Και ο Οκτώβρης. Τόσο γλυκοί και σιωπηλοί σαν το χρώμα των φθινοπωρινών δέντρων. Ξανακλεινόμαστε στα σπίτια μας, φοράμε τις ζακέτες μας και ξεχνάμε τα κοκτέιλ. Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να γίνουμε καλύτεροι στη δουλειά μας, ή ξαναριχνόμαστε εκ νέου στην αναζήτηση δουλειάς. Στέλνουμε βιογραφικά ή ξεκινάμε καινούργια πρότζεκτ. Βρίσκουμε ασχολίες για να γεμίσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας, αρχίζουμε καινούργιες δραστηριότητες. Γινόμαστε πιο παραγωγικοί, πιο δημιουργικοί, κι ας μην το καταλαβαίνουμε, πιο ευτυχισμένοι.

Και τι πειράζει αν το φθινόπωρο κουβαλάει παράλληλα και μια θλίψη; Δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι όλη την ώρα ούτε να βρισκόμαστε σε φάση μόνιμης διασκέδασης. Και δεν το χρειαζόμαστε κιόλας. Μια ενδοσκόπηση κάτω από ένα συννεφιασμένο φθινοπωρινό ουρανό είναι πολύ πιο χρήσιμη από την παραζάλη του χορού στα παραθαλάσσια μπαράκια.

Το φθινόπωρο μοιάζει με δεύτερη ευκαιρία. Η εποχή που μηδενίζεις και αρχίζεις από την αρχή. Που αποκτάς νέα όρεξη και νέες ευκαιρίες. Που θες να ανασκευάσεις ότι σε χάλασε τους προηγούμενους μήνες. Που θες να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Το φθινόπωρο είναι κάθε χρόνο το σημείο εκκίνησης σου. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και είναι τόσο ωραία η αίσθηση να τα αφήνεις όλα πίσω και να αρχίζεις από την αρχή. Ακόμα κι αν αυτό προϋποθέτει μερικές μπόρες και μερικούς συννεφιασμένους ουρανούς.  

 

Περιοδικό Ser-Free #34

Είναι η γενιά μας δυστυχισμένη;

Οι σημερινοί τριάντα και κάτι - τριάντα παρά κάτι είναι αυτοί που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση και τη γενικότερη κατάρρευση κάθε βεβαιότητας σε αυτήν τη χώρα περισσότερο από όλους. Είναι όμως, στα αλήθεια, μόνο η κρίση η αιτία που η γενιά μας είναι προβληματισμένη;

Σύμφωνα με έναν πρόχειρο, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό, ορισμό, ευτυχία = πραγματικότητα - προσδοκίες. Κοινώς, η απογοήτευση δεν εξαρτάται από ένα γεγονός καθ' εαυτό, αλλά από τις ελπίδες που είχαμε για αυτό.

Το θέμα της γενικότερης -και απόλυτα δικαιολογημένης βέβαια- απογοήτευσης της γενιάς μας δεν ξεκινάει με την οικονομική κρίση, αλλά από παλιότερα, από τους παππούδες μας. Αυτοί ανήκαν σε μια πραγματικά δύσκολη γενιά: πόλεμοι, φτώχεια, πείνα. Αυτό τους έκανε να μεγαλώσουν τα παιδιά τους -δηλαδή τους γονείς μας- με την ιδέα ότι πρέπει να προοδεύσουν, να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, να βρούνε καλές και σταθερές δουλειές.

Οι περισσότεροι από τους γονείς μας ξεκίνησαν με άδειες τσέπες. Αλλά η εργατικότητα τους και οι ανέλπιστα καλές οικονομικά δεκαετίες του '70, του '80, του '90 τους βοήθησαν όχι μόνο να αποκτήσουν την οικονομική σταθερότητα που αποζητούσαν, αλλά να επιτύχουν και ένα πολύ καλό βιοτικό επίπεδο, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά οι έννοιες της πολυτέλειας, της σπατάλης, της καλοπέρασης. Ούτε και οι ίδιοι πίστευαν πως τα κατάφεραν όλα αυτά.

