Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης, του Γιάννη Καλπούζου

Το ιστορικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα είδη της λογοτεχνίας, καθώς ο συγγραφέας πρέπει να συνδυάσει με πετυχημένο τρόπο ιστορική αλήθεια και μυθοπλασία. Μαέστρος σε αυτό το είδος αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ο Γιάννης Καλπούζος με το πιο πρόσφατο βιβλίο του "Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης" (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2018).

Στο "Γινάτι" ο Καλπούζος μας ταξιδεύει στα Ιωάννινα των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που η πόλη βρισκόταν ακόμα κάτω από την εξουσία των Οθωμανών, και ξετυλίγει την ιστορία του μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '30. Στο κέντρο αυτής της ιστορικής διαδρομής βρίσκεται ο Ζώτος, ο οποίος θα εγκαταλείψει το χωριό του από το φόβο μιας βεντέτας και θα ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή στα Γιάννενα.

Εκεί θα ζήσει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, θα πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία, θα δει τις ανταλλαγές των πληθυσμών και την εγκατάσταση των προσφύγων, θα έρθει αντιμέτωπος με το πρόβλημα της ληστοκρατίας, θα ζήσει την κόντρα βενιζελικών και αντιβενιζελικών, την δικτατορία του Πάγκαλου. Θα βιώσει όλες τις εξελίξεις που συμβαίνουν στα Γιάννενα σε μια ιδιαίτερα μεταβατική εποχή, την εποχή δηλαδή που η πόλη περνά από την οθωμανική κυριαρχία στην απελευθέρωση της και στον σταδιακό εκσυγχρονισμό της.

Όλες αυτές οι πληροφορίες βέβαια περνούν απλά, ανεπαίσθητα, σχεδόν ανυποψίαστα, μέσα από την καθημερινότητα του Ζώτου, μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες και περιπέτειες, μέσα από τις συζητήσεις με τους φίλους του. Γιατί ασφαλώς το μεγάλο στοίχημα στο ιστορικό μυθιστόρημα είναι να "μαθαίνεις" ιστορία χωρίς να αντιλαμβάνεσαι καν ότι διαβάζεις ιστορία. Και αυτό ο Καλπούζος το πετυχαίνει απόλυτα.

Πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, ο Καλπούζος υφαίνει και μια πολύ δυνατή πλοκή για την προσωπική ζωή του ήρωά του: ο Ζώτος ερωτεύεται τη Χαβαή, μια νεαρή μουσουλμάνα. Το ωραίο love story δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τα κοινωνικά ήθη, για τη συνύπαρξη μουσουλμάνων και χριστιανών στην ίδια πόλη, για τη θέση της γυναίκας, για τις κοινωνικές τάξεις και να φωτίσει την περίοδο εκείνη από μία επιπλέον οπτική γωνία.

Το πόσο πολλή έρευνα προηγήθηκε προτού γραφεί το βιβλίο φαίνεται και από το γεγονός ότι αναφέρονται δρόμοι, μαγαζιά με την επωνυμία τους, θεατρικοί θίασοι που επισκέφτηκαν τότε την πόλη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να έχει συνεχώς ο αναγνώστης -ακόμα και αυτός που δεν έχει επισκεφτεί τα Γιάννενα στη ζωή του- την αίσθηση ότι ζει στα αλήθεια στην πόλη εκείνης της εποχής.  

Την κεντρική ιστορία πλαισιώνουν και ολοκληρώνουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, καθένας από τους οποίους αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό: ο "σοφός" σιορ Δονάτος με τα φιλοσοφημένα λόγια του (η φωνή του ίδιου του συγγραφέα ίσως;), ο επιπόλαιος Βιργίλης που προσπαθεί να βρει μια καλή ευκαιρία για να βολευτεί, ο πονηρός παπα-Λέρας (κατ' ευφημισμόν παπάς) και ο κακόψυχος γιατρός Μαργαζής, η σαγηνευτική Σαραλίν που θα ερωτευτεί παράφορα τον ήρωα μας και θα τον βάλει σε ένα σωρό περιπέτειες.

Πολύ εύστοχη η σύνδεση του τίτλου με τους ήρωες του βιβλίου: η λέξη "γινάτι" αναφέρεται αρκετά συχνά, καθώς ο συγγραφέας επιδιώκει να εξηγήσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους και να αναλύσει την ψυχοσύνθεση τους.

Ο Γιάννης Καλπούζος στέκεται για άλλη μια φορά στο ύψος των προσδοκιών των αναγνωστών του και μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα χορταστικό (των 600 σχεδόν σελίδων), στο οποίο συμπλέκονται και αλληλεπιδρούν ισορροπημένα και πετυχημένα οι ιστορικές εξελίξεις, οι έρωτες, τα προσωπικά λάθη και πάθη. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει χώρος -σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό απ' ότι θα περίμενε κανείς σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα- για μια πιο φιλοσοφημένη θεώρηση των πραγμάτων και μια απόπειρα ερμηνείας της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό βέβαια είναι και που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη "Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2018) είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας.

