Στέλιος Μάινας

«Είμαι έτοιμος να κάνω την αποτυχία μετά τη μεγάλη επιτυχία, δε φοβάμαι»

Αν τον Στέλιο Μάινα τον συμπαθούσα ήδη ως καλλιτέχνη μέσα από τις δουλειές του (λατρεμένα «Μαύρα Μεσάνυχτα»), τότε γνωρίζοντας τον από κοντά η άποψη μου εκτινάχτηκε στα ύψη. Ευγενικός, χαμογελαστός, με κατασταλαγμένες απόψεις σχετικά με την τέχνη που δείχνουν ηθοποιό με ήθος, από την πρώτη στιγμή που μιλήσαμε (ήδη από το τηλέφωνο) μια σκέψη μου γεννήθηκε στο μυαλό: ήταν ο Μάινας ένας «Θράσος» του καλλιτεχνικού χώρου, ένας άνθρωπος δηλαδή με ξεχωριστή ποιότητα σε κύκλους που θεωρούνται πολλές φορές ...αμφίβολοι;

«Τους χώρους εμείς τους φτιάχνουμε, εμείς δίνουμε τον τόνο», μου λέει καθώς του εκφράζω τη σκέψη μου στην αρχή της συνέντευξης. «Και για να υπερασπιστώ το χώρο μου, να πω ότι είναι πολύ παρεξηγημένος. Ο χώρος της τέχνης είναι χώρος της διανόησης, της άμιλλας... –κι αυτό που λέω δεν είναι θεωρητικό, όταν ξεκίνησα εγώ έτσι ήταν τα πράγματα. Αλλά πλέον τίποτα δε μοιάζει με το πώς ήταν παλιά, οπότε γιατί να μοιάζει το θέατρο; Αλλά ο χώρος μας είναι παρεξηγημένος με τη έννοια ότι ο κόσμος νομίζει ότι έχει να κάνει με δόξα, λεφτά, ματαιοδοξία... Ματαιόδοξοι άνθρωποι υπάρχουν, αλλά όχι μόνο εδώ».

Καθώς μιλάμε σκέφτομαι τους «Μεν και δε», τα «Μαύρα Μεσάνυχτα», το «Νησί», την «Όπερα της πεντάρας» που ανέβηκε πρόπερσι το καλοκαίρι και ήταν υπέροχο, όλα αγαπημένες δουλειές που καθιέρωσαν τον Μάινα σαν έναν από τους πιο καλούς σύγχρονους ηθοποιούς. Με ποια κριτήρια κάνει τις επιλογές που τον έχουν βοηθήσει για αυτήν την μέχρι τώρα αξιόλογη πορεία;

«Είναι πολλοί οι παράγοντες. Οι συνεργάτες, το έργο, παίζει ρόλο ποιος σου προτείνει κάτι και γιατί... Γιατί πολλές φορές κάνω πράγματα και από συμπάθεια, δηλαδή συμμετέχω και αφιλοκερδώς... Είμαι σε μια θέση και σε μια ηλικία που επιβάλλεται να προσφέρεις. Δεν είμαι στη φάση που αναζητώ δουλειά ή που χρειάζεται να δουλέψω εναγωνίως για βιοποριστικούς λόγους. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι, σε όλους τους τομείς, όταν βρίσκονται σε καλύτερη θέση από κάποιους άλλους έχουν χρέος να δίνουν έναν κομμάτι από αυτήν την τύχη και στους υπόλοιπους».

Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκέφτεται˙ δείχνει, όπως του λέω, άνθρωπος βαθιά ικανοποιημένος.

«Σαφέστατα. Δεν έχω απωθημένα. Θεωρώ ότι είμαι ένας τυχερός άνθρωπος, που μου έχουν τύχει καλά πράγματα στη ζωή μου και στην οικογένεια μου. Και θα ήθελα να επιστρέφω ένα κομμάτι από αυτήν την τύχη και στους άλλους».

Υπάρχει όμως η ίδια ικανοποίηση για τις επιλογές του παρελθόντος; Κατά πόσο ασκεί κριτική για αποφάσεις που πήρε σε άλλες φάσεις της δουλειάς του;

«Ο καλλιτέχνης, κατά την προσωπική μου γνώμη, πρέπει να περνάει από διαφορετικούς χώρους. Πρέπει να τρίβεται με διαφορετικά πράγματα για να μπορεί να αποκτήσει μια θέση συμπαντική στην τέχνη. Η υποχρέωση του είναι να μεταφέρει μία συγκεκριμένη αίσθηση στο κοινό, η οποία είναι πολύ λεπτή και δεν κατακτιέται από τη μια μέρα στην άλλη, θέλει πολύ χρόνο. Σε όλο αυτό το διάστημα έχεις υποχρέωση να δώσεις το στίγμα σου και αυτό δεν μπορεί να γίνει αν ακολουθήσεις ένα μόνο δρόμο. Εμένα με αντιπροσωπεύει η τέχνη στην ολότητα της».

Παρόλο που κάνει λόγο για ολότητα, περιμένω να μου πει ότι έχει αδυναμία σε κάποιο είδος. Πέφτω έξω όμως˙ του αρέσουν όλα εξίσου.

