«Η αγάπη μου γελάει μαζί μου» της Κάτλιν Κάλντμα (Μετάφρ. Στέργια Κάββαλου & Ουλμ Έντιτ-Έλεν), Εκδόσεις Βακχικόν 2020 - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Από τον πρόλογο του βιβλίου (Σχετικά με το βιβλίο εδώ)

Αν ρόλος της ποίησης είναι να εκφράζει μεγάλες ιδέες, να ασκεί κριτική σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και να δίνει το έναυσμα για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, τότε η ποίηση της Κάτλιν Κάλντμα επιτελεί αυτόν ακριβώς τον ρόλο.

Εσθονή ως προς την εθνικότητα, αλλά με έργο που φτάνει πολύ πιο έξω από τα σύνορα της χώρας της: η ίδια είναι μεταφράστρια και έχει φέρει πολλά βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στα χέρια των Εσθονών αναγνωστών, αλλά και τα δικά της βιβλία έχουν μεταφραστεί και ταξιδέψει σε πάρα πολλές χώρες – για πρώτη φορά τώρα και στην Ελλάδα, με αυτό εδώ το βιβλίο (που έχει τύχει εξαιρετικής μετάφρασης από τις Στέργια Κάββαλου και Έντιθ Ουλμ), που αποτελεί μια επιλογή από το σύνολο του έργου της.

Η Κάλντμα καταπιάνεται με τα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, την οικογένεια, τον θάνατο, τους παντός είδους αποχαιρετισμούς, την επιβίωση, την προσπάθεια του κάθε ανθρώπου να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής, την ανάγκη του να βρει τη θέση του σε έναν σκληρό κόσμο. Η Κάλντμα γράφει ήρεμα και γλυκά, με όμορφα λόγια κι έναν σιωπηλό ρυθμό, αλλά οι εικόνες, τα γεγονότα και οι απόψεις κάτω από τις λέξεις σιγοκαίνε.

Ο τρόπος που επιλέγει να ρίξει την κριτική της ματιά στα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Δε χρησιμοποιεί πομπώδεις εκφράσεις, δεν κατακεραυνώνει, δεν περνά σε επιθετικό ύφος. Αυτό που κάνει είναι να δημιουργεί μικρές ιστορίες, να πλάθει ανώνυμους χαρακτήρες-σύμβολα και να τους τοποθετεί σε διάφορες γωνιές του κόσμου: τα κορίτσια του Αφγανιστάν που φιλιούνται στα σκοτεινά και λιθοβολούνται, τα βομβαρδισμένα παιδιά του Ιράκ, το αγόρι-στρατιώτης-ποιητής που δεν σταματά να πολεμά, οι αμέτρητοι φτωχοί στους δρόμους της Βαγδάτης.

Αλλά η ευαισθησία –και η ευστοχία– με την οποία προσεγγίζει τα παγκόσμια προβλήματα φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στα ποιήματα «των εραστών». Η ποιήτρια έχει «εραστές» από διάφορα μέρη του κόσμου (Καναδά, Βοσνία, Αφγανιστάν, Ισλανδία, Ελβετία) κι αυτό της δίνει την ευκαιρία να μιλήσει για τις συνθήκες ζωής σε κάθε χώρα, για τις διαφορετικές νοοτροπίες, για τις μεγάλες αντιθέσεις από τόπο σε τόπο, αλλά και για τα σημεία επαφής.

Μια έννοια που επανέρχεται συνεχώς στους στίχους της Κάτλιν Κάλντμα είναι αυτή της αγάπης. Στα αμιγώς ερωτικά της ποιήματα η αγάπη περιγράφεται με τρόπο αφοπλιστικό, απρόσμενα ρεαλιστικό, χωρίς να υποπίπτει στην ευκολία του λυρισμού ή του μπανάλ. Οι ερωτευμένοι της Κάλντμα βουτούν στα πιο βαθιά κι επικίνδυνα νερά, βιώνουν το συναίσθημα στην απολυτότητά του και βρίσκονται σχεδόν πάντα ενόψει ενός αποχωρισμού: ο πόνος και ο έρωτας είναι δύο μεγέθη που συμπλέκονται διαρκώς. Και πάλι η ποιήτρια καταφέρνει να αποτυπώσει το ακραίο ερωτικό συναίσθημα μέσα από τις πιο ήρεμες σκηνές, μέσα από τις πιο καθημερινές στιγμές.

