Συνέντευξη στο GTpoetry & prose

1. Καλώς ορίσατε στο GTpoetry & prose, Χρύσα Ιακώβου! Αρχικά, θα θέλαμε να μας πείτε μερικά πράγματα για εσάς, ώστε να σας γνωρίσουμε.

Σπούδασα Ελληνική Φιλολογία από μεγάλο έρωτα για τη γλώσσα, αλλά ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η διδασκαλία. Μου άρεσε όμως πάντα να γράφω, έτσι στράφηκα στον Τύπο. Εργάζομαι εδώ και πολλά χρόνια σε ένα περιοδικό, τα τελευταία ως αρχισυντάκτρια. Δεν είμαι δημοσιογράφος, δεν ασχολούμαι με την επικαιρότητα, γράφω άρθρα και ετοιμάζω θέματα μέσω των οποίων ελπίζω να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο. Παράλληλα, δουλεύω και ως επιμελήτρια κειμένων. Επίσης, συνεργάζομαι με λογοτεχνικά περιοδικά, στα οποία δημοσιεύω κριτικές βιβλίων. Σε ερασιτεχνικό επίπεδο ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με το ραδιόφωνο και με τη φωτογραφία. Τέλος, είμαι αθεράπευτα και αιωνίως ερωτευμένη με τον κινηματογράφο.

2. Μπορείτε να μας παρουσιάσετε με λίγα λόγια το έργο σας;

Έχω εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (Αχ-έρων 2013, Τεθλασμένοι χρόνοι 2017, Lacrimosa 2021, όλες από τις Εκδόσεις Βακχικόν) και έχω συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα συλλογικά βιβλία. Η ποίησή μου είναι κατά βάση υπαρξιακή. Με απασχολεί το πέρασμα του χρόνου ή μάλλον η μη αξιοποίηση του χρόνου, ο χαμένος ανεκμετάλλευτος χρόνος. Η αυτοπραγμάτωση, το αν γινόμαστε αυτοί που θα μπορούσαμε να γίνουμε. Αν είμαστε αρκετά τολμηροί στις επιλογές μας. Κάποια ποιήματά μου έχουν και κοινωνική χροιά, με απασχολεί ο τρόπος που αλληλεπιδρά ο άνθρωπος σε ένα κοινωνικό σύνολο και κατά πόσο αναλαμβάνει την ευθύνη για όσα συμβαίνουν γύρω του. Σε κάθε περίπτωση, με ενδιαφέρει η αλληλεπίδραση του ατόμου με τον εαυτό του και με τους άλλους.

3. Πότε σας βρήκε η έμπνευση για πρώτη φορά και ποτέ συνηθίζει να σας επισκέπτεται;

Ξεκίνησα να γράφω σχεδόν από τη στιγμή που έμαθα… γραφή. Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού έγραψα τις πρώτες μου ιστορίες – τότε έγραφα πεζά! Η ποίηση ήρθε αργότερα, στο Γυμνάσιο, και από τότε δεν έφυγε ποτέ. Εγώ βέβαια θέλω καταβάθος πεζό να γράψω, αλλά δεν τη διάλεξα εγώ την ποίηση, βγαίνει από μέσα μου από μόνη της. Σχετικά με την έμπνευση, δεν υπάρχει κάτι σταθερό. Υπάρχουν διαστήματα πολύ δημιουργικά, άλλα εντελώς άνυδρα. Δεν με απασχολεί αυτό, ούτε με αγχώνει. Αισθάνομαι ότι την ποίηση την κουβαλάω συνεχώς μέσα μου, απλώς κάποιες περίοδοι είναι λιγότερο ή περισσότερο δημιουργικές.

4. Ποιο είναι το μότο σας και το αγαπημένο σας απόσπασμα απ’ όσα έχετε γράψει;

Δεν έχω μότο. Αν είχα, ίσως θα ήταν «να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας».

Ούτε αγαπημένο απόσπασμα έχω. Αν είχα αγαπημένο ποίημα, ίσως να ήταν αυτό, το «Διαδρομές» από τους «Τεθλασμένους χρόνους» μου.

Τεθλασμένα καλοκαίρια

ενός δειλινού ανερμάτιστου,

μια διαδρομή σ' ένα αμάξι

σ' έναν δρόμο ατελείωτο

δίχως αρχή

και δίχως τέλος

και δίχως προορισμό,

τυχαίοι διαβάτες

που τολμήσαμε να διασχίσουμε

μια μέρα ωραία

την άγνωστη λεωφόρο,

με ένα σακίδιο στους ώμους

κι έναν ήλιο

που μας κοίταζε και μας έγνεφε

μέσα απ' τους σπασμένους καθρέφτες

ενός τοπίου αδάμαστου.

