Αλκίνοος Ιωαννίδης

Σε ποιο σημείο της καριέρας σας βρίσκεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος, υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε ακόμα, κάποια απωθημένα ίσως;

Απωθημένα δεν έχω γενικώς, προσπαθώ πάντα να κάνω τα πράγματα που έχω ανάγκη. Ασχολούμαι με πολλά διαφορετικά πράγματα στο χώρο της μουσικής, όχι μόνο με το τραγούδι, που είναι βέβαια και ο κύριος όγκος της δουλειάς και ο τρόπος που με ξέρει ο κόσμος, και πάντα προσπαθώ να γίνομαι καλύτερος. Όσον αφορά στην καριέρα…. Ποτέ δεν κατάλαβα ότι κάνω καριέρα αλήθεια, δεν το βλέπω έτσι. Απλά άλλες φορές βαλτώνεις, άλλες φορές προχωράς αλματωδώς, κι άλλες φορές κάνεις μια ησυχία και μαζεύεσαι και ίσως αυτή είναι και η πιο δημιουργική περίοδος.

Είστε ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές και τα δικά σας τραγούδια ειδικά αγγίζουν πολύ βαθιά τον κόσμο. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Όταν βλέπω ο κόσμος να αγαπάει τα τραγούδια μου αισθάνομαι μεγάλη χαρά, όπως όταν ένας γονιός βλέπει να αγαπούν το παιδί του και χαίρεται. Αλλά από την άλλη, όταν ηχογραφείς ένα τραγούδι και εκδοθεί, δεν αισθάνεσαι και τόσο πατέρας, έχει πια ελευθερωθεί, έχει ζωή από μόνο του.

Αυτό ακριβώς το έχει πει και ο Σεφέρης, ότι μόλις εκδόσεις ένα ποίημα, δεν είναι δικό σου πια, ανήκει στο κοινό.

Πράγματι, ένα τραγούδι ανήκει σε όσους το αγαπάνε και με αυτήν την έννοια εγώ θεωρώ δικά μου και τραγούδια που δεν έγραψα ο ίδιος.

Πρέπει να είστε άνθρωπος που δεν τα πάτε πολύ καλά με την δημοσιότητα, είστε αποτραβηγμένος και εμφανίζεστε επιλεκτικά.

Όλα αυτά είναι σχετικά. Με ενοχλούσε πάντα η έννοια του δημοσίου προσώπου, μου θυμίζει το ελληνικό δημόσιο, τα δημόσια ουρητήρια... Δεν αισθάνομαι όμως αποτραβηγμένος, εφόσον είμαι ένας άνθρωπος που δίνει τέσσερις-πέντε συνεντεύξεις το χρόνο. Απλά καλό είναι να βγαίνεις όταν έχεις να πεις κάτι καινούργιο. Αν όμως κάποιοι υπερβάλλουν και είναι κάθε μέρα στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά αποτραβηγμένος είναι αυτός που έχει μεγάλο έργο και δεν βγαίνει ποτέ να μιλήσει για αυτό. Εμείς όλοι που έχουμε φανερώσει στον κόσμο ένα μέτριο όγκο δουλειάς και βγαίνουμε και μιλάμε για αυτό, δεν θα πρέπει να θεωρούμαστε ιδιαίτερα συνεσταλμένοι!

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που υπάρχουν reality, γρήγορη και παροδική επιτυχία, σκυλάδικα, πόσος χώρος υπάρχει για αληθινή τέχνη;

Υπάρχει αληθινή τέχνη, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που γίνονται σε όλους τους τομείς και σε όλες τις τέχνες. Το τραγούδι τυγχάνει μιας διαχείρισης προνομιακής και οι τραγουδιστές ακόμη περισσότερο, και υπάρχουν καλλιτέχνες που κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Το αν είναι γνωστοί ή όχι στο κοινό αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Δηλαδή είστε ικανοποιημένος από τα μουσικά δρώμενα της Ελλάδας;

