Θόδωρος Αγγελόπουλος

«Είναι σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει»

 

Κύριε Αγγελόπουλε, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την σκηνοθεσία και πώς κάνατε τα πρώτα σας βήματα στο χώρο αυτό;

Δε πιστεύω ότι επιλέγει κανείς συνειδητά αυτό που θα κάνει. Απλά κάποια στιγμή αισθάνεται τι θα ήθελε να κάνει. Εγώ στην αρχή έβλεπα κινηματογράφο όπως όλοι. Μετά άρχισε να με ενδιαφέρει ποιος έκανε την ταινία. Σιγά-σιγά από αυτό οδηγήθηκα στο να κάνω αναγνωρίσεις άλλου τύπου, δηλαδή σε τι διαφέρει η μία ταινία από την άλλη, όχι μόνο θεματικά, αλλά εκφραστικά. Μέχρι που κατέληξα στην απόφαση να εγκαταλείψω τη Νομική.

Κάνατε τεράστια στροφή.

Ναι όντως. Αλλά εγώ ούτως ή άλλως ξεκίνησα από το γράψιμο, από πολύ νωρίς έγραφα διηγήματα και ποιήματα. Επομένως από αυτόν τον τρόπο έκφρασης οδηγήθηκα σε ένα άλλον τρόπο έκφρασης, διατήρησα δηλαδή αυτό που λέμε ανάγκη έκφρασης. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν κάνω ποτέ ταινίες για λόγους επαγγελματικούς, επαγγελματικά δεν έχω κάνει τίποτα.

Μέσα από τις ταινίες σας τι είναι αυτό που θέλετε να περάσετε, σε ποιο σημείο θέλετε να αγγίξετε το θεατή;

Θέλω να βγάλω αυτό ακριβώς που θέλει να βγάλει και ένας συγγραφέας όταν γράφει. Ο συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, για τους γύρω του, για την ιστορία του, ή για κάτι που φαντάζεται. Εγώ ασχολήθηκα κυρίως με ιστορίες που έχουν περάσει μέσα από τη δική μου εμπειρία. Γεννήθηκα πριν από τον πόλεμο, τα πρώτα μου χρόνια ήταν κατά τη διάρκεια του πολέμου και των άλλων γεγονότων που ακολούθησαν, συν την εμπειρία στο Παρίσι και την επιστροφή σε μια ανώμαλη ελληνική περίοδο, αυτήν της αποστασίας. Όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους στη διαμόρφωση μου και στην ευαισθητοποίηση μου απέναντι στα γεγονότα. Κυρίως βέβαια με επηρέασε αυτό που έζησα όταν ήμουν εννιά χρονών, τη σύλληψη του πατέρα μου από τον ξάδερφό μου, γιατί η οικογένεια ήταν κομμένη στα δύο, αριστεροί-δεξιοί, και την αναζήτηση του πτώματος του πατέρα μου, -νομίζαμε ότι είχε εκτελεστεί-, με την μητέρα μου να με κρατάει από το χέρι, μέσα σε δεκάδες πτώματα έξω από την Αθήνα.

Αυτό πρέπει να σας στιγμάτισε φοβερά.

Απολύτως. Ίσως να είναι η καταγωγική εικόνα όλης μου της δουλειάς.

Επομένως μέσα από την δουλειά σας θέλετε να αναδείξετε τον πόνο, την ομορφιά ίσως, τι ακριβώς;

Όλες μου οι ταινίες είναι πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Στο πόσο μας διαμορφώνουν τα γεγονότα και αυτά που μας συμβαίνουν και σε ποιο βαθμό μπορούμε εμείς να τα επηρεάσουμε.

Η δική σας άποψη ποια είναι; Υπερισχύει η βούληση του ανθρώπου ή τα ίδια τα γεγονότα;

Θεωρώ ότι η πορεία της ιστορίας, αυτού που λέμε ανθρώπινη μοίρα, είναι σχεδόν πιο δυνατή από εμάς, μας διαμορφώνει. Κάνουμε προσπάθειες να την διαμορφώσουμε, δεν ξέρω όμως σε ποιον βαθμό το καταφέρνουμε. Γιατί πώς είναι δυνατόν να επηρεάσει κάποιος τα γεγονότα της χώρας μας, όταν η ίδια η χώρα μας επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, εξωγενείς από αυτήν;

Κινηματογράφος και ελευθερία: εσείς πόση ελευθερία αισθάνεστε παράγοντας μια ταινία;

Απόλυτη. Το μόνο που είναι ανασταλτικό και παίζει ένα είδος “λογοκρισίας” είναι το οικονομικό, αν έχω δηλαδή το απαραίτητο ποσό για να καλύψω όλο αυτό που φαντάζομαι. Το οποίο ποσό ποτέ δεν είναι αρκετό.