«Νομίζω ότι όλα είναι η ίδια έκφανση της ανθρώπινης υπόστασης, της αγωνίας του ανθρώπου, σε διαφορετική στιγμή. Δε διαφέρει σε τίποτα η κωμωδία από την τραγωδία παρά μόνο στην οπτική γωνία. Ένα δυσάρεστο γεγονός αν το δεις από την άλλη όψη γελάς. Ή το τραγικό γεγονός στην υπερβολή του γίνεται γελοίο».

Σκέφτομαι την τάση του κόσμου να ταυτίζει τους ηθοποιούς με τους ρόλους που ερμηνεύουν και αναρωτιέμαι αν ο Στέλιος Μάινας ανησυχεί για έναν «στιγματισμό» τέτοιου είδους.

«Είναι αργά για να το πάθω αυτό! Απλά η επιτυχία αποτελεί μια καλή ευκαιρία. Η επιτυχία όμως είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους, όχι σε μένα, δηλαδή την επιτυχία μου την εκλαμβάνετε εσείς, όχι εγώ. Ο καλλιτέχνης πρέπει να κρατάει τις αποστάσεις του και από την επιτυχία και από την αποτυχία. Η δική μας δουλειά, αν την κοιτάξεις κατ’ ουσίαν εις βάθος, είναι μια δουλειά μοναστηριακή, απαιτεί φοβερό αυτοέλεγχο. Η επιτυχία ή η αποτυχία μπορεί να σε παρασύρει, να σε βγάλει από το στόχο σου. Και μπορεί η επιτυχία να προσφέρει την ηθική ικανοποίηση, αλλά, από την άλλη, αν επαναπαυτείς στις δάφνες σου την έβαψες! Ο καλλιτέχνης τη στιγμή που θα σταματήσει έχει τελειώσει. Πρέπει η πορεία του να είναι συνεχής. Αυτό περιμένει από σένα ο κόσμος. Ο κόσμος με την ίδια ζέση που σε χειροκροτά, με την ίδια ζέση σου γυρνάει την πλάτη».

Και αφού μιλάμε για επιτυχίες και αποτυχίες σχηματίζεται στο μυαλό μου η επόμενη ερώτηση: τι γίνεται όταν μετά από μια μεγάλη επιτυχία δεν υπάρξει ανάλογη συνέχεια;

«Είμαι έτοιμος να κάνω την αποτυχία μετά τη μεγάλη επιτυχία, δε φοβάμαι. Δε φοβάμαι μήπως πουν “αυτός τι καλός που ήταν και τι χαζομάρα έκανε τώρα...”. Αυτό είναι κάτι που θα συμβεί. Ο κόσμος όταν του αρέσει κάτι το μυθοποιεί. Αν μυθοποιήσεις κι εσύ ο ίδιος τότε τον εαυτό σου, θα είσαι στο όραμα ενός πράγματος που δεν υπάρχει. Την έχουν πατήσει πολλοί έτσι. Ο κόσμος δε σε συγχωρεί, σε θέλει εκεί που του άρεσες. Αυτό όμως είναι μια φενάκη. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει μια πραγματική εικόνα».

Είναι από τις λίγες φορές που έχω συναντήσει καλλιτέχνη με τόσο κατασταλαγμένες απόψεις και με τόση διαύγεια στον τρόπο σκέψης που η συζήτηση μας κυλάει με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο. Έναν ηθοποιό, που έχει αναπτύξει τέτοια θεωρία σχετικά με την τέχνη, πόσο τον απασχολεί η εικόνα του; Ο Μάινας σχεδόν με διακόπτει καθώς υποβάλλω την ερώτηση μου.

«Καθόλου δε με απασχολεί. Απλά έχω μια πορεία την οποία ακολουθώ και αυτό που θέλω είναι να μην είμαι ανακόλουθος αυτού που έχω αποφασίσει για τον εαυτό μου. Για εμάς τους ηθοποιούς κατά καιρούς γράφονται διάφορα. Δεν μας κάνουν κακό μόνο τα κακά δημοσιεύματα, αλλά και τα καλά. Οποιαδήποτε δημοσίευση γίνεται είναι μια φθορά για τον καλλιτέχνη, για τον εσωτερικό του κόσμο. Καλό θα ήταν οι καλλιτέχνες να μην είχαν καμία σχέση με αυτό».

Πράγμα βέβαια που τηρεί πρώτα-πρώτα ο ίδιος, καθώς απέχει πολύ από την υπέμετρη προβολή.

«Ευτυχώς!», απαντάει γελώντας. «Αυτό βέβαια το έχω επιδιώξει και εγώ, αλλά και εσείς οι δημοσιογράφοι δε μασάτε. Έχει τύχει να αρνηθώ συνέντευξη και μία βδομάδα μετά να δω στο εν λόγω έντυπο ένα κείμενο σαν να έχω δώσει συνέντευξη! Γίνεται ένα ποτ-πουρί από συνεντεύξεις που έχω δώσει γενικά και προκύπτει ένα προφίλ χωρίς τη συμβολή μου. Αυτό είναι κάτι που γίνεται συνέχεια και δεν μπορείς να πεις και τίποτα γιατί αυτό που θα έχουν γράψει για σένα θα είναι ύμνος! Αυτό όμως σου κάνει κακό. Όταν ο κόσμος θα διαβάζει συνέχεια “ο Μάινας έτσι κι ο Μάινας αλλιώς” στο τέλος θα πει “αμάν πια αυτός ο Μάινας”! Και η δημοσιογραφία πρέπει να κρατά αποστάσεις αλλιώς γίνεται κιτρινισμός».

