«Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» του Μιχάλη Αλμπάτη (Εκδόσεις Νήσος, 2022) – κριτική βιβλίου

Η ευχή και η κατάρα τού να συνομιλείς με τους νεκρούς

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Fractal 

Δεν είναι πολύ συχνό φαινόμενο ένα βιβλίο να γίνεται ευρέως γνωστό από στόμα σε στόμα, να κάνει ντόρο και να γνωρίζει τρομερή επιτυχία – συμβαίνει μεν, αλλά λίγες φορές. Μια τέτοια περίπτωση είναι το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» που δικαιώνει τον αναγνώστη και στέκεται στο ύψος της φήμης του.

Το θέμα του και μόνο αρκεί για να τραβήξει την προσοχή: στην Κρήτη του 1950 ένας 15χρονος, ο Φανούρης, συνειδητοποιεί μια μέρα ότι μπορεί να συνομιλήσει με τους ανθρώπους που μόλις έχουν πεθάνει. Ο θείος του ο Σήφης αντιλαμβάνεται πόσα χρήματα μπορεί να τους αποφέρει ένα τέτοιο χάρισμα, έτσι παίρνει τον Φανούρη και ξεκινούν μαζί για ένα ταξίδι στα χωριά της Κρήτης ώστε να βρουν… πελάτες. Σε κάθε τόπο λοιπόν κι ένας νεκρός, και μια διαφορετική ιστορία.

Παρά το θέμα του, το βιβλίο καταφέρνει παραδόξως να κρατηθεί μακριά από τον μακάβριο χαρακτήρα του και να προσεγγίσει το θέμα του θανάτου με ανάλαφρη διάθεση και χιούμορ. Οι νεκροί λένε πάντα την αλήθεια –όπως επισημαίνει και ο Φανούρης σε κάποιο σημείο– και αυτή τους η ειλικρίνεια προκαλεί ευθυμία στους αναγνώστες και διαφόρων ειδών μπλεξίματα στα πρόσωπα του βιβλίου.

Ο Αλμπάτης καταφέρνει να παραθέσει μια αρκετά μεγάλη ποικιλία από ιστορίες: ηγούμενοι μονών, αυτόχειρες, δολοφονημένοι, ποιητές, αξιωματικοί, πόρνες. Τολμηρός στις επιλογές του, δεν διστάζει να θίξει θέματα θρησκευτικά ή ιστορικά ή ζητήματα που αφορούν τη γυναίκα (όπως τη μητρότητα, για παράδειγμα, και την έκτρωση), ενώ σχεδόν κάθε ιστορία έχει πολύ έντονο το σεξουαλικό στοιχείο.

Μαζί με τους δύο ήρωες ταξιδεύουμε κι εμείς στην Κρήτη: συναντούμε λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία, ήθη και έθιμα, δοξασίες και απόψεις της τότε εποχής.

Οι ιστορίες, όπως τις αφηγούνται οι νεκροί διά στόματος Φανούρη, είναι ο πυρήνας του βιβλίου, γύρω από τον οποίο παρουσιάζεται η κοινωνία της εποχής, οι αντιδράσεις των ανθρώπων, αλλά και η ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα, ο οποίος οδηγείται σταδιακά σε μια (πρόωρη) ενηλικίωση. Είναι πολλές οι εμπειρίες που βιώνει, μεγάλο το βάρος της ευθύνης και αφοπλιστικό το δέος με το οποίο τον αντιμετωπίζουν.

Αυτό που ξεκινά ως μια «ανάλαφρη» ιστορία (όσο ανάλαφρη μπορεί να είναι μια ιστορία που αφορά τον θάνατο) σιγά σιγά σοβαρεύει, μεστώνει, παίρνει άλλες διαστάσεις τόσο κοινωνικά όσο και μέσα στον ίδιο τον ήρωα. Όσο η φήμη των δυο περιπλανώμενων μεγαλώνει, τόσο τραβά την προσοχή του κόσμου, της επιστημονικής κοινότητας, της Εκκλησίας.

Ο Αλμπάτης εισάγει στο βιβλίο μια φιλοσοφική χροιά, καθώς τόσο ο ήρωας όσο και η υπόλοιπη κοινωνία αρχίζουν να αναρωτιούνται τι μπορεί να σημαίνει το να γνωρίζεις αυτό που συμβαίνει μετά τον θάνατο. Πώς μας επηρεάζει μια τέτοια γνώση; Πόσο αλλάζει τη θρησκευτική μας πίστη; Και τι σημαίνει αυτό για τον ίδιο τον Φανούρη;

Ο συγγραφέας τελικά θέλει σε αυτό να επιμείνει. Αντί να δώσει ένα φινάλε εκρηκτικό –όμοιο με την έναρξη του βιβλίου– μας αφήνει με τους προβληματισμούς. Μπορεί ο Φανούρης να βρει τη λύτρωση μετά από όσα του συνέβησαν; Τον ωφέλησε τελικά αυτό το χάρισμα; Επηρεάζουμε τα γεγονότα με τις πράξεις μας ή η ζωή λειτουργεί ερήμην μας και μας αφήνει μετέωρους και διαψευσμένους; Κοινώς: ένα τέτοιο χάρισμα είναι ευχή ή κατάρα;

Το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο από διαφορετικές πλευρές. Βιβλίο μαγικού ρεαλισμού, ιστορία ενηλικίωσης, σπουδή πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και στις σπασμωδικές αντιδράσεις μιας κοινωνίας, περιγραφή της Κρήτης –και της Ελλάδας– μιας άλλης εποχής.

Πολλά ακόμα θα μπορούσαν να εξερευνηθούν λογοτεχνικά πάνω σε αυτό το θέμα, ο συγγραφέας βέβαια επιλέγει την οδό της ισορροπίας, να τα συνδυάσει όλα σε 500 σελίδες δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και ψυχαγωγεί τόσο με το περιεχόμενο όσο και με την εξαιρετική γλώσσα. Ένα πολύ καλό δείγμα σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας – θα θέλαμε να διαβάζαμε πιο συχνά βιβλία σαν αυτό.