Πάνος Μουζουράκης

Με τον Μουζουράκη βρεθήκαμε ένα μεσημέρι Σαββάτου, στο καφέ του ξενοδοχείου που διέμενε, με τον ήλιο να μας ζεσταίνει ευχάριστα και με τα διερχόμενα αυτοκίνητα να μας αναγκάζουν να ανεβάσουμε decibel. Αυτός εντελώς cool και χαλαρός, με τα μαλλιά του ανέμελα και με στριφτά και καφέ ανά χείρας, εγώ εντελώς ανακουφισμένη που ήταν όπως τον περίμενα και δε μου ήρθε με κανένα επίσημο υφάκι του τύπου «το-χύμα-είναι-για-την-τηλεόραση, δίνω-συνέντευξη-τώρα». 

Αράξαμε στην καφετέρια, εγώ έβγαλα τα «σύνεργα» μου στο τραπέζι, αυτός έπεσε με τα μούτρα στο Ser-free που του πήγα, ξεφυλλίζοντας το επί ώρα, ενόσω με ρωτούσε τι κάνω, πώς περνάω και τι να επισκεφτεί στις Σέρρες. Η κουβέντα μας κυλούσε αβίαστα και μέχρι εκείνη τη στιγμή off the record –«ξέρεις τι λέω;», μου κάνει, «να μην ανοίξεις το μαγνητόφωνο. Γράψε ό,τι θυμάσαι. Ένας καφές με τον Πάνο Μουζουράκη...». Του εξηγώ ότι δεν έχω υπερφυσικές ικανότητες απομνημόνευσης και πατάω rec πάνω που άρχισε να μου παινεύει τις Σέρρες (ε μη χάσω και τόσο καλά λόγια...).

«Είναι πολύ όμορφη πόλη. Και μου δίνει μια αίσθηση καθαριότητας, με πράσινο, με χαμηλά σπίτια...».

Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι προφανώς τον πήγαν σε «λάθος» γειτονιές, αλλά γιατί να του το χαλάσω;

«Μου άρεσε πάρα πολύ και το αμφιθέατρο στο ΤΕΙ, δεν περίμενα να δω έναν τόσο όμορφα οργανωμένο χώρο. Ευχαριστώ το Δήμο που έφτιαξε κάτι τόσο ωραίο».

Προφανώς ο Μουζουράκης ήρθε με πολλή θετική ενέργεια στην πόλη μας –ή τα βλέπει όλα ωραία μετά τη συναυλία της προηγούμενης νύχτας.

«Ήταν πάρα πολύ ωραία. Αν και δεν περίμενα να έρθει κόσμος».

Ουπς! Άλλο πάλι και τούτο! Τι ήταν αυτό; Ανασφάλεια; Πήγα να τσιμπήσω στην αρχή, μετά κατάλαβα το χιούμορ του: σοβαρό ύφος – αμφιλεγόμενη ατάκα.

«Ναι, έχω ακούσει ότι εκπέμπω μια συμπάθεια... Πάντα λέω όμως μπα, δε θα έρθει κανένας, μετά έρχονται πέντε-έξι... Ήταν πολύ ωραία χθες, απ’ ότι έβλεπα εγώ ο κόσμος διασκέδαζε. Δεν ήταν βέβαια η κλασσική συναυλία που θα κουνηθείς και θα χορέψεις, έμενα μου αρέσει να μιλάω ανάμεσα στα τραγούδια, να επικοινωνώ. Ενώ προσπαθώ να το συμμαζέψω, όταν βλέπω τις καρέκλες, ξυπνάει ο Σαίξπηρ μέσα μου! Είδα ότι και ο κόσμος είχε πολύ καλή διάθεση. Υπήρχε πολλή αποδοχή. Με παρακολουθούσαν. Ήταν πολύ ωραία».

Οκ, νομίζω ότι αυτό ήταν δέσμευση πως θα ξαναέρθει...