Κλασσική μου ερώτηση πλησιάζοντας προς το τέλος: τι είναι αυτό που θα ήθελε περισσότερο να κάνει στη συνέχεια της καριέρας του.

«Κινηματογράφο. Ο οποίος όμως δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι σε κατάσταση διάλυσης... Ο κινηματογράφος που υπάρχει αυτή τη στιγμή αποτελεί κάτι ξένο για μένα. Και ευτελές. Υπάρχει βέβαια και η αξιόλογη πλευρά, αλλά δεν χρηματοδοτείται από πουθενά».

Και με αυτό μου δίνει πάσα για την επόμενη ερώτηση.

«Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλον τον κόσμο», λέει ως απάντηση στο αν η τέχνη έχει πάρει την κατιούσα. «Υπάρχει ίσως μια ευτέλεια, επειδή ο κόσμος δυσκολεύεται και πιέζεται από παντού, ίσως αναζητά μια διέξοδο σε κάτι πιο εύκολο».

Η συνέντευξή μας ήταν άκρως απολαυστική και ετοιμάζομαι σιγά-σιγά να αποχωρήσω, αν μη τι άλλο ευχαριστημένη που η γνωριμία με τον Μάινα ως χαρακτήρα δικαίωσε τη συμπάθεια για τον Μάινα ως ηθοποιό. Λίγο προτού πατήσω το stop στο δημοσιογραφικό με ξαφνιάζει στην τελευταία ερώτηση:

«Αν δεν ήσουν ηθοποιός, τι θα ήσουν;».

«Γιατρός. Ο ηθοποιός είναι η τέχνη της παρατήρησης. Το ίδιο και ο γιατρός. Η ιατρική είναι ενδοσκόπηση. Το ίδιο και η υποκριτική».

 

Περιοδικό Ser-Free, τεύχος 18, 2011

Πάνος Μουζουράκης

Με τον Μουζουράκη βρεθήκαμε ένα μεσημέρι Σαββάτου, στο καφέ του ξενοδοχείου που διέμενε, με τον ήλιο να μας ζεσταίνει ευχάριστα και με τα διερχόμενα αυτοκίνητα να μας αναγκάζουν να ανεβάσουμε decibel. Αυτός εντελώς cool και χαλαρός, με τα μαλλιά του ανέμελα και με στριφτά και καφέ ανά χείρας, εγώ εντελώς ανακουφισμένη που ήταν όπως τον περίμενα και δε μου ήρθε με κανένα επίσημο υφάκι του τύπου «το-χύμα-είναι-για-την-τηλεόραση, δίνω-συνέντευξη-τώρα». 

Αράξαμε στην καφετέρια, εγώ έβγαλα τα «σύνεργα» μου στο τραπέζι, αυτός έπεσε με τα μούτρα στο Ser-free που του πήγα, ξεφυλλίζοντας το επί ώρα, ενόσω με ρωτούσε τι κάνω, πώς περνάω και τι να επισκεφτεί στις Σέρρες. Η κουβέντα μας κυλούσε αβίαστα και μέχρι εκείνη τη στιγμή off the record –«ξέρεις τι λέω;», μου κάνει, «να μην ανοίξεις το μαγνητόφωνο. Γράψε ό,τι θυμάσαι. Ένας καφές με τον Πάνο Μουζουράκη...». Του εξηγώ ότι δεν έχω υπερφυσικές ικανότητες απομνημόνευσης και πατάω rec πάνω που άρχισε να μου παινεύει τις Σέρρες (ε μη χάσω και τόσο καλά λόγια...).

«Είναι πολύ όμορφη πόλη. Και μου δίνει μια αίσθηση καθαριότητας, με πράσινο, με χαμηλά σπίτια...».

Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι προφανώς τον πήγαν σε «λάθος» γειτονιές, αλλά γιατί να του το χαλάσω;

«Μου άρεσε πάρα πολύ και το αμφιθέατρο στο ΤΕΙ, δεν περίμενα να δω έναν τόσο όμορφα οργανωμένο χώρο. Ευχαριστώ το Δήμο που έφτιαξε κάτι τόσο ωραίο».

Προφανώς ο Μουζουράκης ήρθε με πολλή θετική ενέργεια στην πόλη μας –ή τα βλέπει όλα ωραία μετά τη συναυλία της προηγούμενης νύχτας.

«Ήταν πάρα πολύ ωραία. Αν και δεν περίμενα να έρθει κόσμος».

Ουπς! Άλλο πάλι και τούτο! Τι ήταν αυτό; Ανασφάλεια; Πήγα να τσιμπήσω στην αρχή, μετά κατάλαβα το χιούμορ του: σοβαρό ύφος – αμφιλεγόμενη ατάκα.

