«Φόνισσες» της Νίνας Κουλετάκη (Εκδόσεις Κύφαντα, 2019) - κριτική βιβλίου

Γιατί σκοτώνουν οι γυναίκες; 40 πραγματικά περιστατικά!

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Fractal

Ένα βιβλίο πεντακοσίων πενήντα σελίδων, ένα ματωμένο αποτύπωμα τακουνιού να φιγουράρει στο λευκό εξώφυλλο και σαράντα ιστορίες πραγματικών εγκλημάτων διαπραγμένων από γυναίκες. Οι «Φόνισσες» της Νίνας Κουλετάκη είναι ένα άκρως ενδιαφέρον «εγχειρίδιο» γυναικείας εγκληματικότητας, με περιστατικά δολοφονιών που συνέβησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι σήμερα, που ακροβατεί ανάμεσα στην επιστημονική προσέγγιση και τη λογοτεχνική έκφραση.

Τι είναι αυτό που κάνει το βιβλίο της Κουλετάκη τόσο ενδιαφέρον; Καταρχάς το περιεχόμενο. Η ζωή είναι ασφαλώς πιο ευφάνταστη από κάθε μυθοπλασία, έτσι το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα βαρεθεί κανείς διαβάζοντας τις «Φόνισσες». Έπειτα, η γραφή της συγγραφέως: τόσο ευχάριστη και τόσο γλαφυρή που κάνει τις εκατοντάδες σελίδες να κυλούν σαν το νερό. Η Κουλετάκη καταγράφει μεν πραγματικές περιπτώσεις εγκλημάτων, όμως δεν έχει αξιώσεις να μετατρέψει το βιβλίο της σε επιστημονικό σύγγραμμα - δεν είναι εγκληματολόγος εξάλλου, απλώς της αρέσει το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτό που κατάφερε στις «Φόνισσες» είναι ότι προσεγγίζει ένα επιστημονικό θέμα δίνοντας του μια πιο λογοτεχνική χροιά, έτσι ώστε να μπορεί άνετα να διαβαστεί από κάθε αναγνώστη.

Άποψη της συγγραφέως είναι ότι ένα έγκλημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιβάλλον και τη χρονική περίοδο κατά την οποία συντελείται. Με λίγα λόγια, μια γυναίκα -στην προκειμένη περίπτωση- ίσως να μην είχε γίνει ποτέ δολοφόνος αν ζούσε σε άλλη χώρα, αν είχε μεγαλώσει με άλλα έθιμα, αν οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες ήταν διαφορετικές. Η Κουλετάκη δεν εξιστορεί απλώς τη ζωή της κάθε γυναίκας και τους λόγους που φαίνεται να την οδήγησαν στο φόνο. Για να δείξει την άμεση σχέση εγκλήματος και περιβάλλοντος, προχωρά ένα βήμα παραπέρα και μας μεταφέρει στον εκάστοτε τόπο και χρόνο, δίνοντας διαφωτιστικές πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση, το σύστημα αξιών, τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής του κάθε μέρους.

Η ποικιλία στις «Φόνισσες» είναι τεράστια. Από την αυλή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Νέρωνα φτάνουμε στις «μάγισσες» του Μεσαίωνα και από εκεί στα πλουσιόσπιτα της Γαλλίας του 20ου αιώνα. Μπαίνουμε στα πορνεία της Βαρκελώνης, στα μοναστήρια της Ελλάδας, στα ναζιστικά στρατόπεδα. Περιδιαβαίνουμε στις φτωχογειτονιές της Ινδίας, στα νοσοκομεία της Αγγλίας. Ταξιδεύουμε στην Αργεντινή, στην Κίνα, στη Νιγηρία, στο Ιράν, στην Κολομβία. Από όλες αυτές τις γυναίκες άλλες σκοτώνουν από συμφέρον, άλλες από ανάγκη, άλλες χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Άλλες είναι ψυχικά ασθενείς, άλλες έχουν σώας τας φρένας. Άλλες έλαβαν την τιμωρία που τους άξιζε. Άλλες ήταν θύτες και θύματα μαζί.