«Θα το σκεφτώ...». (Πονηρό μειδίαμα). «Έκανα έναν κύκλο συναυλιών φέτος, οπότε τώρα θα ήθελα να αράξω, να ετοιμάσω κάτι καινούργιο, να γεμίσω μπαταρίες... Ετοιμάζω και τον τρίτο δίσκο, μερικά τραγούδια είναι έτοιμα. Η ενορχήστρωση βέβαια είναι μια μεγάλη διαδρομή, αλλά όλη η φάση είναι ωραία».

Τι σου είναι η τηλεόραση πάντως, αναρωτιέμαι... Μιλάω με τον Μουζουράκη για δίσκους και ακόμη δεν έχω συνηθίσει πως είναι τραγουδιστής. Νομίζω πως είναι ηθοποιός, που ξεφύτρωσε ξαφνικά στους Singles.

«Ξεκίνησα στα δεκαεφτά μου... Χάλια! Ήμουν ένα φαντασμένο αγοράκι γεμάτο όνειρο με το ροκσταριλίκι και το rock and roll».

Δεν ξέρω τι σκέψεις του προκάλεσα ρωτώντας τον από πού ξεκίνησε, πάντως το tempo της ομιλίας του έχει επιβραδυνθεί και έχει ανοίξει διάπλατα τα υπέροχα γαλάζια μάτια του σαν να ανασύρει μνήμες ή σαν να κατέληξε επιτέλους σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμα.

«Πολλές φορές δεν αισθάνομαι ότι μου αξίζει αυτό που μου έχει συμβεί. Βλέπω πολλά ταλέντα που το παλεύουν και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα...».

Εγώ αντιδρώ, μα τι είναι αυτά που λες κι άλλα τέτοια, αυτός λέει τα δικά του, η συζήτηση μας κάπου μπερδεύεται και βρισκόμαστε, ούτε ξέρω πώς, να μιλάμε για τα παιδικά του χρόνια... Το πρόσωπό του έχει γλυκάνει, το τσιγάρο αργοκαίγεται ανάμεσα στα δάχτυλα του.

«Είμαι πολύ κλειστός στον εαυτό μου. Μέχρι τα δεκαπέντε μάζευα πληροφορίες. Επειδή ήρθα από την Ελβετία οχτώ χρονών, ήμουν κοινωνικά ...απροσάρμοστος. Καθόμουν στην παρέα και φοβόμουν μη μιλήσω και πω καμιά βλακεία. Όλο αυτό ξεκίνησε από την 3η δημοτικού. Ρωτάει η δασκάλα: τι είναι ρήμα; Κι εγώ, με μπερδεμένα ελληνικά-ελβετικά, σηκώνω χέρι γεμάτος πάθος, είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα, πρώτο μάθημα. Δε μου απευθύνει το λόγο, ρωτάει μια άλλη κοπέλα, η οποία εξηγεί τι είναι ρήμα, κι έμενα καταστρέφεται ο κόσμος μου, γιατί ήμουν έτοιμος να πω ότι ρήμα είναι η ομοιοκαταληξία. Σκέφτομαι μην ξαναμιλήσεις. Και μαζεύτηκα».

Ρήμα και ρίμα... Κοίτα να δεις παγίδες που έχει η ελληνική γλώσσα. Και πώς στιγματίζει τα ελληνόπουλα! Το μυαλό μου εν τω μεταξύ προσπαθεί να σχηματίσει την εικόνα του ...μαζεμένου Μουζουράκη. Μάταια. Ούτε μαζεμένο μπορώ να τον φανταστώ ούτε να καταλάβω πώς κατάφερε μετά να ...ξανοιχτεί τόσο!