Δεν μου λείπουν πολλά πράγματα, αλλά είμαι ανικανοποίητος γενικά από την αισθητική της χώρας μας. Δεν μπορώ να το ταυτίσω αυτό με τις τέχνες αποκλειστικά, έχει να κάνει, παραδείγματος χάριν, και με την αρχιτεκτονική μας. Για παράδειγμα, στις πόλεις βλέπεις τις γνωστές άθλιες πολυκατοικίες, τα πάντα φτιαγμένα από μπετόν, χωρίς καμία αισθητική, αυτό με πειράζει. Και ειδικά όταν είσαι άνθρωπος που ταξιδεύεις στο εξωτερικό και βλέπεις ότι άλλοι έχουν γενικότερα μια καλύτερη αισθητική –ανεξαρτήτως από την προσωπική αισθητική του κάθε ατόμου. Αυτό μου λείπει, και αυτή η έλλειψη αισθητικής υπάρχει πλέον και στην πολιτική, στα ΜΜΕ, στον τρόπο που μιλάμε ο ένας στον άλλον, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, στον τρόπο που σπαταλάμε τον χρόνο μας, υπάρχει παντού, άρα και στις τέχνες, με φωτεινές βέβαια πάντα εξαιρέσεις.

Τι σημαίνει για εσάς επιτυχία; Ένας δίσκος που κάνει πωλήσεις, ένα live με πολλά άτομα, ο γάμος σας, οι κόρες σας;

Επιτυχία κατά τη γνώμη μου είναι το να είναι ο άνθρωπος σύμφωνος με τον εαυτό του ή να παλεύει να συμφωνήσει. Από εκεί και πέρα, μεμονωμένες επιτυχίες υπάρχουν. Εξαρτάται όμως πάντα ποιες είναι οι αναφορές και ποιοι οι στόχοι σου.

Μέχρι στιγμής είστε μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Φοβάστε ποτέ μήπως η έμπνευση αυτή σταματήσει;

Μου συμβαίνει συνέχεια, οπότε δεν το φοβάμαι. Όποτε δεν δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να είμαι ανοιχτός, δεν είμαι και δημιουργικός. Πολλές φορές δίνω περισσότερη σημασία σε πράγματα εκτός της μουσικής και ξέρω ότι τότε το παράθυρο της έμπνευσης είναι κλειστό. Μου λείπει όταν συμβαίνει για πολύ καιρό, και έχω γράψει και τραγούδια πάνω σε αυτό, για παράδειγμα «γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω».

Αναφέρεστε στην έμπνευση; Γιατί τα περισσότερα τραγούδια σας δίνουν την εντύπωση ότι είναι καθαρά ερωτικά.

Ποτέ δεν έχω γράψει τραγούδι για έναν άνθρωπο, δηλαδή να μου λείπει μια κοπέλα και να γράψω ένα τραγούδι. Τα περισσότερα είναι υπαρξιακά, μιλούν για αυτήν την έλλειψη συμφωνίας με τον εαυτό μας, άρα και της συμφωνίας με τους άλλους ανθρώπους και με το σύμπαν ολόκληρο. Δεν είναι εγωιστικό να είσαι σύμφωνος με τον εαυτό σου, είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσεις σωστά απέναντι στους άλλους.

Το πολιτικό τραγούδι θα σας ενδιέφερε;

Πολλά τραγούδια που έχω γράψει και εγώ και άλλοι τα θεωρώ πολιτικά, με τρόπο όμως ουσιαστικότερο, χωρίς να φωνάζουν, χωρίς να πετάνε συνθήματα, χωρίς να είναι με τη γροθιά σηκωμένη, καταφέρνουν να δημιουργήσουν ακροατές με ανοιχτή ψυχή και με ανοιχτό μυαλό, που σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τον κόσμο με έναν τρόπο που μπορεί να γίνει καθοριστικός για την αλλαγή αυτού του κόσμου, αν υπάρξει ποτέ αυτή η αλλαγή που όλοι ονειρευόμαστε. Οπότε θεωρώ ότι το πολιτικό είναι ένα τραγούδι που μπορεί να κρατήσει τις κεραίες του ακροατή ανοιχτές, ανεξάρτητα αν μιλάει ξεκάθαρα για τα θέματα τα οποία πραγματεύεται.

