«Ο μάγος του λούνα παρκ», της Γελένα Λένγκολντ, μτφρ Γιώργος Γκούμας (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περιοδικό Χάρτης

Οι ιστορίες της Γελένα Λένγκολντ μιλούν για τα μικρά, απλά, καθημερινά πράγματα, αλλά τελικά παρασέρνουν τον αναγνώστη και τον φέρνουν αντιμέτωπο με τα πιο μεγάλα. Η συγγραφέας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να χειρίζεται τη γλώσσα απαλά και ήρεμα, οι ιστορίες ωστόσο που αφηγείται περιγράφουν τα πιο μεγάλα πάθη και δράματα των ηρώων της.

Από άποψη θεματολογίας και ύφους η ποικιλία είναι μεγάλη: γυναίκες που περνούν κρίση στο γάμο τους, άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν μετά από μια μεγάλη απώλεια, σχέσεις εύθραυστες που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να διαλυθούν, σεξουαλικά πάθη πέρα από κάθε λογική, έρωτες που δεν εξελίχτηκαν κατά τις προσδοκίες. Άλλες ιστορίες είναι δοσμένες με τη μορφή μονολόγου, άλλες με τριτοπρόσωπη αφήγηση, άλλες έχουν πολλά μπρος-πίσω στο χρόνο. Κάποιες εμπλέκουν ιστορικά πρόσωπα, άλλες περνούν στη σφαίρα της φαντασίας.

Σε τελική ανάλυση όμως η Λένγκολντ πραγματεύεται το ίδιο θέμα ξανά και ξανά: τις ανθρώπινες σχέσεις. Η συγγραφέας τοποθετεί συνήθως τους ήρωές της σε μια κρίσιμη φάση της ζωής τους, σε μια στιγμή που είναι προβληματισμένοι, που έχουν φτάσει στο μη περαιτέρω. Τους κρατά πάντα στα όρια του μικρόκοσμού τους, παρουσιάζει τις σκέψεις τους, τις ιδιωτικές τους στιγμές, τις αλληλεπιδράσεις με τους πολύ κοντινούς τους, αναλύει το πρόβλημά τους. Προβλήματα καθημερινά συνήθως, από αυτά που αντιμετωπίζουν λίγο πολύ όλοι. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που φαίνεται η μαεστρία της συγγραφέως, καθώς μετατρέπει το ζήτημα του κάθε ήρωά της σε ζήτημα διαχρονικό, καθολικό, πανανθρώπινο. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς με τις ιστορίες του βιβλίου. Λύση δε δίνει πάντα. Είτε γιατί δε θέλει είτε γιατί δεν υπάρχει είτε γιατί απλώς δεν έχει σημασία.

«Ο μάγος του λούνα παρκ» είναι ένα βιβλίο που βουτά πολύ βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και ρίχνει μια απίστευτα εύστοχη ματιά στη φύση των σχέσεων. Εξερευνά τις πτυχές της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας και εξετάζει με ενδιαφέροντα τρόπο τον καθοριστικό ρόλο του ερωτικού πάθους. Εστιάζει σε ασήμαντα περιστατικά, μόνο και μόνο για να αποκαλύψει τα ακανθώδη ζητήματα που βρίσκονται από πίσω. Άλλοτε θέλει να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, άλλοτε να τον συγκινήσει, άλλοτε να τον βάλει σε σκέψεις. Τα βαθυστόχαστα θέματα σε συνδυασμό με την εξαιρετική γραφή δίνουν το αποτέλεσμα ενός αξέχαστου βιβλίου.

«Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον» της Χλόης Κουτσουμπέλη (Εκδόσεις Πόλις, 2021) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Είναι η νέα ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ένα βιβλίο για την ίδια την ποίηση; Για το πώς γράφονται τα ποιήματα, για τους λόγους που υπάρχει η ποίηση, για τους συγγραφείς, τους λογοτεχνικούς ήρωες, για τους καλλιτέχνες; Είναι ένα βιβλίο για τον ποιητή και τη μοναξιά του, όπως πολύ ωραία δηλώνει ο τίτλος;

