Boys don’t cry

Boys don’t cry, 1999

Σκηνοθέτης: Kimberly Peirce

Ηθοποιοί: Hilary Swank, Chloë Sevigny, Peter Sarsgaard

Ο Brandon Teena είναι ένας 20χρονος νεαρός από το Lincoln που κάνει ό, τι όλα τα αγόρια της ηλικίας του: βγαίνει με κορίτσια, διασκεδάζει, κάνει απερισκεψίες. Με τη διαφορά όμως πως ο Brandon δεν είναι αγόρι, αλλά κορίτσι. Το αληθινό του όνομα είναι Teena Brandon, αλλά με το να φέρεται και να ντύνεται σαν αγόρι καταφέρνει να αποκρύπτει τη γυναικεία του ταυτότητα.

Ο Brandon θα γνωρίσει μία παρέα, τους πρώην κατάδικους John Lotter (Peter Sarsgaard) και Tom Nissen (Brendan Sexton III), και τις φίλες τους Candace (Alicia Goranson) και Lana (Chloë Sevigny) και θα τους ακολουθήσει στο Falls City της Nebraska. Αυτοί θα γοητευτούν από την ευαισθησία του και την αστείρευτη όρεξή του για ζωή και περιπέτεια κι αυτός θα ζήσει εμπειρίες καινούργιες, θα νιώσει την αποδοχή από τους άλλους, αλλά και θα ερωτευτεί την Lana και θα κάνει σχέση μαζί της.

Για πόσο καιρό όμως είναι δυνατόν να μείνει κρυμμένο ένα τέτοιο μυστικό; Και σε πόσο μεγάλες ακρότητες μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι μπροστά στην αποκάλυψη μιας τέτοιας αναπάντεχης αλήθειας;

Η Kimberly Peirce μέσα από τον σκηνοθετικό της φακό (αλλά και την πένα της, γιατί υπογράφει και το σενάριο μαζί με την Andy Bienen) μας μεταφέρει στο 1993 και μας αφηγείται την αληθινή ιστορία του Brandon Teena (ή της Teena Brandon τέλος πάντων) με τρόπο απλό, άμεσο, προσιτό, και εν τέλει απίστευτα συγκινητικό. Και η πεμπτουσία της ταινίας δεν άλλη από την ιστορία ενός αγοριού που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του στο γυναικείο σώμα του και μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να δεχτεί μια τέτοια υπέρβαση. (Αλλαγές στο true story βέβαια πολλές. Ο Philip DeVine, φίλος του Brandon και ένας από τα θύματα της ιστορίας, απουσιάζει εντελώς, ενώ δεν έλειψαν και οι μηνύσεις από τους συγγενείς της Teena Brandon και από την «πραγματική» Lana).

Το μότο για την διαφημιστική προώθηση της ταινίας ήταν «μια ιστορία για το κουράγιο να είσαι ο εαυτός σου». Και πράγματι σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η σύγχυση του Brandon για την σεξουαλική του ταυτότητα, η αγωνία του να βρει τον εαυτό του μέσα στα αντρικά του παντελόνια και η ανάγκη του να αγαπηθεί από τους άλλους και να λάβει μια θέση στην κοινωνία. Και το κουράγιο του εν τέλει να πάρει το ρίσκο και να αψηφήσει την γυναικεία φύση του και τον περίγυρο.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι που θέτει ένα θέμα απίστευτα λεπτό και ευαίσθητο, ακόμη και ταμπού καμιά φορά, ένα θέμα πάντα και παντού επίκαιρο. Και το θέτει, όχι μόνο ως προς την προσωπική του διάσταση, αλλά και ως ένα ζήτημα βαθύτατα κοινωνικό. Και η ίδια η ταινία δίνει την απάντηση καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν εξαιρετικά σκληροί, άδικοι και στενόμυαλοι απέναντι σε κάτι που δεν έχουν συνηθίσει και δεν κατανοούν.

