Η Σύλια Ζέττα για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", από την παρουσίαση στις Σέρρες

 

 

Αγαπητοί φίλοι, μέσα σε άλλους δρόμους και χρόνους διαφορετικούς συναντηθήκαμε εγώ με την Χρυσάνθη Ιακώβου. Με προσέγγισε η ίδια πριν πολλά χρόνια, όταν ξεκίνησαν τα προγράμματα επιμόρφωσης των φιλολόγων για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στην εκπαιδευτική διαδικασία και στα οποία εργαζόμουν και εργάζομαι ως επιμορφώτρια. Με την ιδιότητα λοιπόν της δημοσιογράφου και της υπεύθυνης ύλης του αγαπημένου Σερραϊκού περιοδικού Ser-free που διατηρεί μέχρι και σήμερα μου ζήτησε να κάνουμε μια συνέντευξη για τα νέα δεδομένα στην εκπαίδευση, την ανάγκη επιμόρφωσης και τις προοπτικές βελτίωσης που διαφαίνονται στην εκπαίδευση. Το ζωηρό ενδιαφέρον της, η σοβαρότητα και η ευγενική επιμονή της κατάφεραν και έκαμψαν τις ενστάσεις και την αντίρρηση μου ιδιαίτερα όταν με  ιδιαίτερο στόμφο μου δήλωσε: «Είμαι και εγώ φιλόλογος και με ενδιαφέρουν αυτά τα θέματα, τα εκπαιδευτικά για τα οποία είναι καλό να μαθαίνει και ο κόσμος επιτέλους!». Με τη μαχητικότητα της και την επίμονη αποτελεσματικότητά της   κατάφερε και η συνέντευξη έγινε τελικά, το αφιέρωμα ήταν εξαιρετικό και από τότε ακολούθησαν και άλλα πολλά… Γόνιμες συνεργασίες και συμπλεύσεις με κόλλες χαρτί και ιδέες... Η Χρυσάνθη λοιπόν είναι για μένα μια φιλόλογος πολυπράγμων και πολυπρισματική, που ανοίχθηκε σε τεθλασμένες διαδρομές στη ζωή της και συνδύασε με επιτυχία τις ιδιότητες της δημοσιογράφου, της φωτογράφου και της ποιήτριας με οδηγό όμως πάντα τον λόγο και όχημα την αγάπη της για τη γλώσσα. Η αγάπη αυτή για τη γλώσσα και την επιμέλειά της που αποτελεί κοινό στοιχείο των ποιητών. Ανήσυχη, λοιπόν, ανατρεπτική, αλλά και ουσιαστική… ποιητική πάνω από όλα, με τη διπλή έννοια της λέξης. Η Χρυσάνθη θεωρώ πως βρήκε στην ποίηση, μετά και από τη δεύτερη ποιητική της συλλογή το καταφύγιο που ζητούσε!

 

Η αίσθηση μου από την ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι Χρόνοι»

Με την πρώτη απόπειρα συνομιλίας μου με τα ποιήματα που εμπεριέχονται στη δεύτερη ποιητική συλλογή που κρατούμε πλέον στα χέρια μας και «ταξιδεύουμε» μαζί τους δεν σας κρύβω πως ένιωθα πως συνδυάζονται με τον ιδανικότερο τρόπο και συγκατοικούν μέσα τους οι δυο κύριες ιδιότητες της Χρυσάνθης, της ποιήτριας και της φωτογράφου. Γιατί κάθε που ολοκλήρωνα τη διαδρομή μου σε ένα ποίημα και οι στίχοι με οδηγούσαν στο τέλος του ποιητικού δρόμου, άκουγα ενδόμυχα και υπόκωφα τον ήχο από το κλείστρο μιας παλιάς φωτογραφικής μηχανής, που κλείνει, αφού αποτύπωσε και απαθανάτισε ακαριαία την ποιητική «στιγμή». Οι «Τεθλασμένοι χρόνοι» έχω την αίσθηση πως  περιέχουν ποιήματα –φωτογραφίες ενός ταξιδιού ζωής σε παρελθοντικό χρόνο. Η θεματολογία των ποιημάτων σε πολλά κοινή έρχεται και επανέρχεται βασανιστικά άλλοτε και άλλοτε λυτρωτικά διανύοντας κύκλους ομόκεντρους. Τα ποιήματα της θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω ως  αυτοτελή ηχηρά μανιφέστα ζωής που γράφτηκαν αυτόματα σε μια στιγμή καταιγιστικής έμπνευσης, αλλά και ενός επίπονου απολογισμού.

 

Έτσι η Χρυσάνθη Ιακώβου με τη δεύτερη αυτή ποιητική της παρουσία και έκθεση στο ευρύ κοινό εμφανίζεται πιο δυναμική, ως μεστή και αποφασισμένη πλέον ποιητική δημιουργός. Ο Λόγος, οι λέξεις, ο ποιητικός οίστρος της έχουν μια δυναμική ενέργεια και μια ηχηρή φωνή, έτσι ώστε να σηματοδοτούν με ευκρίνεια και να απεικονίζουν με παραστατικότητα σκέψεις, συναισθήματα και κρίσεις με τέτοιο άμεσο τρόπο που τα «καδράρουν» στην αιωνιότητα και τα απελευθερώνουν από το χρόνο έμπνευσης και σύνθεσης τους. Αποτυπώνουν τα πορίσματα του παρελθόντος, σφραγίζουν επιλογές και οριοθετούν το πέρασμα σε νέες διαδρομές.

 

Έτσι θα μπορούσα να πω πως για μένα η γραφή της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι μια ποιητική-«φωτογραφική» -ας μου επιτραπεί ο όρος- γραφή, δυναμική, άμεση και ώριμη όμως.  Αποφασισμένη να περάσει στην Αθανασία τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ποιήτριας. Ταυτόχρονα όμως είναι και μια γραφή αναρχική, ανυπόταχτη, άλλοτε καταγγελτική και άλλοτε τρυφερή, σύγχρονη και διαχρονική συνάμα. Γιατί όπως εύστοχα επισημαίνει ο Οδυσσέας Ελύτης «Θεωρώ την ποίηση ως μια πηγή αθωότητας γεμάτη από επαναστατικές δυνάμεις».

 

Η δύναμη που έχουν οι λέξεις που επιλέγει η ποιήτρια να γίνουν τα οχήματα των συναισθημάτων και των σκέψεων της, τις μεταμορφώνει σε τοπία, σε πορτραίτα και σε βιωμένες εμπειρίες. Άλλοτε πάλι σε ηχηρές παρουσίες ή απουσίες, σε αθέατες και μη καταγραφές μιας ζωής, μιας διαδρομής μέσα στον άχρονο χρόνο που τον ορίζουν όμως τεθλασμένες γραμμές και όχι ευθείες. Ο Μπόρχες λέει πως "ποίηση είναι η αναπάντεχη χρήση της γλώσσας" και έτσι αναπάντεχα συναντούμε και εμείς τις λέξεις και τα δυναμικά ουσιαστικά που πρωταγωνιστούν στα ποιήματα της Χρυσάνθης διανύοντας αναπάντεχες  -τεθλασμένες  πάντα- διαδρομές. Και αυτές οι διαδρομές υπαγόρευσαν και τον τίτλο που αγκαλιάζει και επιγράφει ολόκληρη την ποιητική συλλογή.

