Χάρρυ Κλυνν

Ο Χάρρυ Κλυνν και η θεατρική ομάδα «Τα παιδιά της Σαλονίκης» ξαναζωντάνεψαν μετά από πενήντα χρόνια την κωμωδία των, λεγόμενων Διόσκουρων, Σακελάριου-Γιαννακόπουλου «Ένας ήρωας με παντόφλες» και ο γνωστός κωμικός ενσάρκωσε, μισό αιώνα μετά τον Βασίλη Λογοθετίδη, τον θρυλικό στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλα. Το έργο γράφτηκε και ανέβηκε το 1948, στο τέλος δηλαδή περίπου του εμφυλίου, και η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον Σακελάριο, παίχτηκε δέκα χρόνια μετά.

Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Χάρρυ Κλυνν να αναστήσει το έργο πρωταγωνιστώντας και σκηνοθετώντας; Μιλώντας στο Σερραϊκό Θάρρος, είπε:

«Ένα έργο που ασχολείται με τη διαφθορά των ηθών και μάλιστα σε μια περίοδο δύσκολη όπως ήταν εκείνη, απαιτούσε και αρετή και τόλμη, και από τους συγγραφείς και από τον πρωταγωνιστή. Το έργο δημιούργησε προηγούμενο και είχε τεράστια επιτυχία στην Αθήνα, φανέρωσε και τις αρετές που έχει ως θεατής ο ελληνικός λαός».

Παρόλ’ αυτά, το έργο δεν ξανανέβηκε στο θέατρο έκτοτε. Ο Χάρρυ Κλυνν εικάζει πως αυτό οφείλεται σε έναν φόβο εκ μέρους των ερμηνευτών για μια ενδεχομένη σύγκριση με τον αξεπέραστο Λογοθετίδη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο ρόλος είχε γραφτεί τότε για τον συγκεκριμένο ηθοποιό. Ο ίδιος όμως δεν φοβήθηκε μια τέτοια σύγκριση;

«Έχω πάρει πολλές φορές ρίσκο, η σιγουριά δεν χαρακτηρίζει ανθρώπους προοδευτικούς. Εγώ απλά ερμηνεύω το ρόλο με τον τρόπο που αισθάνομαι και γι’ αυτό πιστεύω πως κανείς δεν κάνει σύγκριση. Υπήρχε βέβαια ένα φόβος, ο οποίος όμως διαλύθηκε με την πρεμιέρα της παράστασης. Έγινε μεγάλη επιτυχία».

Η υπόθεση του έργου τραγικά κλασσική: ένας απόστρατος στρατηγός, φτωχός πλέον αλλά ηθικά ακέραιος, δέχεται την τιμή να στηθεί άγαλμα του σε μια πλατεία. Αργότερα όμως μαθαίνει ότι η κίνηση αυτή δεν έγινε για να τον τιμήσουν, αλλά για να εισπράξουν οι πολιτικοί λεφτά από την κατασκευή του αγάλματος. Ένα έργο τόσο επίκαιρο, σαν να γράφτηκε χθες, μέσα από το οποίο περνά πλήθος μηνυμάτων: η διαφθορά των πολιτικών, η δύναμη του χρήματος, η ιδεολογία και η ακεραιότητα -που ωστόσο δεν ανταμείβονται.

Ο Χάρρυ Κλυνν βρίσκει αισιόδοξο το μήνυμα της παράστασης.

«Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν είναι τα πάντα ισοπεδωμένα. Δεν είναι όλοι ίδιοι, υπάρχει ελπίδα. Ο διεφθαρμένος πολιτικός υπάρχει, αλλά υπάρχει και ο αντίποδας, δηλαδή ο έντιμος χαρακτήρας. Ό, τι κακό και να γίνει θα υπάρξει στον αντίποδα και το καλό».

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έσπευσαν στο θέατρο για να παρακολουθήσουν την παράσταση. Μπορεί το θέατρο να μην ήταν γεμάτο, αλλά το κοινό ήταν πάρα πολύ θερμό, και λόγω των κωμικών στοιχείων, αλλά και λόγω της αμεσότητας που δημιουργούσε η ερμηνεία του Χάρρυ Κλυνν. Για την ανταπόκριση του κόσμου γενικά, ο ηθοποιός σχολίασε:

«Ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν δει το έργο, αντιδρούν σαν να το γνωρίζουν. Το έργο μιλάει στο υποσυνείδητό τους, τους θυμίζει πράγματα οικεία».