Αλλά αυτό που εμπλουτίζει και απογειώνει την ποίηση της Κάλντμα και της προσδίδει μια καθηλωτική γοητεία είναι η έννοια της φύσης και ο τρόπος που αυτή διαπερνά όλους τους στίχους. Δάση, αρκούδες, λύκοι, χνάρια στο χώμα, πεταλούδες, το χιόνι που στροβιλίζεται, εκτάσεις με άμμο και τοπία καλυμμένα από πάγο, ο ωκεανός, ο ήλιος – εικόνες με τόση δύναμη που αποκτούν ζωντάνια σχεδόν κινηματογραφική. Η φύση ενυπάρχει μέσα σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας του ανθρώπου: λειτουργεί ως τόπος δράσης, απόδρασης, επιστροφής, ζωής και θανάτου, ως μέσο εκμετάλλευσης και ως κάτι που πρέπει να προστατευτεί, λειτουργεί και ως παρομοίωση, λειτουργεί και ως σύμβολο.

Υπάρχει μια οικουμενικότητα στην ποίηση της Κάλντμα, μία αίσθηση ότι οι στίχοι της απλώνονται παντού κι ότι μπορούν να αγκαλιάσουν τους πάντες. Στην ποιήτρια αρέσει να χρησιμοποιεί ονόματα χωρών, πόλεων, να βάζει τους ήρωές της να ταξιδεύουν, να αναφέρει πρόσωπα, τοπωνύμια, να κάνει αναφορές σε βιβλία ή σε μύθους. Η ποίησή της έτσι κι αλλιώς δεν έχει σύνορα, είναι παγκόσμια ακριβώς επειδή απευθύνεται σε όλους, επειδή οι ιδέες που εκφράζει είναι τόσο βαθιές που αφορούν τον καθένα.

Και ενώ η Κάλντμα γράφει για τα πιο επίκαιρα, για τα πιο διαχρονικά, για τα πιο καθημερινά, κατά κάποιον τρόπο, πράγματα, εντούτοις η ποίησή της είναι τυλιγμένη με μια αίσθηση μαγείας. Οι εικόνες της φύσης, ο επιδέξιος τρόπος με τον οποίο κινείται από στίχο σε στίχο, οι λέξεις που επιλέγει δημιουργούν μια σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα. Μαγικός ρεαλισμός, αυτός είναι ο χαρακτηρισμός που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στα ποιήματά της ώστε να συνδέσουμε το αίσθημα του αναγνώστη με το περιεχόμενο των στίχων.

Η ποίηση της Κάλντμα κυλά σαν ποτάμι. Παρασέρνει πολλά στο πέρασμά της, μαζεύεται και απλώνεται, επιταχύνει και επιβραδύνει, ρέει ρυθμικά, άλλοτε είναι ορμητική, άλλοτε κελαρυστή, άλλοτε ψιθυριστή. Το αίσθημα αυτό επιτείνεται από τη φόρμα των ποιημάτων. Στην ποιήτρια αρέσει να παίζει με τους στίχους, με τις λέξεις, να πειραματίζεται, να δοκιμάζει διάφορα στιλ ως προς τη μορφή.

Αλλού επεκτείνεται και αλλού είναι λακωνικότερη. Σε κάποια σημεία κατακερματίζει τους στίχους ενώ σε άλλα τους μεγαλώνει τόσο σαν να πρόκειται για διήγημα. Δοκιμάζει διαλόγους και μονολόγους ή μιλά απευθείας στον αναγνώστη. Συχνά της αρέσει να καταγράφει επιφωνήματα ή ήχους. Τερματίζει απότομα τους στίχους ή τους υποβάλλει σε συνεχείς επαναλήψεις για να δώσει έμφαση. Αφήνει αναπάντεχα κενά. Καμιά φορά ο ρυθμός θυμίζει τρεχαλητό. Άλλοτε αγνοεί τα σημεία στίξης. Τα παιχνίδια αυτά ζωντανεύουν με μοναδικό τρόπο την ποίηση της Κάλντμα και καταγράφουν καθαρά την πορεία της σκέψης της ποιήτριας.

Λεξιλάγνος πάντως δεν είναι. Δεν αγαπά τις εξεζητημένες λέξεις, δεν πρόκειται ποτέ να στήσει ένα ολόκληρο ποίημα γύρω από μια δύσκολη λέξη. Μιλά απλά, κοφτερά, χωρίς περιστροφές, απογυμνώνει το λόγο της από περιττά στολίδια, τον ξεφορτώνει, για να μας παραδώσει τον συλλογισμό της αληθινό. Εξάλλου, όπως έχει δηλώσει και η ίδια, δεν είναι ποιήτρια των λέξεων, είναι ποιήτρια των ιδεών.