Είστε από τους πιο διάσημους σκηνοθέτες στην Ελλάδα και από τους πιο πολυσυζητημένους. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον για αυτό που κάνω. Και είτε κριτικά αντιμετωπίζεται είτε σαν ποίηση και μαγεία -γιατί συμβαίνουν και τα δύο- έχει ενδιαφέρον. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πετύχει το απόλυτο. Επαναλαμβάνω πολύ συχνά την απάντηση του Μπόρχες όταν τον ρώτησαν για ποιον γράφει: «Για μένα, για τους φίλους μου, που μπορεί να είναι ένας ή εκατομμύρια, και για να γλυκάνω, να απαλύνω τον χρόνο που περνάει».

Και ερχόμαστε στο θέμα του χρόνου, το οποίο σας απασχολεί πάρα πολύ.

Ναι, είναι ένα κεντρικό στοιχείο του προβληματισμού μου. Το πέρασμα του χρόνου έχει να κάνει με την αίσθηση της απώλειας. Χάνονται πράγματα που βιώσαμε και αυτά τα βιώματα, που ήταν οι δυνατές στιγμές έντονου πόνου ή οι δυνατές στιγμές χαράς ή οτιδήποτε άλλο, υπάρχουν σήμερα σαν να ήταν τότε χωρίς να είναι τότε.

Ένας καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος του πνεύματος, τι θέση έχει στην σημερινή κοινωνία έτσι όπως έχει πλέον αυτή διαμορφωθεί;

Υπάρχει ένας πολύ σπουδαίος Γερμανός ποιητής, ο Χέντερλιν, ο οποίος είπε: «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε αυτόν τον άχαρο καιρό;». Εγώ θέλω να πω ότι χρειάζονται. Γιατί νομίζω ότι η ποίηση γλυκαίνει το πέρασμα του χρόνου.

Αντιστοίχως, θεωρείτε ότι εσείς έχετε μια τέτοιου είδους δύναμη μέσα από τις ταινίες σας;

Δεν ξέρω. Ακούω πολλά. Πρόσφατα ήμουν στη Λάρισα. Στο τέλος της προβολής της ταινίας δεν μπορούσαμε να κάνουμε διάλογο μέσα στην αίθουσα γιατί έπρεπε να αρχίσει η επόμενη προβολή. Βγαίνοντας έξω βλέπω όλον τον κόσμο από την αίθουσα να με περιτριγυρίζει, να κάνει έναν κύκλο γύρω μου και εγώ ήμουν με ένα μικρόφωνο στη μέση και έτσι όρθιοι καθίσαμε περίπου μιάμιση ώρα. Στο τέλος αισθάνθηκα ότι κάτι έγινε, ότι κάτι συνέβη ανάμεσα μας. Είναι πολύ σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει.

Πριν είπατε ότι κανείς δεν μπορεί να φτάσει στο απόλυτο. Τι είναι αυτό που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Δεν θα έλεγα τι, θα έλεγα σε ποιο βαθμό. Ο Τρυφώ έλεγε ότι πετυχαίνουμε μόνο ένα τριάντα τοις εκατό των προθέσεών μας και πρέπει να είμαστε και ευχαριστημένοι. Η αλήθεια είναι ότι όντως ποτέ δεν φτάνουμε. Στο ξεκίνημα είμαστε τόσο γεμάτοι από κάτι που ιδεατά εκείνη η στιγμή είναι το απόλυτο, το εκατό. Στην πραγμάτωση όμως δεν φτάνουμε ποτέ.

Εσείς πού ακριβώς είστε;

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το αποτιμήσω. Άλλες φορές νομίζω ότι είμαι πολύ κοντά προς αυτό που είχα σκεφτεί και άλλες φορές ότι είμαι πολύ μακριά. Το περίεργο είναι ότι τις φορές που νομίζω ότι έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι λιγότερο ικανοποιημένοι και άλλες φορές που νομίζω ότι δεν έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι πιο ευχαριστημένοι.

Στη δουλειά σας τι είναι αυτό που φοβάστε;

Αδυναμία να πραγματώσω για αντικειμενικούς λόγους αυτό που έχω σκεφτεί. Φοβάμαι τον εξωτερικό παράγοντα. Τον εαυτό μου δεν τον φοβάμαι, αντιθέτως εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι μια πληρότητα.