«Μετά άλλαξα παρέες. Άρχισα να κατεβαίνω πιο κεντρικά στη Θεσσαλονίκη, Ναυαρίνου, εκεί ήταν ένας διαφορετικός κόσμος, ήσουν αποδεκτός όποιος κι αν ήσουν, ανεξαρτήτως καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, χρώματος... Εκεί σιγά-σιγά απελευθερώθηκα. Έπινα μια γουλιά ρετσίνα και γινόμουν άλλος άνθρωπος, πείραζα τους πάντες. Υπήρχε και η ομορφιά ότι σε κάθε γωνιά της πλατείας έπαιζαν μουσική ανά παρέες, έτσι άρχισα να ξανασχολούμαι με την κιθάρα –είχα πάει παλιότερα ωδείο, αλλά τα είχα παρατήσει. Εκεί λοιπόν με βρήκε ο Φρανσουά, ο Γιώργος Γκάγκας, ο μυθικός κιθαρίστας τότε του “Παπαγάλου”. Έρχεται και με ρωτάει “Εσύ τραγουδάς;”. Κάγκελο εγώ. Λέω ναι. Μου κάνει “Τραγούδα το μ’ αρέσει να μη λέω πολλά”. Τραγουδάω δυο στίχους, μου λέει φτάνει. “Τραγούδα το μη γυρίσεις”, εγώ τραγουδάω το “Ανόητες Αγάπες”.... Μου λέει “Μια χαρά, έλα αύριο στις οχτώ”. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή. Ξανακλείστηκα στον εαυτό μου! Ξεκινάμε πρόβες με την μπάντα, χωρίς την κιθάρα μου όμως δεν μπορώ να κρατήσω ρυθμό, σε δύο εβδομάδες με απολύουν... Παρόλ’ αυτά, ευχαρίστησα τον Φρανσουά, είπα ότι ήταν μεγάλη μου τιμή, και προφανώς το αγγελικό μου προσωπάκι τον συγκίνησε και μου λέει “Μπάσταρδε, μην αλλάξεις ποτέ, ό,τι κι αν κάνεις”. Ένα μήνα λοιπόν μετά την πρώτη αυτή μεγάλη αποτυχία, με πετυχαίνει και μου φωνάζει “Σιδηρόπουλος!” -γιατί έτσι ξεκίνησα, προσπαθώντας να μιμηθώ τον Παύλο- “Έλα και θα μάθεις να κρατάς το ρυθμό”... Κρατάμε ακόμα φιλία. Ήταν ο μέντορας μου».

Τα διηγείται πολύ ωραία, αργά, και με παύσεις κάθε τόσο για να ανάψει το στριφτό, που σβήνει συνέχεια από μόνο του. Και απόλαυσα τρελά την ιστορία του πιτσιρικά που ξεκίνησε δειλά από τη Θεσσαλονίκη και κατέληξε στη μικρή οθόνη!

«Επειδή ήμουν πολύ σφιγμένος πάνω στη σκηνή, κάποια στιγμή μου γύρισε τούμπα. Άρχισα να χρησιμοποιώ όλες τις ανασφάλειες μου. Ό,τι ντρεπόμουν το έκανα για να το ξορκίσω». (Χμ, θα το δοκιμάσω κι εγώ αυτό...). «Οπότε, οποιαδήποτε παράλογη ή υπερβολική συμπεριφορά πάνω στη σκηνή άρχισε να με εκφράζει. Αυτό λειτούργησε και ως ψυχοθεραπεία, αλλά μου έδωσε και μια πιο θεατρική παρουσία στη σκηνή. Όταν κατέβηκα Αθήνα, δούλεψα στο Σταυρό του Νότου για τέσσερα χρόνια –άλλο turning point. Εκεί άρχισα να κάνω λίγη πρόζα, λίγη παντομίμα. Επειδή τραγουδούσα αγγλικά τραγούδια και για κάποιο λόγο θεωρούσα ότι δεν ξέρει κανένας αγγλικά», (γελάει...) «προσπαθούσα να εξηγήσω τα τραγούδια με κινήσεις! Εκεί με ανακάλυψε η Ελένη Γκασούκα, που έκανε τους “Ήρωες” στο Μικρό Παλλάς -με την οποία θα συνεργαστούμε και φέτος- και μέσω αυτής έκανα οντισιόν για τους “Singles” και με πήραν, ένας Θεός ξέρει πώς... Βλέπω τώρα τις επαναλήψεις και λέω πώς παίζεις έτσι...».

Αντιδρώ πάλι από την αρχή εγώ, μα πώς, εγώ λάτρευα τον Τζάμπα, αυτός επιμένει ότι δεν έπαιξε όπως θα ήθελε...