Η ποίηση της Κάλντμα είναι πλούσια, είναι χορταστική, σε νοήματα, σε σκέψεις, σε εικόνες. Είναι γνήσια και ειλικρινής, ανεπιτήδευτη και αφοπλιστική. Γενναία και στο περιεχόμενο και στην έκφραση. Ποίηση απτή, που σχεδόν την ακουμπάς – σίγουρα πάντως την βλέπεις μπροστά σου. Η ποίηση της Κάλντμα συνομιλεί με το κοινό της και το αγγίζει, όχι με την έννοια της συγκίνησης, αλλά με την έννοια του γόνιμου διαλόγου, αυτού που σε αφήνει πιο υποψιασμένο και πιο προβληματισμένο από πριν.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο Fractal)

«Οξυγόνο» της Ξένιας Κουναλάκη (Εκδόσεις Πόλις, 2019) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περιοδικό Χάρτης

Καλοκαίρι, δεκαετία '90: μια παρέα έξι ατόμων περνάει τις διακοπές της στην Τήλο, όταν ο ένας από αυτούς (ο πιο πολλά υποσχόμενος, αυτός του οποίου το μέλλον διαφαινόταν λαμπρό) θα πνιγεί στην προσπάθειά του να πιάσει έναν ροφό. 20 χρόνια μετά οι φίλοι του αποφασίζουν να ξαναπάνε στην Τήλο για να τιμήσουν τη μνήμη του.

«Οξυγόνο» λοιπόν και με αυτόν τον πετυχημένο τίτλο η συγγραφέας παίζει με τα βασικά συστατικά της ιστορίας: το οξυγόνο που στερήθηκε κυριολεκτικά ο αποθανών και το οξυγόνο που στερούνται μεταφορικά οι υπόλοιποι ήρωες στις ζωές τους.

Η Κουναλάκη αναπτύσσει μια μάλλον απλή ιστορία πώς εξελίσσονται οι ζωές πέντε ανθρώπων που καταφέρνει ωστόσο να χωρέσει μέσα της πάρα πολλά στοιχεία, τόσο υπαρξιακά όσο και κοινωνικά.

Η συγγραφέας, αφού έχει σπρώξει τους ήρωες της σε μια βίαιη ενηλικίωση, μας τους ξαναπαρουσιάζει στη μέση ηλικία, με τα λάθη τους, τις αποτυχίες τους, τις νευρώσεις τους. Κανείς δε μοιάζει ικανοποιημένος από τη ζωή του και κανείς δε φαίνεται να είχε την εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει.

Αλλά η Κουναλάκη δεν αρκείται στους φίλους που μας έρχονται από τα 90s. Το ψηφιδωτό των ηρώων της συμπληρώνεται από τα παιδιά τους, τα οποία διανύουν τη δική τους νεότητα σε μια εντελώς διαφορετική εποχή: την ψηφιακή. Θέλει η συγγραφέας να παρουσιάσει τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε γενιάς; Θέλει να κάνει μια σύγκριση; Ίσως ναι σε καμία περίπτωση πάντως δεν κρίνει, ούτε εξιδανικεύει. Καταγράφει απλώς με τον ρεαλιστικότερο τρόπο.

Μέσα από τα υπαρξιακά αδιέξοδα των ηρώων, η Κουναλάκη βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τα πιο φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα: για την οικονομική κρίση, για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς, για τα social media και τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν την επικοινωνία, για την ομοφυλοφιλία, για τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας όπως τις εντοπίζει ένας Έλληνας που μένει στο εξωτερικό.

Το «Οξυγόνο» είναι ένα φαινομενικά ανάλαφρο μυθιστόρημα, γραμμένο σε μικρά κεφάλαια, σύγχρονη γλώσσα και λόγο που ακολουθεί έναν εξαιρετικά γρήγορο και ευχάριστο ρυθμό. Στην ουσία όμως κάθε άλλο παρά ανάλαφρο είναι, καθώς θέτει τα πιο βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα: Είναι προτιμότερο να πεθαίνει κανείς προτού φθαρεί; Πώς μπορούμε να αποκτήσουμε τη ζωή που ονειρευόμασταν στη νεότητά μας; Πώς βγαίνει κανείς από το τέλμα της μέσης ηλικίας; Πώς επιβιώνει ένας νέος σε μια σκληρή κοινωνία; Απαντήσεις φυσικά δεν υπάρχουν, ούτε από τους ήρωες ούτε από την συγγραφέα.