 

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής

«Τεθλασμένοι χρόνοι». Γνωρίζουμε καλά πως ο τίτλος είναι το πρώτο προσκλητήριο, το πρώτο κάλεσμα για να πιάσεις την ποιητική συλλογή στα χέρια σου, να εγχειρίσεις το ποίημα και με αυτό να αρχίσεις να τέμνεις την ψυχή σου ως αποδέκτης του και συνομιλητής του.

 

Τεθλασμένες… Αυτή η μετοχή του παθητικού παρακειμένου του αρχαίου ελληνικού ρήματος θλάω-θλῶ (: σπάζω) πόσο ηχηρά και συμβολικά μας μιλά για τα σπασμένα θραύσματα του χρόνου της εφήμερης ζωής μας, που η διαδρομή του δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη, αν και αποτελείται από μικρά αυτόνομα ευθύγραμμα τμήματα που "σπάνε" όμως σε κάποιες διαδρομές και σχηματίζουν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, αιχμηρές γωνίες που μας πληγώνουν πάντα μέχρι να συμφιλιωθούμε στο τέλος, αν τα καταφέρουμε, μαζί τους…

 

Αυτές οι ασύμμετρες γραμμές, οι ανόμοιες που ενώνονται σε μια τεθλασμένη γραμμή ζωής, όπως ανόμοια και ασύμμετρα διαφορετικά είναι και τα στάδια της ζωής,  μας καθορίζουν την πορεία μας. Γιατί όσο πιο απείθαρχα και ανομοιόμορφα τα τμήματα της διαδρομής μας, τόσο πιο όμορφη η τεθλασμένη γραμμή της ζωής μας, τόσο πιο ενδιαφέρουσα.

 

Η ποιήτρια μας προσκαλεί λοιπόν σε ένα ταξίδι ζωής  με το καλωσόρισμα του εξωφύλλου που επιμελήθηκε η ίδια με την υπέροχη "διαθλαστική" ταξιδιάρικη φωτογραφία της, αλλά και με το πρώτο ποίημα και μας προτείνει διαδρομές, όπως προδίδει και ο τίτλος του.  Διαδρομές όμως όχι σε ευθεία πορεία, αλλά διαδρομές μέσα από τεθλασμένα καλοκαίρια, μέσα από σχέδια και οράματα που ξεκίνησαν με άλλο σκοπό και άλλο στόχο και κατέληξαν μέσα από λάθος επιλογές και λάθος στροφές σε «απολήξεις» ματαίωσης, όπως καταλήγει στο τελευταίο ποίημα με το οποίο κλείνει η ποιητική συλλογή.

 

Τεθλασμένα καλοκαίρια
ενός δειλινού ανερμάτιστου,
μια διαδρομή σ’ ένα αμάξι
σ’ ένα δρόμο ατελείωτο
δίχως αρχή
και δίχως τέλος
και δίχως προορισμό,
τυχαίοι διαβάτες
που τολμήσαμε να διασχίσουμε
μια μέρα ωραία
την άγνωστη λεωφόρο,
με ένα σακίδιο στους ώμους
κι έναν ήλιο
που μας κοίταζε και μας έγνεφε
μέσα απ’ τους σπασμένους καθρέφτες
ενός τοπίου αδάμαστου.

 

Μας μιλά η Χρυσάνθη για αυτές τις  Διαδρομές ζωής που ίσως όλοι έχουμε διαβεί, αλλά και για τα αισθήματα ματαίωσης που όλοι έχουμε νιώσει για τις επιλογές που κάναμε ή που δεν κάναμε τελικά στην πορεία των διαδρομών μας. Μας μιλά για τα τοπία που δαμάσαμε ή παρέμειναν αδάμαστα για εμάς, για τα ανερμάτιστα δειλινά και στους σπασμένους καθρέφτες της ζωής μας. Για τόπους αφιλόξενους που διασχίσαμε χωρίς ποτέ να νιώσουμε ότι κατακτήσαμε. Με την ποίηση της, λοιπόν, η Χρυσάνθη μας προσκαλεί σε μια ουσιαστική συνάντηση με τον εαυτό μας και σε μια ειλικρινή συνομιλία με την ευθύνη μας, στην οποία θα πρέπει να ενδώσουμε, και όχι να προσπεράσουμε αδιάφορα ή βιαστικά, γιατί διαφορετικά… «Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση κι εγώ που δε διαβάζω κινδυνεύουμε. Εσύ να χάσεις τα ποιήματα κι εγώ τις αφορμές τους». Μιχ. Γκανάς


Με οδηγούς τα  ποιήματα της  πολλοί από εμάς μπορούμε να βρούμε τους Διαιρεμένους εαυτούς μας, τους τεθλασμένους εαυτούς, όπως η ίδια η ποιήτρια τους αποκαλεί στο ομότιτλο ποίημα. Τους εαυτούς που δέχονται τόσες επιρροές, και τόσες ηχηρές επιδράσεις που σπάνε τον ευθύ δρόμο μας και μας ανοίγουν άλλες διαδρομές, άλλες ζωές με θολές, αντανακλώμενες και ακαθόριστες όμως πάντα λύσεις.

 

"Διαιρεμένοι εαυτοί"

Τεθλασμένοι εαυτοί

Στα μισάνοιχτα παράθυρα,

Διαιρεμένοι εαυτοί

Στα τρία, στα εννιά, στα εικοσιπέντε,

Ποιον να διαλέξεις

Ο αέρας που μπαίνει

Και ο θόρυβος των αυτοκινήτων

Τόσο επιτηδευμένος, τόσο φιλάρεσκος,

Στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

Τόσες ζωές,

Ποια να διαλέξεις

Τόσες εκδοχές,

Τόσες θολές αντανακλώμενες

ακαθόριστες λύσεις

 

Η γραφή της Χρυσάνθης Ιακώβου αποπνέει τη δυναμικότητα και ωριμότητα της ποιήτριας. Η καταγραφή  και η σύνθεση των στίχων είναι ειλικρινής, μεστή με έντονα αυτοβιογραφικά ίσως στοιχεία. Μας προτάσσει ένα καθρέφτισμα με τον εαυτό της,  ή ακόμη καλύτερα απευθύνει μια πρόσκληση για συνομιλία με τον καθρέφτη της ψυχής για καθένα αναγνώστη των ποιημάτων και συνοδοιπόρο στις ποιητικές διαδρομές της. Ένα καθρέφτισμα που οδηγεί σε μια ειλικρινή, βαθύτερη συνομιλία με όρους αποδοχής... Ένας απολογισμός ζωής, όπου αλήθειες, βιωμένες εμπειρίες και πληγές που έκλεισαν αλλά άφησαν σημάδια  και ουλές συνομιλούν ισότιμα μεταξύ τους, χωρίς κανείς να εικάζει πως κατέχει ακριβώς την αλήθεια και το κλειδί της συνομιλίας αυτής. Γιατί  «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν", όπως επισημαίνει εύστοχα ο Γιώργης Παυλόπουλος στα "Αντικλείδια".

