"Laissez passer", του Δήμου Χλωπτσιούδη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

[…]

είμαστε ένοχοι

που ζωγραφίζουμε ακόμα όνειρα

Αν έπρεπε να επιλέξουμε μία και μόνο λέξη από την ποιητική συλλογή "Laissez passer" (Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2019) αυτή θα ήταν το όνειρο. Το όνειρο ως διάψευση, το όνειρο ως χαμένη ευτυχία, ως ξεγέλασμα, ως κοινωνική ουτοπία, ως στόχος. Το όνειρο στο βιβλίο του Δήμου Χλωπτσιούδη έχει πεθάνει, έχει σβήσει μαζί με την ενηλικίωση, έχει συνθλιβεί από το τεράστιο βάρος της καθημερινότητας, μιας καθημερινότητας άδικης, σκληρής, που ο άνθρωπος απέναντι στον άνθρωπο -αλλά και απέναντι στη φύση- δε δείχνει κανέναν σεβασμό.

Η ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι κοινωνική. Το βιβλίο δεν είναι παρά μία εικόνα της κοινωνίας με τις παθογένειες της, τις αδικίες της, τους ατελέσφορους αγώνες της, όπως την βλέπει ο ποιητής μέσα από τα δικά του μάτια ([…] "στην εποχή των εθνικισμών / δεν ξέρω σε ποια γλώσσα / να κλάψω / το δάκρυ του σύννεφου φύλαξα / αγίασμα / για να ζωγραφίζω όνειρα χάρτινα / Αλήθεια, / το μέλλον μας με πόσα δάκρυα γράφεται;" - με πόσα ρο γράφεται το δάκρυ;). Ο λόγος του καταγγελτικός -αλλά όχι διδακτικός- με πλήρη επίγνωση της ζοφερής πραγματικότητας, που τολμά να γίνει επαναστατικός, όχι όμως με φωνές και εξάρσεις και ηχηρές λέξεις, αλλά με την νηφαλιότητα του αυτονόητου.

Στους στίχους του βιβλίου παρελαύνουν όλα τα φλέγοντα ζητήματα της σημερινής κοινωνίας (φτώχεια, ο αγώνας για την καθημερινότητα, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, το προσφυγικό, η έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση), μιας κοινωνίας που έχει πάρει ξεκάθαρα λάθος κατεύθυνση και πρέπει επειγόντως να αναδιαμορφωθεί ([…] "στα σύννεφα που / χτίσαμε την ουτοπία μας / κι ακόμα ψάχνουμε / τους μαγικούς σπόρους / της ισότητας και της αναδιανομής" - γερασμένη ουτοπία | […] "μια μαστεκτομή χρειάζεται η φύση / να διώξει το καρκίνωμα του ανθρώπου / προς το παρόν / ας φυλάξουμε σε κάποιο βαζάκι / τα δάκρυά μας / θα μας χρειαστούν σύντομα" - παρανάλωμα Ι).

Ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη: οι ιδέες ρέουν από στίχο σε στίχο, από ποίημα σε ποίημα, και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει ελάχιστα την τελεία ως σημείο στίξης, με αποτέλεσμα ολόκληρο το βιβλίο να μοιάζει με χάρτης δίχως σύνορα και περιορισμούς, ακριβώς σαν αυτόν που ο ίδιος ονειρεύεται.

Μια ποιητική συλλογή με μια τέτοια θεματική θα μπορούσε εύκολα να γίνει σκοτεινή, μεμψίμοιρη, απαισιόδοξη. Παραδόξως, ο συγγραφέας δεν απελπίζεται. Στόχος του εξάλλου δεν είναι να παρουσιάσει την παθογένεια της σημερινής κοινωνίας, την καταβύθιση της στη διαφθορά και την αδικία, αλλά να ανακαλύψει και να τονίσει τις εξαιρέσεις, να φωτίσει το δρόμο της λύσης ([…] "προσκυνώ τον / άνθρωπο Προμηθέα / που στην έκτρωση του ρατσισμού / χαρίζει φως / σε πούστηδες, πρεζάκια / και πουτάνες / υμνώ τον άνθρωπο / ποιητή και παντοκράτορα / που αμόλυντος και λεύθερος / χλευάζει σύνορα και πρέπει, / κανόνες και στερεότυπα" - η μεταγλώσσα της ποίησης ΙΙ).

laissez passer

ζητούν ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων

 