«Ναι, έχω ακούσει ότι εκπέμπω μια συμπάθεια... Πάντα λέω όμως μπα, δε θα έρθει κανένας, μετά έρχονται πέντε-έξι... Ήταν πολύ ωραία χθες, απ’ ότι έβλεπα εγώ ο κόσμος διασκέδαζε. Δεν ήταν βέβαια η κλασσική συναυλία που θα κουνηθείς και θα χορέψεις, έμενα μου αρέσει να μιλάω ανάμεσα στα τραγούδια, να επικοινωνώ. Ενώ προσπαθώ να το συμμαζέψω, όταν βλέπω τις καρέκλες, ξυπνάει ο Σαίξπηρ μέσα μου! Είδα ότι και ο κόσμος είχε πολύ καλή διάθεση. Υπήρχε πολλή αποδοχή. Με παρακολουθούσαν. Ήταν πολύ ωραία».

Οκ, νομίζω ότι αυτό ήταν δέσμευση πως θα ξαναέρθει...

«Θα το σκεφτώ...». (Πονηρό μειδίαμα). «Έκανα έναν κύκλο συναυλιών φέτος, οπότε τώρα θα ήθελα να αράξω, να ετοιμάσω κάτι καινούργιο, να γεμίσω μπαταρίες... Ετοιμάζω και τον τρίτο δίσκο, μερικά τραγούδια είναι έτοιμα. Η ενορχήστρωση βέβαια είναι μια μεγάλη διαδρομή, αλλά όλη η φάση είναι ωραία».

Τι σου είναι η τηλεόραση πάντως, αναρωτιέμαι... Μιλάω με τον Μουζουράκη για δίσκους και ακόμη δεν έχω συνηθίσει πως είναι τραγουδιστής. Νομίζω πως είναι ηθοποιός, που ξεφύτρωσε ξαφνικά στους Singles.

«Ξεκίνησα στα δεκαεφτά μου... Χάλια! Ήμουν ένα φαντασμένο αγοράκι γεμάτο όνειρο με το ροκσταριλίκι και το rock and roll».

Δεν ξέρω τι σκέψεις του προκάλεσα ρωτώντας τον από πού ξεκίνησε, πάντως το tempo της ομιλίας του έχει επιβραδυνθεί και έχει ανοίξει διάπλατα τα υπέροχα γαλάζια μάτια του σαν να ανασύρει μνήμες ή σαν να κατέληξε επιτέλους σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμα.

«Πολλές φορές δεν αισθάνομαι ότι μου αξίζει αυτό που μου έχει συμβεί. Βλέπω πολλά ταλέντα που το παλεύουν και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα...».

Εγώ αντιδρώ, μα τι είναι αυτά που λες κι άλλα τέτοια, αυτός λέει τα δικά του, η συζήτηση μας κάπου μπερδεύεται και βρισκόμαστε, ούτε ξέρω πώς, να μιλάμε για τα παιδικά του χρόνια... Το πρόσωπό του έχει γλυκάνει, το τσιγάρο αργοκαίγεται ανάμεσα στα δάχτυλα του.

«Είμαι πολύ κλειστός στον εαυτό μου. Μέχρι τα δεκαπέντε μάζευα πληροφορίες. Επειδή ήρθα από την Ελβετία οχτώ χρονών, ήμουν κοινωνικά ...απροσάρμοστος. Καθόμουν στην παρέα και φοβόμουν μη μιλήσω και πω καμιά βλακεία. Όλο αυτό ξεκίνησε από την 3η δημοτικού. Ρωτάει η δασκάλα: τι είναι ρήμα; Κι εγώ, με μπερδεμένα ελληνικά-ελβετικά, σηκώνω χέρι γεμάτος πάθος, είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα, πρώτο μάθημα. Δε μου απευθύνει το λόγο, ρωτάει μια άλλη κοπέλα, η οποία εξηγεί τι είναι ρήμα, κι έμενα καταστρέφεται ο κόσμος μου, γιατί ήμουν έτοιμος να πω ότι ρήμα είναι η ομοιοκαταληξία. Σκέφτομαι μην ξαναμιλήσεις. Και μαζεύτηκα».

Ρήμα και ρίμα... Κοίτα να δεις παγίδες που έχει η ελληνική γλώσσα. Και πώς στιγματίζει τα ελληνόπουλα! Το μυαλό μου εν τω μεταξύ προσπαθεί να σχηματίσει την εικόνα του ...μαζεμένου Μουζουράκη. Μάταια. Ούτε μαζεμένο μπορώ να τον φανταστώ ούτε να καταλάβω πώς κατάφερε μετά να ...ξανοιχτεί τόσο!

