Η Διώνη Δημητριάδου για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", meanoihtavivlia

μια ποιητική εναλλαγή προσώπων

σχολιάζοντας τρία ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», εκδόσεις βακχικόν

 

διαιρεμένοι εαυτοί

τεθλασμένοι εαυτοί

στα μισάνοιχτα παράθυρα,

διαιρεμένοι εαυτοί

στα τρία, στα εννιά, στα εικοσιπέντε,

ποιον να διαλέξεις,

ο αέρας που μπαίνει

και ο θόρυβος των αυτοκινήτων

τόσο επιτηδευμένος, τόσο φιλάρεσκος,

στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

τόσες ζωές,

ποια να διαλέξεις,

τόσες εκδοχές,

τόσες θολές

αντανακλώμενες

ακαθόριστες λύσεις.

 

Το πρόσωπο που επιλέγει εδώ το ποιητικό υποκείμενο είναι το δεύτερο ενικό, το εσύ, που αποτελεί μια άλλη όψη του εαυτού, μια μικρή υπεκφυγή και μια ελάχιστη συγκάλυψη του εγώ. Ίσως μόνον έτσι μπορεί να αναμετρηθεί με τις διαδρομές των χρόνων, αισθητοποιώντας ποιητικά μια αποστασιοποίηση. Με την πλήρη συνείδηση ωστόσο πως αυτές οι αντανακλώμενες ακαθόριστες λύσεις, όσο θολές κι αν φαίνονται, ρίχνουν το φως τους πάνω του. Πώς να ξεφύγεις από το φορτίο που μέσα σου φέρεις;

 

σκιές

στο σπίτι αυτό

δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα

και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις

δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά

αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.

 

Στο σπίτι αυτό το έρημο, μα στοιχειωμένο από ήχους γνώριμους παλαιούς, κυριαρχεί μια τριτοπρόσωπη αντανάκλαση από προβολές μιας θλιμμένης ευτυχίας. Το ποιητικό υποκείμενο προτίμησε εδώ να πάρει τη θέση του θεώμενου προσώπου σε μια μεγαλύτερη και σαφέστερη αποστασιοποίηση, η οποία όμως ξανά ρίχνει το φως της πάνω του σαν μια μνήμη οπτική και ηχητική, εσωτερική σε κάθε περίπτωση.

 

πόλεις σφραγιστές

και η πόλη μοναχή

με τα γκρίζα στενά της,

τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,

τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,

χαμένη στο ημίφως

που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,

υπάρχει και δεν υπάρχει

στον πελώριο χάρτη του κόσμου,

κι οι κάτοικοί της

υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,

αφουγκραστήκαμε κάποτε

τον αχό της ιστορίας,

ανυψωθήκαμε

ίσα με τις ταράτσες

τις σημαίες

τους λόφους

να φυσήξει και για εμάς

λίγος αέρας.

 

Το εμείς εδώ καταλληλότερο προκειμένου να ενταχθεί το εγώ και το εσύ αλλά κι εκείνο το απρόσωπο τάχα αυτό πιο ομαλά στο πλαίσιο μιας πόλης που φθίνει και σβήνει απειλώντας να παρασύρει μαζί της όλα τα πρόσωπα -πραγματικά και ποιητικά- στη φθορά. Εκείνα όμως, σε μια σύμπλευση απρόσμενη ανυψώνονται στο προσιτό ύψος που συναντώνται με λίγο αέρα. Μια νότα αισιοδοξίας, ίσως, σε μια ποίηση που λιτά και απλά δηλώνει την αναζήτηση του εαυτού μέσα από εικόνες  αυτοαναιρούμενες. Ψάχνει το στέρεο έδαφος, τον ίσιο δρόμο αλλά αυτός τρέμει καταργώντας την ευστάθεια και καθιστώντας την όποια ισορροπία επισφαλή. Μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και στην αναζήτηση. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

 σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου

 

4 Ιουνίου 2017, meanoihtavivlia.blogspot.gr

Η Κρις Λιβανίου για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", stigmalogou.blogspot