εγώ όμως οραματίζομαι

μία γραμματική στην οποία

τα κεφαλαία θα ταξιδεύουν

ελεύθερα

πέρα από τις τελείες

θα διακινούνται ελεύθερα

από ποιητές

και θα μοιράζονται

ανάλογα με τις ανάγκες

σε όλες τις λέξεις

ως δίχτυ αλληλεγγύης

στα ενδεή πεζά

Από πού λοιπόν θα έρθει η λύση; Μήπως από τους ποιητές; Ο Δήμος Χλωπτσιούδης χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα την έννοια του ποιητή, τον οποίον τοποθετεί με έναν ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο τρόπο στο κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος, δίνοντας του επιπλέον φωνή, επιπλέον ρόλο, βάζοντάς τον στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, αλλά και στον αντίποδα του διεφθαρμένου ανθρώπου. Ο ποιητής ταυτίζεται με τον άνθρωπο που συνεχίζει να ονειρεύεται, με τον άνθρωπο που πασχίζει με όλο του το είναι να διαφυλάξει κάτι από την αθωότητα και την ακεραιότητα του - στο τέλος δε ταυτίζεται και με τον επαναστάτη. Διόλου τυχαίο που η συλλογή κλείνει με αυτούς τους στίχους: […] "έτσι βάφτισαν ποιητές / όσους ονειρεύονται / το "επαναστάτες" βλέπεις απειλεί την ευταξία / και η εξουσία θέλει δομές στερεές / οι ποιητές είναι σαθρά θεμέλια / για τα δικά της οικοδομήματα" - ποιητές.

Η συλλογή "Laissez passer" είναι μια συλλογή για την κοινωνία και για την ποίηση. Ή ακόμα καλύτερα, είναι ένας ενδιαφέρων συσχετισμός μεταξύ κοινωνίας και ποίησης, που μπορεί να δώσει και μια ωραία απάντηση στο ερώτημα "μα σε τι χρειάζονται οι ποιητές;" Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό το πόσο συχνά χρησιμοποιείται ο όρος "λέξη", είτε ως μέσο ποίησης είτε ως μέσο επανάστασης είτε ως μέσο ερμηνείας του κόσμου είτε, ακόμα, ως απογυμνωμένο απομεινάρι μιας καταστροφής.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης έχει γράψει ένα βιβλίο σκληρό, αλλά που σε αφήνει να δεις μια χαραμάδα φωτός. Ο λόγος του ανεπιτήδευτος, με λέξεις που ρέουν εύκολα από μόνες τους, ζωντανεύουν, αφυπνίζουν, ταξιδεύουν. Ένας ολόκληρος κόσμος, γνήσιος και ειλικρινής, χωρίς προσπάθειες εξωραϊσμού και ελεύθερος από περιττά στολίδια, αρκετά δυνατός για να σε κεντρίσει με τις ιδέες του και αρκετά τρυφερός για να σε φορτίσει συναισθηματικά.

το κλειδί

στον ξεχασμένο φράκτη

που χωρίζει τ' όνειρο από την πραγματικότητα

άφησα το κλειδί

για να μπορώ όποτε το έχω ανάγκη

να κρύβομαι ανάμεσα στους δύο κόσμους

 

θα με βρεις στα σύνορα

να αγκαλιάζω τους πρόσφυγες του ήλιου

πίσω από τους αντικατοπτρισμούς των λέξεων

εκεί κρύβεται η εικόνα του κόσμου

που κατασκευάζουν οι φθόγγοι μου

στην ασυμμετρία των ονείρων

που ακόμα δεν έγιναν ταξίδια

μην ξεγελαστείς

το δώρο του Προμηθέα δεν ήταν η φωτιά

ήταν το όνειρο

μέσα στο βαθύ σκοτάδι της απελπισίας

 

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", της Ελένης Πριοβόλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το periou.gr

Αθήνα 1963. Η Άρια και η Οριάν έχουν μόλις γίνει φίλες, όμως η ζωή σύντομα θα τις χωρίσει. Η Οριάν θα επιστρέψει στη Βηρυτό, όπου βρίσκεται ο πατέρας της ως Πρέσβης, θα ερωτευτεί, θα παντρευτεί και θα βιώσει τον πόλεμο του Λιβάνου. Η Άρια θα ζήσει την δικτατορία του '67, θα αποκτήσει οικογένεια, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ασθένεια του καρκίνου. Οι δύο ηρωίδες θα ζήσουν εντελώς ξεχωριστές ζωές, οι οποίες ωστόσο συνδέονται μοιραία με αναπάντεχους τρόπους, για να φτάσουν και πάλι στην Αθήνα του 2015.