Η Νίνα Κουλετάκη έχει κάνει μια πραγματικά εντυπωσιακή έρευνα για να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα - είναι φανερό ότι προηγήθηκε μελέτη εις βάθος από επίσημες και δυσεύρετες πηγές. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποφασίζει να απογειώσει το βιβλίο και με μια ακόμα προσθήκη: στο τέλος κάθε ιστορίας καταγράφει την επίδραση που είχε αυτή στην τέχνη, δηλαδή για ποια τραγούδια, για ποιες ταινίες, για ποια θεατρικά έργα, για ποιες τηλεοπτικές σειρές αποτέλεσε έμπνευση.

Τα κερασάκια στην τούρτα για να γίνουν οι «Φόνισσες» ακόμα πιο ενδιαφέρουσες είναι η εισαγωγή του Γιάννη Πανούση, Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας, και τα ευφάνταστα σκίτσα των γυναικών από τον Γιώργο Παπαθεοδώρου, Κοσμήτορα της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Συναρπαστικό βιβλίο από κάθε άποψη!

Δύο ποιήματα στο BookSitting

Η λογοτεχνική σελίδα BookSitting δημοσίευσε, τον Ιούλιο του 2021, δύο ποιήματα από την τρίτη μου ποιητική συλλογή Lacrimosa με αφορμή την κυκλοφορία της.

Συνεχίζεται

Είσαι κι εσύ
που με τις ιδρωμένες παλάμες σου
αγγίζεις τον κόσμο
έναν κόσμο δανεικό και πληγωμένο,
η σφαγή των αθώων νηπίων ξεκίνησε
από αυτούς που κατάλαβαν
πως στα μάτια των παιδιών
κατοικεί ο Θεός
-και η σφαγή
ακόμα συνεχίζεται.

Δικαστές

Και τον Θεό
τον εξορίσαμε από τις κουβέντες μας
έμειναν οι πόλεις απροστάτευτες
βουβές,
διαφανείς να μείνουμε
κι αδέκαστοι
εμείς οι ψεύτες κριτές,
από τις γυάλινες έδρες μας
τελούμε σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Συνέντευξη στην ΕΡΑ Σερρών, με αφορμή την κυκλοφορία του Lacrimosa

Στις 9 Ιουλίου έδωσα συνέντευξη στην Θάλεια Καμπουρίδου στην εκπομπή "Με το ΝΙ και με το ΣΙΓΜΑ", που φιλοξενείται στην ΕΡΑ Σερρών, με αφορμή την κυκλοφορία της τρίτης μου ποιητικής συλλογής Lacrimosa.

«Η Ντίσκο του Γκόγκολ», του Πάβο Μάτσιν, μτφρ Τέσυ Μπάιλα (Εκδόσεις Βακχικόν, 2021) – κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περί ου

Σε κάποιο κοντινό ή μακρινό μέλλον, η Εσθονία δεν υπάρχει πια ως ανεξάρτητη χώρα, αλλά αποτελεί μέρος του Ρωσικού Βασιλείου. Εκεί, στην ήσυχη πόλη του Βιλτζάντι, θα συμβεί κάτι αναπάντεχο: θα αναστηθεί ο Γκόγκολ, επηρεάζοντας καταλυτικά τις ζωές των κατοίκων. Συγκεκριμένα, κάποιοι Εσθονοί –μια παρέα που αποτελείται από μικροαπατεώνες, «φιλοσόφους», βιβλιοπώλεις και ξεχασμένους μουσικούς– θα αναλάβουν τον αναστημένο συγγραφέα και σύντομα θα βρεθούν να διακηρύττουν την «αλήθεια» όπως οι ίδιοι τη βίωσαν.

Για όποιον ψάχνει ένα σουρεαλιστικό και αναπάντεχο μυθιστόρημα, με προεκτάσεις ιστορικές, πολιτικές, λογοτεχνικές και φιλοσοφικές, η «Ντίσκο του Γκόγκολ» είναι το ιδανικό. Πέρα από το ίδιο το γεγονός της ανάστασης του γνωστού συγγραφέα, ολόκληρο το βιβλίο είναι γεμάτο από απίστευτες σκηνές, παράξενους διαλόγους, παραισθήσεις των ηρώων του, δυστοπική ατμόσφαιρα και φυσικά διαθέτει και ένα απρόσμενο φινάλε.