Αλλά η ταινία δεν είναι ενδιαφέρουσα απλά για το θέμα της. Το μεγάλο της ατού είναι η πρωταγωνίστρια Hilary Swank και η καταπληκτική ερμηνεία της. Με κοντοκουρεμένο μαλλί και φαρδιά καρό πουκάμισα, ζωντανεύει τον Brandon με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο. Ο ενθουσιασμός του για περιπέτειες, η έξαψη του όταν πρωτοερωτεύεται, ο φόβος του για το μεγάλο μυστικό που κρύβει, η αγωνία του να ζει με δύο ταυτότητες. Και το κυριότερο, δεν υποδύεται απλά ένα αγόρι. Υποδύεται ένα κορίτσι που μιμείται ένα αγόρι. Όχι τυχαία, κέρδισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2000, και ήταν είτε υποψήφια και είτε νικήτρια σε πλήθος άλλων βραβείων. (Γεγονός που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι όσο πιο πολύ τσαλακώνονται οι stars, τόσο πιο κοντά έρχονται στις πολυπόθητες βραβεύσεις). Δεν ξέρω βέβαια αν η Hilary Swank αξίζει να έχει βρεθεί και με δεύτερο Όσκαρ (για το Million Dollar Baby) πριν τα τριανταπέντε της, ενώ άλλες καταξιωμένες ηθοποιοί δεν έχουν κερδίσει ποτέ, αλλά αυτό το κέρδισε με το σπαθί της.

Η ταινία σε σχέση με το χαμηλό της κόστος έκανε επιτυχία και απέσπασε ουκ ολίγα βραβεία και υποψηφιότητες, χάρη βέβαια στο πρωταγωνιστικό της δίδυμο, γιατί, εκτός από την Hilary Swank, τα βλέμματα τράβηξε η ερμηνεία και της Chloë Sevigny (υποψηφιότητα για Β’ Γυναικείο Ρόλο σε Όσκαρ και Χρυσές Σφαίρες και όχι μόνο).

Να πούμε βέβαια ότι η Peirce δεν έδειξε φειδώ σε σκηνές βίας και σεξ –και ναρκωτικών ακόμη. Και δεν είναι λίγες οι φορές που το θέαμα είναι κάπως σκληρό. Ίσως όμως αυτός να ήταν ο τρόπος της, όχι μόνο για να παρουσιάσει γλαφυρά τα γεγονότα, αλλά για να εκφράσει το μέγεθος της αδικίας που δέχτηκε η Teena Brandon που θέλησε να είναι Brandon Teena. Και αυτό από μόνο του κάνει την ταινία άκρως ενδιαφέρουσα, άμεση, συγκινητική, από αυτές που σου προκαλούν αγανάκτηση και οργή και συγχρόνως ένα σφίξιμο στο στομάχι.

 

Μνήμη

Ώρες ώρες

σε κοιτώ που χάνεσαι

στα απύθμενα

του παρελθόντος

βάθη,

 

δέσμιος

στην τιμωρία

της μνήμης.

Το σχολείο, τα βιβλία και οι βιβλιοφάγοι

Λογοτεχνικά βιβλία ξεκίνησα σχετικά μεγάλη να διαβάζω. Διάβαζα πάντα δηλαδή, αλλά σποραδικά, δεν ήμουν αυτό που λέμε βιβλιοφάγος. Άκουγα από όλους βέβαια ότι αν ήθελα να γίνω φιλόλογος και συγγραφέας θα έπρεπε να διαβάζω ασταμάτητα, αλλά όταν είσαι μαθήτρια έχεις όρεξη για "εξωσχολικά";

Συχνά λοιπόν μού φαινόταν παράξενο: αν το σχολείο δεν καταφέρνει να εθίσει έναν επίδοξο φιλόλογο/συγγραφέα στην ανάγνωση λογοτεχνίας, αλλά πολύ περισσότερο τον αποτρέπει, τότε πόσο πολύ αποτρέπει όλους τους υπόλοιπους;

Μια ζωή λοιπόν είχα την ίδια απορία: γιατί να μη μου αρέσει καθόλου το μάθημα των Κειμένων, εμένα που άλλο όνειρο δεν είχα από το να γράφω κείμενα η ίδια; Καταρχάς, τα κείμενα. Δε λέω, καλή η Ελλάδα και η πατρίδα και η ελευθερία (και κάπως πρέπει να ενισχύσουμε το εθνικό αίσθημα των ελληνόπουλων, ε;), αλλά οκ, υπάρχουν και άλλες αξίες προς διδασκαλία. Στην Γ' Λυκείου θυμάμαι μας έκαναν την "Μαρίνα των βράχων" -ό,τι πιο "προχωρημένο" διδαχτήκαμε ποτέ και που να ξεφεύγει από το δίπτυχο Ελλάδα-παράδοση- και είχαμε ενθουσιαστεί. Κάπου-κάπου ξεφύλλιζα το σχολικό βιβλίο, διάβαζα κανένα κείμενο που μου άρεζε, αλλά πώς τύχαινε να είναι πάντα εκτός ύλης.