Η Κουτσουμπέλη, με το γνώριμο ύφος γραφής της που από τη μια αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού και από την άλλη διατηρεί μια έντονη αφηγηματικότητα, καταγράφει με τα ποιήματά της μικρές ιστορίες -που μοιάζουν με σύντομα διηγήματα- και τις βάζει στο στόμα γνωστών προσώπων, υπαρκτών ή φανταστικών. Η Σύλβια Πλαθ, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Νίκος Καββαδίας, ο Βαν Γκογκ, αλλά και οι τρεις αδερφές του Τσέχωφ, ο Πίτερ Παν, η Ηλέκτρα, ακόμα και ο Ιούδας και η Μαρία Μαγδαληνή, είναι μερικά από τα πρόσωπα που περνούν από τις σελίδες του βιβλίου.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η ποιήτρια αξιοποιεί τις ζωές αυτών των προσώπων μετουσιώνοντάς τες σε ποιήματα μέσα από τη δική της προσωπική ματιά. Σε άλλες περιπτώσεις θέλει να αποδομήσει τους ήρωές της, σε άλλες να τους αποκαταστήσει (εξαιρετικό το ποίημα «Ο λόγος του Ιούδα»), σε άλλες να εγείρει ερωτήματα για την ίδια τη ζωή, αλλά και τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Μέσα από αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι η Κουτσουμπέλη απελευθερώνει τα πρόσωπα από τη ζωή τους όπως την ξέρουμε και τους δίνει την ευκαιρία να πούνε τη δική τους αλήθεια, να μετανιώσουν, να αλλάξουν γνώμη, να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους - και έτσι έχει ευκαιρία και η ίδια η ποιήτρια να πει τις δικές της αλήθειες.

Με τη συλλογή της αυτή η Κουτσουμπέλη καταγράφει την ίδια τη γέννηση της ποίησης, τον τρόπο που αυτή εισχωρεί στη ζωή του ποιητή, την αναγκαιότητα ύπαρξης της στις ζωές των ανθρώπων. «Το Ποίημα είναι το Θεϊκό Αυγό» λέει η Κουτσουμπέλη, κάνοντας αναφορά στον μύθο όπου ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο για να ενωθεί με την Λήδα, η οποία γέννησε μετά τα τέσσερα παιδιά της σε δύο αυγά. Η ποίηση καθορίζει τη ζωή του ποιητή: ο Διονύσιος Σολωμός γράφει με το αίμα από τις φλέβες του, ενώ η Άννι Έντσον Τέιλορ ένιωσε συγκίνηση μόνο όταν έγραψε το πρώτο της ποίημα.

Πώς νιώθει όμως ο ίδιος ο ποιητής; «Στο κάτω κάτω κανείς ποτέ δεν σε προσκάλεσε, / εισχώρησες απ' τις ρωγμές, / δεν μου έδωσες ποτέ την ευκαιρία να διαλέξω» λέει η ποιήτρια στην «Απειλή». Ο Καρυωτάκης της Κουτσουμπέλη προειδοποιεί να μη δηλώσετε «…ποτέ όμως ότι είστε ποιητής. Θα υποφέρετε αιώνια», ενώ ο Καββαδίας λέει «Αφού όλοι γνωρίζουν / ότι οι ποιητές αγνοούν κανόνες ναυσιπλοΐας / και το σπίτι τους συγκρούεται πάντα τελικά με το παγόβουνο». Παρόλ' αυτά: «Άλλωστε κάπως πρέπει να δικαιολογεί την ύπαρξή της και η ποίηση. / Η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν».

Η Κουτσουμπέλη δεν περιγράφει μόνο τη γέννηση της ποίησης, αλλά και τη γέννηση των λογοτεχνικών ηρώων, δημιουργώντας έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό μεταξύ ποίησης και ζωής: πόσο μοιάζει ο ρόλος μας στη ζωή με ενός μυθοπλαστικού προσώπου;

 

Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Σ.

Ο κύριος Σ. είχε κακό προαίσθημα.

Ο Τζον έδειχνε αφηρημένος.

Οι γόπες σωριάζονταν στη σταχτοθήκη

 όπως τα κούτσουρα στην αποθήκη.

Τέσσερις μόνον αράδες στην κόλλα τη λευκή.

Ο κύριος Σ. ένιωσε τον τρόμο του κενού.

Αισθανόταν μισός.

Το ένα του πόδι ανύπαρκτο.

Ακόμα δεν είχε αρθρώσει ούτε λέξη,

αφού ο Τζον είχε επιλέξει τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Ο Τζον αναστέναξε βαθιά.

Η όλη σύλληψη ήταν λάθος.

Ο κεντρικός χαρακτήρας έπρεπε να 'ναι γυναίκα.