 

Τα ουσιαστικά

Η δηλωτική ισχυρή δύναμη του ουσιαστικού συνέχει τους στίχους της Χρυσάνθης Ιακώβου και τους αφήνει ταυτόχρονα μετέωρους σε μια δική τους αυτόνομη πορεία. Τα ουσιαστικά κυριαρχούν και στα 37 ποιήματα της ποιητικής συλλογής. Δεν υπογραμμίζονται όμως από ρήματα ούτε δηλώνονται ως απαραίτητα συμπληρώματά τους.  Μένουν αυθύπαρκτα και δηλώνουν την ουσία της σκέψης της ποιήτριας ως αγωγοί που μεταφέρουν και καταγράφουν την εμπειρία της και «φωτογραφίζουν» το συναίσθημα της ποιήτριας. Αυτή η δυναμική παρουσία των ουσιαστικών θεωρώ πως είναι ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο της ποίησης της Χρυσάνθης και  μου αρέσει πολύ, καθώς φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό.

 

Το σχήμα της αντίθεσης κυριαρχεί επίσης στην ποίηση της και αποτελεί ένα εργαλείο που υπηρετεί και κατευθύνει ίσως και υπαγορεύει την έμπνευση της ποιήτριας και ορίζει τις τεθλασμένες διαδρομές της. Η αντίθεση της ανατροπής αλλά και η αντίθεση της ολότητας που περικλείει μέσα της όσα διαχωρίζονται, εκούσια ή ακούσια.

 

 ..το ταξίδι μας
το αταξίδευτο...
...για το χώρια και το μαζί...
...των ημερών και των νυχτών...
...εντός κι εκτός της ζωής...
...υπάρχει και δεν υπάρχει.

…νικητήριες ήττες

 

Ας δούμε τους τίτλους των ποιημάτων. Οι τίτλοι των ποιημάτων που φιλοξενούνται στην ποιητική συλλογή «τεθλασμένοι Χρόνοι» είναι στην πλειονότητα τους ουσιαστικά. Ουσιαστικά  ηχηρά και εύηχα, τα περισσότερα γένους θηλυκού (Αναμονή, Μια αστραπή διηνεκής, ισορροπία, αστοχία, συγχώρεση, Μνήμη, ταλάντωση, αφύπνιση, κάθαρση, Διακοπή, Σκιές, Μια άνοιξη, Επανάσταση, Μετατοπίσεις, Απολήξεις). Οι τίτλοι αυτοί συνθέτουν θαρρείς το χάρτη του ταξιδιού της ζωής που διατρέχουμε σε τεθλασμένους χρόνους. 

 

Δυο μόνο εξαιρέσεις εντόπισα, όπου επιρρήματα επιγράφουν και τιτλοφορούν τα ποιήματά της. Ένα από αυτά είναι το αγαπημένο μου  ποίημα με τον τίτλο "Εκτός" που χαρακτηρίζεται από στοιχεία αυτοαναφορικότητας και έντονης κοινωνικής κριτικής. Πρόκειται στην ουσία για έναν απολογισμό επιλογών ζωής και στάσεων που αποδείχτηκαν μάταιες και ατελέσφορες. 

 

Βυθισμένα κι αναδυόμενα

Μέσα από την ομίχλη της νύχτας,

Παιδιά εμείς της ενοχής

σε τοπία αθέατα

Εξόριστα από τον τόπο και τον χρόνο,

Απόκληροι εμείς

Που πασχίσαμε κάποια στιγμή να διαπρέψουμε

έξω από τις συμβάσεις,

Ομιχλώδη, αναδυόμενα και υγρά

από την ανάσα της νύχτας

Όσα ζήσαμε λαθραία και υπεροπτικά

στην άλλη πλευρά της σελήνης.

 

Αυτό το συλλογικό εμείς που απλώνει και βαθαίνει τη σκέψη της ποιήτριας και της προσδίδει μια έννοια συλλογικότητας και συνυπευθυνότητας αφήνοντας σε θολό, δεύτερο πλάνο το κυρίαρχο αυτοαναφορικό εγώ... "Παιδιά εμείς της ενοχής"!…  Ίσως όλοι εμείς ….Εξάλλου ο  Μανόλης Αναγνωστάκης εμφαντικά δηλώνει πως «Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας».

 

Το αίσθημα ματαίωσης και απογοήτευσης παρουσιάζεται κυρίαρχο –ως μοτίβο- θα έλεγα και συνέχει όλα σχεδόν τα ποιήματα στην παρούσα ποιητική συλλογή.  Και τα θέματα της έμπνευσής της: άλλοτε ένα δίλημμα, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο ζωής, ένας παράφορος ή ανικανοποίητος έρωτας, μια ζωή αταξίδευτη, μια επανάσταση συμβιβασμένη, μια Άνοιξη απρόθυμη και μια θέαση αθέατης ζωής πρωταγωνιστούν στα ποιήματα της Χρυσάνθης και καθορίζουν τη διαδρομή των τεθλασμένων χρόνων.

 

Θεματικές Ενότητες

 1η Φιλοσοφικά/ υπαρξιακά. Ο στίχος που επιγράφει την μαυρόασπρη φωτογραφία με την οποία στεφανώνεται και ίσως τιτλοφορείται η  πρώτη ενότητα των ποιημάτων «Μια ψευδαίσθηση η ζωή μας ένα κυνήγι για τα ανέφικτα» δηλώνει και τη βασική εστίαση της ποιήτριας στα ποιήματα που εμπεριέχει στην ενότητα αυτή.

 

Η στάση μας απέναντι στη ζωή, οι ευθύνες που αναλάβαμε ή που προσπεράσαμε, τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε ή που αφήσαμε να μας νικήσουν άλυτα, οι  αγώνες που δώσαμε για τα όνειρα μας που διαψεύσθηκαν και ματαιώθηκαν στην πορεία της διαδρομής μας, της τεθλασμένης διαδρομής μας, απασχολούν την ποιήτρια και εμπνέουν μοναδικά την ποιητική γραφή της. Η αγωνία του ανθρώπου να βρει την ισορροπία του ανάμεσα στο όραμα και τη διάψευσή του κάθε μέρα, δηλώνεται ηχηρά σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της ενότητας αυτής.