Τι υπάρχει από την δική σας ψυχή μέσα σε κάθε τραγούδι;

Αυτό δεν μπορώ να το πω. Δεν έχω ιδέα. Το τραγούδι είναι ένας κόσμος ολόκληρος και το σίγουρο είναι ότι τον έχω κατοικήσει αφού το έγραψα, αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι βρίσκομαι ολοκληρωτικά εκεί. Δεν γνωρίζουμε ολόκληρο τον εαυτό μας και δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις ποιο μέρος σου είναι μέσα στο τραγούδι και ποιο απ’ έξω!

Ιανουάριος 2009, Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος  

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης

«Δεν είμαι ο τύπος που χαίρεται τη δημοσιότητα»

Πριν συναντήσω τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση ήξερα περίπου τι να περιμένω. Τον είχα παρακολουθήσει σε πολλές συνεντεύξεις: σοβαρός, μετρημένος, να λέει ότι η δημοσιότητα δεν είναι και το καλύτερο του… Τον συνάντησα ένα βράδυ στο θέατρο, κανένα μισάωρο πριν ανεβεί στη σκηνή, με το μακιγιάζ μισοτελειωμένο στο πρόσωπο και με μια ευχάριστη βαβούρα να πλανιέται στο χώρο. Κόντρα σε αυτά η ευγένεια του –τόσο έντονη που μου έκανε εντύπωση. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και αρχίσαμε να μιλάμε σοβαρά και χαμηλόφωνα. Ήταν τόση η ηρεμία στην κουβέντα μας που ξέχασα μέχρι και να περάσω από τον πληθυντικό στον ενικό αριθμό.

Τις Σέρρες τις βρίσκει υπέροχες. Έτσι ξεκινήσαμε.

«Μου αρέσουν οι άνθρωποι, το φαγητό, η νυχτερινή ζωή, η φύση γύρω από την πόλη… Ό,τι έχω δει μου αρέσει».

Ο ίδιος είναι από την Πάτρα, μένει εκτός κέντρου Αθηνών και είναι άνθρωπος της φύσης –όλα αυτά τα μαθαίνω σε δευτερόλεπτα, καθώς αυθόρμητα τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις. Περιμένω να ακούσω ότι θα έμενε πρόθυμα και στην επαρχία.

«Άνετα, άνετα, αν μου το επέτρεπε η δουλειά μου. Τώρα δε μου το επιτρέπει».

Πόσο ευέλικτος! Θα άλλαζε, λέει, και δουλειά και δε θα είχε πρόβλημα να κάνει οποιαδήποτε.

«Δε θα τις αγαπούσα βέβαια όλες. Αν πουλούσα καρέκλες, για παράδειγμα, δε θα με γέμιζε, αλλά ασφαλώς και θα το έκανα προκειμένου να ζήσω. Οι δουλειές που αγαπώ είναι φυσικά το θέατρο και κάποιες άλλες ασχολίες που έχω ως χόμπι, όπως η κηπουρική».

Ευθύς, κατασταλαγμένος, μιλά τόσο απλά και ουσιαστικά. Η φωνή του παίρνει μια πιο ζωηρή χροιά μόλις η κουβέντα μας έρχεται στα επαγγελματικά του.

«Θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό. Και που κάνω τη δουλειά που αγαπώ και που έχω ακόμα δουλειά».