 

Περιοδικό Ser-Free, τεύχος 3, Απρίλιος 2009

 

1920-1960: Τα best of του Hollywood που πρέπει να δεις

Επειδή η αξία μιας ταινίας κρίνεται από το χρόνο, ιδού μερικά διαμαντάκια της έβδομης τέχνης που δε λένε να γεράσουν με τίποτα.

Οι Αμερικανοί συνηθίζουν να χωρίζουν τον κινηματογράφο σε τέσσερις περιόδους: τη σιωπηλή εποχή, την κλασική (ή αλλιώς χρυσή) εποχή (30s-60s), τη νέα εποχή του Hollywood (από τα τέλη του '60 μέχρι τα 80s) και τη μοντέρνα ή "blockbuster" περίοδο, που διανύουμε σήμερα. Με το αν η καλύτερη εποχή του Hollywood τέλειωσε το '60 μπορούμε κάλλιστα να διαφωνήσουμε, αλλά όχι να παραβλέψουμε ότι από εκείνη την περίοδο διασώθηκαν μερικά αριστουργήματα, που όσα χρόνια κι αν περάσουν φαντάζουν πάντα σύγχρονα -ακόμα και σε όσους αποφεύγουν τις "παλιές" ταινίες!

 

Gone with the wind (1939) (Όσα παίρνει ο άνεμος)

Ή αλλιώς, το μεγαλύτερο αριστούργημα όλων των εποχών -why not? Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" είναι η ταινία που τα συνδυάζει όλα: ερμηνείες, θέμα, πλοκή, μουσική, σκηνοθεσία. Είναι τόσο άρτια από όλες τις απόψεις και τόσο καλογυρισμένη που αποτελεί την καλύτερη απάντηση για όσους …φοβούνται τις μη σύγχρονες ταινίες. Και το σημαντικότερο: δε φαντάζει "παλαιική", σε αντίθεση με άλλες σύγχρονες ή πολύ μεταγενέστερες της. Δεν είναι τυχαίο που έχει στην τσέπη της 8 Όσκαρ και που αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες όλων των εποχών. Και -αλήθεια- δεν κουράζει, παρά την τετράωρη διάρκειά της. Για όποιον τυχόν του έχει διαφύγει η υπόθεση, η ταινία έχει ως φόντο τον Αμερικανικό Εμφύλιο και επικεντρώνεται στην ατίθαση Scarlett O'Hara (Vivien Leigh) και το ειδύλλιο της με τον αμοραλιστή Rhett Butler (Clark Gable).

 

Rebecca (1940) (Ρεβέκκα)

Το υπέροχο βιβλίο της Daphne De Maurier βρήκε την καλύτερη κινηματογραφική του μεταφορά, πέφτοντας -ευτυχώς- στα χέρια του Alfred Hitchcock. Η Joan Fontaine είναι η δεύτερη κυρία De Winter, όταν παντρεύεται τον Laurence Olivier, δηλαδή τον (χήρο) Maxim De Winter. Όμως το "φάντασμα" της πρώτης συζύγου μοιάζει ακόμα να πλανάται στο σπίτι. Ταινία μυστήριου, με μια ατμόσφαιρα που μόνο ο Hitchcock θα μπορούσε να δημιουργήσει και που επιτείνεται έξοχα από το ασπρόμαυρο του φιλμ. Από τις ελάχιστες ταινίες που ανταποκρίνεται αξιοπρεπώς στο βιβλίο και δεν απογοητεύει ούτε τους βιβλιόφιλους ούτε τους σινεφίλ.

 

Citizen Kane (1941) (Πολίτης Κέιν)

Αυτή κι αν είναι ταινία που δεν παλιώνει ποτέ, μιας και οι κριτικοί την ψήφιζαν κάθε χρόνο (μέχρι πριν λίγα χρόνια) ως την καλύτερη ταινία όλων των εποχών! Ένα φιλμ που δεν αγαπήθηκε αρκετά όταν κυκλοφόρησε, αλλά κέρδισε έδαφος στη συνέχεια, χάρη στις καινοτομίες του στον τρόπο που γυρίστηκε. Αξιοσημείωτο ότι είναι η πρώτη κινηματογραφική δουλειά του Orson Welles, ο οποίος παράλληλα έγραψε το σενάριο και κράτησε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο -όλα αυτά στην ηλικία των 26 ετών! Η ταινία μάς παρουσιάζει τον ενδιαφέροντα βίο του εκδότη Kane -και μας αφήνει πλούσια τροφή για σκέψη στο τέλος.