 

Οι άνθρωποι κυνηγημένοι και "βιαστικοί / ισορροπούμε / σε μια μονάδα του χρόνου / πλέουμε / και επιπλέουμε / σαν πεταλούδες / μέχρι να τελειώσει / το εικοσιτετράωρο…» όπως δηλώνει η ίδια στο ποίημα "Εικοσιτετράωρο"

 

"Αστοχία"

Και ήταν αυτή η απέλπιδα ανάγκη για να υπάρξουμε,

για να βαφτίσουμε τις λέξεις από την αρχή,

να δώσουμε σε όσα ζήσαμε δικό μας όνομα

κι εκείνος ο εξαίσιος ο πόνος ο κατάδικος μας

που τον ονομάσαμε αγάπη από πλάνη,

από επιπολαιότητα από ανοησία ακόμη…

 

Παρά το νεαρό της ηλικίας της, τολμά η Χρυσάνθη και μιλά για απολογισμούς ζωής σε μια μετάβαση ίσως από τον κόσμο της νεότητας στον κόσμο της ωριμότητας. Θεωρώ πως πρόκειται για μια στοχαστική, κοινωνικο/υπαρξιακή αναζήτηση της ποιήτριας με φιλοσοφικό περιεχόμενο.  Η ποιήτρια παρατηρεί, κρίνει και συχνά αναθεωρεί ιδέες, επιλογές, αποφάσεις  όχι όμως μόνο για την ίδια, αλλά κυρίως ως μια πρόσκληση στον αποδέκτη των ποιημάτων της, στον καθένα από εμάς.  Γι' αυτό και σε πολλά ποιήματα χρησιμοποιεί το β΄ ρηματικό πρόσωπο και εδραιώνει με την επιλογή αυτή, η ίδια την άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη της ποίησης της σε  άχρονο και άτοπο πλαίσιο, μιλώντας αφοπλιστικά για τη ζωή και τις διαδρομές της.

 

«…Και ο χρόνος μένει αιώνιος ζωντανός προωθημένα ξόδεψες μια λάθος ζωή σ΄ έναν τόπο που δεν ήταν ποτέ ο σωστός»

«γιατί μένεις αναποφάσιστος, σκυφτός μια  ρωγμή στην απουσία των πραγμάτων… να υποκλίνεσαι στις συμβάσεις, να υπομένεις μια συναλλαγή παράνομη, να αφήνεις το ρίσκο και να καταλήγεις σε θραύσματα»  

 

Ο μόνος δηλωμένος χρόνος στην ποίηση της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι το παρελθόν, ποτέ το παρόν και το μέλλον, και το θέρος- το καλοκαίρι που χρησιμοποιείται ως μια εποχή αγαπημένη σε διαδρομές αρχικά της παιδικότητας μας,  αλλά και ως μια εποχή που πρόδωσε και εξαπάτησε τα όνειρα και τις προσδοκίες μας και χειμώνιασε τη «ζέστη»  ανεκπλήρωτων πόθων.

 

Παιδικά καλοκαίρια

και ώριμα φρούτα του Αυγούστου,

μας εξαπάτησες μέσα απ’ τη μνήμη και την αντοχή

ένα καλοκαίρι σαν ηλιοβασίλεμα στον ουρανό του χρόνου

και οι ανάσες των ερώτων

που μυρίζουν Δεκέμβρη.

 

Έτσι το όραμα για μια καλύτερη ζωή έμεινε ανεκπλήρωτο, ο ήλιος  «ο ακυβέρνητος πάνω από σταυροδρόμια των διαδρομών μας…» είναι κάλπικος, η ψευδαίσθηση επιβεβαιώνεται και η πλάνη τελικά είναι εθελούσια.

 

Θέρος ανεξίτηλο

Ανέγγιχτο στα νήματα των ετών μας εξαπάτησες

Ανάμεσα στα παιδικά γέλια

Τα μεσημέρια με τα μισάνοιχτα στόρια

Τη σκιά των πεύκων

Και το τραγούδι του Τιθωνού,

 

«Ω κάλπικε ήλιε… πως θα ξοδεύαμε έτσι απλόχερα τόσες μέρες, τόσες στιγμές σε μια εθελούσια πλάνη…»

 

Η 2η Ενότητα  εμπεριέχει ποιήματα που αναδύουν έντονα την αίσθηση του ερωτικού πόθου, άλλοτε ανικανοποίητου και άλλοτε ανεκπλήρωτου, παντοτινά όμως παρόντα. Η φωτογραφία  της ποιήτριας που τα επιγράφει στέκει ως ηχηρή δήλωση και αποτύπωση του υγρού στοιχείου, αέναα συνδεδεμένου με τον έρωτα  σε μαυρόασπρο όμως πάντα φόντο.

 

Και οι στίχοι δηλωτικοί: «Κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό και μια στάλα νερό δεν ήπιαμε», ως ανάξιοι ίσως και προδομένοι εραστές… Ο έρωτας κυριαρχεί ως θέμα και συνέχει όλα τα ποιήματα που ανθολογεί η ποιήτρια σε αυτή την ενότητα για την οποία θα μας μιλήσει αναλυτικότερα η Αντωνία με πρώτο το ποίημα που δανείζεται τον τίτλο του από το διήγημα του Παπαδιαμάντη « Έρως, Θέρος».

 

Με την 3η ενότητα  ολοκληρώνεται ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ της 2η ποιητικής συλλογής της Χρυσάνθης Ιακώβου με 5 ποιήματα που χαρακτηρίζονται για τον κοινωνικό τους προβληματισμό. Ο άνθρωπος-πολίτης στοχάζεται απογοητευμένος τα κακώς κείμενα της εποχής μας και ανερμάτιστος αναζητά την ισορροπία εντός ή εκτός του. Οι στίχοι προπομποί είναι και εδώ ιδιαίτερα δηλωτικοί: Το εγώ της ποιήτριας και του κάθε ανθρώπου ξεπροβάλλει δυναμικά, δηλώνει παρόν και διεκδικεί μια καλύτερη προοπτική, μια καλύτερη ίσως ζωή, μια καλύτερη διαδρομή. «Εδώ εγώ εντός και εκτός της ζωής σε μια παρένθεση στο αβάσταχτο φάσμα του χωροχρόνου».

 

Η φωτογραφία της ποιήτριας και εδώ καταφέρνει να οπτικοποιήσει τη σκέψη και την έμπνευση της ίσως.  Ένα άδειο παράθυρο από όπου κάποιος κοιτά χωρίς να φαίνεται τον μαραμένο, φθαρμένο, κουρασμένο κόσμο μας… Οι τίτλοι των ποιημάτων  φέρουν το βάρος της απογοήτευσης: Ημιτελές, Μετατοπίσεις, Λαθραίοι διαβάτες, Επανάσταση και Πόλεις σφραγιστές.

 

Τέλος η ποιητική συλλογή ολοκληρώνεται με τη φωτογραφία ενός σκυθρωπού, συννεφιασμένου τοπίου σε μαυρόασπρο πλάνο με μια προοπτική όμως φωτεινής ανατροπής. Μοναδικό σημείο αναφοράς ένας στύλος ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα έρημο τοπίο και την προοπτική μιας επερχόμενης καταιγίδας για να ποτίσει ή… να «κάψει». Μια αστραπή διηνεκής …καταλήγει σε "Απολήξεις" με τη δήλωση του τελευταίου στίχου «Ακολουθώ μια ήττα που ήδη είχα μέσα μου από πάντα». Για μένα όμως ήδη έχει κατακτήσει με τους «Τεθλασμένους Χρόνους» της μια ποιητική νίκη… 

 

* Από την παρουσίαση του βιβλίου "Τεθλασμένοι χρόνοι" στις Σέρρες, στις 17 Ιανουαρίου 2018. Η Σύλια Ζέττα, μία εκ των δυο ομιλητριών, είναι φιλόλογος.