«Μετά ήρθε ο Χριστόφορος με το “4” το οποίο από άποψη σεναρίου και χαρακτήρα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου κάτσει. Και εκεί που είπα ότι με την τηλεόραση τελείωσα –γιατί με τον Χριστόφορο αισθάνθηκα ότι έφτασα στο pick της τηλεοπτικής μου καριέρας» (ένα πλατύ σκανδαλιάρικο χαμόγελο στη λέξη καριέρα) «σκάει το “Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”, όπου έκανα τη φωνή του Μένιππου. Μου αρέσει πολύ αυτό το είδος του χιούμορ και το είδος που της κωμωδίας που βασίζεται σε κόμικς».

Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται. Που έχει τον πήχη ψηλά. Που κάθεται και βλέπει τις επαναλήψεις των Singles και απορεί. Και το ομολογεί με φυσικότητα.

«Το ίδιο παθαίνω και με τους δίσκους. Ο εαυτός σου είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Για κάποιον τρίτο μπορεί να είσαι μια χαρά, εσύ όμως το βλέπεις αλλιώς».

Ένα μηχανάκι με ενοχλητική εξάτμιση μας αναγκάζει να σωπάσουμε για λίγα δευτερόλεπτα. Ο Πάνος ρουφάει μια γουλιά καφέ, εγώ σκέφτομαι αυτά που λέει. Καλό να έχεις ψηλά τον πήχη, αλλά μια ωραία καριέρα, μερικά αξιαγάπητα τραγούδια, η αποδοχή του κόσμου δε φτάνουν για να είναι ένας τραγουδιστής ευχαριστημένος; Με κοιτάει κατάματα, καθαρίζει τη φωνή του (βαριά από τη συναυλία της προηγούμενης μέρας) και βάζει τους αγκώνες στο τραπέζι.

«Κάθε μέρα ξυπνάς διαφορετικά. Μπορεί να ξυπνήσω σήμερα και να είμαι μες την τρελή χαρά, και την άλλη μέρα, χωρίς να έχει αλλάξει κάτι, να είμαι μίζερος. Είμαι πολύ προβληματισμένος με αυτό. Αισθάνομαι πολύ αχάριστος τις μέρες που μου βγαίνει η μιζέρια. Λέω, εντάξει ξεκόλλα, τι άλλο θες, κούλαρε. Και τις μέρες που είμαι καλά αισθάνομαι την πίεση ότι κάτι πρέπει να κάνω με αυτό που μου έχει δοθεί μέχρι στιγμής, πρέπει να κάνω ένα payback, δεν μπορώ να κάθομαι να πίνω καφέδες, πρέπει να γράψω ένα τραγούδι, δεν μπορώ να ξοδεύω το ταλέντο. Πράγμα βέβαια σπαστικό πολλές φορές, είσαι στην τσίτα, δεν μπορείς να χαλαρώσεις».

Επιτέλους και ένας Μουζουράκης τσιτωμένος! Γιατί κατά τα άλλα, όπως είναι αραγμένος με τα σταράκια του, το σκουλαρίκι του, τα στριφτά του και τις ωραίες αυθόρμητες απαντήσεις του, έχει το απόλυτο προφίλ του χαλαρού και ανεπιτήδευτου τύπου... Ε μα είναι δυνατόν να είναι όντως τόσο χαλαρός; Απορία εδώ και ώρα...

«Πιστεύω ότι τον πραγματικό Πάνο δεν τον ξέρω ούτε εγώ. Στα τραγούδια υπάρχει πάρα πολύ έντονα το προσωπικό στοιχείο. Κάποια στιγμή θεωρούσα περιττές τις συνεντεύξεις, γιατί ό,τι ήθελα να πω υπήρχε μέσα στα τραγούδια. Ακόμη και πολλές από τις ερωτήσεις που μου έχεις κάνει μέχρι στιγμής. Το “Μάντεψε ποιος” για παράδειγμα, το πρώτο τραγούδι από τον πρώτο δίσκο. Έχει αυτοσαρκασμό, αυτοκριτική, φαίνονται όλες οι φοβίες, οι ανασφάλειες...».  