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, 

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

Οι ήρωες της ποιητικής συλλογής -που ζωντανεύουν τόσο έντονα, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό- λειτουργούν ως σύμβολα για να μπορέσει η Χλόη Κουτσουμπέλη να πραγματευτεί τα ζητήματα της εγκατάλειψης, της έλλειψης, του πένθους, της ματαίωσης, του θανάτου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγει μια σουρεαλιστική και χιουμοριστική πολλές φορές γραφή για να αποκαλύψει, σε δεύτερο επίπεδο, έναν κόσμο κατακερματισμένο, στιγματισμένο από την διάψευση και την απώλεια.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,

απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ  

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους "Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει".

Στο "Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί  να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα

στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια

σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει

απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Γάλα Μαγνησίας, του Κώστα Ακρίβου

Γάλα Μαγνησίας, μυθιστόρημα, του Κώστα Ακρίβου (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018)

"Γάλα Μαγνησίας". Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας τίτλος να περιγράψει τόσο εύστοχα το περιεχόμενο και το βασικό πλαίσιο ενός βιβλίου. "Γάλα", αφού το βιβλίο μας παραπέμπει σε μια ιστορία "αθώα", στην ιστορία τεσσάρων εφήβων. "Μαγνησίας", αφού τα γεγονότα διαδραματίζονται στο Βόλο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Αν έχει καμιά σημασία που το βιβλίο τοποθετείται στον Βόλο; Καμία. Θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται οπουδήποτε αλλού. Ο τρόπος όμως που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το μέρος έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: στις σελίδες του βιβλίου κατονομάζονται μέρη του νομού, οδοί, μαγαζιά -ο Βόλος καταλήγει να γίνει ένας ακόμα ήρωας του βιβλίου, κι αυτό είναι, μεταξύ άλλων, που κάνει την αφηγούμενη ιστορία τόσο ζωντανή, τόσο αληθινή και εν τέλει τόσο οικεία σε εμάς.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι η ιστορία τεσσάρων αγοριών, γύρω στα 17, που είναι εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70. Διαβάζουμε για τις περιπέτειες τους, τις σκανδαλιές τους, τις ανησυχίες τους, τα όνειρά τους, τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Αυτή τουλάχιστον είναι η πρώτη ανάγνωση. Γιατί το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου έχει πολλές αναγνώσεις, πολλές προεκτάσεις, πολλές κατευθύνσεις.

Πόσο επηρεάζει η κοινωνία την ψυχοσύνθεση του κάθε ατόμου; Πόσο διαφορετικοί θα ήταν οι ήρωες μας αν προέρχονταν από πιο ευκατάστατες οικογένειες; Θα συμπεριφέρονταν άραγε διαφορετικά αν δε ζούσαν στο ασφυκτικό περιβάλλον ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου; Ποια είναι τα όρια της σωστής εκπαίδευσης; Ο συγγραφέας δε δίνει απαντήσεις σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα -κι ούτε ενδιαφέρεται και να δώσει. Θέλει απλώς να θέσει τις ερωτήσεις, θίγοντας τα ζητήματα αυτά έμμεσα, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του. Και παρόλο που καταπιάνεται με θέματα τόσο σοβαρά, καταφέρνει να διατηρεί πάντα ευχάριστο το κλίμα του βιβλίου του, χωρίς να το βαραίνει και χωρίς να περνά σε κοινωνιολογικές αναλύσεις.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που συναντούμε στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι ο χρόνος, το χρονικό πλαίσιο δηλαδή της ιστορίας. Ο Κώστας Ακρίβος δεν ενδιαφέρεται βέβαια να γράψει ένα μυθιστόρημα ιστορικό, καταφέρνει ωστόσο να δώσει το ιστορικό στίγμα με ιδιαίτερη μαεστρία. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πίσω από τις ιστορίες των ηρώων του, αλλά και μέσα σε αυτές πολλές φορές, καταγράφεται απλά, ανεπαίσθητα και αθόρυβα μια ολόκληρη εποχή. Ο απόηχος του Πολυτεχνείου, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, τα πολιτικά γεγονότα του '70. Οι διάχυτες ιδεολογίες, οι συγκρούσεις, ο αναβρασμός της εποχής. Αλλά και πέρα από αυτά, οι συνήθειες, η καθημερινότητα, ο τρόπος ζωής στην ελληνική επαρχία. Η διασκέδαση, τα μαγαζιά, οι συνήθειες της νεολαίας. Η μόδα. Τα μουσικά ακούσματα. Ο παλμός μιας ολόκληρης εποχής δίνει το ρυθμό για να ξετυλιχτεί απολαυστικά η κεντρική μας ιστορία.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι, λοιπόν, σε πρώτη ανάγνωση, ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Ακολουθεί τις περιπέτειες του Ζερβή, του Αχιλλάκου, του Μικ και του Μπράσκα. Το βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να αρχίζει και να τελειώνει εδώ, και θα ήταν και πάλι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Όμως όχι, ο συγγραφέας δεν αρκείται σε αυτό. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα και οδηγεί ένα φαινομενικά ευχάριστο και ανάλαφρο μυθιστόρημα σε πολύ βαθιά υπαρξιακά μονοπάτια. Ο ανέμελοι ήρωες θα στιγματιστούν για πάντα από ένα τραγικό γεγονός: τον πνιγμό ενός συμμαθητή τους.