 

 

Η Αντωνία Θεοχαρίδου για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", από την παρουσίαση στις Σέρρες

Ξεκινώντας θα σας παρουσιάσω την ποιήτρια μέσα από στοιχεία που επιλέγει η ίδια για να αυτοπροσδιοριστεί. Η Χρυσάνθη Ιακώβου αποφάσισε να γίνει συγγραφέας με το που έπιασε το μολύβι στα χέρια της. Θεωρεί ότι σχεδόν τα κατάφερε, επειδή το 2013 εξέδωσε την ποιητική της  συλλογή «Αχ-έρων» (εκδόσεις Βακχικόν). Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία, εργάζεται ως συντάκτρια, γράφει και γενικά παλεύει με τις λέξεις. Βρίσκεται σε μόνιμη πνευματική και υπαρξιακή ανησυχία. Οι μεγαλύτερες αγάπες της μετά το γράψιμο είναι ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η φωτογραφία.

 

Η ίδια η ποιήτρια σε συνέντευξη για τη σχέση της με τη λογοτεχνία λέει επίσης: "Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να σταματήσει κάποια στιγμή να γράφει ποίηση. Οι στιγμές της συγγραφής ενός ποιήματος έχουν τόση ζωτική σημασία όση, θα έλεγα, και η αναπνοή".

Έτσι μας δίνει το στίγμα της η Χρυσάνθη Ιακώβου, με μετρημένες λέξεις, φειδωλά, δημιουργώντας ένα κλίμα μυστηρίου γύρω από το πρόσωπό της. Όμως, η Σύλια και εγώ, είμαστε εδώ για να κάνουμε κάποιες αποκαλύψεις τόσο για την ίδια την ποιήτρια όσο και για το έργο της.

 

Τη Χρυσάνθη είχα την τύχη και τη χαρά να την γνωρίσω πριν από δέκα χρόνια περίπου, τότε που βρεθήκαμε να παρακολουθούμε μαζί το εργαστήρι θεατρικής γραφής του Παναγιώτη Μέντη στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών. Νεαρή φιλόλογος, ξεχώριζε για την ευγένεια, τη θετική ενέργεια που εξέπεμπε και τη δυναμικότητα του λόγου της. Μας ένωσε η κοινή μας αγάπη για τη συγγραφή και πολλές φορές μετά τα μαθήματα ανεβαίναμε παρέα μέχρι την Πλατεία Ελευθερίας και στους έρημους νυχτερινούς δρόμους της πόλης και μιλούσαμε –για τι άλλο;- για λογοτεχνία και θέατρο. Εκεί κάπου χώριζαν οι δρόμοι μας , όπως χώρισαν και τυπικά μετά το τέλος του σεμιναρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πάψαμε να επικοινωνούμε κάπου –κάπου και να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον η μία τις δουλειές της άλλης. Λίγα χρόνια αργότερα, συναντηθήκαμε και πάλι σ' ένα άλλο εργαστήρι συγγραφής, που αυτή τη φορά εγώ ήμουν η εμψυχώτρια και η Χρύσα η μαθήτρια. Μια μαθήτρια που ξεχώριζε για την άνεσή της στη γραφή, την πρωτοτυπία των θεμάτων της, τη μαχητικότητα των θέσεών της και τη βαθιά συναισθηματική προσέγγιση των ηρώων της. Ο χειμαρρώδης λόγος της και η θεατρικότητα στην ανάγνωση μας γοήτευε. Δεκτική στα σχόλια τα δικά μου και της ομάδας πάνω στα κείμενά της, προσπαθούσε πάντα για το καλύτερο γράφοντας και σβήνοντας για να ξαναγράψει έως ότου επιτευχθεί το τελικό αποτέλεσμα. Το διήγημά της «Η γάτα»,  που δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Αποτυπώματα γραφής» με ηρωίδα μια ιδιαίτερη γάτα, ξεχωρίζει για την πρωτοτυπία του θέματος και την άρτια γλώσσα.

 

Όμως από ό,τι φαίνεται τη Χρυσάνθη την κέρδισε η ποίηση. Για τη σχέση της με την ποίηση, η ίδια η ποιήτρια μας δίνει την απάντηση της με στίχους: "Σ' ένα δωμάτιο με κλειδωμένες πόρτες / (η ποίηση) είναι η μόνη πόρτα ξεκλείδωτη˙ / είναι μια γέφυρα, / μια πύλη, / μια αχτίδα φωτός, / περπατάς πάνω της, / σχοινοβάτης, / για να φτάσεις στον ήλιο".

 

Ο Γιάννης Ρίτσος λέει ότι «πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια».  Η ποίηση για τους περισσότερους από εμάς είναι μια πόρτα κλειστή της οποίας αναζητούμε το κλειδί ξέροντας εκ των προτέρων ότι ο καθένας πρέπει να βρει το δικό του προσωπικό κλειδί, γιατί η πόρτα της ποίησης έχει τόσα κλειδιά όσους και αναγνώστες.

 

Η κ. Ζέττα και εγώ δεν είμαστε σήμερα εδώ για να σας δώσουμε τα κλειδιά της ποιητικής της Χρύσας Ιακώβου. Είμαστε εδώ για να  μοιραστούμε μαζί σας την προσωπική μας  εμπειρία από την περιπλάνηση στον μαγευτικό κόσμο της ποίησης όπου δεν υπάρχει μια και μοναδική ερμηνεία. Διότι  η ποίηση είναι πολυσήμαντη. Οποιαδήποτε απόπειρα μονόπλευρης προσέγγισής της είναι μια παγίδα η οποία μπορεί να αφήσει εκτεθειμένο αυτόν που θα επιχειρήσει να το κάνει. Ο Άλαν Πόε λέει: «Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν, και λέξεις που καίνε».

Ναι, η ποίηση είναι σκέψεις που καίνε, που δεν ησυχάζουν, που επανέρχονται απαιτητικές, κάνοντας πάλι και πάλι αναλύσεις, αξιολογήσεις, ανακατατάξεις, διεκδικώντας χώρο για να εκφραστούν, να αποκαλυφτούν. Το ερώτημα είναι ποιος αποκαλύπτεται τελικά μέσα από τους στίχους; Ο ποιητής ή ο αναγνώστης; Γιατί ο μεν πρώτος το κάνει συνειδητά και ίσως επί σκοπώ. Ο δεύτερος  όμως, συχνά ανυποψίαστος, βρίσκεται ξαφνικά σε μια νέα κατάσταση ακούσιας συνειδητοποίησης  όπου βιώματα, συναισθήματα, φόβοι, αγωνίες, ενοχές, αναμνήσεις  ανακαλούνται συνειρμικά από το υποσυνείδητο διαταράσσοντας την φαινομενικά γαλήνια επιφάνεια των πραγμάτων. Η ποίηση, όπως και κάθε μορφή τέχνης, μιλά με διαφορετικό τρόπο στον καθένα μας, και ο κάθε ένας από εμάς στη συνέχεια ανταποκρίνεται με διαφορετικό τρόπο στο κάλεσμά της.