Εμάς, στη συνέχεια, οι γονείς μας μάς μεγάλωσαν με υπέρμετρη αισιοδοξία και με την αίσθηση των απεριόριστων δυνατοτήτων: μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε. Σαν να μην ήταν ήδη αρκετά ουτοπική αυτή η ιδέα, μάς μεγάλωσαν και με μια άλλη, ακόμα πιο σουρεαλιστική: ότι είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι. Μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε, επειδή μας αξίζει και το σύμπαν μάς το χρωστάει.

Εμείς, λοιπόν, μεγαλώσαμε στα πολύχρωμα 90s, μέσα στη ζεστή ασφάλεια και υπεραισιοδοξία των γονιών μας -και ήταν υπέροχα. Αυτό όμως -μαζί φυσικά με την ψευδαίσθηση των απεριόριστων επιλογών, πιθανοτήτων και δυνατοτήτων- ανέβασε τις προσδοκίες μας στα ύψη. Δεν ανέβασε όμως, από την άλλη, την ορμητικότητα μας, τη δυναμική μας. Θέλαμε να γίνουμε πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέραμε τι ακριβώς, ούτε με ποιον τρόπο.

Προτού χτυπήσει η οικονομική κρίση, είχαμε σχηματίσει ήδη ένα πλάνο στο κεφάλι μας, όπου οι προσδοκίες μας ήταν στα σύννεφα. Όχι μόνο στο θέμα της επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά και της προσωπικής αυτοπραγμάτωσης. Η δουλειά μας δε φτάνει να μας αρέσει ή να μας καλύπτει οικονομικά, πρέπει και να μας οδηγεί στην απόλυτη ολοκλήρωση. Με τον σύντροφό μας δεν αρκεί να περνάμε καλά και να ταιριάζουμε, πρέπει να είναι το άλλο μας μισό και να βιώνουμε διαρκώς το απόλυτο πάθος. Τα χρήματα μας δεν πρέπει να μας εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή ζωή, αλλά μια πλούσια ζωή. Η ζωή μας πρέπει να είναι γεμάτη δραστηριότητες με τις οποίες να παθιαζόμαστε. Πρέπει να έχουμε πολλούς φίλους, ελκυστική εμφάνιση, αδύνατο σώμα και ένα αρκετό δυνατό προσωπικό προφίλ ώστε να το προωθήσουμε στο facebook. Η εποχή μας έχει ως απόλυτο σύνθημα την επίτευξη της ευτυχίας και της προσωπικής ολοκλήρωσης και εμείς τρέχουμε πανικόβλητοι προσπαθώντας να αυτοπροσδιοριστούμε.

Η γενιά μας έπασχε ούτως ή άλλως από μια μάλλον λανθασμένη εντύπωση περί ευτυχίας. Δε θα μπορούσαμε ποτέ να αποκτήσουμε όλα αυτά που προσδοκούσαμε, ακόμα κι αν δεν υπήρχε οικονομική κρίση. Η κρίση αποκάλυψε, με τον σκληρότερο για εμάς τρόπο, την τρομακτική απόκλιση μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας. Εμείς όμως επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε μόνο ως οικονομικό ένα πρόβλημα που είναι και βαθύτατα υπαρξιακό.

 

Περιοδικό Ser-Free #40

Hunger Games

Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ από bullying από τα μαθητικά μου χρόνια είναι ένα μεσημέρι Τρίτης που η αδερφή μου γύρισε από το Γυμνάσιο και τηλεφώνησε στη μαμά μας κλαίγοντας επειδή ένας συμμαθητής της τής είχε λερώσει με στυλό το αγαπημένο της άσπρο T-shirt. Μπορεί να την είχε κοροϊδέψει και για τα τεράστια κοκκάλινα γυαλιά που φορούσε. Παρακάτω δε θυμάμαι. Την επομένη πρέπει να τις έφαγε για τα καλά από την αδερφή μου και από τότε δεν την ξαναενόχλησε.