Τα δάχτυλά του τσαλακώνουν το χαρτί.

Απ' το απειροελάχιστο πέρασμα του κυρίου Σ.

δεν απέμεινε ούτε ίχνος στην κοσμική τάξη των πραγμάτων.

Τόσο αυθαίρετα θα εξαλείψει κι εμάς

ο Μέγας Συγγραφέας που μας επινόησε.

 

Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που δίνει ένα ενδιαφέρον στίγμα στο βιβλίο της Κουτσουμπέλη: η έντονη γυναικεία παρουσία. Στα περισσότερα ποιήματα πρωταγωνιστούν γυναίκες, αλλά ακόμα και σε αυτά που τα κεντρικά πρόσωπα είναι άντρες γίνεται και πάλι λόγος για μια γυναίκα. Κάνοντας μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί κανείς να εντοπίσει με πόση λεπτότητα παρουσιάζει η ποιήτρια την καταπίεση που έχει νιώσει από τη θέση της μια γυναίκα, είτε μέσα από την καθημερινή της ζωή είτε προσπαθώντας να υψώσει το ανάστημά της, όπως στο ποίημα «Μαρία Μαγδαληνή».

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γράφει ένα βιβλίο στο οποίο τα πάντα είναι ποίηση, από την αρχή του χρόνου μέχρι και σήμερα, όπου ο ποιητής έχει μάθει να συνυφαίνει τον πόνο και τη βαθύτατη υπαρξιακή αγωνία με τους στίχους, για να τους προσφέρει μετά στον αναγνώστη και να του χαρίσει έτσι το μοναδικό καταφύγιο που μπορεί να υπάρξει. Ένα βιβλίο όπου οι φανταστικοί ήρωες είναι ίδιοι με τους αληθινούς ανθρώπους - ή το αντίστροφο. Ένα βιβλίο στο οποίο τα πρόσωπα σπάνε τα όποια δεσμά τους αναζητώντας την ελευθερία της επιλογής, ακόμα κι αν δεν το καταφέρνουν. «Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον» είναι γεμάτη από εικόνες, μύθους, τολμηρές φράσεις και ανατρεπτικά λόγια, καθώς και από μια διάχυτη μελαγχολία που καταγράφει διακριτικά το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

"Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί" του Γιάννη Δίγκα (Εκδόσεις Ελκυστής, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το periou.gr

Μια κακοποιημένη γυναίκα, ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αποκτήσει παιδί, ένα γελοίο στοίχημα μεταξύ δύο φίλων, ένας καρκινοπαθής, ένας Κινέζος μοναχός, μια υπέρβαρη κοπέλα, μια καταξιωμένη επιστήμονας είναι μερικοί μόνο από τους ήρωες των δεκατεσσάρων διηγημάτων του Γιάννη Δίγκα στο πρώτο του βιβλίο "Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί".

Δεκατέσσερις ιστορίες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που έχουν όμως κάτι κοινό: παρουσιάζουν τους ανθρώπους στις πιο προσωπικές, στις πιο αδύναμες, στις πιο ευαίσθητες στιγμές τους. Προβλήματα συνηθισμένα, μικρά ανθρώπινα δράματα, από αυτά που μπορούν να συμβούν στον οποιονδήποτε, που είναι όμως καθοριστικά στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Άλλοι από τους ήρωες συντρίβονται, άλλοι υπομένουν το βάρος των πράξεών τους, άλλοι συνεχίζουν με τα νέα δεδομένα.

Το βιβλίο του Γιάννη Δίγκα μοιάζει με ένα μεγάλο μωσαϊκό, όπου χωρούν οι προσωπικές ιστορίες εντελώς διαφορετικών ατόμων: άντρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, πλούσιοι και φτωχοί. Άλλοι έρχονται αντιμέτωποι με την μοναξιά, άλλοι με την απόρριψη, άλλοι με τον θάνατο, άλλοι με την φθορά των ανθρώπινων σχέσεων. Ο χρόνος, το εφήμερο της ζωής, η αγάπη ή η έλλειψή της, οι χαμένοι έρωτες, η απώλεια είναι μερικά από τα θέματα που πραγματεύεται ο συγγραφέας.