Αρχίζει να μου το τραγουδάει χαμηλόφωνα. Private concert! Σούπερ! Τον περιμένω να τελειώσει –στο μυαλό μου έχει κολλήσει ο στίχος «θα πουλήσει τρελά, άμα πρώτα πουλήσει μερικά ιδανικά».

«Ο Σαββόπουλος είπε ποτέ μην αναλύεις το στίχο σου! Ο καθένας καταλαβαίνει ό,τι θέλει».

Σιγά μην το αφήσω να μου ξεφύγει τόσο εύκολα. Επιμένω πιο συγκεκριμένα: θεωρείς ότι έκανες θυσίες για να φτάσεις μέχρι εδώ;

«Δεν ξέρω. Ξεκινάς με ένα μυαλό α’, του χρόνου είναι β’, του χρόνου γ’... Δεν ξέρω αν βρίσκεις δικαιολογίες για να πεις ότι δεν έκανες κάτι κακό. Εγώ, για παράδειγμα, μπορεί να χρειάστηκε να σκοτώσω κάποιον για να φτάσω εδώ και να πω από μέσα μου “του άξιζε”».

Κάνει μια παύση, τα εκφραστικά του μάτια κολλούν στο κενό, σκέφτεται.

«Δεν αισθάνομαι ότι έχω ξεπουλήσει κάτι. Αισθάνομαι απλά υποχρεωμένος ότι πρέπει να βρω αυτό το κάτι που θέλω να είμαι, να γίνω, για να πω ότι δεν ήταν μάταια όλα».

Αυτό ήταν... Τον έχω συμπαθήσει τρελά. Λατρεύω τους τύπους που ψάχνονται με αυτόν τον τρόπο. Τώρα, ως προς το τι θα ήθελε να γίνει... δεν έχω ιδέα.

«Υπάρχουν στιγμές, όπως χθες όταν τελειώσαμε, που λες άξιζε, ήταν to the point, ο κόσμος το δέχτηκε, έκανες ανθρώπους να συγκινηθούν, να γελάσουν, πέρασες καλά, και ήσουν ο εαυτός σου. Οπότε αυτό ...σε παγκόσμιο επίπεδο!». (Ένα γάργαρο γέλιο και ένα άκρως σκανδαλιάρικο βλέμμα). «Περίμενε, γιατί βρήκαν έναν πλανήτη που μοιάζει με τη γη. Ποιος ξέρει τι μουσική παίζουν εκεί;».

Και με τη μουσική εδώ τι γίνεται; Στην εποχή της κρίσης, του internet και των μεγάλων αλλαγών; Προσπαθώντας να κατατάξω μουσικά τον Μουζουράκη ανάμεσα στο mainstream και το έντεχνο, μάλλον άγγιξα ευαίσθητη χορδή.

«Δε θέλω να βάλω ταμπέλα, σε βάζει σε καλούπι για το τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις. Είναι σαν να λες: θέλω να κάνω κάτι, αλλά επειδή οι άνθρωποι που με γουστάρουν θα διαφωνήσουν καλλιτεχνικά, δεν πρέπει να το κάνω σεβόμενος το κοινό. Έτσι όμως θα χάσεις την αλήθεια, ακολουθώντας τη γραμμή που οι άλλοι σου έδωσαν. Γι’ αυτό κι εγώ κινούμαι και στο mainstream και στο underground. Και αυτό ισχύει για όλα τα πράγματα στη ζωή. Για παράδειγμα, κάνω παρέα με πολλούς ανθρώπους του underground χώρου, όπως και με πολλούς από το χώρο της showbiz. Όταν είσαι δεκαοχτώ νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα και ότι όλα είναι απλά. Έτσι κι εγώ νόμιζα τότε ότι όλα είναι ξεκάθαρα: όσοι έχουν λεφτά είναι λαμόγια, εμείς που δεν έχουμε είμαστε καλοί. Το χρήμα το βάζω ως τυχαίο παράδειγμα. Αργότερα καταλαβαίνεις ότι δεν είναι έτσι».