«Μετά άλλαξα παρέες. Άρχισα να κατεβαίνω πιο κεντρικά στη Θεσσαλονίκη, Ναυαρίνου, εκεί ήταν ένας διαφορετικός κόσμος, ήσουν αποδεκτός όποιος κι αν ήσουν, ανεξαρτήτως καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, χρώματος... Εκεί σιγά-σιγά απελευθερώθηκα. Έπινα μια γουλιά ρετσίνα και γινόμουν άλλος άνθρωπος, πείραζα τους πάντες. Υπήρχε και η ομορφιά ότι σε κάθε γωνιά της πλατείας έπαιζαν μουσική ανά παρέες, έτσι άρχισα να ξανασχολούμαι με την κιθάρα –είχα πάει παλιότερα ωδείο, αλλά τα είχα παρατήσει. Εκεί λοιπόν με βρήκε ο Φρανσουά, ο Γιώργος Γκάγκας, ο μυθικός κιθαρίστας τότε του “Παπαγάλου”. Έρχεται και με ρωτάει “Εσύ τραγουδάς;”. Κάγκελο εγώ. Λέω ναι. Μου κάνει “Τραγούδα το μ’ αρέσει να μη λέω πολλά”. Τραγουδάω δυο στίχους, μου λέει φτάνει. “Τραγούδα το μη γυρίσεις”, εγώ τραγουδάω το “Ανόητες Αγάπες”.... Μου λέει “Μια χαρά, έλα αύριο στις οχτώ”. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή. Ξανακλείστηκα στον εαυτό μου! Ξεκινάμε πρόβες με την μπάντα, χωρίς την κιθάρα μου όμως δεν μπορώ να κρατήσω ρυθμό, σε δύο εβδομάδες με απολύουν... Παρόλ’ αυτά, ευχαρίστησα τον Φρανσουά, είπα ότι ήταν μεγάλη μου τιμή, και προφανώς το αγγελικό μου προσωπάκι τον συγκίνησε και μου λέει “Μπάσταρδε, μην αλλάξεις ποτέ, ό,τι κι αν κάνεις”. Ένα μήνα λοιπόν μετά την πρώτη αυτή μεγάλη αποτυχία, με πετυχαίνει και μου φωνάζει “Σιδηρόπουλος!” -γιατί έτσι ξεκίνησα, προσπαθώντας να μιμηθώ τον Παύλο- “Έλα και θα μάθεις να κρατάς το ρυθμό”... Κρατάμε ακόμα φιλία. Ήταν ο μέντορας μου».

Τα διηγείται πολύ ωραία, αργά, και με παύσεις κάθε τόσο για να ανάψει το στριφτό, που σβήνει συνέχεια από μόνο του. Και απόλαυσα τρελά την ιστορία του πιτσιρικά που ξεκίνησε δειλά από τη Θεσσαλονίκη και κατέληξε στη μικρή οθόνη!

«Επειδή ήμουν πολύ σφιγμένος πάνω στη σκηνή, κάποια στιγμή μου γύρισε τούμπα. Άρχισα να χρησιμοποιώ όλες τις ανασφάλειες μου. Ό,τι ντρεπόμουν το έκανα για να το ξορκίσω». (Χμ, θα το δοκιμάσω κι εγώ αυτό...). «Οπότε, οποιαδήποτε παράλογη ή υπερβολική συμπεριφορά πάνω στη σκηνή άρχισε να με εκφράζει. Αυτό λειτούργησε και ως ψυχοθεραπεία, αλλά μου έδωσε και μια πιο θεατρική παρουσία στη σκηνή. Όταν κατέβηκα Αθήνα, δούλεψα στο Σταυρό του Νότου για τέσσερα χρόνια –άλλο turning point. Εκεί άρχισα να κάνω λίγη πρόζα, λίγη παντομίμα. Επειδή τραγουδούσα αγγλικά τραγούδια και για κάποιο λόγο θεωρούσα ότι δεν ξέρει κανένας αγγλικά», (γελάει...) «προσπαθούσα να εξηγήσω τα τραγούδια με κινήσεις! Εκεί με ανακάλυψε η Ελένη Γκασούκα, που έκανε τους “Ήρωες” στο Μικρό Παλλάς -με την οποία θα συνεργαστούμε και φέτος- και μέσω αυτής έκανα οντισιόν για τους “Singles” και με πήραν, ένας Θεός ξέρει πώς... Βλέπω τώρα τις επαναλήψεις και λέω πώς παίζεις έτσι...».

Αντιδρώ πάλι από την αρχή εγώ, μα πώς, εγώ λάτρευα τον Τζάμπα, αυτός επιμένει ότι δεν έπαιξε όπως θα ήθελε...

«Μετά ήρθε ο Χριστόφορος με το “4” το οποίο από άποψη σεναρίου και χαρακτήρα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου κάτσει. Και εκεί που είπα ότι με την τηλεόραση τελείωσα –γιατί με τον Χριστόφορο αισθάνθηκα ότι έφτασα στο pick της τηλεοπτικής μου καριέρας» (ένα πλατύ σκανδαλιάρικο χαμόγελο στη λέξη καριέρα) «σκάει το “Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”, όπου έκανα τη φωνή του Μένιππου. Μου αρέσει πολύ αυτό το είδος του χιούμορ και το είδος που της κωμωδίας που βασίζεται σε κόμικς».

Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται. Που έχει τον πήχη ψηλά. Που κάθεται και βλέπει τις επαναλήψεις των Singles και απορεί. Και το ομολογεί με φυσικότητα.

«Το ίδιο παθαίνω και με τους δίσκους. Ο εαυτός σου είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Για κάποιον τρίτο μπορεί να είσαι μια χαρά, εσύ όμως το βλέπεις αλλιώς».

Ένα μηχανάκι με ενοχλητική εξάτμιση μας αναγκάζει να σωπάσουμε για λίγα δευτερόλεπτα. Ο Πάνος ρουφάει μια γουλιά καφέ, εγώ σκέφτομαι αυτά που λέει. Καλό να έχεις ψηλά τον πήχη, αλλά μια ωραία καριέρα, μερικά αξιαγάπητα τραγούδια, η αποδοχή του κόσμου δε φτάνουν για να είναι ένας τραγουδιστής ευχαριστημένος; Με κοιτάει κατάματα, καθαρίζει τη φωνή του (βαριά από τη συναυλία της προηγούμενης μέρας) και βάζει τους αγκώνες στο τραπέζι.