Μυθιστόρημα υπαρξιακό; Κοινωνικό; Ιστορικό; Χαρακτήρων και καταστάσεων; Το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου "Στη ζωή νωρίς νυχτώνει" (Εκδόσεις Καστανιώτη 2019) τα έχει όλα αυτά στις σωστές δόσεις, διατηρώντας μια επιτυχημένη ισορροπία στην αφήγησή της και έναν ασταμάτητο ρυθμό.

Χωρίς να βιάζεται καθόλου -αλλά και με μια ταχύτητα που κάνει το βιβλίο να κυλάει γρήγορα, σχεδόν εθιστικά- η συγγραφέας τολμά να ξετυλίξει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που καλύπτει πενήντα χρόνια και εκτυλίσσεται σε δύο χώρες. Έχοντας ως βάση τις δύο κεντρικές ηρωίδες, διαβάζουμε για την ταραγμένη Ελλάδα που οδηγήθηκε στη δικτατορία του '67, για τον πόλεμο στο Λίβανο, για τα πολιτικά παιχνίδια μεταξύ των κρατών. Για τη γεμάτη επαναστατικό πάθος νεολαία του '60 που κατέληξε διαφθαρμένη. Για τη μεθυστική γοητεία της Βηρυτού, για τις συνήθειες των απλών ανθρώπων της, για το άδικο του πολέμου. Για τους νέους του 21ου αιώνα που αναλώνονται στο φαίνεσθαι, για τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Όλα αυτά η Ελένη Πριοβόλου δεν τα παρουσιάζει ούτε με την μορφή της καταγραφής ούτε ως κατάθεση μιας προσωπικής άποψης: τα παρουσιάζει ως βιώματα των ηρώων της. Συναισθήματα, γεγονότα, αποφάσεις, όλα συμπλέκονται με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο. Τα πρόσωπα του βιβλίου, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, βιώνουν τα γεγονότα το καθένα με τον τρόπο του, από άλλη σκοπιά, με άλλη αφετηρία και έχοντας άλλη κοσμοθεωρία, αντιδρούν διαφορετικά σε αυτά, εξελίσσονται ως χαρακτήρες, διαμορφώνονται, μεταμορφώνονται. Η συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ατελείωτο ανθρώπινο μωσαϊκό, στο οποίο κάθε πρόσωπο καταλήγει να γίνει σύμβολο που αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό, να δώσει έναν υπαρξιακό χαρακτήρα στο βιβλίο της και να εισάγει με έμμεσο τρόπο σχόλια κοινωνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά, καλύπτοντας παράλληλα ένα τεράστιο χρονικό και γεωγραφικό φάσμα.

Το κλειδί για την επιτυχία ενός τέτοιου λογοτεχνικού εγχειρήματος είναι στην προκειμένη περίπτωση η ισορροπία: η Ελένη Πριοβόλου συνδυάζει όμορφα την ιστορία με τη μυθοπλασία, το προσωπικό με το πανανθρώπινο, το ανάλαφρο με το σοβαρό, τον συναισθηματισμό με τον ωμό ρεαλισμό.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι ιντριγκαδόρικη έτσι κι αλλιώς, αλλά ο τρόπος που η συγγραφέας αποφασίζει να διευθετήσει το υλικό της την κάνει ακόμα πιο ελκυστική. Η ιστορία ξεκινάει το 2015 και με αναδρομικές αφηγήσεις μεταφερόμαστε στο παρελθόν - τα κεφάλαια του παρόντος εναλλάσσονται με αυτά του παρελθόντος με εύστοχες συνδέσεις, κάνοντας την αφήγηση να μοιάζει αδιάσπαστη. Παρόλο που ο αναγνώστης φαίνεται να γνωρίζει το …τέλος, η δομή του βιβλίου αφήνει μεγάλο περιθώριο για ανατροπές, εκπλήξεις και αγωνία.

Το βιβλίο "Στη ζωή νωρίς νυχτώνει" είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο, χορταστικό, απολαυστικό ως αναγνωστική εμπειρία και ικανοποιητικό από όποια σκοπιά κι αν αποφασίσεις να το διαβάσεις, είτε ως ιστορικό είτε ως κοινωνικό είτε απλώς ως μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τις ζωές δύο διαφορετικών γυναικών.

