Συνέντευξη στον Δρόμο της Αριστεράς και στον Κώστα Στοφόρο

-Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο για το βιβλίο;

Lacrimosa θα πει δακρύβρεχτη στα λατινικά, από τη φράση lacrimosa dies, δηλαδή δακρύβρεχτη μέρα, που ακούγεται στη νεκρώσιμη ακολουθία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ήθελα να εισάγω με αυτόν τον τρόπο έναν προβληματισμό, να δώσω ένα στίγμα για τα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα που προσπαθώ να θέσω στα ποιήματά μου. Εκτός αυτού, τον διάλεξα λόγω του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, του «Ρέκβιεμ». Ένα βράδυ παρακολουθούσα την ταινία του Terrence Malick «Το δέντρο της ζωής» και σε μια σκηνή ακούγεται το «Lacrimosa» του Zbigniew Preisner. Με μάγεψε το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο αναζήτησα στη συνέχεια στο YouTube και από το οποίο προέκυψε το ποίημα «Ρέκβιεμ». Θεώρησα ότι το Lacrimosa ταίριαζε ως τίτλος και με το περιεχόμενο της συλλογής, αλλά και με το βροχερό εξώφυλλο, το οποίο είναι δική μου φωτογραφία.

-Γράφεις ότι «πνίξαμε τα όνειρά μας στις στιγμές μας». Ποια δικά σου όνειρα έχουν μείνει πίσω;

Με απασχολεί ποιητικά η τάση του ανθρώπου να αφήνεται στην πεζή ρουτίνα της καθημερινότητάς του και να αμελεί αυτά που πραγματικά επιθυμεί. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες αδυναμίες. Προσωπικά, δικό μου όνειρο που να έμεινε πίσω δεν ξέρω αν υπάρχει, με την έννοια ότι έχω καταφέρει αρκετά από αυτά που επιθυμώ. Έχω την ευτυχία να εργάζομαι στον τομέα που θέλω (είμαι αρχισυντάκτρια περιοδικού), αλλά και λογοτεχνικά είμαι ευχαριστημένη σε γενικές γραμμές από τη μέχρι τώρα πορεία μου. Αν θα μπορούσα να είχα πάρει αποφάσεις που θα με οδηγούσαν σε ακόμα καλύτερους δρόμους; Πιθανόν ναι. Αν επιθυμώ να καταφέρω κι άλλα πράγματα επαγγελματικά και λογοτεχνικά; Σίγουρα ναι. Δεν θέλω όμως να σκέφτομαι για όνειρα που έμειναν πίσω, αλλά για όνειρα που μπορώ στο μέλλον να πραγματοποιήσω.

-Το φεγγάρι είναι «πρωταγωνιστής» σε πολλά από τα ποιήματά σου. Τι είναι αυτό που σε μαγεύει;

Πρόκειται για υποσυνείδητη ποιητική εμμονή! Ίσως είναι η μοναχικότητά του στον ουρανό. Ίσως είναι ότι δίνει ομορφιά ακόμα και σε ένα άσχημο τοπίο. Ίσως –καθώς αποτελεί ένα σταθερό σημείο του κόσμου που μας περιβάλλει– λειτουργεί ως υπενθύμιση για το πόσο γρήγορο είναι το πέρασμά μας από τη γη. Μου αρέσει καμιά φορά η τόλμη του και η παραδοξότητα να εμφανίζεται σε έναν ουρανό που δεν σκοτείνιασε ακόμα. Από κάτι τέτοιες διαπιστώσεις και τέτοιες αντιθέσεις γεννιούνται πολλές φορές τα ποιήματα. Η δική μου ποίηση εξάλλου θα έλεγα πως είναι αρκετά «φωτογραφική», τα ποιήματά μου προκύπτουν τις περισσότερες φορές από κάποια εικόνα που θα δω, αρκετά δυνατή ώστε να πυροδοτήσει την έμπνευσή μου. Το φεγγάρι μού έχει χαρίσει πολλές τέτοιες εικόνες και έχει ενεργοποιήσει μέσα μου πολλούς συνειρμούς.