Και για το bullying δεν ξανάκουσα ποτέ τίποτα, παρά μονάχα πολλά χρόνια μετά, όταν η λέξη άρχισε να παίζει καθημερινά στα social media, σε ημερίδες, σε σποτάκια ευαισθητοποίησης. Και πάλι δε θα είχα πειστεί ότι τα σχολεία μας και τα πανεπιστήμια μας έχουν μετατραπεί σε πεδίο του Hunger Games αν δεν έβλεπα παιδιά-θύματα bullying να εξαφανίζονται από προσώπου γης και να γίνονται πρώτο θέμα στις ειδήσεις.

Ήμασταν και τότε τόσο άγρια και σκληρά παιδιά όσο φαίνεται να είναι τα σημερινά; Εκείνοι οι συμπαθητικοί χοντρούληδες ή οι αφελείς κοπελίτσες που κοροϊδεύαμε τότε τρέχουν σήμερα στους ψυχολόγους για να επουλώσουν τα παιδικά τραύματα; Μήπως η ωραιοποίηση του παρελθόντος, η νοσταλγία των μαθητικών χρόνων, το άλλοθι της παιδικής αθωότητας μάς έκαναν να τα ξεχάσουμε όλα; Ή τότε, στα αλήθεια, απλώς πειραζόμασταν και αστειευόμασταν;

Σήμερα, ως κοινωνία, συνέχεια κάτι μας ενοχλεί. Που δεν έχουμε λεφτά, που δεν μπορούμε να αγοράσουμε καινούργιο αυτοκίνητο, που δεν μπορούμε να πάμε ακριβές διακοπές. Που δε μας χωνεύουν οι Ευρωπαίοι. Που δεν μπορούμε να διοριστούμε στο δημόσιο. Που δεν μπορούμε να πλουτίσουμε από το τζόκερ ή από την επιχείρηση μας εν μια νυκτί. Βρισκόμαστε σε μια μόνιμη κατάσταση ανησυχίας, ταραχής, ζήλειας. Ίσως ο άκρατος οικονομικός ανταγωνισμός των τελευταίων δεκαετιών να πέρασε τόσο στο πετσί μας που έγινε πλέον προσωπικός ανταγωνισμός. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι, οι ομορφότεροι, οι πλουσιότεροι –πάσει θυσία.

Ίσως αυτό να είναι που πέρασε και στα παιδιά μας. Μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της ανάγκης για επιβίωση. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι και για να είμαστε οι καλύτεροι πρέπει να υποβιβάσουμε τους άλλους. Γιατί σήμερα προφανώς δεν ξέρουμε πώς να γίνουμε καλύτεροι –νομίζουμε ότι ο μόνος τρόπος είναι να πατήσουμε πάνω στους άλλους. Κανείς δεν είπε στα παιδιά του ότι για να γίνουν καλύτερα πρέπει να κοιτάξουν μέσα τους. Και να στραφούν προς τους άλλους μόνο για να μιμηθούν κάτι καλό.

Είναι δυνατόν να πλάσαμε με αυτόν τον τρόπο μια κομπλεξική γενιά; Σε μια εποχή ανεπανάληπτης παγκοσμιοποίησης και οικουμενικότητας είναι δυνατόν να φοβόμαστε ακόμα το διαφορετικό; Να φοβόμαστε ή να απορρίπτουμε ότι δε μας αρέσει; Τους γκέι, τους αλλοεθνείς, τους αλλόθρησκους; Τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες; Τους εύσωμους, τους λιγότερο όμορφους; Και είναι δυνατόν να αισθανόμαστε μέσα μας τόσο άσχημα ώστε να βλάπτουμε όποιον δε μας αρέσει για να νιώσουμε καλύτερα;