6 βιβλία που σημάδεψαν τα καλοκαίρια μου και τις διακοπές μου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο τα mikropragmata.lifo.gr

Ιντριγκαδόρικες ιστορίες, έρωτες, λάθη, ήρωες που ξεπερνούν ή προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους, καθημερινοί άνθρωποι σε ανατρεπτικά περιστατικά, σουρεαλιστικές ή αστείες καταστάσεις, όλα αυτά ανακατωμένα με την θάλασσα, την αλμύρα, τον καλοκαιρινό ήλιο και τη μελαγχολία του τέλους των διακοπών.

 

"Παλιόκαιρος", της Αμάντα Μιχαλοπούλου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001)

Ο "Παλιόκαιρος" της Αμάντας Μιχαλοπούλου βρέθηκε σχεδόν τυχαία στα χέρια μου πριν από μερικά χρόνια, όταν τη μέρα που έφευγα από την Σύρο μού φάνηκε καλή ιδέα να έχω να διαβάζω κάτι στο πλοίο και στο λεωφορείο της επιστροφής. Το ξεκίνησα χωρίς πολλές αξιώσεις, διαβάζοντας αργά και μάλλον συμβατικά, καθώς προσπαθούσα να προφυλαχτώ από τον ανελέητο ήλιο που έδερνε το βαρετό όχημα του ΚΤΕΛ. Μετά όμως από μερικές σελίδες το πράγμα άρχισε να αλλάζει: μπορεί η πλοκή να ήταν αρχικά αργή, σαν το ταξίδι μου, αλλά το βιβλίο γινόταν ολοένα και πιο μαγνητικό. Η μοναδική ικανότητα της συγγραφέως να μετατρέπει ακόμα και τις πιο απλές σκηνές σε άκρως ενδιαφέρουσες, με έκανε να κολλήσω για τα καλά. Μια παρέα σε ένα νησί, λοιπόν, κάνει τις διακοπές της, αλλά τα πράγματα είναι λιγάκι περίπλοκα… Υπάρχουν έρωτες κατά κάποιον τρόπο ανομολόγητοι, σχέσεις σε δοκιμασία, προστριβές, και υπάρχει και η ηρωίδα μας που "κατασκοπεύει" τις ζωές των υπολοίπων γιατί θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα… Μια φρικτή κακοκαιρία (εξ ου και ο κυριολεκτικός τίτλος) θα φέρει τα πάνω-κάτω στις σχέσεις όλων και μετά τα πράγματα θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν… Υπέροχο, καλοκαιρινό, υπαρξιακό ακόμη, με ένα story που παίρνει πολύ ενδιαφέρουσες τροπές, με ήρωες που τους νιώθεις σαν άτομα δικά σου και με πολλές προεκτάσεις για την κοινωνία μας και την εποχή μας. Με αποζημίωσε πλήρως. Έχοντας φτάσει προ πολλού στον προορισμό μου και διαβάζοντας το πλέον από το δωμάτιο μου, μπορώ να πω ότι ένιωσα μια θλίψη το βράδυ που είδα ότι είχα φτάσει στην τελευταία σελίδα.

 

"Η γιορτή του τράγου", του Μάριο Βάργκας Λιόσα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, πρώτη έκδοση 2000)