 

Casablanca (1942) (Καζαμπλάνκα)

Η "Casablanca" έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του κινηματογραφικού θρύλου, επειδή μάς παρουσιάζει με ωραίο -και καθόλου μελό- τρόπο έναν χαμένο έρωτα, που γίνεται ακόμα πιο τραγικός όταν στο background βλέπουμε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρωταγωνιστές του δράματος τα μεγαθήρια της έβδομης τέχνης Humphrey Bogart και Ingrid Bergman, οι οποίοι προσεγγίζουν τους ρόλους τους με τη δέουσα αξιοπρέπεια, νηφαλιότητα και μελαγχολία. Η συγκεκριμένη ταινία, ναι, ίσως να έχει μία πομπώδη αύρα που μας στέλνει κάμποσες δεκαετίες πίσω, κατά τα άλλα όμως αποπνέει ερωτισμό και μεγαλοπρέπεια με έναν μοναδικό και διαχρονικό τρόπο.

 

All about Eve (1950) (Όλα για την Εύα)

Το "Όλα για την Εύα" διαπραγματεύεται ένα θέμα που θα μας άρεσε να βλέπαμε πιο συχνά στον κινηματογράφο: η μεγάλη σταρ Margo Channing (Bette Davis) φοβάται πως η ηλικία της έχει περάσει και πως η καριέρα της φτάνει στη δύση της -και σαν μην έφτανε ήδη αυτό, η νεαρή (Anne Baxter) που έχει κοντά της ως βοηθό φαίνεται να προσπαθεί να της πάρει τη θέση… Το θέμα είναι ούτως ή άλλως διαχρονικό και ενδιαφέρον, αλλά το ωραίο με τη συγκεκριμένη ταινία είναι πως έχει μια υπέροχη φρεσκάδα και ζωντάνια, η οποία μεταξύ άλλων οφείλεται σε ένα μεγάλο ποσοστό στην πληθωρική ερμηνεία της Bette Davis.

 

12 Angry Men (1957) (Οι 12 ένορκοι)

Αυτή κι αν είναι ταινία που βλέπεται και θα βλέπεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Κι αυτό γιατί το παν σε αυτό το φιλμ είναι το σενάριο. Δώδεκα ένορκοι μπαίνουν στην αίθουσα συσκέψεων για να πάρουν απόφαση: η υπόθεση φαίνεται εύκολη και όλοι λένε ομόφωνα πως ο κατηγορούμενος είναι ένοχος -εκτός από έναν που έχει αμφιβολίες. Ωραία πλοκή, απίστευτα δυνατοί διάλογοι, καλές ερμηνείες. Η ταινία δεν έχει ανάγκη ούτε από εφέ ούτε από σκηνοθετικά τρικ, είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένη στην αίθουσα και εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο. Η αξιοσημείωτη διαχρονικότητα της ταινίας οφείλεται και στο γεγονός ότι βασίζεται σε θεατρικό κείμενο -και στο θέατρο το έργο συνεχίζει να ανεβαίνει.

 

Vertigo (1958) (Δεσμώτης του ιλίγγου)

Ο Hitchcock είχε βρει αναμφίβολα το μυστικό για το πώς γυρίζεται μια καλή ταινία, γι' αυτό και τα φιλμ του δεν μπορούν να θεωρηθούν παρωχημένα. Στο "Vertigo" έχουμε έναν αστυνομικό, τον John Ferguson (James Stewart), με συμπτώματα ακροφοβίας και κατάθλιψης, τον οποίο προσλαμβάνει ένας φίλος του για να παρακολουθήσει τη γυναίκα του (Kim Novak), που παρουσιάζει παράξενη συμπεριφορά. Μυστήριο, αγωνία και απίστευτα plot twists, σε μια ταινία που ψηφίζεται τα τελευταία χρόνια από τους κριτικούς ως η καλύτερη που γυρίστηκε ποτέ.