 

Τι αναζητάμε αλήθεια εμείς οι αναγνώστες της ποίησης;  Μήπως τον ίδιο μας τον εαυτό; Μήπως  συνοδοιπόρους στο ταξίδι που δεν κάναμε από φόβο, δειλία ή αδιαφορία; Μήπως ένα άλλοθι, μια δικαιολογία για τις λάθος επιλογές μας; Μήπως έναν ουρανό για να ονειρευτούμε; 

 

Η Κική Δημουλά λέει: «Η ποίηση βοηθάει όσο το κερί σ’ ένα σκοτεινό ξωκλήσι με φευγάτους όλους τους αγίους, παρηγορεί αυτούς που την αγαπούν, γιατί βρίσκουν κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε ένα ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».

 

Ο ποιητής γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, το ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή, τα πράγματα, τον κόσμο που τον περιβάλλει. Οι λέξεις, που με μεγάλη προσοχή και έγνοια επιλέγονται και στη συνέχεια αποτυπώνονται πάνω στο χαρτί, είναι η κραυγή του, το σημείο επαφής και επικοινωνίας του με τον εσωτερικό του κόσμο από τη μια, και τον εξωτερικό από την άλλη. Τι προσδοκά να πετύχει ο ποιητής με την ποίησή του; Μια αλλαγή; Μια επανάσταση; Προσδοκά να βρει διαύλους επικοινωνίας με το κοινό ή με τον ίδιο του τον εαυτό;  Θα έλεγα ότι ο ποιητής γράφει,  γιατί αν δεν γράψει, θα τον πνίξουν οι λέξεις.

 

Και η Χρυσάνθη γράφει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. «Οι Τεθλασμένοι χρόνοι» γεννιούνται σε μια εποχή που τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση, που η πορεία της ζωής του ατόμου είναι κάθε άλλο παρά μια ευθεία γραμμή. Που το μαύρο που επικάθεται στην ψυχή είναι είτε θλίψη, είτε απόγνωση, είτε παραίτηση.

 

Μαύρο φόντο και για το  εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής «Τεθλασμένοι χρόνοι», όπου κυριαρχεί ένας ραγισμένος καθρέφτης. Το βλέμμα του αναγνώστη παγιδεύεται από  το έντονο κίτρινο ενός ήλιου που δύει μέσα σε μια πορτοκαλί θάλασσα. Μουντό περιβάλλον, αδιαπέραστο, χωρίς ίχνος ζωής. Το άτομο, το Εγώ, υπάρχει άραγε κάπου μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη; Είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο που παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το τώρα; Είναι ένα είδωλο που αναγνωρίζει τον εαυτό του ανάμεσα στις τεθλασμένες γραμμές της ανθρώπινης μοίρας και επαναπαύεται; Ή είναι ένα Εγώ που ανησυχεί και υποφέρει για ό,τι συμβαίνει και για ό,τι δεν συμβαίνει;

 

Στα ποιήματα διακρίνουμε μια απολογητική τάση, χαρακτηριστικό στοιχείο της ωριμότητας. Η ποιήτρια αγαπάει την  ιδέα του απολογισμού, ενός απολογισμού δημιουργικού που σκοπό έχει να μετουσιώσει σε λέξεις την εμπειρία και τους προβληματισμούς που επανέρχονται βασανιστικά. Η ίδια λέει: «Κουβαλάμε το βάρος των πράξεών μας και των αποφάσεων μας. Αυτό που θέλω να περάσω με την συλλογή μου είναι το πόσο ευθυνόμαστε για τις επιλογές μας και κατά πόσο πρέπει να ζούμε με το βάρος των πράξεων και των αποφάσεών μας». Αυτό είναι κάτι που την απασχολεί έντονα και, θα τολμούσα να πω, κάτι που την πνίγει, της δημιουργεί ασφυξία, σε βαθμό που όταν την ακούσεις να μιλάει γι’ αυτά που την ενοχλούν και την ανησυχούν, νομίζεις  ότι είναι έτοιμη να αναποδογυρίσει τον κόσμο όλο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

 

Δεν είναι εύκολο να γράψεις ποίηση. Ο Paulo Coelho λέει: «Αν νομίζετε ότι η περιπέτεια είναι επικίνδυνη, δοκιμάστε τη ρουτίνα, είναι θανάσιμη». Η Χρυσάνθη Ιακώβου, λοιπόν φαίνεται ότι προτιμάει την περιπέτεια από τη ρουτίνα και γι’ αυτό το λόγο τολμά να βουτήξει βαθιά στα άγνωστα, πλάνα νερά της ποιητικής τέχνης και να ξεκινήσει «για το κυνήγι για τα ανέφικτα», το κυνήγι για τα άπιαστα όνειρα.

 

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, αλλού ένιωσα μια γλυκιά νοσταλγία γι’ αυτά που έφυγαν και χάθηκαν μέσα στο χρόνο κι αλλού πάλι ένα σφίξιμο στο στομάχι αναλογιζόμενη τη δικιά μου ευθύνη ως πολίτης για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Υπήρξαν πάλι φορές που με πλημμύρισε μια μελαγχολία διαβάζοντας για κάλπικους και εφήμερους έρωτες, για λάθος επιλογές, για μοναχικούς διαβάτες, για σφραγισμένες πόρτες και αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν ένα δημιουργικό και ζωντανό νεαρό κορίτσι να επιλέγει να γράψει στίχους τόσο μελαγχολικούς. Γρήγορα κατάλαβα ότι έπεσα στην παγίδα της απλοϊκής σκέψης λόγω της προηγούμενης γνωριμίας μου με την Χρυσάνθη και,  αλλάζοντας οπτική, την είδα με την ιδιότητα  της ποιήτριας. Και τότε κατάλαβα. Η Χρυσάνθη Ιακώβου ανήκει στην ξεχωριστή κατηγορία των ευαίσθητων ατόμων που βασανίζονται από πολλά Γιατί  για όσα  συμβαίνουν μέσα τους ή γύρω τους. Είναι ένα ταλαντούχο άτομο, που αγαπάει τον πειραματισμό, δε φοβάται την έκθεση και δε διστάζει να μας κάνει κοινωνούς των προβληματισμών και των ανησυχιών της. Έχει το ταλέντο να δέχεται ερεθίσματα από το περιβάλλον, να τα αφομοιώνει, και να τα μετουσιώνει  σε λέξεις, σε ποιητικό λόγο με πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις.

 

Στα 37 ποιήματα που αποτελούν την ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι» αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης της ποιήτριας. Η συλλογή  χωρίζεται σε τρεις θεματικές ενότητες: τα υπαρξιακά ποιήματα, τα ερωτικά, τα κοινωνικά και στο τέλος, αντί επιλόγου παρατίθεται το ποίημα «Απολήξεις».

 

Στη δεύτερη κατηγορία ποιημάτων κυριαρχεί ο έρωτας.

 

O έρωτας κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου. Εκφράζεται σαν ένα συναίσθημα άλλοτε ρομαντικό και  τρυφερό, κι άλλοτε σαν μια κόλαση, μια τρικυμία που πνίγει τους εραστές στα κύματά της ή τους κρατά αιχμάλωτους στο βυθό των αισθήσεων.