Τη "Γιορτή του Τράγου" μού τη σύστησε κάποιος που ξέρει πολλά από βιβλία (να 'ναι καλά ο άνθρωπος), οπότε την πήρα στα χέρια μου χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να ξέρω περί τίνος πρόκειται, χωρίς να επιστρατεύσω το βιβλιοφιλικό μου ένστικτο –χωρίς καν να διαβάσω την περίληψη. Έχω μια αδυναμία στα ιστορικά μυθιστορήματα, έτσι δε μου κακοφάνηκε καθόλου όταν βρέθηκα στον Άγιο Δομίνικο επί δικτατορίας Τρουχίλιο να προσπαθώ να βγάλω άκρη με ονόματα, καταστάσεις και ιστορικά γεγονότα. Απεναντίας, όσο οι σελίδες περνούσαν –και περνούσαν πολύ γρήγορα!- τόσο με ρουφούσε το βιβλίο σε ένα απίστευτα γοητευτικό και καλογραμμένο σύμπλεγμα ιστορίας και μυθοπλασίας. Βαθύτατα συγκινητικές ανθρώπινες ιστορίες, ενδιαφέροντα περιστατικά και δεκάδες ήρωες, όλα επηρεασμένα και τυλιγμένα μοιραία από το πολιτικό καθεστώς του δικτάτορα. Ένα μυθιστόρημα πολιτικό, γραμμένο όμως μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του και με απίστευτη συγγραφική δεινότητα από τον Λιόσα (ο οποίος φυσικά είναι και κάτοχος Νόμπελ – λογικό). Θα μπορούσα άνετα να φανταστώ ότι βρίσκομαι κι εγώ στον Άγιο Δομίνικο και έχω τον τρομερό Τρουχίλιο μπροστά μου, αν δε με έφερνε στην πραγματικότητα το αεράκι του Ιούλη που έμπαινε το βράδυ από τα κλειστά παντζούρια. Διαβάζοντας αχόρταγα κάτω από το κίτρινο φως του πορτατίφ και αναβάλλοντας τον ύπνο μου κατά μία-δύο ώρες, έφτασα με μεγάλη θλίψη στην τελευταία σελίδα λίγο πριν μπει ο Αύγουστος και φύγω διακοπές. Το βιβλίο ήταν δανεικό και με βαριά καρδιά το αποχωρίστηκα. Επιστρέφοντας από τις διακοπές το αγόρασα και το έχω πλέον μόνιμα στο κομοδίνο, γιατί ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα το ξαναδιαβάσω.

 

"Η Μεγάλη Χίμαιρα", του Μ.Καραγάτση (Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002, πρώτη έκδοση 1936)

Καλοκαίρι, θάλασσα, ήλιος, νησί και είπα να πάρω κάτι αντίστοιχο να διαβάσω: έτσι κατέληξε στα χέρια μου η "Μεγάλη Χίμαιρα", που μιλάει για τη ζωή μιας Γαλλίδας που ακολουθεί τον άντρα της -ναυτικό στο επάγγελμα- στη γενέτειρά του, τη Σύρο. Το βιβλίο στην αρχή είναι όλο έρωτα, φως και ελληνικό γαλάζιο, αλλά μετά αρχίζει να "συννεφιάζει". Ο χειμώνας έρχεται σκληρός, μοναχικός και η ζωή για τη γυναίκα ενός ναυτικού είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Στερημένα από έρωτα κορμιά, καταπιεσμένα πάθη, ερωτικά συμπλέγματα, μοναξιά και ολέθρια λάθη είναι όλα όσα συμβαίνουν στο δεύτερο μισό του βιβλίου. Η ανάλαφρη αίσθηση του ελληνικού νησιού διαλύθηκε -κόντρα στο δικό μου καλοκαίρι- και το τραγικό τέλος με γέμισε θλίψη, αλλά και με λύτρωσε.

 

"Το θεώρημα του παπαγάλου", του Ντένι Γκέτζ (Εκδόσεις Κέδρος, 2010, πρώτη έκδοση 1998)

Το "Θεώρημα του παπαγάλου" με βρήκε σε μια ωραία παραλία στα Κύθηρα, να προσπαθώ να τα βγάλω πέρα με τον αέρα και τα μαθηματικά. Το πήρα κατόπιν παρότρυνσης μιας φίλης φιλολόγου, επειδή, είπε, το βιβλίο μιλάει για τον Θαλή, τον Πυθαγόρα και άλλες αρχαίες ελληνικές διάνοιες, γι’ αυτό ως φιλόλογοι έχουμε χρέος να το διαβάσουμε. Μαζί με τους αρχαίους όμως φορτώθηκα και τα μαθηματικά, γιατί κατά την ανάγνωση συνειδητοποίησα ότι το "Θεώρημα του παπαγάλου" είναι μια -υπέροχη μεν- ιστορία μυστηρίου, που βασίζεται όμως στους αριθμούς. Η έμφυτη απέχθεια μου για τα μαθηματικά θα μπορούσε να με κάνει να το ρίξω πίσω στη βαλίτσα μου μαζί με τα αντηλιακά και τα καφτάνια, αλλά όφειλα να αναγνωρίσω ότι η ιντριγκαδόρικη υπόθεση με κρατούσε προσηλωμένη στις σελίδες του: ένας θάνατος, μια κληρονομιά, ένας παπαγάλος που φαίνεται να είναι το κλειδί του μυστηρίου, κι όλα αυτά γραμμένα με όση ελαφρότητα και χιούμορ είναι απαραίτητο. Αν και με μένα δε δούλεψε έτσι, είναι ένας απίθανος τρόπος για να μυηθεί κανείς στον κόσμο των μαθηματικών. Εγώ από το βιβλίο κράτησα μόνο την υπέροχη υπόθεση και την ευχάριστη πένα του συγγραφέα –και την αξέχαστη αίσθηση της αλμύρας και του αυγουστιάτικου ήλιου.