Ο Γιάννης Δίγκας αντιμετωπίζει τους ήρωές του με συμπάθεια και καταγράφει τις ιστορίες τους με τρυφερότητα κι ευαισθησία. Ακόμα και στα πιο θλιβερά διηγήματα, αφήνει μια χαραμάδα από όπου περνούν η αγάπη και η ελπίδα, δίνοντας μια νότα αισιοδοξίας σε ολόκληρο το βιβλίο. Μια συλλογή που διαβάζεται με ενδιαφέρον από όλες τις απόψεις.

"Burn Out", της Μαρίας Παπαϊωάννου (Εκδόσεις Νίκας, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό diastixo.gr

Το συγγραφικό ύφος της Μαρίας Παπαϊωάννου είναι ήδη γνωστό από τα προηγούμενα βιβλία της: της αρέσει να γράφει μικρές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, που ξεκινούν ομαλά για να εξελιχτούν εντελώς απρόσμενα και εντυπωσιακά. Αυτό περίπου κάνει κι εδώ, στην τρίτη της λογοτεχνική δουλειά, το "Burn Out", με μία όμως διαφορά: χτίζει ολόκληρο το βιβλίο γύρω από έναν θεματικό άξονα, που δεν είναι άλλος από το αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας. Διατηρώντας την αγάπη της στη μικρή φόρμα, μας παραδίδει 17 διηγήματα, 17 ανεξάρτητες ιστορίες που σχετίζονται με το αποτεφρωτήριο -και κατ' επέκταση με τον θάνατο- με τον πλέον ευφάνταστο τρόπο.

Η Μαρία Παπαϊωάννου δε στερείται φαντασίας και παίζει με το θέμα της οδηγώντας τον αναγνώστη σε ένα αναπάντεχο ταξίδι - μακάβριο μεν, απολαυστικότατο δε. Ασφαλώς, με ένα τόσο δυνατό θέμα στα χέρια της δεν την ενδιαφέρει να περιοριστεί στα όρια της λογικής, έτσι αφήνει τις ιστορίες της ελεύθερες, καθώς παλεύουν να διατηρήσουν την ισορροπία τους ανάμεσα στο πραγματικό και το σουρεαλιστικό, το απόλυτα αναμενόμενο και το φανταστικό.

Άλλα της διηγήματα τοποθετούνται εξαρχής στη σφαίρα της φαντασίας, ενώ άλλα ξεκινούν συμβατικά για να καταλήξουν σε ένα φινάλε εντελώς εξωπραγματικό. Τι τύχη μπορεί να έχουν ένας ανιματέρ ή ένας αναισθησιολόγος που δουλεύουν στο αποτεφρωτήριο; Πώς αντιδρά μια μάνα που χάνει το παιδί της; Είναι δυνατόν κάποιος να αποτεφρωθεί με τη θέλησή του; Τι γίνεται με την τέφρα των αγαπημένων μας προσώπων; Τελικά είναι καλύτερη η αποτέφρωση ή η ταφή; Η Μαρία Παπαϊωάννου γράφει για εγκλήματα, για δολοφόνους, για αιμομικτικούς εραστές, για ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή νωρίς και για ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να μην πεθάνουν, για ανθρώπους που αποχωρίστηκαν οριστικά τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γράφει ακόμα και για τον ίδιο τον Θάνατο.

Στη συγγραφέα αρέσει να παίζει με τους ήρωές της. Αρχικά μας τους παρουσιάζει ως απλούς και εντελώς συνηθισμένους ανθρώπους, μέχρι που αυτοί κάποια στιγμή παρεκτρέπονται. Από εκείνο ακριβώς το σημείο τους αποδεσμεύει, τους αφήνει ανεξέλεγκτους να υποκύπτουν στα πάθη τους, να οδηγούνται από τα ένστικτά τους, να συναντούν την πιο αλλόκοτη πλευρά τους. Άλλοτε τους τιμωρεί για τα λάθη τους, άλλοτε τους αφήνει να συντριβούν από το βάρος της ατυχίας τους. Μερικούς τους συμπαθούμε, μερικούς τους συμπονούμε, με άλλους θυμώνουμε - η συγγραφέας πάντως τους αγκαλιάζει όλους με την ίδια αγάπη.

Το "Burn Out" είναι ένα αρκετά τολμηρό βιβλίο, που δε διστάζει να βουτήξει βαθιά στο σκοτάδι, που δε διστάζει να μιλήσει για θάνατο, για νεκρούς, για ανθρώπους που λειτουργούν έξω από τα όρια του νόμου ή της ηθικής. Ένα τόσο μακάβριο θέμα θα μπορούσε να βαρύνει το ύφος του βιβλίου, όμως η παιχνιδιάρικη γραφή της Μαρίας Παπαϊωάννου καταφέρνει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στο θλιβερό και το εύθυμο, το σοκαριστικό και το λυτρωτικό.