«Κάθε μέρα ξυπνάς διαφορετικά. Μπορεί να ξυπνήσω σήμερα και να είμαι μες την τρελή χαρά, και την άλλη μέρα, χωρίς να έχει αλλάξει κάτι, να είμαι μίζερος. Είμαι πολύ προβληματισμένος με αυτό. Αισθάνομαι πολύ αχάριστος τις μέρες που μου βγαίνει η μιζέρια. Λέω, εντάξει ξεκόλλα, τι άλλο θες, κούλαρε. Και τις μέρες που είμαι καλά αισθάνομαι την πίεση ότι κάτι πρέπει να κάνω με αυτό που μου έχει δοθεί μέχρι στιγμής, πρέπει να κάνω ένα payback, δεν μπορώ να κάθομαι να πίνω καφέδες, πρέπει να γράψω ένα τραγούδι, δεν μπορώ να ξοδεύω το ταλέντο. Πράγμα βέβαια σπαστικό πολλές φορές, είσαι στην τσίτα, δεν μπορείς να χαλαρώσεις».

Επιτέλους και ένας Μουζουράκης τσιτωμένος! Γιατί κατά τα άλλα, όπως είναι αραγμένος με τα σταράκια του, το σκουλαρίκι του, τα στριφτά του και τις ωραίες αυθόρμητες απαντήσεις του, έχει το απόλυτο προφίλ του χαλαρού και ανεπιτήδευτου τύπου... Ε μα είναι δυνατόν να είναι όντως τόσο χαλαρός; Απορία εδώ και ώρα...

«Πιστεύω ότι τον πραγματικό Πάνο δεν τον ξέρω ούτε εγώ. Στα τραγούδια υπάρχει πάρα πολύ έντονα το προσωπικό στοιχείο. Κάποια στιγμή θεωρούσα περιττές τις συνεντεύξεις, γιατί ό,τι ήθελα να πω υπήρχε μέσα στα τραγούδια. Ακόμη και πολλές από τις ερωτήσεις που μου έχεις κάνει μέχρι στιγμής. Το “Μάντεψε ποιος” για παράδειγμα, το πρώτο τραγούδι από τον πρώτο δίσκο. Έχει αυτοσαρκασμό, αυτοκριτική, φαίνονται όλες οι φοβίες, οι ανασφάλειες...».  

Αρχίζει να μου το τραγουδάει χαμηλόφωνα. Private concert! Σούπερ! Τον περιμένω να τελειώσει –στο μυαλό μου έχει κολλήσει ο στίχος «θα πουλήσει τρελά, άμα πρώτα πουλήσει μερικά ιδανικά».

«Ο Σαββόπουλος είπε ποτέ μην αναλύεις το στίχο σου! Ο καθένας καταλαβαίνει ό,τι θέλει».

Σιγά μην το αφήσω να μου ξεφύγει τόσο εύκολα. Επιμένω πιο συγκεκριμένα: θεωρείς ότι έκανες θυσίες για να φτάσεις μέχρι εδώ;

«Δεν ξέρω. Ξεκινάς με ένα μυαλό α’, του χρόνου είναι β’, του χρόνου γ’... Δεν ξέρω αν βρίσκεις δικαιολογίες για να πεις ότι δεν έκανες κάτι κακό. Εγώ, για παράδειγμα, μπορεί να χρειάστηκε να σκοτώσω κάποιον για να φτάσω εδώ και να πω από μέσα μου “του άξιζε”».

Κάνει μια παύση, τα εκφραστικά του μάτια κολλούν στο κενό, σκέφτεται.

«Δεν αισθάνομαι ότι έχω ξεπουλήσει κάτι. Αισθάνομαι απλά υποχρεωμένος ότι πρέπει να βρω αυτό το κάτι που θέλω να είμαι, να γίνω, για να πω ότι δεν ήταν μάταια όλα».

Αυτό ήταν... Τον έχω συμπαθήσει τρελά. Λατρεύω τους τύπους που ψάχνονται με αυτόν τον τρόπο. Τώρα, ως προς το τι θα ήθελε να γίνει... δεν έχω ιδέα.

«Υπάρχουν στιγμές, όπως χθες όταν τελειώσαμε, που λες άξιζε, ήταν to the point, ο κόσμος το δέχτηκε, έκανες ανθρώπους να συγκινηθούν, να γελάσουν, πέρασες καλά, και ήσουν ο εαυτός σου. Οπότε αυτό ...σε παγκόσμιο επίπεδο!». (Ένα γάργαρο γέλιο και ένα άκρως σκανδαλιάρικο βλέμμα). «Περίμενε, γιατί βρήκαν έναν πλανήτη που μοιάζει με τη γη. Ποιος ξέρει τι μουσική παίζουν εκεί;».

Και με τη μουσική εδώ τι γίνεται; Στην εποχή της κρίσης, του internet και των μεγάλων αλλαγών; Προσπαθώντας να κατατάξω μουσικά τον Μουζουράκη ανάμεσα στο mainstream και το έντεχνο, μάλλον άγγιξα ευαίσθητη χορδή.