 

"Και με το φως του λύκου επανέρχονται", της Ζυράννα Ζατέλη (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993)

Άκουγα πολλά χρόνια για τη Ζατέλη, είχα δει και είχα διαβάσει συνεντεύξεις της, με είχε γοητεύσει, αλλά βιβλίο της δεν είχε τύχει να διαβάσω. Ένα πρωινό στα μέσα του Αυγούστου αποφάσισα να πάρω το πιο πολυσυζητημένο της: "Και με το φως του λύκου επανέρχονται". Ενισχυμένο βιβλίο – αν δε διαβάζεις γρήγορα ή συστηματικά να τον υπολογίζεις τον έναν μήνα. Δεν τρόμαξα από τον αριθμό των σελίδων, δεν είναι ποτέ η έκταση αυτή που κάνει ένα βιβλίο κουραστικό. Πρωινό Τετάρτης σε μια παραλία κοντά στη Θεσσαλονίκη με ελάχιστο κόσμο και με τον ήχο της θάλασσας να είναι το μόνο που ακούγεται το ξεκίνησα. Ένας πολύ όμορφος νέος, μια μεγάλη οικογένεια, ένα χωριό με πέτρινα σπίτια και άνυδρη γη οι εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό από τις πρώτες σελίδες. Το βιβλίο ξετυλίγεται γρήγορα και σου ανεβάζει το ενδιαφέρον στο κόκκινο. Σελίδα τη σελίδα όλο και πιο πολύ. Ένα τεράστιο σόι, με πρόσωπα και ονόματα να συμπλέκονται και να εναλλάσσονται και με απίστευτα γεγονότα που φτάνουν στα όρια του σουρεαλισμού, χωρίς όμως να χάνουν στο ελάχιστο τη γοητεία τους. Η γλώσσα και οι περιγραφές εξίσου μαγικές. Με τη Ζατέλη ξενύχτησα, παθιάστηκα και πέρασα τις τελευταίες καλοκαιρινές νύχτες μέχρι που με βρήκε ο Σεπτέμβρης. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε μια ωραία μελαγχολική φθινοπωρινή αίσθηση, που ταίριαζε τόσο με τους ήρωες του βιβλίου. Και κάπου εκεί το αποχαιρέτισα.

 

"Αιώνια επιστροφή", της Ελένης Γκίκα (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2010)

Η "Αιώνια επιστροφή" είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Μυθιστόρημα μεν, αλλά όχι με την κλασική έννοια του όρου. Είναι περισσότερο η ατέρμονη προσπάθεια της ηρωίδας να ξαναβρεί τον εαυτό της, σε ένα εσωτερικό ταξίδι όπου παρόν και παρελθόν, όπου όνειρα, πραγματικότητα και αναμνήσεις συμπλέκονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το διάβασα έναν Αύγουστο, καθώς το καλοκαίρι έφτανε στη δύση του και έμπαινα σιγά σιγά στο mood του Σεπτέμβρη. Έντονα συναισθήματα, δαιδαλώδεις διαδρομές, μια καταβύθιση στα υπαρξιακά ζητήματα της ηρωίδας, δοσμένα μαγικά από την πένα της συγγραφέως - και κάπως έτσι το βιβλίο απλώθηκε και έγινε ένα με την φθινοπωρινή σιωπή.

"Μπαρόκ", της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό www.periou.gr

Αν θα μπορούσε να αποδοθεί ένας μόνο χαρακτηρισμός για το νέο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου "Μπαρόκ" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), θα διαλέγαμε τη λέξη πρωτότυπο. Σε αντίθεση με ό,τι συναντάμε συνήθως στη λογοτεχνία, δηλαδή την πορεία μιας ιστορίας από την αρχή της μέχρι το τέλος της και την παράλληλη εξέλιξη των ηρώων μέσα σε αυτήν, εδώ έχουμε ακριβώς το αντίθετο: την αντίστροφη πορεία της ζωής της ηρωίδας, από τη στιγμή που είναι πενήντα ετών μέχρι τη στιγμή της σύλληψης της.