«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη (Εκδόσεις 24 γράμματα, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Περί ου

Ο Θωμάς, μαζί με την κόρη του, την Ρούλα, θα ανοίξει ένα παλαιοπωλείο σε ένα αδιέξοδο στενάκι του Ρεθύμνου. Εκεί θα γίνει φίλος με τους κατοίκους και τους επιχειρηματίες της γειτονιάς: τη Λέλα, τον Τζο, την Ισμήνη, τον Μαθιό, τον Δημήτρη. Η Ρούλα λίγο καιρό μετά θα φύγει στην Αθήνα, όπου θα γνωρίσει τον Πέτρο, τον Λουκά, προσπαθώντας να πετύχει επαγγελματικά στην πρωτεύουσα.

«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό ανθρώπων, οι οποίοι μπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ενδιαφέροντα και πολλές φορές αναπάντεχο. Αταίριαστοι έρωτες, απιστίες, συναισθηματικά διλήμματα. Επαγγελματικά ρίσκα, επιτυχίες και αποτυχίες. Μεγάλες αποφάσεις, που άλλοτε διορθώνουν τα πράγματα και άλλοτε τα περιπλέκουν περισσότερο. 

Οι ήρωες του «Παλαιοπωλείου» είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, δεν έχουν μεγάλες αξιώσεις, το μόνο που επιδιώκουν είναι να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους, είτε στα προσωπικά είτε στα επαγγελματικά ζητήματα. Είναι όμως γενναίοι, παίρνουν δραστικές αποφάσεις, ρισκάρουν, ακόμα κι όταν ξέρουν ότι μπορεί να τους στοιχίσει. Λειτουργούν παρορμητικά, συναισθηματικά, και κατόπιν δέχονται τις συνέπειες των πράξεών τους. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς μαζί τους ή να μην τους συμπαθήσεις.

Και ο ίδιος ο συγγραφέας αγαπά τους ήρωές του. Σκύβει με στοργή πάνω από τον καθένα, αφιερώνει χώρο για να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, δικαιολογεί τα λάθη του και τις αδυναμίες του. Αυτό ενισχύει τη δυναμική και την ποικιλία του βιβλίου και έχει ως αποτέλεσμα να χτιστεί μια σχέση οικειότητας με τον αναγνώστη.

Μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες των ηρώων, ο αναγνώστης ταξιδεύει στο παρελθόν και επανέρχεται στο παρόν. Βαδίζει στα σοκάκια του Ρεθύμνου και στους δρόμους της Αθήνας - πηγαίνει ακόμα και μέχρι την Ιταλία. Η φαντασία του συγγραφέα είναι αρκετή για να συμπλέξει με τρόπο απροσδόκητο όλες αυτές τις ιστορίες και όλα αυτά τα μέρη.

«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη τρέχει με γρήγορο ρυθμό, με συνεχείς εξελίξεις, χωρίς να κουράζει ή φλυαρεί. Η αμεσότητα της γλώσσας του και το οικείο των ανθρώπινων «δραμάτων» που εξιστορούνται στις σελίδες του το καθιστούν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. 

«Το άβατο. Η ματωμένη γη» του Αλέξανδρου Καψοκόλη (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Έχοντας πετύχει το τέλειο timing με την πανδημία, το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Καψοκόλη διαβάζεται με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για μια μετα-αποκαλυπτική ιστορία για το παρ' ολίγον τέλος της ανθρωπότητας λόγω ενός ιού.

Οι ηγέτες των πιο ισχυρών κρατών έρχονται σε συμφωνία να μειώσουν τον παγκόσμιο πληθυσμό εξαπολύοντας ελεγχόμενα έναν θανατηφόρο ιό σε όλον τον κόσμο, ο οποίος όμως σύντομα θα ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο. Μια ομάδα ανθρώπων θα καταφύγει στο Άβατο (που δεν είναι άλλο από το λιμάνι της Βοστόνης) και εκεί θα προσπαθήσει να προφυλαχτεί. Οι κίνδυνοι όμως είναι τελικά περισσότεροι απ' ό,τι φαινόταν στην αρχή.