Το να λέμε ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες περνούν κρίση, ότι οι νέοι δε διαβάζουν ή δεν καλλιεργούν το πνεύμα τους, ότι τα social media κουρκουτιάζουν το μυαλό μας είναι εύκολο. Το να κάνουμε like και share σε βιντεάκια και status στο fb ακόμα πιο εύκολο. Το να παραδεχόμαστε απλώς μια κατάσταση δε φαίνεται να βοηθάει και πολύ. Και δε βοηθάει σίγουρα τα παιδιά που δέχονται το bullying στο ίδιο τους το σχολείο.

Και μέχρι τότε –μέχρι να καταλάβουμε τι λάθη κάνουμε με τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας, μέχρι να αποτινάξουμε τα κόμπλεξ που κουβαλάμε από πάνω μας και να ανοίξουμε λιγάκι το συντηρητικό μυαλό μας- μέχρι τότε λοιπόν, πού είναι ο Βαγγέλης; Πού είναι ο Βαγγέλης που μας κυνηγάει αυτή τη στιγμή παντού με το χαμόγελο του και τα εκφραστικά του μάτια; Κι αν ο Βαγγέλης έχει πέσει όντως θύμα bullying, ποια θα πρέπει να είναι η ποινή, όχι για τα παιδιά που τον βασάνιζαν, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία;

 

Περιοδικό Ser-Free #35 (Μάρτιος 2015)

Πρέπει να καταργηθούν τα αρχαία ελληνικά από τα σχολεία;

Ξανάνοιξε πρόσφατα η μεγάλη και αιώνια συζήτηση για το αν θα έπρεπε να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, για το τι προσφέρουν στους μαθητές, γιατί δεν τυχαίνει της ίδιας βαρύτητας στο σχολικό πρόγραμμα και η διδασκαλία της νέας ελληνικής.

56 πανεπιστημιακοί προτείνουν την κατάργηση των αρχαίων από το γυμνάσιο (και προτείνουν τη διδασκαλία τους στη γ' γυμνασίου ως μάθημα επιλογής), επειδή οι ώρες είναι πάρα πολλές (3 για αρχαία από πρωτότυπο και 2 από μετάφραση) / επειδή τη θέση αυτών των ωρών πρέπει να την πάρει η διδασκαλία της νέας ελληνικής (που τώρα είναι 2 ώρες) / επειδή οι μαθητές θεωρούν το μάθημα μάταιο, οπότε δεν τα πηγαίνουν καλά σε αυτό / επειδή μία γλώσσα μαθαίνεται μέσω της χρήσης της και όχι μέσω της γνώσης της ετυμολογίας της και της ιστορίας της.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων φυσικά αντέδρασε σφόδρα (συνδυάζοντας την κίνηση αυτή με τη γενικότερη τάση υποτίμησης των ανθρωπιστικών μαθημάτων στις μέρες μας), αλλά φαντάζομαι μεγάλη μερίδα φιλολόγων και μη τάσσονται υπέρ της πρότασης των πανεπιστημιακών.

Ούτε οι μεν έχουν άδικο, ούτε οι δε. Και για να λέμε και την αλήθεια, αν μερικοί πρωτοπόροι / θαρραλέοι / ριζοσπάστες / επαναστάτες δεν είχαν προτείνει στο παρελθόν παρόμοιες μεταρρυθμίσεις, τώρα μάλλον θα μιλούσαμε ακόμα στην καθαρεύουσα και θα σπάζαμε το κεφάλι μας να δούμε πού μπαίνει η δασεία και πού η περισπωμένη. Αστεία πράγματα δηλαδή.