5. Τι σημαίνει η συγγραφή για εσάς;

Τα πάντα. Είναι ο τρόπος να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, να γνωρίζω τον εαυτό μου, να αλληλεπιδρώ με το περιβάλλον, να ερμηνεύω τη ζωή. Κάθε άνθρωπος προσπαθεί -ή και οφείλει- να βρει κάτι που να τον παθιάζει, κάτι που να λειτουργεί σαν αντίβαρο στην πεζή και δύσκολη καθημερινότητα, κάτι που να δίνει ένα βαθύτερο νόημα στην ύπαρξη και να οδηγεί στην αυτοπραγμάτωση. Για μένα αυτό το κάτι είναι η συγγραφή.

6. Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σας σχέδια;

Δεν κάνω ποτέ σχέδια σχετικά με τη συγγραφή, γιατί αισθάνομαι πως δεν εξαρτάται από μένα. Αν υπάρξει ένα ωραίο δημιουργικό διάστημα και συγκεντρωθεί ένα υλικό που να με ικανοποιεί, θα θελήσω να βγάλω ένα ποιητικό βιβλίο. Αν όχι, θα περιμένω μέχρι να προκύψει το υλικό που θα με εκφράζει. Σίγουρα, επομένως, θα έρθει κάποια στιγμή μια τέταρτη ποιητική συλλογή, αλλά δεν ξέρω πότε. Από εκεί και πέρα, θα ήθελα κάποτε (αυτό είναι επιθυμία, όχι σχέδιο) να γράψω κάτι πεζό, μυθιστόρημα ή διηγήματα. Θα με ενδιέφερε πολύ επίσης το ιστορικό μυθιστόρημα. Και με ιντριγκάρει πάντα η σχέση της ποίησης με τη φωτογραφία. Ασχολούμαι κατά καιρούς με αυτό, θα ήθελα να την εξερευνήσω περισσότερο αυτήν τη σχέση. 

7. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές και θα προτείνατε και σ’ εμάς να τους διαβάσουμε;

Θα σας πρότεινα να διαβάσετε σύγχρονους/ες Έλληνες/ίδες ποιητές/ποιήτριες και συγγραφείς. Παρατηρώ ότι υπάρχει μια επιφυλακτικότητα απέναντι σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο λογοτέχνη, ακόμα και από τον ίδιο τον χώρο. Πολλοί δυσκολεύονται να βρουν εκδοτικό οίκο για το πρώτο τους βιβλίο, ενώ κατά ένα μεγάλο ποσοστό τους αγνοούν οι κριτικοί, οι διοργανωτές φεστιβάλ κτλ. Το ίδιο ισχύει και για το αναγνωστικό κοινό, αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα είδος απαξίωσης και μια συνεχής σύγκριση με τους μεγάλους κλασικούς. Σαφώς δεν μπορείς να συγκρίνεις έναν πρωτοεμφανιζόμενο ή έναν σύγχρονο με τους κλασικούς, αλλά πρέπει να τους δώσουμε μια ευκαιρία. Κάποιοι από τους σύγχρονους του σήμερα θα είναι οι κλασικοί του αύριο, ας τους ανακαλύψουμε.

8. Ποια είναι η γνώμη σας για το τοπίο του βιβλίου στις μέρες μας;

Υπάρχει υπερ-πληθώρα έκδοσης βιβλίων στις μέρες μας. Κάποιοι αυτό το βρίσκουν αρνητικό, εγώ το βρίσκω θετικό. Το κακό της υπόθεσης δεν είναι η υπερβολική βιβλιοπαραγωγή, αλλά το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν αρκετά. Θεωρώ πως τόσο από τους φορείς του χώρου (εκδοτικούς οίκους, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοπωλεία) όσο και από το ίδιο το κράτος χρειάζεται άλλη προσέγγιση στον τρόπο που προωθείται το βιβλίο. Ένα διαφορετικό «μάρκετινγκ», να φέρουμε κάπως το βιβλίο μέσα στην καθημερινότητά μας. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιώ συχνά όταν μου κάνουν αυτήν την ερώτηση είναι μια δράση που συνέβη πριν από χρόνια στην Αθήνα: είχαν ντύσει το εσωτερικό των αστικών λεωφορείων με στίχους Ελλήνων ποιητών. Καταπληκτικό! Γενικά, υπάρχουν καλά βιβλία και αδιάφορα βιβλία, καλοί λογοτέχνες και μέτριοι λογοτέχνες, ό,τι δηλαδή συμβαίνει σε κάθε εποχή. Το μόνο που θα είχα να παρατηρήσω θα ήταν ότι θα τους ήθελα πιο τολμηρούς τους συγγραφείς μας σήμερα, και ως προς τη θεματολογία και ως προς τη γλώσσα. Έχουμε ζήσει τρομερά πράγματα ως χώρα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, θεωρώ πως δεν «αξιοποιήθηκαν» λογοτεχνικά στον βαθμό που θα μπορούσαν. Από εκεί και πέρα, ο μεγάλος κριτής της τέχνης είναι ο χρόνος, αυτός αποφασίζει τι αξίζει και τι όχι. Επομένως, για το τοπίο του βιβλίου στις μέρες μας θα έχει ίσως καθαρότερη εικόνα η επόμενη γενιά.

Σας ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα συνέντευξη!