Χμ, ξεφύγαμε πάρα πολύ –όχι πως είναι κακό, γιατί η συνέντευξη τείνει να γίνει ατελείωτη, αλλά τσουλάει υπέροχα- τον ξαναρωτάω λοιπόν την άποψη του περί μουσικής.

«Το παιχνίδι των εταιρειών ακόμα υπάρχει. Αν θέλουν να προωθήσουν κάποιον, μπορούν. Εξαρτάται βέβαια και από τον άνθρωπο. Εγώ δε θεωρούμαι από τους πολύ συνεργάσιμους... Σχετικά με το youtube, είναι ένα ωραίο βήμα, αν και δεν ξέρω κατά πόσο έχει κάνει αυτό που θα έπρεπε. Για παράδειγμα, υπάρχει η Μόνικα, αλλά και σε αυτό –βλέπεις;- κολλάνε ταμπέλα, λένε: αυτός που βγήκε από το youtube ή από το fame story. Θυμάμαι πάντα κάτι ωραίο που μου είχε πει ο Σαββόπουλος, τότε που υπήρχαν πολλά talent show και εσύ σκεφτόσουν “κάτσε, εγώ παλεύω τόσο καιρό, ενώ εσύ που δεν έχεις το ηθικό δίλημμα να ξεπουληθείς στα κανάλια πας και μου κάνεις καριέρα σε μια βραδιά έτσι”; Μετά βέβαια βλέπεις ότι όσοι αξίζανε επιβιώσανε, μπήκανε μεν πιο γρήγορα στο σύστημα, αλλά όλοι μέσα στο σύστημα είμαστε. Μου είπε λοιπόν ο Σαββόπουλος: “Πάνο, πρόσεχε πώς τα βλέπεις αυτά τα πράγματα, γιατί όλα γύρω μας ένα fame story είναι. Κι εσύ που είσαι τώρα εδώ, σε ένα fame story ανήκεις”. Απλά, το θέμα είναι μαζί με ποιους θέλεις να περπατάς στο σχολείο: με τους κουλτουριάρηδες, τους σπασίκλες, αυτούς που σπάνε πλάκα...;».

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βγάλω λίγα περισσότερα συμπεράσματα για το χαρακτήρα του, του κάνω: εσύ τώρα με ποιους θα ήσουν;

«Νομίζω λίγο μπαλαντέρ, με την καλή την έννοια – ή και με την κακή, δεν ξέρω. Σίγουρα θα ήμουν κοντά στις μαζορέτες για ευνόητους λόγους, θα τα είχα καλά με τους πιο μπρατσαράδες, γιατί ξέρεις, κάνεις ανταλλαγή, δίνεις ποίηση και δε σε δέρνουν, θα ήμουν με τους πιο σπασίκλες γιατί με ενδιαφέρει η γνώση, να καθίσεις να συζητήσεις και να μάθεις πράγματα. Προσπαθείς να βρεις τους καλούς ή μάλλον προσπαθείς να βρεις το καλό στον καθένα. Αυτό είναι κάτι που πάντα το σκέφτομαι. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν για τίποτα, νομίζω πως όλοι μέσα μας έχουμε το καλό. Κανένας μας δεν είναι κακός από πρόθεση, ίσως από κόμπλεξ ή από βιώματα, αλλά καταβάθος είμαστε αγνοί, εκείνο το μωράκι που βγήκε κλαίγοντας από τη μήτρα της μάνας του και δεν ήξερε τι γίνεται και άρχισαν να του φορτώνουν πληροφορίες. Οπότε ψάχνω στον καθένα να βρω αυτήν την αγνότητα, εκείνα τα μεγάλα αθώα μάτια που κάποτε κλαίγανε».

Ser-Free, τεύχος 26, φθινοπωρο 2012

Αθωότητα υπό περιορισμό

Για να μην πεις πως δεν το 'ξερες

και πως δεν ήσουν μάρτυρας των γεγονότων,

έτσι φυλακίζονται τα όνειρα

της αγέννητης γενιάς.