Μου αρέσει η αίσθηση αυτή του βαθύτατα ικανοποιημένου ατόμου που βγάζει, αλλά σε εκείνο το σημείο γυρνώ και τον κοιτάζω πλάγια: μπορούμε να κάνουμε τόσο ιδανικά τη δουλειά που μας αρέσει χωρίς να βάζουμε νερό στο κρασί μας;

«Ασφαλώς και όχι. Πάντα υπάρχουν συμβιβασμοί. Αλλά και πάλι θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, έχω κάνει λίγους συμβιβασμούς, κι αυτό γιατί έτσι έτυχε, δε χρειάστηκε να κάνω. Αν χρειαζόταν θα έκανα προκειμένου να μη χαλάσω μια συνεργασία ή, για παράδειγμα, για να σπουδάσω τα παιδιά μου».

Πρέπει πάντως, για όποιον μας έβλεπε, να αποτελούσαμε ένα εξαιρετικά αστείο θέαμα: να μιλάμε σιγανά και με απόλυτη σοβαρότητα, την ίδια στιγμή που ο Σκιαδαρέσης είναι μακιγιαρισμένος εντελώς φαιδρά και ντυμένος σαν αρχαίος Έλληνας. Και ισχυρίζεται κιόλας ότι δε θεωρεί τον εαυτό του κωμικό ηθοποιό!

«Όχι, δε θα έλεγα. Πάρα πολύ συχνά μου προτείνουν και δραματικούς ρόλους. Ως κωμικός η αναγνώριση έγινε στο Καφέ της Χαράς. Αλλά μετά ακολούθησε το Χαρά Αγνοείται. Οπότε νομίζω πως ανήκω εξίσου και στα δύο. Και καλύτερα βέβαια, γιατί μου αρέσει να κάνω διαφορετικά πράγματα».

Και όπως δηλώνει αμέσως μετά, αγαπάει εξίσου και τα δύο.

«Φυσικά και διασκεδάζω στην κωμωδία, το ίδιο όμως και στο δράμα. Επειδή είμαι τύπος της πλάκας, το διασκεδάζω εξίσου».

Κι εγώ που αναρωτιόμουν πως αντέχουν οι ηθοποιοί όταν ερμηνεύουν ψυχοπλακωτικούς ρόλους…

«Όχι, από ένα ρόλο δεν επηρεάζομαι ποτέ. Επηρεάζομαι από άλλα πράγματα, από κακές συνθήκες δουλειάς, από κακές συνεργασίες… Υπήρξαν όμως και φορές που αισθανόμουν ότι δεν είχα βρει το ρόλο. Τότε τυραννιόμουν αφάνταστα. Σαν να προσπαθούσα να αγαπήσω έναν άνθρωπο που έπρεπε να μισώ. Ήταν πολύ ψυχοφθόρο».

Δεν είναι η πρώτη φορά που σε κουβέντα με ηθοποιό ακούγεται η λέξη «ψυχοφθόρος»…

«Ναι, είναι ψυχοφθόρα δουλειά, αλλά και ψυχοθεραπευτική παράλληλα. Όταν είναι καλές οι συνθήκες και οι συνεργασίες, είναι ευεργετική. Η δουλειά αυτή γίνεται μόνο αν αγαπάς τους πάντες: το ρόλο, τους συναδέλφους, το σκηνοθέτη, δε γίνεται αλλιώς. Μια κακή συνεργασία σε βασανίζει, δε σε αφήνει να καταθέσεις την ψυχή σου. Γιατί με αυτό παίζεις, με το συναίσθημα, με την ψυχή».

Ακούγοντας τον να μιλάει έτσι, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Η ουσία της δουλειάς του, προφανώς, βρίσκεται αλλού.

«Μου αρέσει μέχρι ενός σημείου, αλλά δεν είμαι ο τύπος που τη χαίρεται… Μου λείπει, για παράδειγμα, που δεν μπορώ να καθίσω κάπου μια ολόκληρη ώρα για καφέ χωρίς να έρθει κάποιος να μου μιλήσει. Όχι πως με ενοχλεί, απλώς δεν είναι κάτι που επιδίωξα, δεν έγινα ηθοποιός για να γίνω γνωστός. Είναι όμως φυσικό επακόλουθο, το ήξερα. Αν δεν ήθελα να με γνωρίζουν, ας μην έκανα τηλεόραση, σωστά;».