Το «Άβατο» είναι βιβλίο που διαβάζεται με μια ανάσα, όχι μόνο επειδή το θέμα του είναι ενδιαφέρον, αλλά και γιατί η αφήγηση προχωρά με απίστευτα γρήγορο ρυθμό, χωρίς να πλατειάζει ή να φλυαρεί. Δίνοντας τη μεγαλύτερη έμφαση στη δράση, η αίσθηση του βιβλίου είναι απόλυτα κινηματογραφική - θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ταινία.

Πέρα από την κεντρική υπόθεση, ο συγγραφέας αφιερώνει τον απαιτούμενο χώρο για να αφηγηθεί τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του: δύο στενοί φίλοι που θα αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της δύσκολης κατάστασης, ένας έρωτας που γεννιέται αναπάντεχα και προκαλεί απίστευτες περιπέτειες, κοπέλες που θα αποχωριστούν τους γονείς τους με βίαιο τρόπο, πολιτικοί και στρατιωτικοί με αξιοπρόσεκτη σταδιοδρομία. Οι χαρακτήρες του «Άβατου» δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται. Άλλοι κρύβουν μυστικά, άλλοι παίρνουν αμφιλεγόμενες αποφάσεις, άλλοι προχωρούν σε αδικαιολόγητα σκληρές πράξεις.

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Καψοκόλη είναι ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα. Έχει πολλή φαντασία, μεγάλη ακρίβεια στις περιγραφές, σκληρές σκηνές αλλά και συναίσθημα, ενδιαφέροντα πρόσωπα και ωραίες ανατροπές. Και αποτελεί ίσως και ένα σχόλιο για τη φύση και τα κίνητρα του ανθρώπου και για τη συμπεριφορά του όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις.

«Largo» του Γιάννη Μπαλαμπανίδη (Εκδόσεις Πόλις, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Largo, όπως μας ενημερώνει το οπισθόφυλλο, είναι ο πολύ αργός μουσικός ρυθμός και με αυτόν τον τίτλο ο συγγραφέας θέλει να θέσει ως συνδετικό κρίκο της συλλογής του την έννοια του χρόνου. Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, στο πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που άλλες κινούνται σε υπαρξιακά μονοπάτια, άλλες σε κοινωνικά, ενώ άλλες ανήκουν στη σφαίρα του σουρεαλισμού.

Η έννοια του χρόνου είναι βέβαια περισσότερο ένα παιχνίδι στα χέρια του συγγραφέα και όχι το βασικό του θέμα, με την έννοια ότι του δίνει το ελεύθερο να κινηθεί στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον, να αφήσει τους ήρωες να χαθούν στις αναμνήσεις τους, να περιγράψει ολόκληρες ζωές ή να εστιάσει σε συγκεκριμένες στιγμές, να δείξει πώς περιστατικά του παρελθόντος επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον.

Η ποικιλία των ιστοριών του Γιάννη Μπαλαμπανίδη είναι μεγάλη και αρκετά ενδιαφέρουσα. Μια καθηγήτρια μουσικής από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ένας αστυνόμος που παλεύει να λύσει τον γρίφο μιας δολοφονίας, ένας Ιάπωνας που βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ένας υπάλληλος που βγαίνει σε πρόωρη συνταξιοδότηση, μια ηλικιωμένη με ασθενή μνήμη που θυμάται τα χρόνια που μετανάστευσε στη Γερμανία. Ακόμα, ένας υπάλληλος που εξακολουθεί να εργάζεται και μετά το θάνατό του, μια ομάδα εργαζόμενων που παραμένει στην εταιρεία μέχρι τελικής πτώσης, οι κάτοικοι μιας πόλης που μαρμάρωσαν για ανεξήγητους λόγους.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης διαλέγει τις ιστορίες του με φαντασία και ξεδιπλώνει τους ήρωες του με ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε θέλει να οδηγήσει τους αναγνώστες σε υπαρξιακές αναζητήσεις, άλλοτε θέλει να τους συγκινήσει και να τους λυτρώσει, άλλοτε θέλει να καταθέσει ένα σχόλιο, ενώ καμιά φορά θέλει απλώς να κάνει παιχνίδι με τα πρόσωπα και τις λέξεις. Το σίγουρο είναι ότι διαβάζοντας κανείς το βιβλίο δεν ξέρει πώς θα καταλήξει το κάθε διήγημα, ούτε τι θα συναντήσει στις επόμενες σελίδες.

Το «Largo», ως λογοτεχνικό ντεμπούτο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, έχει ενδιαφέρον, γι' αυτό και αναμένουμε το επόμενο βιβλίο του.