Στους Τεθλασμένους χρόνους η Χρυσάνθη Ιακώβου επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις περίεργες διαδρομές του νου μετά από τον αποχωρισμό από τον άνθρωπο που αποτελούσε το συμπληρωματικό του κομμάτι. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είναι η πρωτοτυπία που θα τραβήξει την προσοχή σ’ αυτή τη συλλογή, τουλάχιστον θεματολογικά. Στα 37 ποιήματα που την αποτελούν, αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης. Παρόλο που η Χρυσάνθη Ιακώβου δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στις ιδέες που εκφράζονται, είναι σχεδόν εντυπωσιακή η ακρίβεια και η συνοχή των ποιημάτων της: εννοεί ακριβώς αυτά που γράφει και δεν αφήνει ποτέ τον αναγνώστη έρμαιο αναγκαστικών ερμηνειών σε πράγματα που δεν καταλαβαίνει. 

Ο δεύτερος πυλώνας της συλλογής θα μπορούσε να είναι η στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στο χρόνο: η ματιά της είναι στραμμένη και κλειδωμένη στο παρελθόν, το παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον είναι οι δύο εκκωφαντικές απουσίες. Και ενώ δεν πρόκειται για στασιμότητα με την έννοια της ηθελημένης αποχής από την ίδια τη συνέχιση της ζωής της, είναι γεγονός ότι το Εγώ στα ποιήματα αυτά είναι απογυμνωμένο από προοπτικές: παραμένει κλειδωμένο σε ό,τι συνέβη τότε που ακόμα η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Σε ένα πεδίο αναμνήσεων από νεανικά καλοκαίρια και κλασικό ελληνικό φως, το Εγώ κάνει απέλπιδες προσπάθειες να ισορροπήσει ως ανεξάρτητη παρουσία... σχεδόν παρά τη θέλησή του. Και μπορεί να είναι τελικά μια ποίηση για το παρελθόν, από την άλλη μεριά όμως είναι γεγονός ότι η ποιήτρια κοιτάζει τα τότε συμβάντα με την διαύγεια και την απόσταση που της προσφέρει η παρούσα θέση της στον κόσμο. 

Υπάρχει ένα είδος διαλόγου στους Τεθλασμένους χρόνους, ανάμεσα στις δύο αυτές παρουσίες που αποτελούν και τον συνεκτικό ιστό της συλλογής, ο οποίος εξελίσσεται στην πορεία της ανάγνωσης: ενώ στην αρχή δείχνει μονόπλευρος με το Εγώ να αναλώνεται στις κοινές αναμνήσεις, στη συνέχεια η δυναμική αυτή κερδίζει σε ένταση και καταλήγει σε μια μάλλον ισορροπημένη ανταλλαγή σκέψεων μεταξύ των δύο πόλων. Ο ύφαλος αυτής της παράδοξης επικοινωνίας βρίσκεται στο ότι ο χρόνος πάγωσε σε ένα ξεφτισμένο σημείο της σχέσης ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους και το Εγώ της ποιήτριας αδυνατεί να δει πέρα από αυτό το χρονικό σημείο. Η υπέρβαση που ενδεχομένως να έχει ενδιαφέρον είναι ότι το Εγώ προσπαθεί να βρει τη θέση του στο χρόνο, αρνούμενο παράλληλα να βγει από το παρελθόν.