Προσπαθώ πάντως τόση ώρα να συμβιβάσω μέσα μου τις δυο εικόνες: τον Σκιαδαρέση που έχω δίπλα μου, σοβαρό, ήρεμο, κατασταλαγμένο, με τους κωμικούς ρόλους στους οποίους τον έχω δει, όπου είναι ανοιχτός, έξω καρδιά, πλακατζής…

«Είμαι και έτσι, αλλά σε δεύτερο χρόνο. Η πρώτη εντύπωση που δίνω πάντα είναι ότι είμαι κλειστός. Θέλω χρόνο για να ανοιχτώ. Από κάτω κρύβεται ένα πολύ γελοίο άτομο. Ένα άτομο που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμο για την όποια γελοιότητα».

Εδώ μου χαρίζει και το πρώτο πλατύ χαμόγελο, είναι σχεδόν έτοιμος να βάλει τα γέλια. Η κουβέντα μας γίνεται πιο οικεία και μου βγαίνει αυθόρμητα να τον ρωτήσω για το γάμο του με την Μπέσυ Μάλφα. Πώς είναι ένας γάμος μεταξύ τόσο διάσημων ηθοποιών; Είναι κάτι που σε δένει, σε χωρίζει; Πρέπει να του το έχουν ρωτήσει αυτό αμέτρητες φορές, αλλά μου απαντά με τη γνωστή ήρεμη φωνή του.

«Ο ένας κατανοεί τους χρόνους και τα προβλήματα του άλλου, τις αγωνίες… Ανταγωνισμό δεν έχουμε. Δεν ξέρω τι θα γινόταν βέβαια αν η Μπέσυ ήταν πρώτο όνομα κι εγώ κομπάρσος, τότε ίσως και να είχα πρόβλημα, δεν ξέρω. Αλλά τώρα χαιρόμαστε ο ένας με την επιτυχία του άλλου».

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης έχει δώσει ρεσιτάλ θετικής ενέργειας. Τον κοιτώ κατάματα και τον ρωτώ προτού πατήσω το stop: επαγγελματικά απωθημένα; Μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο και μου λέει με ελαφρώς παραπονεμένη φωνή:

«Μόνο ένα: να παίξω Σαίξπηρ. Δεν προέκυψε ποτέ. Είμαι περήφανος για ό,τι δουλειές έχω κάνει και δεν αισθάνομαι να μου λείπουν οι μεγάλοι ρόλοι, αλλά Σαίξπηρ θέλω πολύ να παίξω γιατί μου αρέσει ως συγγραφέας. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τύχει!».

 

Περιοδικό Ser-Free, #35, Δεκέμβριος 2014

Χάρρυ Κλυνν

Ο Χάρρυ Κλυνν και η θεατρική ομάδα «Τα παιδιά της Σαλονίκης» ξαναζωντάνεψαν μετά από πενήντα χρόνια την κωμωδία των, λεγόμενων Διόσκουρων, Σακελάριου-Γιαννακόπουλου «Ένας ήρωας με παντόφλες» και ο γνωστός κωμικός ενσάρκωσε, μισό αιώνα μετά τον Βασίλη Λογοθετίδη, τον θρυλικό στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλα. Το έργο γράφτηκε και ανέβηκε το 1948, στο τέλος δηλαδή περίπου του εμφυλίου, και η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον Σακελάριο, παίχτηκε δέκα χρόνια μετά.

Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Χάρρυ Κλυνν να αναστήσει το έργο πρωταγωνιστώντας και σκηνοθετώντας; Μιλώντας στο Σερραϊκό Θάρρος, είπε:

«Ένα έργο που ασχολείται με τη διαφθορά των ηθών και μάλιστα σε μια περίοδο δύσκολη όπως ήταν εκείνη, απαιτούσε και αρετή και τόλμη, και από τους συγγραφείς και από τον πρωταγωνιστή. Το έργο δημιούργησε προηγούμενο και είχε τεράστια επιτυχία στην Αθήνα, φανέρωσε και τις αρετές που έχει ως θεατής ο ελληνικός λαός».