Ο αγαπημένος κωμικός για τα μελλοντικά του σχέδια δήλωσε μόνο το εξής:

«Δεν κάνω ποτέ σχέδια. Υγεία μόνο να έχουμε και υπάρχει χρόνος να συνεχίσουμε αυτό ξεκινήσαμε, το οποίο το βλέπω κυρίως ως προσφορά και λιγότερο ως αμοιβή. Διαφορετικά, όπως είπε ο Στανισλάφσκι, παύει να είναι ιερέας του πάθους και της ομορφιάς ο ηθοποιός και γίνεται ένας ψυχρός έμπορος. Εγώ δεν έχω καταντήσει ακόμη έτσι!».

 

Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος, Ιούλιος 2009

Θανάσης Χειμωνάς

"Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος ποτέ δε θα έγραφε, ποτέ δε θα δημιουργούσε"

 

Κύριε Χειμωνά, πείτε μου λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο, "Παραφροσύνη".

Είναι η ιστορία ενός νεαρού δοκιμιογράφου, του Ανδρέα Φανόπολου, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, η μία ανήκει στον αντιεξουσιαστικό χώρο, η άλλη είναι μια πολύ διάσημη ηθοποιός, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να γίνει πρόεδρος στο πολιτικό κόμμα που ανήκει, την Πράσινη Θύελλα.

Επιδιώκετε μέσω του βιβλίου σας να κάνετε κάποιο πολιτικό σχόλιο για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη χώρα μας;

Πολιτικό σχόλιο όχι… Ποτέ δεν ήθελα τα βιβλία μου να είναι διδακτικά, να υποδεικνύουν στον αναγνώστη ποιο δρόμο να ακολουθήσει και πώς να σκεφτεί. Αλλά σίγουρα αυτά που έζησα στην πολιτική και στο ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια με επηρέασαν, μου δημιούργησαν την ανάγκη να μοιραστώ αυτά που έζησα με τον αναγνώστη, με τη μορφή όμως ενός καθαρά λογοτεχνικού κειμένου.

Είναι αναμενόμενο, βέβαια, τα όσα συμβαίνουν γύρω μας να επηρεάζουν το έργο των λογοτεχνών.

Ναι… Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και το 2000, όταν έγραψα το δεύτερο μου μυθιστόρημα, το "Σπασμένα ελληνικά", που περιέγραφε τον έρωτα ενός Έλληνα με μια Αλβανίδα. Πολλοί είχαν πει ότι ήθελα να γράψω ένα δυνατό αντιρατσιστικό κείμενο. Η αλήθεια όμως είναι ότι εγώ δεν ήθελα να πω στον κόσμο ότι δεν πρέπει να είναι ρατσιστές, απλώς με είχε ενοχλήσει εκείνη την εποχή ο ρατσισμός των Ελλήνων και αυτό ήταν που με οδήγησε να γράψω το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Δεν επιλέγω ποτέ τις ιστορίες μου, δε σκέφτομαι "θα γράψω για αυτό ή για εκείνο το ζήτημα", οι ιστορίες επιλέγουν εμένα. Κάποια στιγμή έρχονται ιδέες στο μυαλό μου, τις επεξεργάζομαι και όταν πλέον έχουν αρχή, μέση και τέλος τις βγάζω στο χαρτί.

Θεωρείτε ότι η σύγχρονη γενιά λογοτεχνών, στην οποία ανήκετε κι εσείς, έχει αξιοποιήσει επαρκώς το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι της χώρας;

Σε μεγάλο βαθμό ναι. Νομίζω ότι το χαρακτηριστικό της δικής μου της γενιάς, των late 90s, του 2000, όπως μας αποκαλούν, αλλά και όσων συγγραφέων ακολούθησαν, είναι ότι υπάρχει ένας πλουραλισμός στον τρόπο έκφρασης και στα θέματα, υπάρχουν πολλά και εντελώς διαφορετικά στυλ, κάτι που δεν το βλέπαμε σε παλιότερους συγγραφείς. Πάντως, πιστεύω ότι εκ των πραγμάτων ο συγγραφέας δίνει το στίγμα της εποχής του, περνάει μέσα από την ματιά του.