Και ναι, οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων είναι πάρα πολλές και σκανδαλωδώς δυσανάλογες με αυτές των νέων. Δε θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι γνωρίζουμε περισσότερα για το συντακτικό και τη γραμματική των αρχαίων απ' ότι των νέων. Κανένα μάθημα στο σχολείο δεν είχε ως στόχο να μας μάθει νέα ελληνικά με την επιμονή, τη λύσσα και την εμμονή που μας μάθαιναν τα αρχαία.

Οπότε οκ, οι ώρες των νέων ελληνικών πρέπει να αυξηθούν, αυτό είναι αυτονόητο. Σχετικά με τα αρχαία όμως, το πρόβλημα δεν είναι οι πολλές ώρες, αλλά ο τρόπος διδασκαλίας / το αντικείμενο διδασκαλίας / ο σκοπός διδασκαλίας. Το να διδάσκεσαι αρχαία από πρωτότυπο έχει νόημα μόνο αν έρχεσαι σε επαφή με τις ιδέες του κειμένου, με τον πλούτο της γλώσσας, με τη γνώση της ιστορίας μας. Το να χωρίζεις ένα κείμενο λέξη προς λέξη και να το υπεραναλύεις γραμματικά και συντακτικά μέχρι αηδίας, και σε αποπροσανατολίζει από το νόημα του κειμένου και σε κάνει να βαριέσαι του θανατά.

Και η μετάφραση άγνωστου κειμένου γιατί να υπάρχει; Άλλη μία ψυχοφθόρα και ψυχαναγκαστική διαδικασία (μία από τις πολλές δηλαδή του εκπαιδευτικού μας συστήματος) που δε θα χρειαστεί ποτέ σε κανέναν πολίτη της Ελλάδας -πλην των φιλολόγων- στην υπόλοιπη ζωή του (εκτός αν εφεύρουμε στο κοντινό μέλλον μια μηχανή του χρόνου).

Με τον τρόπο που διδάσκονται σήμερα τα αρχαία, ναι, είναι βαρετά. Και είναι, δυστυχώς, λογικό οι μαθητές να τα βλέπουν ως μία "νεκρή γλώσσα" που "δε μας χρειάζεται πουθενά". Αυτό που αδυνατεί το στεγνό σύστημα διδασκαλίας να μεταδώσει στους μαθητές είναι ότι τα αρχαία ελληνικά είναι όμορφα, γιατί κουβαλούν όμορφες ιδέες. Γιατί για να κατανοήσεις πλήρως έναν πολιτισμό, πρέπει να κατανοήσεις τη γλώσσα του. Γιατί, μακριά από εθνικιστικές ιδεολογίες, ειλικρινά δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να έρθουμε σε επαφή με την ιστορία μας. Γιατί, ναι, δεν είναι υπερβολή όταν λέμε ότι τα νέα ελληνικά είναι συνέχεια των αρχαίων -οι φιλόλογοι το γνωρίζουμε καλά αυτό. Και γιατί -και εδώ θα διαφωνήσω κάθετα με τους πανεπιστημιακούς- όταν γνωρίζεις αρχαία ελληνικά, όταν γνωρίζεις ετυμολογία, όταν γνωρίζεις λέξεις και εκφράσεις, γνωρίζεις και νέα ελληνικά.

Να διδασκόμαστε τα αρχαία εις βάρος των νέων; Όχι φυσικά. Να τα καταργήσουμε όμως και εντελώς; Και πάλι όχι. Ας βρούμε μια μέση λύση.

Η μάχη του κλικ

Θυμάμαι πριν ένα-δυο χρόνια το -απολαυστικό- blog Makarenia (γνωστό σίγουρα σε όσους λατρεύετε τις ελληνικές σειρές) αποφάσισε να κάνει μία πρωταπριλιάτικη πλάκα: έγραψε ότι το σίριαλ "Κωνσταντίνου & Ελένης" θα σταματήσει να μεταδίδεται από τον Αντ1, γιατί ολοκληρώθηκε το χρονικό διάστημα που όριζαν τα πνευματικά δικαιώματα, γιατί φθάρθηκαν οι κασέτες και άλλα τέτοια, δεν έχει σημασία.