«Δε θέλω να βάλω ταμπέλα, σε βάζει σε καλούπι για το τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις. Είναι σαν να λες: θέλω να κάνω κάτι, αλλά επειδή οι άνθρωποι που με γουστάρουν θα διαφωνήσουν καλλιτεχνικά, δεν πρέπει να το κάνω σεβόμενος το κοινό. Έτσι όμως θα χάσεις την αλήθεια, ακολουθώντας τη γραμμή που οι άλλοι σου έδωσαν. Γι’ αυτό κι εγώ κινούμαι και στο mainstream και στο underground. Και αυτό ισχύει για όλα τα πράγματα στη ζωή. Για παράδειγμα, κάνω παρέα με πολλούς ανθρώπους του underground χώρου, όπως και με πολλούς από το χώρο της showbiz. Όταν είσαι δεκαοχτώ νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα και ότι όλα είναι απλά. Έτσι κι εγώ νόμιζα τότε ότι όλα είναι ξεκάθαρα: όσοι έχουν λεφτά είναι λαμόγια, εμείς που δεν έχουμε είμαστε καλοί. Το χρήμα το βάζω ως τυχαίο παράδειγμα. Αργότερα καταλαβαίνεις ότι δεν είναι έτσι».

Χμ, ξεφύγαμε πάρα πολύ –όχι πως είναι κακό, γιατί η συνέντευξη τείνει να γίνει ατελείωτη, αλλά τσουλάει υπέροχα- τον ξαναρωτάω λοιπόν την άποψη του περί μουσικής.

«Το παιχνίδι των εταιρειών ακόμα υπάρχει. Αν θέλουν να προωθήσουν κάποιον, μπορούν. Εξαρτάται βέβαια και από τον άνθρωπο. Εγώ δε θεωρούμαι από τους πολύ συνεργάσιμους... Σχετικά με το youtube, είναι ένα ωραίο βήμα, αν και δεν ξέρω κατά πόσο έχει κάνει αυτό που θα έπρεπε. Για παράδειγμα, υπάρχει η Μόνικα, αλλά και σε αυτό –βλέπεις;- κολλάνε ταμπέλα, λένε: αυτός που βγήκε από το youtube ή από το fame story. Θυμάμαι πάντα κάτι ωραίο που μου είχε πει ο Σαββόπουλος, τότε που υπήρχαν πολλά talent show και εσύ σκεφτόσουν “κάτσε, εγώ παλεύω τόσο καιρό, ενώ εσύ που δεν έχεις το ηθικό δίλημμα να ξεπουληθείς στα κανάλια πας και μου κάνεις καριέρα σε μια βραδιά έτσι”; Μετά βέβαια βλέπεις ότι όσοι αξίζανε επιβιώσανε, μπήκανε μεν πιο γρήγορα στο σύστημα, αλλά όλοι μέσα στο σύστημα είμαστε. Μου είπε λοιπόν ο Σαββόπουλος: “Πάνο, πρόσεχε πώς τα βλέπεις αυτά τα πράγματα, γιατί όλα γύρω μας ένα fame story είναι. Κι εσύ που είσαι τώρα εδώ, σε ένα fame story ανήκεις”. Απλά, το θέμα είναι μαζί με ποιους θέλεις να περπατάς στο σχολείο: με τους κουλτουριάρηδες, τους σπασίκλες, αυτούς που σπάνε πλάκα...;».

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βγάλω λίγα περισσότερα συμπεράσματα για το χαρακτήρα του, του κάνω: εσύ τώρα με ποιους θα ήσουν;

«Νομίζω λίγο μπαλαντέρ, με την καλή την έννοια – ή και με την κακή, δεν ξέρω. Σίγουρα θα ήμουν κοντά στις μαζορέτες για ευνόητους λόγους, θα τα είχα καλά με τους πιο μπρατσαράδες, γιατί ξέρεις, κάνεις ανταλλαγή, δίνεις ποίηση και δε σε δέρνουν, θα ήμουν με τους πιο σπασίκλες γιατί με ενδιαφέρει η γνώση, να καθίσεις να συζητήσεις και να μάθεις πράγματα. Προσπαθείς να βρεις τους καλούς ή μάλλον προσπαθείς να βρεις το καλό στον καθένα. Αυτό είναι κάτι που πάντα το σκέφτομαι. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν για τίποτα, νομίζω πως όλοι μέσα μας έχουμε το καλό. Κανένας μας δεν είναι κακός από πρόθεση, ίσως από κόμπλεξ ή από βιώματα, αλλά καταβάθος είμαστε αγνοί, εκείνο το μωράκι που βγήκε κλαίγοντας από τη μήτρα της μάνας του και δεν ήξερε τι γίνεται και άρχισαν να του φορτώνουν πληροφορίες. Οπότε ψάχνω στον καθένα να βρω αυτήν την αγνότητα, εκείνα τα μεγάλα αθώα μάτια που κάποτε κλαίγανε».