Πολλοί κατηγορούν τους νέους για αναλγησία, ειδικά στα πολιτικά ζητήματα. Τι γνώμη έχετε για τη νέα γενιά και ειδικότερα για τη νέα γενιά λογοτεχνών; Θωρείτε ότι προσπαθούν να φέρουν αλλαγές μέσω του γραπτού λόγου;

Υπάρχει όντως μια αποστασιοποίηση των νέων από την πολιτική -αυτό είναι δεδομένο και δεν έχει να κάνει μόνο με τους νέους συγγραφείς ασφαλώς. Και ως έναν βαθμό μπορεί κανείς να πει ότι είναι και δικαιολογημένο. Εδώ και αρκετά χρόνια δεν υπάρχουν κόμματα που να απευθύνονται στη νέα γενιά, τα κόμματα απευθύνονται σε κομματικές πελατείες, οι ψηφοφόροι έχουν εξελιχτεί σε πελάτες που ψηφίζουν αυτόν που θα τους βολέψει, που θα τους διορίσει, που θα τους μειώσει τους φόρους. Πέρα από την πολιτική πάντως, θεωρώ ότι βγαίνουν συνεχώς εξαιρετικοί νέοι συγγραφείς, οι οποίοι όχι μόνο ασκούν μια κριτική σε αυτά που γίνονται, αλλά παράγουν και πολύ καλά κείμενα.

Είστε αισιόδοξος λοιπόν!

Για τη νέα γενιά λογοτεχνών ναι, για την Ελλάδα όχι!

Θεωρείτε ότι λόγω κρίσης γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εκδώσει κανείς ένα βιβλίο; Είναι δύσκολο να είναι κανείς σήμερα συγγραφέας;

Πάντα ήταν δύσκολο να είναι κανείς συγγραφέας. Είναι ελάχιστοι στην Ελλάδα αυτοί που ζούνε μόνο από τα γραπτά τους. Ουσιαστικά η συγγραφή είναι ένα χόμπι που μπορεί κάπου-κάπου να σου δίνει και ένα χαρτζιλίκι… Έχει τύχει να διαβάσω εξαιρετικά μυθιστορήματα, τα οποία δεν μπόρεσαν να βρουν εκδότη… Είναι δύσκολα τα χρόνια, ο Έλληνας γενικά δε διαβάζει και πλέον θα ξοδέψει ακόμα λιγότερα χρήματα για την αγορά βιβλίων. Επίσης, ο Έλληνας γράφει περισσότερο από όσο διαβάζει! Πριν την κρίση έβγαιναν 10000 βιβλία το χρόνο, εξωφρενικός αριθμός για μια χώρα που η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι ζήτημα αν διαβάζει ένα με δυο βιβλία ετησίως… Είναι ακόμα πιο δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα που δε θα πουλήσει. Τα βιβλία, δηλαδή, που ακολουθούνε συγκεκριμένες συνταγές κουτσά-στραβά  θα βγούνε, ο εκδότης ξέρει ότι θα γίνουν επιτυχία και ότι θα βγάλει χρήματα. Κάποιος που θα γράψει κάτι πιο "δύσκολο", θα ζοριστεί. Αλλά πιστεύω πως πρέπει όλοι να προσπαθούμε, αξίζει τον κόπο.

Εσείς γιατί γράφετε; Ποια είναι η δική σας κινητήρια δύναμη;

Είναι μια ανάγκη η συγγραφή για μένα. Έτσι ξεκίνησε τουλάχιστον πριν εικοσιένα χρόνια. Είχα περάσει μια δύσκολη φάση στη ζωή μου και ένιωσα την ανάγκη να γράψω ένα διήγημα, το "Άλλοθι", το οποίο είχα σκοπό να κρατήσω στα συρτάρια μου, όπως συμβαίνει συχνά με τα πρώτα γραπτά των συγγραφέων. Οι γονείς μου το διάβασαν, τους άρεσε και με πίεσαν να το βγάλω προς τα έξω. Τελικά κυκλοφόρησε το 1997, σε μια συλλογή που κυκλοφόρησαν τότε τα Νέα. Και κάπως έτσι μπήκα κι εγώ στα γράμματα… Είναι πάντως μια ανάγκη που νιώθω ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Αν δει κανείς την πορεία μου, θα παρατηρήσει ότι βγάζω ένα βιβλίο κάθε δύο περίπου χρόνια, υπάρχει κάτι μέσα μου που πρέπει να βγει και αυτό είναι το εκάστοτε βιβλίο.