Υπέροχη πρωταπριλιάτικη πλάκα. Το πραγματικά αστείο όμως δεν ήταν αυτό: δεκάδες σελίδες άρχισαν να αναπαράγουν την είδηση, χωρίς να αντιληφθούν ότι πρόκειται για πλάκα και χωρίς καν να μπουν στη διαδικασία να διασταυρώσουν αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο. Ολόκληρος λαός βρεθήκαμε, μέσα σε λίγες ώρες, να θρηνούμε που θα χάναμε το αγαπημένο μας σίριαλ. Έπρεπε να περάσουν λίγες ώρες/μέρες για να αποκατασταθεί η αλήθεια και να ησυχάσουμε και εμείς.

Αυτό είναι το πιο απλό, αστείο και ανώδυνο περιστατικό που δείχνει τι χάος επικρατεί στο διαδίκτυο. Χάος που καλά θα ήταν αν έμενε στις χαριτωμένες ειδήσεις αυτού του τύπου και δεν εξαπλωνόταν στην ενημέρωση, στην άσκηση κριτικής και στη διαμόρφωση γνώμης.

Ωραίο πράγμα το διαδίκτυο και ακόμα πιο ωραία η πολυφωνία που το συνοδεύει, αλλά να, γέννησε και αυτό το κακό: τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Όταν θέλεις να δημιουργήσεις μια ιστοσελίδα με μεγάλη επισκεψιμότητα, τι πρέπει να κάνεις; Να προκαλέσεις φυσικά. Μπορείς βέβαια να δημιουργήσεις μια σελίδα με αξιόπιστο υλικό που θα την εμπιστεύεται ο κόσμος για την ενημέρωση του, αλλά αυτή είναι μάλλον η αργή οδός -άσε που αν είσαι τίμιος μπορεί να μην επιβραβευτείς και ποτέ στον κόσμο τούτο.

Οι εφημερίδες για να νικήσουν τον ανταγωνισμό έβγαλαν προσφορές (βιβλία, cd, περιοδικά, κουπόνια, ό,τι κουβαλιέται με το ένα χέρι τέλος πάντων), τα δελτία ειδήσεων στα κανάλια γκλαμουράτους δημοσιογράφους, τα site για να υπερισχύσουν των άλλων έχουν καταφύγει σε δύο επιλογές: να δείξουν γυμνό / να δημοσιεύσουν ειδήσεις συγκλονιστικές/τρομακτικές/φοβερές/συγκινητικές. Έτσι, κάθε λίγο και λιγάκι, βλέπεις με κεφαλαία γράμματα τίτλους όπως "ΣΟΚ", "ΔΕΟΣ", "ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΟΛΟΙ ΝΑ ΔΟΥΝ", "ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΡΥΒΟΥΝ", "Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ" και άλλα τέτοια επικά.

Και αναρωτιέμαι τώρα, όχι πόσο απελπισμένοι και αστείοι είναι αυτοί που τα δημοσιεύουν αυτά, αλλά πώς υπάρχει κόσμος που πατάει το κλικ για να διαβάσει τέτοιες ειδήσεις. Και τις πιστεύει κιόλας και τις κοινοποιεί και μετά τις συζητάει και με την παρέα του.

Μόλις πρόσφατα έγινε η πρώτη καταδίκη δημοσιογράφου που αναμετέδιδε ψευδείς ειδήσεις μέσω της ιστοσελίδας του. Καλώς, αλλά από πού να το πιάσεις το ζήτημα και πού να το αφήσεις. Έπειτα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι, είναι και ο κόσμος που πατάει το κλικ. Που αντί για ενημέρωση και αντικειμενική γνώμη, προτιμάει συνομωσίες, παραμύθια και δράματα. Τέτοιοι είμαστε, τέτοια μας κάνουν.