Όσο προχωράει η ανάγνωση, οι Τεθλασμένοι χρόνοι δείχνουν να είναι μια ποίηση απολογισμού και πεθαμένου έρωτα. Οι παράδοξοι αυτοί διάλογοι ανάμεσα στο Εγώ του τώρα και το Εσύ του τότε, δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε εικόνες εγκατάλειψης που ξεκινούν από τις μύχιες σκέψεις του πρώτου για να επεκταθούν στο εξωτερικό τοπίο και στην ισοπεδωτική σιωπή του δεύτερου. Μόνο στο τέλος τα δύο άκρα θα συναντηθούν μπροστά στην εικόνα της κοινής τους αποτυχίας. Η έλλειψη πρωτοτυπίας και φρεσκάδας είναι για μένα ένα σοβαρό ελάττωμα αυτής της δουλειάς που έχει παράλληλα αρετές, όπως η σαφήνεια και η αβίαστη αμεσότητα, που δεν συναντά κανείς όσο συχνά θα επιθυμούσε. Ο έρωτας που πάγωσε και κατέλαβε το παρελθόν, η απουσία κίνησης προς την όποια κατεύθυνση λυτρωμού, είναι θεματικές που στους Τεθλασμένους χρόνους παραμένουν αυστηρά περιορισμένες στα όριά τους: μένει να γίνει το επόμενο βήμα.  Το βήμα αυτό λείπει, ο αναγνώστης βρίσκεται τελικά μετέωρος. 

Παραθέτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Ωραίος που ήταν ο κόσμος σου,

η μυρωδιά

η γεύση των χειλιών σου

όμοια με λήθη και ανάσταση,

πόσο ωραίος ο κόσμος σου

ο σκοτεινός

απ’ όπου γεννιόντουσαν και ξεκινούσαν

τα πιο ολόφωτα μονοπάτια

-τα μάτια σου-

ωραίος

σαν μια στιγμή αιώνιας αστραπής,

στο δύο επί δύο,

στο ένα επί ένα,

πιο σφιχτά,

πιο κοντά,

να παίρνει το σιμά

ένα νέο νόημα

μια καινούρια αρχή

κι ένα τέλος,

στο ξεκίνημά τους

όλα να λιώνουν

να φεύγουν

να πεθαίνουν,

ν’ ανθίζουν μόνο για μια στιγμή

τέλεια στη λάθος ώρα,

-τα μάτια σου-

ένα επί ένα

δύο επί δύο,

πόσο το μαζί μας

μεγαλώνει

και χάνεται,

πόσο γρήγορα στεγνώνει

η γεύση των χειλιών σου

-το δέρμα σου-

τι γεύση είχε ο κόσμος σου

τι μυρωδιά

τι αίσθηση,

πόσο ωραίος

στην ελάχιστη του λάθους μας στιγμή.

 

Κρις Λιβανίου

στίγμαΛόγου

24/5/2017

stigmalogou.blogspot.gr

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", tovivlio.net

Η τεθλασμένη ποίηση της Χρυσάνθης Ιακώβου

Την Χρυσάνθη Ιακώβου την είχαμε συναντήσει με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Αχ-έρων» (vakxikon.gr, 2013), με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τη σκοτεινή εικονοποιία, η οποία λειτουργούσε ως συμβολικός πυρήνας που αισθητοποιούσε ένα χώρο συνεχών ανατροπών της ζωής εκφράζοντας στην πραγματικότητα μια κοινωνιοϋπαρξιακή αγωνία.

Στη νέα της ποιητική συλλογή «τεθλασμένοι χρόνοι» (vakxikon, 2017), αποκαλύπτεται ότι ο χρόνος πέρασε δημιουργικά. Η συλλογή παραμένει στην ίδια χροιά της κοινωνιοϋπαρξιακής αναζήτησης.

Η ποιήτρια διατηρεί το εξομολογητικό ύφος, συνυπάρχον με το ψευδοδιαλογικό στοιχείο που εκφράζεται άλλοτε με κλητικές προσφωνήσεις (απόγευμα ενός καλοκαιριού, αναμονή) και άλλες φορές με το β' ενικό ή προστακτικές (θέρος, διαιρεμένοι εαυτοί, μετατοπίσεις, λαθραίοι διαβάτες) και πολύ συχνά με το μονολογικό πρωτοενικό υποκείμενο.

Στον θρυμματισμένο στίχο της παρατηρείται μία εκφραστική αναζήτηση με στοιχεία πειραματισμού προς τη μετωνυμία. Ρηξικέλευθες μεταφορές, που εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία τους, αποδίδονται με "μετέωρα" ονοματικά σύνολα (εισιτήριο, αφύπνιση, σε ακίνητο χρόνο) σε παράταξη (κάθαρση, μικρόκοσμος, προωθημένα, αστοχία Ι) με μία συνειρμική ροή και ελαφριές υπερρεαλιστικές επιρροές (εναλλάξ).