Παρόλ’ αυτά, το έργο δεν ξανανέβηκε στο θέατρο έκτοτε. Ο Χάρρυ Κλυνν εικάζει πως αυτό οφείλεται σε έναν φόβο εκ μέρους των ερμηνευτών για μια ενδεχομένη σύγκριση με τον αξεπέραστο Λογοθετίδη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο ρόλος είχε γραφτεί τότε για τον συγκεκριμένο ηθοποιό. Ο ίδιος όμως δεν φοβήθηκε μια τέτοια σύγκριση;

«Έχω πάρει πολλές φορές ρίσκο, η σιγουριά δεν χαρακτηρίζει ανθρώπους προοδευτικούς. Εγώ απλά ερμηνεύω το ρόλο με τον τρόπο που αισθάνομαι και γι’ αυτό πιστεύω πως κανείς δεν κάνει σύγκριση. Υπήρχε βέβαια ένα φόβος, ο οποίος όμως διαλύθηκε με την πρεμιέρα της παράστασης. Έγινε μεγάλη επιτυχία».

Η υπόθεση του έργου τραγικά κλασσική: ένας απόστρατος στρατηγός, φτωχός πλέον αλλά ηθικά ακέραιος, δέχεται την τιμή να στηθεί άγαλμα του σε μια πλατεία. Αργότερα όμως μαθαίνει ότι η κίνηση αυτή δεν έγινε για να τον τιμήσουν, αλλά για να εισπράξουν οι πολιτικοί λεφτά από την κατασκευή του αγάλματος. Ένα έργο τόσο επίκαιρο, σαν να γράφτηκε χθες, μέσα από το οποίο περνά πλήθος μηνυμάτων: η διαφθορά των πολιτικών, η δύναμη του χρήματος, η ιδεολογία και η ακεραιότητα -που ωστόσο δεν ανταμείβονται.

Ο Χάρρυ Κλυνν βρίσκει αισιόδοξο το μήνυμα της παράστασης.

«Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν είναι τα πάντα ισοπεδωμένα. Δεν είναι όλοι ίδιοι, υπάρχει ελπίδα. Ο διεφθαρμένος πολιτικός υπάρχει, αλλά υπάρχει και ο αντίποδας, δηλαδή ο έντιμος χαρακτήρας. Ό, τι κακό και να γίνει θα υπάρξει στον αντίποδα και το καλό».

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έσπευσαν στο θέατρο για να παρακολουθήσουν την παράσταση. Μπορεί το θέατρο να μην ήταν γεμάτο, αλλά το κοινό ήταν πάρα πολύ θερμό, και λόγω των κωμικών στοιχείων, αλλά και λόγω της αμεσότητας που δημιουργούσε η ερμηνεία του Χάρρυ Κλυνν. Για την ανταπόκριση του κόσμου γενικά, ο ηθοποιός σχολίασε:

«Ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν δει το έργο, αντιδρούν σαν να το γνωρίζουν. Το έργο μιλάει στο υποσυνείδητό τους, τους θυμίζει πράγματα οικεία».

Ο αγαπημένος κωμικός για τα μελλοντικά του σχέδια δήλωσε μόνο το εξής:

«Δεν κάνω ποτέ σχέδια. Υγεία μόνο να έχουμε και υπάρχει χρόνος να συνεχίσουμε αυτό ξεκινήσαμε, το οποίο το βλέπω κυρίως ως προσφορά και λιγότερο ως αμοιβή. Διαφορετικά, όπως είπε ο Στανισλάφσκι, παύει να είναι ιερέας του πάθους και της ομορφιάς ο ηθοποιός και γίνεται ένας ψυχρός έμπορος. Εγώ δεν έχω καταντήσει ακόμη έτσι!».

 

Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος, Ιούλιος 2009