Το "Μπαρόκ" δηλώνεται ως μυθιστόρημα, αλλά είναι τέτοιο με την ευρεία έννοια του όρου˙ αποτελείται από πενήντα κεφάλαια-μικρά διηγήματα, κάθε ένα από τα οποία περιλαμβάνει και ένα περιστατικό από κάθε ηλικία της ζωής της ηρωίδας, αριθμός που φιγουράρει και στον εκάστοτε τίτλο. Εύκολα θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομο το κάθε κεφάλαιο, κι ας δένονται μεταξύ τους με το νήμα της ζωής της ίδιας ηρωίδας.

Είναι ενδιαφέρον το πώς το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στην (αυτο;)βιογραφία και τη μυθοπλασία, ενώ οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κάθε κεφάλαιο (οι περισσότερες από το προσωπικό αρχείο της συγγραφέως) και υπογραμμίζουν το κείμενο, αλλά και συμβάλλουν στο χτίσιμο μιας οικειότητας με τον αναγνώστη, όπως και επιβάλλεται ίσως σε ένα είδος κειμένου σαν αυτό.

Το πιο αξιοπρόσεκτο στοιχείο στο "Μπαρόκ" -εκτός από τη δομή του- είναι η ποικιλία του. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου εξαντλεί κάθε μέσο για να αφηγηθεί την ιστορία της: άλλα κεφάλαια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, άλλα σε δεύτερο, άλλα σε τρίτο. Άλλα αποτελούνται από διάλογο, άλλα είναι μία επιστολή ή ένα ποίημα ή μια ημερολογιακή καταγραφή, άλλα η περιγραφή ενός ονείρου. Ομοίως έχουμε ποικιλία στο ύφος και στο θέμα: η συγκίνηση εναλλάσσεται με το χιούμορ, τα πιο σπουδαία περιστατικά με τα πιο ασήμαντα, τα κομβικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας με τις πιο προσωπικές στιγμές. Και φυσικά μία από τις πιο μεγάλες προκλήσεις του βιβλίου -χωρίς την επίτευξη της οποίας θα αποτύγχανε το όλο εγχείρημα- είναι η προσαρμογή της γλώσσας στην εκάστοτε ηλικία: η ηρωίδα μας δε μικραίνει μόνο βιολογικά, αλλά και ως προς τον τρόπο που εκφράζεται, μέχρι τη στιγμή που παύει να …μιλά!

Τι είναι αυτό λοιπόν που προσφέρει λογοτεχνικά μια (αυτο;)βιογραφία προς τα πίσω; Αν θέλει να ξεκινήσει κανείς από το τέλος και να προχωρήσει μέχρι την αρχή, και πάλι θα βγαίνει νόημα. Επομένως προς τι αυτή η αντίστροφη πορεία; Η Αμάντα Μιχαλοπούλου, μέσα από το αυτό το πρωτότυπο συγγραφικό τέχνασμα, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να καταδυθεί στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και να εντοπίσει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ηρωίδα της (και κατ' επέκταση ο κάθε άνθρωπος) διαμορφώνει την προσωπικότητά της. Ξεκινάει από το αποτέλεσμα για να καταλήξει στο αίτιο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά την αποσπασματική φυσιογνωμία του βιβλίου (εφόσον πρόκειται για διηγήματα, όχι άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους), την όλη αφήγηση διατρέχουν οι ίδιες ιδέες, οι ίδιες προσδοκίες, τα ίδια πρόσωπα. Ξεκινάμε από την παντρεμένη γυναίκα, την αναγνωρισμένη πλέον συγγραφέα, με την εμπειρία της ώριμης ηλικίας, για να την δούμε στα πρώτα της ερωτικά σκιρτήματα, στα πρώτα της επαγγελματικά βήματα, με την διστακτική ορμή μιας νεαρής που ονειρεύεται. Το παράδοξο αυτό φέρνει μια αμηχανία στον αναγνώστη, αμηχανία όμως που λειτουργεί ιντριγκαδόρικα για να συνεχίσει το βιβλίο.