 

Ben Hur (1959) (Μπεν Χουρ)

Από τις πιο μεγαλεπήβολες και επικές ταινίες που έβγαλε ποτέ το Hollywood, το "Ben Hur" μάς παρουσιάζει τη ζωή ενός Εβραίου (Charlton Heston), που προδομένος από έναν Ρωμαίο φίλο του γίνεται σκλάβος -πολύ σύντομα ωστόσο θα καταφέρει να κερδίσει πίσω τη ζωή του και να πάρει εκδίκηση. Φιλόδοξα γυρισμένο και με διάρκεια τρεισήμισι ώρες, το "Ben Hur" δέχτηκε θερμότατης υποδοχής από τα Όσκαρ, καθώς κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων κερδισμένων αγαλματιδίων: 11 στον αριθμό -ρεκόρ που δεν έσπασε ούτε ο "Τιτανικός". Η αλήθεια είναι βέβαια πως για τα σημερινά κινηματογραφικά δεδομένα τόσο το θέμα της όσο και η τεχνοτροπία της μοιάζουν ελαφρώς ξεπερασμένα, αλλά ανήκει σίγουρα στα κινηματογραφικά must-see.

 

Ανδημοσίευση απο το Artcore Magazine (artcoremagazine.gr)

Ο θρήνος -και η μιζέρια- για τα χαμένα είδωλα

Οκ, ναι, το 2016 δεν ήταν τυχερό για τους σούπερ σταρς. Τι ο David Bowie, τι ο Prince, τι ο George Michael, τι η Carrie Fisher, anyway, χάθηκε κόσμος και ντουνιάς. Κρίμα. Κάθε φορά που πεθαίνει ένας αγαπημένος καλλιτέχνης, ένας καλλιτέχνης με τις μουσικές / τις ταινίες του οποίου έχουμε συνδέσει τις δικές μας στιγμές, πεθαίνει και ένα κομμάτι δικό μας.

Μέχρι εδώ όλα καλά και κατανοητά. Το παράδοξο ξεκινάει όταν γιγαντώνεται ο θρήνος. Και μιλάμε για θρήνο, όχι αστεία. Ποσταρίσματα επί ποσταρισμάτων στο fb, άρθρα, κουβέντες, συζητήσεις, tweets, σχόλια, καβγαδάκια, η υπερβολή σε όλο της το μεγαλείο. (Με αποκορύφωμα τα επακόλουθα του θανάτου του Bowie, όπου μια ιστοσελίδα μάζευε υπογραφές για να ζητήσει από το Θεό να επιστρέψει στη ζωή τον τραγουδιστή!). Που δικός μας άνθρωπος να πέθαινε, έτσι δε θα κάναμε. Επιδειξιομανία; Υπερευαισθησία; Δεν-έχω-με-τι-άλλο-να-ασχοληθώ; Όλα αυτά μαζί. Όμως αυτό δεν είναι εξάλλου τα social media;

Το άλλο μού κάνει εντύπωση εμένα: η μιζέρια που ακολουθεί. Διαβάζω τίτλο άρθρου σε ιστοσελίδα: "Γιατί δε βγαίνουν πια τραγουδιστές σαν τον George Michael;". Ε και γιατί να βγουν δηλαδή; Ότι θα ήταν δηλαδή καλύτερη η παγκόσμια μουσική σκηνή αν γεμίζαμε με κλώνους του Prince ή του Bowie; Ότι αν πεθάνουν οι είκοσι-τριάντα εμβληματικοί καλλιτέχνες των τελευταίων τριάντα ετών, η μουσική -ή ο κινηματογράφος- θα πέσουν σε ύφεση, σε παρακμή, δε θα αξίζουν πια;

Εντάξει, η κάθε γενιά έχει τα δικά της είδωλα, οκ, λογικό. Θες το στίγμα της εφηβείας, θες τα βιώματα, έτσι πάει. Αλλά από το να αγαπάς τα είδωλα σου μέχρι να τα θεοποιείς υπάρχει και μια απόσταση. Οι σημερινοί thirty something κοντεύουν να γίνουν πιο θλιβεροί και από τους παππούδες που αναπολούν τα νιάτα τους και θρηνούν για το χαμένο παρελθόν, όπου "όλα ήταν καλύτερα".

Όχι, δεν είχαμε ούτε τους καλύτερους τραγουδιστές ούτε τους καλύτερους ηθοποιούς. Δε γράφτηκαν στη δική μας εποχή τα καλύτερα τραγούδια ούτε γυρίστηκαν οι καλύτερες ταινίες. Κάθε εποχή έχει τα δικά της αριστουργήματα και τα δικά της σκουπίδια, τα οποία αντανακλούν τους ανθρώπους της και τις ανάγκες της εκάστοτε στιγμής. Ας θρηνήσουμε λοιπόν τους καλλιτέχνες που χάθηκαν και ας δούμε με ενδιαφέρον ό,τι καινούργιο εμφανίζεται.