Ser-Free, τεύχος 26, φθινοπωρο 2012

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

"Κάθε βιβλίο πρέπει να κομίζει κάτι καινούργιο"

O συγγραφέας Γιώργος Σκαρμπαδώνης, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου "Ντεπό" από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

Μιλήστε μου για το νέο σας βιβλίο, "Ντεπό", που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Πρόκειται για είκοσι εφτά διηγήματα γραμμένα την τελευταία τριετία. Βασικοί θεματικοί άξονες είναι το άστυ και η περιφέρεια, η μοναξιά και η συνύπαρξη, η φθορά και η απειλή του τέλους, η σχέση με τα ζώα, το τώρα και η μνήμη, το ελάχιστο και η μέγιστη σημασία του. Ενοποιητικό στοιχείο είναι πάντα το ύφος και η γλώσσα.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Θεωρείτε ότι ως λογοτεχνικό είδος έχει από το κοινό ικανοποιητική ανταπόκριση; Ή ο κόσμος αγκαλιάζει κατ' εξοχήν το μυθιστόρημα;

Τον τελευταίο καιρό υπάρχει μια μεγαλύτερη αποδοχή του διηγήματος. Το μυθιστόρημα για πολλούς και μάλλον ακόμα αδιευκρίνιστους λόγους διαβάζεται πιο πολύ, ειδικά στην Ελλάδα, που έχει και μεγάλη παράδοση το διήγημα. Το θέμα, βέβαια, πάντοτε είναι να είναι πολύ καλό το βιβλίο, είτε μικρής, είτε μεγάλης φόρμας.

Τι είναι αυτό που θέλετε να εκφράσετε μέσα από τη γραφή; Ποιος θα λέγατε πως είναι ο βασικός άξονας της λογοτεχνικής σας δημιουργίας;

Δεν εκφράζει κανείς κάτι συγκεκριμένο, δε θέλει να στείλει ένα μήνυμα – αλλιώς θα έγραφε ένα άρθρο. Η λογοτεχνία είναι εξόχως περίπλοκη, πολυσημική και αινιγματική, και πασκίζει να αναδείξει την βαθύτερη ανθρώπινη κατάσταση, να φωταγωγήσει πλευρές της ανθρώπινης περιπέτειας με ένα καινούργιο φως.

Συγγραφή και επιτυχία: τι είναι επιτυχία για εσάς σε ό,τι αφορά στη συγγραφική σας δραστηριότητα;

Επιτυχία είναι να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό, με απόλυτη αυστηρότητα και πάθος. Με αφοσίωση και πειθαρχία. Από εκεί και πέρα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν ένα βιβλίο θα έχει αποδοχή, θα είναι επιτυχημένο. Εξάλλου η επιτυχία είναι κάτι σχετικό – υπάρχουν και κακά βιβλία που κάνουν δεκάδες εκδόσεις.

Πόσος …"Σκαμπαρδώνης" υπάρχει μέσα σε κάθε σας κείμενο; Πόσο αξιοποιείτε λογοτεχνικά τα προσωπικά σας βιώματα;

Προφανώς και αξιοποιούνται. Αλλά δεν αρκούν τα δικά μου βιώματα, οφείλω να αναδείξω, να μεταπλάσω και τα βιώματα των άλλων, ενώ συμμετέχει πάντα η επινόηση και η φαντασία. Είναι συνδυασμός πολλών στοιχείων και υλικών, είναι η πάλη με το ύφος, τη γλώσσα, και η αγωνία διάνοιξης νέων εκφραστικών δρόμων. Κάθε βιβλίο πρέπει να κομίζει κάτι καινούργιο, αλλιώς δεν έχει νόημα να το εκδώσεις.

Τα κείμενα σας έχουν φτάσει και στη μεγάλη οθόνη. Πώς ήταν η εμπειρία της επαφής με την έβδομη τέχνη;

Είναι μια ευχάριστη εμπειρία. Γνωρίζεις μια άλλη, συγγενική τέχνη από τα μέσα, συνυπάρχεις με σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ζεις την επίπονη διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας κι όλο αυτό αποτελεί κάποιο είδος διδασκαλίας. Αρδεύεται και η δική σου τέχνη μέσα απ’ όλα αυτά.

Θεωρείτε ότι η κρίση είχε, μέχρι στιγμής, βαθιά επίδραση στη λογοτεχνία; Έχει προκύψει, κατά τη γνώμη σας, ενδιαφέρουσα λογοτεχνική παραγωγή τα τελευταία χρόνια;

Πάντα υπάρχει ενδιαφέρουσα παραγωγή. Η ανθρώπινη κρίση είναι αιώνια και ατελεύτητη, δεν έχει να κάνει μόνο με το οικονομικό. Υπάρχει ο έρωτας, η απώλεια, η οδύνη, η παραφροσύνη, ο θάνατος, η προδοσία, η μοναξιά και κλπ, που δε φεύγουν ποτέ από την επικαιρότητα.

Τι είναι αυτό που δεν έχετε κάνει ακόμα λογοτεχνικά; Ποιοι είναι οι μελλοντικοί σας στόχοι και οι ευσεβείς σας πόθοι;

Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Είναι θέμα έμπνευσης, συγκυρίας, και άλλων στοιχείων απρόβλεπτων. Ας έχουμε υγεία και ό,τι είναι να 'ρθει, θα 'ρθει.

 

Απο το 38ο τεύχος του περιοδικου Vakxikon.gr (www.vakxikon.gr)