Αυτό που κάνει το "Burn Out" να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο το ότι πρόκειται για ένα βιβλίο αναμφίβολα πρωτότυπο και εντελώς αναπάντεχο, αλλά το ότι συνδυάζει ένα σκοτεινό θέμα με έναν ανάλαφρο τρόπο αφήγησης. Ίσως γι' αυτό είναι και τόσο απολαυστικό στην ανάγνωση. Το σίγουρο είναι ότι διαβάζοντάς το βιώνεις μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων: αλλού ξαφνιάζεσαι, αλλού θλίβεσαι και αλλού μπαίνεις σε σκέψεις.

«Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου», της Τατιάνα Κίρχοφ (Εκδόσεις Πόλις, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Χάρτης

Με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς είμαστε καμιά φορά λίγο διαφορετικοί ως αναγνώστες. Μπορεί να είμαστε λίγο πιο επιεικείς και να έχουμε λιγότερες προσδοκίες ή αντιθέτως να είμαστε πιο επιφυλακτικοί και διστακτικοί. Τίποτα από αυτά όμως δεν χρειάζεται να επιστρατεύσει αυτός που θα διαβάζει το συγγραφικό ντεμπούτο της Τατιάνας Κίρχοφ. Το «Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου» είναι καλογραμμένο, κοιτάζει τον αναγνώστη απευθείας στα μάτια και, το κυριότερο, έχει πραγματικά ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Μία κοπέλα που μεγάλωσε σε ένα κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον, ένας φαντάρος που κουράστηκε να έρχεται πάντα δεύτερος για τους γονείς του, ένας νεαρός που πρέπει να ξεδιαλύνει τα πράγματα του νεκρού του πατέρα, μια νέα γυναίκα που δεν θέλει να επισκεφτεί τους γονείς της τα Χριστούγεννα, μια κοπέλα που επηρεάζεται από τις φοβίες της μητέρας της, ο μονόλογος ενός νεκρού. Έντεκα διηγήματα για τα μικρά (αλλά τελικά μεγάλα) δράματα που συντελούνται μέσα μας, περιπτώσεις τόσο κοινές, τόσο συνηθισμένες, τόσο οικείες, αλλά και τόσο θλιβερές.

Η Κίρχοφ αξιοποιεί την ιδιότητά της ως ψυχολόγος και θέτει στο κέντρο του βιβλίου της τον ψυχισμό του ανθρώπου, τον τρόπο που επηρεάζεται ο καθένας από τα άτομα του στενού του περίγυρου, τον τρόπο που αντιδρά και αντιμετωπίζει τη ζωή, τα άγχη, τις φοβίες, τα λάθη. Εξάλλου αυτό θέτει η συγγραφέας ως συνδετικό κρίκο στις ιστορίες του βιβλίου (αυτό δηλώνει και ο τίτλος): όλοι οι ήρωες επισκέπτονται έναν ψυχολόγο ή συνδέονται κάπως με το επάγγελμα.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οι ιστορίες μοιάζουν με εξομολογητικές συνεδρίες στην πολυθρόνα του ψυχολόγου. Η Κίρχοφ έχει αρκετά μεγάλη ποικιλία στον τρόπο που διαλέγει να αφηγηθεί. Ένα από τα διηγήματα είναι ένα γράμμα, κάποιο άλλο είναι ένας διάλογος όπου ακούγεται ο ένας μόνο ομιλητής, ένα άλλο είναι ο μονόλογος κάποιου που έχει πεθάνει, ένα περιγράφει όντως, κατά κάποιον τρόπο, μια συνεδρία. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η αφηγηματική ποικιλία, που δένει έξοχα και με την ποικιλία του περιεχομένου των ιστοριών.

Το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι, δεν κουράζει, δεν πλατειάζει και δεν βαραίνει τον αναγνώστη, παρά τα θλιβερά του σημεία. Οι ιστορίες είναι τόσο αληθινές και τόσο καθαρά γραμμένες, που δεν μπορείς παρά να συγκινηθείς ή και να ταυτιστείς. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τις επόμενες συγγραφικές δουλειές της Κίρχοφ.