Παρά το ασυνήθιστο θέμα και περιεχόμενο του βιβλίου, ο συγγραφέας διατηρεί μια νηφαλιότητα και μια ηρεμία στον τρόπο που γράφει. Του αρέσει να αναλύει τους ήρωές του, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις επιθυμίες και τις αναζητήσεις τους. Οι ήρωες της «Ντίσκο» είναι καταβάθος απόλυτα συνηθισμένοι άνθρωποι, που η συνάντησή τους με τον Γκόγκολ θα τους επηρεάσει με διάφορους τρόπους. Ο Γκόγκολ εξάλλου δεν λειτουργεί παρά ως ένα σύμβολο, τόσο για τους ήρωες όσο και για τον συγγραφέα.

Ο Πάβο Μάτσιν με αυτό του το μυθιστόρημα θέλει να κάνει αιχμηρές αναφορές για πολιτικά ζητήματα, να δημιουργήσει παραλληλισμούς και συμβολισμούς αφήνοντας τον αναγνώστη να δώσει τις δικές του ερμηνείες, να καταθέσει φιλοσοφικές σκέψεις και να περιγράψει χαρακτήρες πολυεπίπεδους, συνδέοντάς τους με το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Και όλα αυτά θέλει να τα ντύσει με ένα ξέφρενο περιτύλιγμα σουρεαλισμού, σάτιρας και μαύρου χιούμορ. Ένα βιβλίο τόσο πλούσιο και σύνθετο που προσφέρεται για διαφορετικές αναγνώσεις: ο καθένας μπορεί να αντλήσει τα δικά του συμπεράσματα, να σταθεί σε άλλα σημεία, να το ερμηνεύσει από την δική του οπτική και να το απολαύσει με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο.

«Ξηρή εποχή – Ο ασυνήθιστος έρωτας του Χαρματάν», της Γκαμπριέλα Μπάμπνικ, μτφρ Γιώργος Γκούμας (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Ένας ασυνήθιστος έρωτας σε ένα ασυνήθιστο μυθιστόρημα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Η εξηνταδυάχρονη Άννα, μετά από έναν αποτυχημένο γάμο και με έναν γιο στο ψυχιατρείο, εγκαταλείπει τη ζωή της στη Λιουμπλιάνα και πηγαίνει στην Μπουρκίνα Φάσο, όπου θα γνωρίσει τον εικοσιεφτάχρονο Ισμαήλ, έναν νεαρό που μεγάλωσε στον δρόμο και έχει περάσει πολλές δυσκολίες. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια παράξενη ερωτική σχέση, καθώς και οι δύο κουβαλούν τα προσωπικά τους τραύματα και αναζητούν μια καλύτερη ζωή.

Η Σλοβένα συγγραφέας Γκαμπριέλα Μπάμπνικ (η οποία έχει ζήσει τόσο στη Σλοβενία όσο και στην Μπουρκίνα Φάσο) φέρνει κοντά δύο ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους, με διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες, που ωστόσο μοιάζουν στον πόνο τους και στην ανάγκη τους για αγάπη.

Προκειμένου να ξεδιπλώσει δύο τόσο διαφορετικές ζωές, η συγγραφέας θα μπορούσε εύκολα να επιλέξει την τριτοπρόσωπη αφήγηση και να μας τα παρουσιάσει όλα από τη θέση του παντογνώστη αφηγητή – ωστόσο δεν είναι διατεθειμένη να χάσει την αμεσότητα μιας προσωπικής εξομολόγησης, έτσι καταφεύγει σε ένα έξυπνο τέχνασμα: όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με εναλλάξ πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια μιλάει η Άννα και μια ο Ισμαήλ. Το κόλπο αυτό έχει τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση και σε στενή επαφή με τους ήρωες, καθώς τους ακολουθεί στα άδυτα των σκέψεων των, των συναισθημάτων τους, των μυστικών τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι βιβλίο δεν κατακερματίζεται έτσι, αντιθέτως δημιουργείται ένας συνεχής παραλληλισμός μεταξύ των ζωών των δύο κεντρικών προσώπων, που συναντιούνται αναπάντεχα στο παρόν.