 

Η φύση, με μία ρομαντική διάθεση, λειτουργεί ως βασική έμπνευση για την ποιήτρια.  Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ αστέρια στο «Εναλλάξ», η βροχή, οι νεροποντές, οι τρικυμίες και το ουράνιο τόξο στην «Κάθαρση»  δημιουργούν οπτικές και ακουστικές εικόνες παρασύροντας τον αναγνώστη στο ερωτικό ταξίδι του Εγώ και του Εσύ, όπου τον κύριο λόγο έχει σχεδόν πάντα το Εγώ. Το Εσύ είναι ένας ακαθόριστος "Άλλος" που άλλες φορές είναι το αντικείμενο του έρωτα, άλλες φορές η αιτία της απογοήτευσης και άλλοτε ένας βουβός συνομιλητής. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι το Εσύ είναι το alter ego του Εγώ που αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό, αναθεωρεί τις απόψεις του, μετανοεί, βάζει όρους και όρια, αλλά πάντα στο τέλος υποτάσσεται στη μοίρα του έρωτα.

 

Το πρώτο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Έρως, Θέρος», είναι ένα ρομαντικό, τρυφερό  κείμενο όπου ο έρωτας, παράφορος σαν την αποπνικτική καλοκαιρινή ζέστη και εύθραυστος σαν τις  ολάνθιστες αμυγδαλιές, κόβει την ανάσα των εραστών και του αρκεί ένα αυτοκίνητο μ’ ανοιχτά παράθυρα για να ολοκληρωθεί. Όλες οι αισθήσεις ενεργοποιούνται στην ανάμνηση "της μυρωδιάς και της γεύσης των χειλιών του αγαπημένου, των αθάνατων αγγιγμάτων, των ολόφωτων μονοπατιών των ματιών του". Ένας μικρόκοσμος είναι ο κόσμος όλος των ερωτικών συντρόφων στον οποίο δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλο.  

 

"Μικρόκοσμος"

Ωραίος που ήταν ο μικρόκοσμός μας,

Ντυμένος με σκοτάδια

Και ημίφωτα,

Με άλματα μεγάλα

Και προσδοκίες μικρές,

Πεπερασμένος και ωραίος,

Μια στάση

Μια εξαίρεση

Στο ατέλειωτο

 της αιωνιότητας.

 

Ο έρωτας, παρόλο το πεπερασμένο της φύσης του, είναι η πόρτα που οδηγεί στην αιωνιότητα. Κάποιες φορές όμως, οδηγεί στην κόλαση, μια κόλαση στην οποία το Εγώ εισέρχεται από επιλογή.  Αυτόν τον έρωτα τον  φαύλο, τον καταδικασμένο, τον ισοπεδωτικό, τον αλλοτριωτικό, τον αδιέξοδο το Εγώ είναι αποφασισμένο να τον ζήσει. Καλύτερο το ψέμα από την αλήθεια, καλύτερη η τρικυμία από την ξέρα. Και  τότε προσπαθεί απεγνωσμένα να  παρασύρει και τον αγαπημένο στο ταξίδι προς την κόλαση απευθύνοντάς του ένα αγωνιώδες κάλεσμα.

 

"Κάθαρση"

Έλα, να πνιγούμε στις ζάλες μας

Και στις τρικυμίες μας, έλα,

Να μη διασωθούμε ναυαγοί

Ηττημένοι απ’ τα ουράνια τόξα

Της επόμενης μέρας,

Να μη σωθούμε

Και να μη σώσουμε ποτέ,

Έλα, σου λέω,

Ας μη φτάσουμε να σβήσουμε τ’ αγγίγματα

Με καινούργιες βροχές

Με ψεύτικες αλήθειες.

 

Στο ποίημα «Το εισιτήριο» η ποιήτρια γράφει: «μεθυστικό να αγαπάς ό,τι θα σε σκοτώσει». "Είσαι σίγουρη;" τη ρώτησα. "Είσαι σίγουρη  ότι ο έρωτας σκοτώνει;". "Όχι πάντα", απάντησε με κάποιο δισταγμό και πρόσθεσε: "αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά του".

 

Από το  ποίημα «Εισιτήριο»

«Η ευωδία του κορμιού σου

Ένας χάρτης για τον Άδη μου,

Ένα φιλί απαγορευτικό

Και είμαι ήδη στην κόλαση».

 

Και  από την  «Αφύπνιση»

«Με πότισες

Με όνειρο βαθύ,       

Με υπόταξες

Σε μια αιώνια καταδίκη».

 

Στο ποίημα «Οι εραστές», το Εγώ και το Εσύ ενώνονται και γίνονται Εμείς, ένα Εμεις αντισυμβατικό, που έρχεται αντιμέτωπο με το αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο το οποίο δεν ανέχεται «το εκτός πλαισίου».  Για την ποιήτρια δεν υπάρχει ένοχος έρωτας, δεν υπάρχουν ένοχοι εραστές. Το μόνο που υπάρχει είναι ο χρόνος ο δικός τους, ο χρόνος του έρωτά τους που αναπνέει μέσα στο δικό τους μικρόκοσμο.

 

Η ερωτική σχέση είναι ένα ωραίο ταξίδι, πολλά υποσχόμενο, με έντονες συγκινήσεις, και πολλά απρόοπτα που όμως κάποια στιγμή τελειώνει. Η ποιήτρια φαίνεται να είναι έτοιμη γι’ αυτό το τέλος, να το θεωρεί φυσικό, αναμενόμενο.

 

Από το ποίημα «Η διακοπή»

«Και το ταξιδι μας τελειώνει εδώ…

Στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ

Στους δρόμους που δεν διασχίστηκαν

Και στις υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν,

Μ’ ένα μειδίαμα θλιβερό,

Με τη βεβαιότητα της αμφιβολίας

Όπως τελειώνουν όλα τα ταξίδια».

 

Και μετά το τέλος τι; Μια καινούργια αρχή; Όχι. Στην ποίηση της Χρυσάνθης Ιακώβου δεν υπάρχει επανεκκίνηση, δεν προαναγγέλλεται μια νέα αρχή.  Τα ποιητικά υποκείμενα δε φαίνονται διατεθειμένα να κάνουν μια καινούργια αρχή, ίσως να μην μπορούν, ίσως να μην την επιδιώκουν. Μένουν να ζουν μέσα στην απόλυτη σιωπή, το κενό, με την ανάμνηση μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας, με την απουσία του αγαπημένου.

 

"Σκιές"

Στο σπίτι αυτό

δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα

και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις

δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά

αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.

 

Το αστικό τοπίο επανέρχεται κάθε τόσο με την απάνθρωπη και σκοτεινή του διάσταση. Η εικόνα της σύγχρονης πόλης πληγώνει την ποιήτρια με την εμφανή φθορά της, την εγκατάλειψη και την παθητικότητα των κατοίκων της, οδηγώντας την να αναζητά απεγνωσμένα μια αχτίδα αισιοδοξίας μακριά από την εσωστρέφεια, την απομόνωση και τη μελαγχολία.