Της Κυριακής τα ψώνια

Γνώρισα κάποτε ένα παιδί που τα τελευταία 10 περίπου χρόνια ζει στην Αγγλία. Είναι από αυτούς που θεωρούν αδιανόητες τις κακοδαιμονίες του ελληνικού κράτους, που δεν αντέχει την γραφειοκρατία, το καθισιό των υπαλλήλων στο δημόσιο, την αγένεια, τη διαφθορά και όλα αυτά τέλος πάντων που ταλανίζουν τον Έλληνα στην καθημερινότητα του. Κοντολογίς η Αγγλία τού έκατσε κουτί. Για έναν χρόνο επέστρεψε κάποια στιγμή στην Ελλάδα και ξαναέφυγε πίσω τρέχοντας.

Το παιδί λοιπόν αυτό είχε την εξής καταναλωτική συμπεριφορά: έκανε έρευνα αγοράς για όλα τα προϊόντα που επρόκειτο να αγοράσει και έπαιρνε πάντα το φθηνότερο. Από το ένα σούπερ μάρκετ αγόραζε, για παράδειγμα, τα αναψυκτικά και από το άλλο το αλεύρι. Και ούτω καθεξής. Ασφαλώς βέβαια δεν επρόκειτο για τσιγκουνιά, γιατί η βενζίνη που ξόδευε για να πάει σε όλα αυτά τα καταστήματα προκειμένου να ολοκληρώσει τα ψώνια του ήταν περισσότερη από το κέρδος των προϊόντων. Γιατί το έκανε λοιπόν; Για να ασκήσει εμπάργκο στα προϊόντα που εξαπατούσαν τον καταναλωτή και να στηρίξει αυτά που είχαν τις πιο καλές τιμές.

Προσπαθώ να φανταστώ Έλληνες να το κάνουν αυτό, αλλά η εικόνα δε μου κολλάει με τίποτα. Φυσικά και εμείς τρέχουμε από το ένα σούπερ μάρκετ στο άλλο, αλλά προκειμένου να ακολουθήσουμε τις προσφορές που διαφημίζουν όλη μέρα στην τηλεόραση, όχι για να κατευθύνουμε ή να πιέσουμε την αγορά προς το δικό μας συμφέρον. Από τη στιγμή που αγοράζω έστω ένα προϊόν σε προσφορά, τι με νοιάζει για τα άλλα; Τέτοιοι είμαστε.

Κυριακή λοιπόν και τα καταστήματα ανοιχτά. Καταστηματάρχες γεμίζουν αναρτήσεις ότι δεν πρέπει η αγορά να είναι ανοιχτή την Κυριακή, ότι η Κυριακή είναι ό,τι απέμεινε από τα δικαιώματα των εργαζομένων και δεν πρέπει να χαθεί κι αυτό και άλλα παρόμοια. Και τελικά τι γίνεται στη αγορά; Της μουρλής. Όλοι ψωνίζουν μανιωδώς λες και άλλες μέρες δεν είναι τα καταστήματα ανοιχτά, σαν να είναι αυτή η τελευταία τους ευκαιρία για ψώνια.

Αυτή λοιπόν είναι η καταναλωτική ασυνειδησία του Έλληνα. Σου λέει αγορά ανοιχτή, θα κάνω τα ψώνια μου, τη βόλτα μου, θα πιω τον καφέ μου, θα πάω στην ταβέρνα μου, αν έχει και καλό καιρό θα περάσω σούπερ. Τα πάντα για τον Έλληνα είναι ευκαιρία για έξοδο και καλοπέραση. Κυριολεκτικά τα πάντα.

Είναι κακό αυτό; Όχι απαραίτητα. Όμως εδώ που φτάσαμε ως κράτος, ως κοινωνία και ως εθνική οικονομία θα έπρεπε να έχουμε μάθει ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι υπεράνω της καλοπέρασης μας. Και πως πέρα από άνθρωποι που έχουμε το δικαίωμα να διασκεδάσουμε, είμαστε και πολίτες που απαρτίζουν μια κοινωνία που πλήττεται.