Και καλά τα κείμενα άσ' τα, πες έχουν πολλές αναγνώσεις και πολλά επίπεδα και ό,τι και να διαβάσεις κακό δε θα σου κάνει. Η διδασκαλία όμως; Στίχο-στίχο, λέξη-λέξη, τόση ανάλυση που θα βαριόταν και ο ίδιος ο συγγραφέας/ποιητής που τα έγραφε. Ο ορισμός του "κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος". Και όλα αυτά για να καταλήξουμε σε ΜΙΑ σωστή απάντηση, λες και η λογοτεχνία έχει απαντήσεις, και μάλιστα σωστές και λάθος.

Ούσα ποιήτρια και η ίδια, ένα πράγμα μπορώ να πω με σιγουριά: ποτέ δεν ξέρει κανείς τι πραγματικά θέλει να πει ο ποιητής. Κι ούτε και διαλέγει μία-μία κάθε μα κάθε λέξη κατόπιν βαθιάς περισυλλογής. Κάποιες λέξεις ναι, έχουν νόημα, όχι όμως όλες. Κι αν είχαν ακόμα, δε νομίζω πως είναι δουλειά των μαθητών να το ανακαλύψουν.

Αν έκανε μια μεγάλη ζημιά το σχολείο στο θέμα της λογοτεχνίας δεν είναι ότι έκανε τους μαθητές να τη βαρεθούν, είναι ότι προσπάθησε να βάλει την ερμηνεία της σε καλούπια. Το θέμα δεν είναι να δώσεις τις απαντήσεις στους μαθητές, το θέμα είναι να τους βοηθήσεις να βιώσουν το κείμενο, να το απολαύσουν. Η λογοτεχνία, όπως και η κάθε τέχνη, τι είναι; Μορφή επικοινωνίας είναι. Ο συγγραφέας επικοινωνεί με τον αναγνώστη μέσω του κειμένου που έγραψε ο πρώτος και αγάπησε ο δεύτερος. Και για να αγαπήσεις ένα κείμενο πρέπει να το διαβάσεις με τον δικό σου τρόπο, να βρεις σε αυτό τα δικά σου βιώματα, τους δικούς σου πόνους και τις δικές σου εμμονές. Το ξέρει αυτό ο συγγραφέας, ότι ο καθένας θα διαβάσει αλλιώς τα κείμενα του, δεν είναι κακό, δε γίνεται κι αλλιώς, ειδάλλως η λογοτεχνία θα είχε πεθάνει προ πολλού.

Είναι θλιβερή η προσπάθεια του σχολείου αντί να ελευθερώνει τους μαθητές να τους βάζει σε τέτοιον περιορισμό, και μάλιστα σε ένα μάθημα όπως η λογοτεχνία. Ως μαθητές δε μάθαμε να αγαπάμε τα κείμενα ούτε να τα νιώθουμε δικά μας. Δε νιώσαμε ποτέ γιατί είναι τόσο όμορφη η λογοτεχνία, τι βρίσκουν σε αυτήν τόσοι άνθρωποι που διαβάζουν με μανία.

Κι ούτε και μας έδωσαν ποτέ καμιά κατεύθυνση. Ότι αν θέλαμε κάποια στιγμή να διαβάσουμε από μόνοι μας, από πού να ξεκινήσουμε; Πώς να ψάξουμε; Τι να αναζητήσουμε; Τίποτα. Δηλαδή να τελειώσεις το σχολείο και να μην ξέρεις καλά-καλά ποιος είναι ο Ντοστογιέφσκι…

Κι έπειτα ως μαθητής έχεις μπουχτίσει τόσο από διάβασμα, έχει γεμίσει τόσο το κεφάλι σου από πληροφορίες, από άχρηστες γνώσεις και ατελείωτα κείμενα, που δεν μπορείς να ξαναδιαβάσεις στη ζωή του. Παθαίνεις τέτοιο αναγνωστικό overdose που βλέπεις βιβλίο και βγάζεις φλύκταινες. Δεν είναι τυχαίο που στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς ένα σωρό μαθητές τα σκίζουν έξω από το σχολείο.

Οι μισοί Έλληνες λέει δε διαβάζουν. Δε διαβάζουν καθόλου. Ασφαλώς δε φταίει για αυτό το σχολείο, όχι μόνο το σχολείο δηλαδή. Αλλά εξαιτίας αυτού χάνεται σίγουρα μια καταπληκτική ευκαιρία για να μυηθούμε στον κόσμο της ανάγνωσης. Αλλά μήπως αυτό δε συμβαίνει με όλα τα μαθήματα; Αν τα μαθήματα διδάσκονταν βιωματικά, δε θα ήταν και τόσο στείρα. Και ίσως οι βιβλιοφάγοι να ήταν περισσότεροι.