Παρότι γραμμένο με ύφος απλό, ανάλαφρο, ευχάριστο, το "Μπαρόκ" καταφέρνει τελικά να είναι ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα, καθώς παρουσιάζει με τρόπο εύστοχο το μεγαλύτερο δράμα της ανθρώπινης φύσης: πού καταλήγουν οι προσδοκίες και τα σχέδια των ανθρώπων, πού οδηγούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς το βίωμα μετατρέπεται σε εμπειρία. Το ότι το βλέπουμε αυτό από το τέλος κρύβει μια μικρή ειρωνεία, κρύβει όμως και μια αθωότητα.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με ωραία τοποθετημένες αναφορές στη λογοτεχνία, στην ιστορία, στην πολιτική, κι έχουμε ένα μυθιστόρημα-έκπληξη.

"Νεαρό άσπρο ελάφι", του Χρήστου Χωμενίδη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Ο Μηνάς Αβλάμης είναι ένας πρώην συγγραφέας, που εδώ και εφτά χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Κέρκυρα, έχοντας αποκηρύξει το συγγραφικό του έργο και έχοντας αφήσει πίσω του τον ξέφρενο τρόπο ζωής. Τη ρουτίνα της καθημερινότητας θα διαταράξει ένα τηλεφώνημα: τον καλούν από την πόλη της Κυδωνίας, όπου θέλουν να κάνουν μια εκδήλωση προς τιμήν του. Για να τον πείσουν να πάει του υπόσχονται ότι θα του σερβίρουν άσπρο ελάφι, την υπέρτατη γαστρονομική ηδονή. Ο Μηνάς Αβλάμης θα δεχτεί την πρόσκληση, αλλά με το που θα πατήσει το πόδι του στην Κυδωνία θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα απόλυτα παράδοξο σκηνικό, καθώς και με το παρελθόν του.

Στο "Νεαρό άσπρο ελάφι" (Εκδόσεις Πατάκη, 2016) του Χρήστου Χωμενίδη συμβαίνουν απίθανα πράγματα, ο ήρωας μας ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στον ρεαλιστικό και τον σουρεαλιστικό κόσμο και όλα τα γεγονότα είναι σαρκαστικά αστεία ή ελαφρώς τρομακτικά. Ένα ψυχεδελικό ταξίδι για τον αναγνώστη, μια εθιστική αναγνωστική εμπειρία (ο Χωμενίδης εξάλλου έχει το χάρισμα να σε κάνει να θέλεις να ρουφήξεις μονομιάς τα βιβλία του) και μια ιστορία που δεν ξέρεις πού ακριβώς θα σε πάει -ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου ενδιαφέρεται να δώσει όλες τις απαντήσεις.

Στην Κυδωνία ο Μηνάς Αβλάμης θα δει να ζωντανεύει το παρελθόν του, θα συναντήσει πρόσωπα από τα παλιά, θα θυμηθεί περιστατικά της ζωής του και θα αφηγηθεί πράγματα προσωπικά και γεγονότα που θα ήθελε να ξεχάσει, θα προσπαθήσει να πάρει άφεση και να βρει λύτρωση. Ένα μυθιστόρημα βαθύτατα υπαρξιακό, που λειτουργεί την ίδια στιγμή και ως κοινωνικό. Ο Χωμενίδης έχει την ευκαιρία να ρίξει την κριτική του ματιά και να σχολιάσει, πότε διακωμωδώντας και πότε με συναισθηματική φόρτιση, τη δομή της ίδιας της κοινωνίας, τις διάφορες κατηγορίες πολιτών, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τον τρόπο ζωής στην Ελλάδα της ευημερίας. Πρόκειται εξάλλου για ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις.

Παρόλο που το βιβλίο κυλά γρήγορα, η ιστορία ξετυλίγεται αργά αργά, με τις ανατροπές της, τις εκπλήξεις της, τις σταδιακές αποκαλύψεις της στη σωστή στιγμή, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που κρατά το ενδιαφέρον συνεχώς ζωντανό. Όπως όλοι οι ήρωες του Χωμενίδη, έτσι και ο Μηνάς Αβλάμης είναι ένας ήρωας διάφανος, καθαρός, ολοζώντανος, σαν να τον έχεις μπροστά σου ή σαν να πρόκειται για κάποιον που τον γνωρίζεις προσωπικά. Γραφή άμεση, γρήγορη, ρεαλιστική με απόλυτα κινηματογραφική αίσθηση - θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει και ταινία. Μια γνήσια λογοτεχνική απόλαυση.