Η «Ξηρή εποχή» είναι ένα βιβλίο αντιθέσεων: η ζωή στη Σλοβενία, όπως μας την διηγείται η Άννα, και η ζωή στην Μπουρκίνα Φάσο, όπως μας την διηγείται ο Ισμαήλ. Η Ευρώπη, γνώριμη λίγο πολύ για έναν Έλληνα αναγνώστη, και η Αφρική, γεμάτη μυστήριο και μαγικό ρεαλισμό. Μια γυναίκα σε ώριμη ηλικία και ένας νεαρός που δεν έχει φτάσει ούτε τα τριάντα. Μια λευκή και ένας μαύρος. Μια γυναίκα χωρίς οικονομικό πρόβλημα και ένας άντρας φτωχός.

Εντούτοις, από τις τεράστιες αυτές αντιθέσεις γεννιέται ένας έρωτας, παράξενος, αναπάντεχος και τόσο τρυφερός, με την έννοια ότι είναι η βαθιά δυστυχία αυτή που σπρώχνει τους ήρωες να αρπαχτούν ο ένας απ’ τον άλλον. Μπορεί οι ζωές τους να μη μοιάζουν σε τίποτα, αλλά το συναισθηματικό κενό και η ανάγκη τους να γίνουν καλύτεροι είναι αυτά που τους ενώνουν. Η Άννα θέλει απεγνωσμένα να αλλάξει ζωή, ο Ισμαήλ δεν θέλει άλλο να ζήσει μια ζωή παρανομίας σε ένα περιβάλλον χωρίς προοπτική. 

Η Μπάμπνικ γράφει με τρόπο αφοπλιστικό, δεν διστάζει να αποκαλύψει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις ή τις πιο παράξενες πράξεις των ηρώων της. Και η Άννα και ο Ισμαήλ έχουν ζήσει στα άκρα, έχουν ζήσει στα όρια του εαυτού τους, η ίδια η ζωή τούς έχει σπρώξει σε ασυνήθιστες εμπειρίες, από τις οποίες δεν έχουν βγει απαραίτητα νικητές. Τα τραύματα που φέρουν και οι δύο είναι ακόμα ανοιχτά και σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν φαίνεται αν ο έρωτάς τους θα είναι αρκετός για να τα κλείσει.

Εξάλλου το βιβλίο δεν είναι ερωτικό, δεν είναι αυτό το κατεξοχήν θέμα του. Ο έρωτας είναι απλώς η αφορμή. Η Μπάμπνικ θέλει περισσότερο να μιλήσει για τις αφετηρίες των τραυμάτων, για το οικογενειακό περιβάλλον, για τον ρόλο των γονέων στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, για τον καθοριστικό ρόλο της μάνας (όπως φαίνεται στη σχέση του Ισμαήλ με την μητέρα του και όπως φαίνεται στις σχέσεις της Άννας με τη δική της μητέρας, αλλά και με τον γιο της), για τις πληγές που γεννιούνται στην παιδική ηλικία, για τις επιλογές και για τις αποφάσεις σε κάθε στιγμή της ζωής μας, για την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, για το δικαίωμα του να επιλέγει κανείς πώς να ζήσει τη ζωή του – ή ίσως για το τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν ζει τη ζωή του όπως θέλει.

Η Μπάμπνικ ξέρει να κινείται πολύ άνετα από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το συναίσθημα στην πράξη, από την αιτία στο αποτέλεσμα. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο οι αποφάσεις των ηρώων κάθε στιγμή καθορίζουν την εξέλιξη της ζωής τους (και φυσικά την εξέλιξη του βιβλίου). Δυο αποφάσεις –σαν αλυσιδωτή αντίδραση– είναι αυτές που θα οδηγήσουν στο φινάλε, το οποίο είναι απρόβλεπτο: μια μικρή λεπτομέρεια αν άλλαζε ίσως όλα να ήταν διαφορετικά. Και παρόλο που το φινάλε ούτως ή άλλως δεν μπορεί να προβλεφθεί, η Μπάμπνικ κρατά ακόμα μια ανατροπή για το τέλος, γοητεύοντας τον αναγνώστη κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία σελίδα.

Η «Ξηρή εποχή» έχει μια τρυφερότητα στην αφήγηση και μια σκληρότητα στα γεγονότα που εξιστορούνται. Μια μοναξιά που χαρακτηρίζει τις ζωές των ηρώων και μια ελπίδα στον ασυνήθιστο έρωτά τους. Έναν ρεαλισμό στη σκιαγράφηση των προσώπων και μια μαγεία που πλανιέται στις σελίδες του βιβλίου. Από κάθε άποψη ένα ελκυστικό μυθιστόρημα.