-Δημοσιογραφία και ποίηση πως μπορούν να συμβαδίζουν στις μέρες μας;

Δημοσιογραφία και ποίηση θεωρώ πως είναι διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου πράγματος, δηλαδή της αγάπης για τον λόγο και τη γλώσσα. Μπορούμε ακόμα να πούμε ότι και οι δύο ασχολούνται με την «ανακάλυψη» της αλήθειας: η μεν δημοσιογραφία για όσα συμβαίνουν, η δε ποίηση για όσα μπορεί να υπάρχουν στα βάθη της ύπαρξής μας. Από την άλλη βέβαια υπάρχει και μια αντίθεση που έχει ενδιαφέρον: η δημοσιογραφία ασχολείται με την ωμή πραγματικότητα σε όλη της την έκταση, η ποίηση –ακόμα κι όταν περιγράφει όσα συμβαίνουν γύρω μας– είναι απόδραση από την πραγματικότητα. Οι δημοσιογράφοι-ποιητές ίσως να αισθάνονται την ανάγκη να πατούν και στους δύο «κόσμους». Αυτό δεν κάνουν άλλωστε όλοι οι άνθρωποι;

-Πώς θα μπορούσε η ποίηση στην Ελλάδα να ανέβει και πάλι στο βάθρο που βρισκόταν κάποτε;

Θεωρώ πως όλο το σύστημα γύρω από την ποίηση είναι προβληματικό – και γύρω από τη λογοτεχνία γενικότερα, απλώς η ποίηση πλήττεται περισσότερο επειδή θεωρείται πιο «δύσκολο» είδος σε σχέση με την πεζογραφία. Η ποίηση είναι μια παρεξηγημένη τέχνη στην Ελλάδα, θεωρείται ακαταλαβίστικη, υπάρχει γενικά η άποψη ότι απευθύνεται σε ένα πολύ περιορισμένο κοινό, ενώ οι ποιητές καμιά φορά αντιμετωπίζονται ως γραφικοί. Ευθύνη για αυτό έχει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ο τρόπος που διδάσκεται η ποίηση στα σχολεία: η υπερανάλυση των στίχων, αλλά και η επιλογή των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην ύλη απωθούν τους μαθητές από περαιτέρω ενασχόληση. Το πρώτο που θα έπρεπε να αλλάξει λοιπόν είναι ο τρόπος που διδάσκεται η ποίηση: να μαθαίνουμε στα παιδιά πώς να νιώθουν την ποίηση, όχι πώς να την ερμηνεύουν. Από την πλευρά αυτών που ασχολούνται με την ποίηση (ποιητές, κριτικοί, εκδότες), γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο μπορούν να προσελκύσουν ένα ευρύτερο κοινό. Ίσως θα έπρεπε να γίνει μια επιπλέον προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης: θυμάμαι μια δράση πριν από μερικά χρόνια κατά την οποία είχαν τοποθετηθεί στίχοι σπουδαίων Ελλήνων ποιητών στα λεωφορεία. Με τέτοιους τρόπους –και με τη δύναμη των social media φυσικά– θα ήθελα να μπει η ποίηση στην καθημερινότητά μας. Να ξορκίσουμε την άποψη ότι είναι δύσκολη, να τη νιώσουμε, να την αγαπήσουμε, να ταυτιστούμε μαζί της, να πάψουμε να έχουμε το άγχος να την κατανοήσουμε. Να γίνει η ποίηση πιο προσιτή, ένα είδος… «μόδας», αν επιτρέπεται να το θέσω έτσι, όπως συμβαίνει με τη μουσική, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Παράλληλα, θα ήθελα να δοθεί πιο πολύς χώρος στους νέους ποιητές. Να γίνονται δράσεις, φεστιβάλ, βραδιές ποίησης, αφιερώματα σε περιοδικά, ειδικά για αυτούς. Αν καταφέρουμε να φέρουμε τη νέα γενιά στο επίκεντρο της ποίησης, αυτό θα περάσει σταδιακά και σε ολόκληρη την κοινωνία.

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον έντυπο Δρόμο της Αριστεράς στις 11 Σεπτεμβρίου, καθώς και στον edromos.gr)