 

Ένα τελευταίο ποίημα αγαπημένο  της ποιητικής συλλογής «Τεθλασμένοι Χρόνοι» είναι οι «Πόλεις σφραγιστές»

 

Και η πόλη μοναχή

με τα γκρίζα στενά της,

τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,

τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,

χαμένη στο ημίφως

που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,

υπάρχει και δεν υπάρχει

στον πελώριο χάρτη του κόσμου,

κι οι κάτοικοί της

υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,

αφουγκραστήκαμε κάποτε

τον αχό της ιστορίας,

ανυψωθήκαμε

ίσα με τις ταράτσες

τις σημαίες

τους λόφους

να φυσήξει και για εμάς

λίγος αέρας.

 

Η ποίηση της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και την αναζήτηση, τον παράδεισο και την κόλαση, το Εγώ και το Εμείς, ψάχνοντας απάντηση για την αδράνεια των νέων ανθρώπων και  την παθητικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τη στασιμότητα  της ίδιας τους της ζωής. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Δεν υπάρχει εξέλιξη. Το άτομο δεν είναι τίποτε άλλο από έναν «Λαθραίο επιβάτη στα στενά της Ιστορίας», έρμαιο στα χέρια των ισχυρών του πλανήτη όπως «τα ζάρια μιας παρτίδας τάβλι» που σ’ έναν κόσμο –λαβύρινθο, «βαδίζει, με την μελαγχολία του μοναχικού διαβάτη  στην πένθιμη πορεία για τον Επιτάφιο ή την Ανάσταση».

 

Η ποιήτρια  συναισθάνεται την απογοήτευση των  ανθρώπων της γενιάς της  που βιώνουν την ματαίωση των προσδοκιών τους και τα συναισθήματα αγανάκτησης που γεννά η κοινωνική και αξιακή κατάρρευση της κοινωνίας μας τροφοδοτούν την πένα της  χαρίζοντάς της ένα πολύτιμο οπλοστάσιο στον προσωπικό αγώνα της κατά της φθοράς. Η μελαγχολική διάθεση των στίχων της μεταστρέφεται  σε μια δυναμική αντίδραση καθώς καλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί τις ευθύνες του και να τολμήσει να πάρει τη θέση που του αξίζει στους τεθλασμένους δρόμους της ζωής.

 

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι οι «Τεθλασμένοι χρόνοι» είναι μια ατελείωτη διαδρομή από προκλήσεις, αποφάσεις, στροφές, λάθη, ματαιώσεις. Είναι ένα ψυχογράφημα του σύγχρονου ανθρώπου που παλεύει στα κύματα με τον ίδιο του τον εαυτό αγωνιζόμενος να φτάσει κάποια στιγμή στην Ιθάκη του και να κατακτήσει την ωριμότητα.  

 

Ο Τάσος Λειβαδίτης έγραψε: «Η ποίηση είναι ένα παιχνίδι που τα χάνεις όλα, για να κερδίσεις ίσως ένα άπιαστο αστέρι». Αυτό το άπιαστο αστέρι ευχόμαστε να κερδίσει η Χρύσα Ιακώβου με την ποίησή της.

 

 

* Από την παρουσίαση του βιβλίου "Τεθλασμένοι χρόνοι" στις Σέρρες, στις 17 Ιανουαρίου 2018. Η Αντωνία Θεοχαρίδου, μία εκ των δυο ομιλητριών, είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

 

Η Διώνη Δημητριάδου για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", meanoihtavivlia

μια ποιητική εναλλαγή προσώπων

σχολιάζοντας τρία ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», εκδόσεις βακχικόν

 

διαιρεμένοι εαυτοί

τεθλασμένοι εαυτοί

στα μισάνοιχτα παράθυρα,

διαιρεμένοι εαυτοί

στα τρία, στα εννιά, στα εικοσιπέντε,

ποιον να διαλέξεις,

ο αέρας που μπαίνει

και ο θόρυβος των αυτοκινήτων

τόσο επιτηδευμένος, τόσο φιλάρεσκος,

στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

τόσες ζωές,

ποια να διαλέξεις,

τόσες εκδοχές,

τόσες θολές

αντανακλώμενες

ακαθόριστες λύσεις.

 

Το πρόσωπο που επιλέγει εδώ το ποιητικό υποκείμενο είναι το δεύτερο ενικό, το εσύ, που αποτελεί μια άλλη όψη του εαυτού, μια μικρή υπεκφυγή και μια ελάχιστη συγκάλυψη του εγώ. Ίσως μόνον έτσι μπορεί να αναμετρηθεί με τις διαδρομές των χρόνων, αισθητοποιώντας ποιητικά μια αποστασιοποίηση. Με την πλήρη συνείδηση ωστόσο πως αυτές οι αντανακλώμενες ακαθόριστες λύσεις, όσο θολές κι αν φαίνονται, ρίχνουν το φως τους πάνω του. Πώς να ξεφύγεις από το φορτίο που μέσα σου φέρεις;

 

σκιές

στο σπίτι αυτό

δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα

και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις

δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά

αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.

 

Στο σπίτι αυτό το έρημο, μα στοιχειωμένο από ήχους γνώριμους παλαιούς, κυριαρχεί μια τριτοπρόσωπη αντανάκλαση από προβολές μιας θλιμμένης ευτυχίας. Το ποιητικό υποκείμενο προτίμησε εδώ να πάρει τη θέση του θεώμενου προσώπου σε μια μεγαλύτερη και σαφέστερη αποστασιοποίηση, η οποία όμως ξανά ρίχνει το φως της πάνω του σαν μια μνήμη οπτική και ηχητική, εσωτερική σε κάθε περίπτωση.

 

πόλεις σφραγιστές

και η πόλη μοναχή

με τα γκρίζα στενά της,

τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,

τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,

χαμένη στο ημίφως

που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,

υπάρχει και δεν υπάρχει

στον πελώριο χάρτη του κόσμου,

κι οι κάτοικοί της

υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,

αφουγκραστήκαμε κάποτε

τον αχό της ιστορίας,

ανυψωθήκαμε

ίσα με τις ταράτσες

τις σημαίες

τους λόφους

να φυσήξει και για εμάς

λίγος αέρας.

 

Το εμείς εδώ καταλληλότερο προκειμένου να ενταχθεί το εγώ και το εσύ αλλά κι εκείνο το απρόσωπο τάχα αυτό πιο ομαλά στο πλαίσιο μιας πόλης που φθίνει και σβήνει απειλώντας να παρασύρει μαζί της όλα τα πρόσωπα -πραγματικά και ποιητικά- στη φθορά. Εκείνα όμως, σε μια σύμπλευση απρόσμενη ανυψώνονται στο προσιτό ύψος που συναντώνται με λίγο αέρα. Μια νότα αισιοδοξίας, ίσως, σε μια ποίηση που λιτά και απλά δηλώνει την αναζήτηση του εαυτού μέσα από εικόνες  αυτοαναιρούμενες. Ψάχνει το στέρεο έδαφος, τον ίσιο δρόμο αλλά αυτός τρέμει καταργώντας την ευστάθεια και καθιστώντας την όποια ισορροπία επισφαλή. Μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και στην αναζήτηση. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

 σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου

 

4 Ιουνίου 2017, meanoihtavivlia.blogspot.gr