Η ποίησή της είναι εικονιστική (κάποιο ταξίδι, σε ακίνητο χρόνο) με μία έκθεση λεπτομερούς χωροθέτησης και αποτύπωσης του κάδρου (ταλάντωση). Ο χώρος της είναι σταθερά εξωτερικός (μία άνοιξη, επανάσταση, μια συγχώρεση, ισορροπία, απολήξεις) με λίγες αποκλίσεις εσωτερικού χώρου (διαιρεμένοι εαυτοί, σκιές) και πάντα φωτισμένος (θέρος ακυβέρνητο, απόγευμα ενός καλοκαιριού, θέρος εικοσιτετράωρο) διαχέοντας μία θερμή αισιοδοξίας ακόμα και σε πιο μελαγχολικές στιγμές (μία αστραπή διηνεκής, αστοχία Ι, διαιρεμένοι εαυτοί).

Ωστόσο, διαπιστώνεται και μία εκφραστική αναζήτηση πέραν του οπτικού επικαλούμενη και άλλες αισθήσεις, όπως της αφής/γεύσης (έρως θέρος, θέρος ακυβέρνητο), της ακοής (σε ακίνητο χρόνο, έρως θέρος, διαιρεμένοι εαυτοί, πορεία προς το άπειρο, αφύπνιση, μετατοπίσεις) και της όσφρησης (εισιτήριο, μια συγχώρεση, μικρόκοσμος).

Θα ξεχωρίσουμε όμως μία ομάδα συνθέσεων που διακρίνεται από ποιητική ωριμότητα και αναδύουν μία στοχαστική διάθεση (λαθραίοι διαβάτες, απόγευμα ενός καλοκαιριού, μετατοπίσεις, ημιτελές, διακοπή, οι εραστές, εκτός, κάθαρση, εναλλάξ). Είναι εμφανής η διάθεση της δημιουργού να κινηθεί προς μία κοινωνιοϋπαρξιακή στοχαστική πορεία που με ποιητική αρτιότητα διαφοροποιεί τα ποιήματα αυτά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους από άλλα της συλλογής.

Και ακριβώς σε τούτη τη στοχαστική αναζήτηση το ταξίδι αποτελεί μία βασική κατεύθυνση της συλλογής πλάι στον έρωτα και την αγωνία (διαιρεμένοι εαυτοί, διακοπή, κάποιο ταξίδι, έρως θέρος, επανάσταση). Οι διαδρομές (εικοσιτετράωρο, αστοχία Ι, αναμονή, μετατοπίσεις, λαθραίοι διαβάτες) -που αποτυπώνονται άμεσα ή έμμεσα- αισθητοποιούν ακριβώς την πορεία του ατόμου στην ίδια τη ζωή. Η υπαρξιακή όμως αυτή διάσταση ξεπερνά τον ποιητικό ατομοκεντρισμό και απλώνεται προς ένα  συλλογικό υποκείμενο.

Εκφράζει την ανάγκη δραπέτευσης από το ασφυκτικό -αστικό ή κοινωνικό- περιβάλλον και όσα πληγώνουν ή πονούν την ποιήτρια. Έτσι ερμηνεύεται και η ρομαντική φυσιολατρική προσέγγιση στο θερινό της καναβάτσο, όπου κυριαρχούν ο ουρανός και ο ήλιος. Τα -μισόκλειστα συνήθως- παράθυρα αυτοκινήτων (διαδρομές, έρως θέρος) ή σπιτιών (θέρος, θέρος ακυβέρνητο, διαιρεμένοι εαυτοί) εκφράζουν τη διαρκή αναζήτηση μιας ακτίνας φωτεινής αισιοδοξίας, μακριά από τους κλειστούς χώρους και τη μελαγχολία.

tovivlio.net