Τι ευθύνη έχει ο καθένας για αυτό το συμβάν; Τι συνέπειες φέρνει ένα τέτοιο γεγονός; Και τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στον καθένα ξεχωριστά; Τι ρόλο παίζει η μνήμη; Τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε στη λήθη; Ο Κώστας Ακρίβος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα και παίζει πολύ επιτυχημένα με έννοιες όπως η ενοχή, η μετάνοια, η εξιλέωση, η ευθύνη, η επιλογή, το λάθος, η λύτρωση. Και αυτό το στοιχείο είναι που εντάσσει το "Γάλα Μαγνησίας" στη μεγάλη κατηγορία των βιβλίων που ζητούν απαντήσεις για τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.

Εκεί που φαίνεται όμως η μαεστρία του συγγραφέα και αυτό που φέρνει την μεγάλη ανατροπή στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι το εξής: θα περίμενε κανείς το τραγικό συμβάν του πνιγμού να τοποθετηθεί στο τέλος του βιβλίου, σαν ένα σοκαριστικό φινάλε, σαν το άδοξο και πικρό τέλος μιας ωραίας εφηβικής ιστορίας. Όμως όχι, ο Κώστας Ακρίβος πρωτοτυπεί και βάζει το συμβάν στην αρχή του βιβλίου. Από την πρώτη σελίδα ο αναγνώστης ξέρει τι θα συμβεί. Και μέχρι τις τελευταίες σελίδες -όταν πια θα συναντήσουμε τους ήρωες χρόνια μετά- τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το γεγονός αυτό. Πάνω από κάθε αστείο και παιχνιδιάρικο περιστατικό της ζωής των έφηβων ηρώων, στέκεται σαν σκιά το αναπόφευκτο γεγονός του προαναγγελθέντος θανάτου. Και αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο ξεχωριστό.

Για να επιτύχει λοιπόν ο συγγραφέας αυτό το αποτέλεσμα, επιλέγει ένα πολύ ωραίο τέχνασμα σε ό,τι αφορά τη δομή του βιβλίου του. Η ιστορία που διαβάζουμε είναι μια ιστορία δύο ταχυτήτων. Από τη μια οι περιπέτειες των ηρώων στο οικοτροφείο, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγητή έναν από τους έφηβους ήρωες μας. Και από την άλλη, εμβόλιμα στην κυρίως αφήγηση, μικρά κεφάλαια που αφορούν το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Και στο τέλος, όταν οι δύο αφηγήσεις συναντηθούν, θα πάμε χρόνια μπροστά, για το φινάλε.

Μια τέτοια απαιτητική αφήγηση βέβαια χρειάζεται και την ανάλογη γλώσσα. Και σε αυτό το σημείο είναι που φαίνεται ξεκάθαρα τόσο η συγγραφική ικανότητα όσο και η φιλολογική ιδιότητα του Κώστα Ακρίβου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δοσμένη από το στόμα του Ζερβή, είναι γραμμένη σε γλώσσα άμεση, γρήγορη, οικεία, σχεδόν προφορική πολλές φορές, όπως φυσικά θα άρμοζε από τα χείλη ενός δεκαεφτάχρονου. Και η τριτοπρόσωπη αφήγηση που αφορά το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένη αυστηρά, τυπικά, σχεδόν πένθιμα.

Ο Κώστας Ακρίβος στις 300 σελίδες του βιβλίου του χωράει πολλά πράγματα και πολλά συναισθήματα, που τα συνδυάζει όλα άψογα μεταξύ τους, σαν να περνάει από το ένα στο άλλο με ακροβατική δεινότητα. Συγκίνηση και θλίψη. Γέλιο και πόνος. Το ανάλαφρο και το τραγικό. Η αθωότητα και η ενοχή. Η αιτία και το αποτέλεσμα. Η απεικόνιση μας εποχής, αλλά και ένα περιστατικό πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Μια ιστορία εφηβική που γίνεται τελικά μια ιστορία ενηλικίωσης και ενδοσκόπησης.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο. Και αποδεικνύει πόσο ταλαντούχος είναι ο Κώστας Ακρίβος. Για την αριστουργηματική χρήση της γλώσσας, για το θέμα του, για τα νοήματα και πέρα από όλα αυτά γιατί στέκεται απέναντι στους ήρωες του, και κατ' επέκταση και στους αναγνώστες του, με σεβασμό, αξιοπρέπεια και πολλή αγάπη.

(Ανδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr, τ.44, Δεκέμβριος 2018)

  • 1
  • 2