Τι είναι αυτό που δεν έχει βγει ακόμα;

Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι. Κάθε φορά που βγάζω ένα βιβλίο, για έναν περίπου χρόνο αδειάζω εντελώς, αισθάνομαι ότι δε θα ξαναγράψω ποτέ. Αλλά όταν περνά αυτό το διάστημα, δημιουργείται η επόμενη ιδέα που γίνεται το επόμενο μου βιβλίο.

Έχετε δηλώσει σε συνέντευξη σας ότι το γεγονός πως οι γονείς σας ήταν λογοτέχνες δε σας επηρέασε καθόλου στο να γίνετε συγγραφέας. Αληθεύει αυτό;

Συνειδητά τουλάχιστον όχι. Όπως είπα και πριν, μέχρι τα 26 μου δεν είχα γράψει τίποτα και ούτε σκόπευα. Ακόμα και λίγους μήνες πριν γράψω το πρώτο μου διήγημα αν μου έλεγε κάποιος ότι θα γινόμουν συγγραφέας, θα γελούσα. Δεν είχα ποτέ βλέψεις να γίνω συγγραφέας, αθλητικός συντάκτης ήθελα να γίνω, κάτι που τελικά έκανα στο ξεκίνημα της προηγούμενης δεκαετίας. Δε θα έλεγα ότι ζούσα  σε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον ούτε με πίεσαν ποτέ οι γονείς μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Διάβαζα αρκετά ως έφηβος, μετά σταμάτησα για ένα διάστημα και στη συνέχεια ξαναήρθα σε επαφή με την λογοτεχνία λόγω των σπουδών Φιλολογίας στο Στρασβούργο. Αν κάποια πράγματα είχαν πάει καλύτερα στο διάστημα που προηγήθηκε του πρώτου μου διηγήματος, ίσως και να μην είχα γράψει ποτέ.

Θεωρείτε δηλαδή ότι οι πνευματικές ζυμώσεις γίνονται κατά τη διάρκεια κακής ψυχολογίας;

Θεωρώ πως όταν κάποιος γράφει και γενικά όταν δημιουργεί στο χώρο της τέχνης, κάτι δεν πάει καλά, με την έννοια ότι κάτι τον ενοχλεί και τον αναγκάζει να το κάνει. Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος ποτέ δε θα έγραφε, ποτέ δε θα δημιουργούσε. Σε έναν κόσμο που θα ήταν όλοι ευτυχισμένοι, δε θα υπήρχε τέχνη. Η τέχνη και η συγγραφή είναι μια διέξοδος, ένας τρόπος να περάσεις σε ένα παράλληλο σύμπαν, ένας τρόπος να φύγεις από αυτά που σε βασανίζουν και να πας κάπου όπου αισθάνεσαι πιο άνετα.  

Θεωρείτε ότι το επιτυγχάνετε αυτό;

Όταν γράφω ναι. Αισθάνομαι πολύ όμορφα, αισθάνομαι ότι κάνω κάτι που πρέπει -χωρίς αυτό το "πρέπει" να έχει αρνητική χροιά.

Σε ποιον χώρο θα σας είχαμε δει αν δεν ήσασταν συγγραφέας;

Πολλά πράγματα ήθελα να κάνω. Θα ήθελα να ήμουν ποδοσφαιριστής. Έχω ασχοληθεί με την πολιτική. Έχω ένα συγκρότημα, τους Snob, με τον φίλο και επίσης συγγραφέα, Δημήτρη Σωτάκη. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι είμαι συγγραφέας, δεν αλλάζει αυτό! Αν έχω κάποιο ταλέντο, είναι αυτό.

Μετανιώνετε για κάτι συγγραφικά;

Όχι. Ακόμα κι αν μπορούσα να ξαναγράψω τα βιβλία μου, δε θα άλλαζα τίποτα. Έτσι ένιωσα, έτσι έπραξα, δε θα άλλαζα τίποτα γενικά.

Όνειρα και στόχοι για το μέλλον;

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι. Προφανώς να συνεχίσω να γράφω, όσο πάει και όσο αντέξω. Και να συνεχίσουν τα βιβλία μου να έχουν νόημα σε αυτόν που τα διαβάζει. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα εξαιρετικών συγγραφέων, οι οποίοι κάποια στιγμή το έχασαν, αλλά συνέχισαν να γράφουν χρησιμοποιώντας το όνομα τους και για να διατηρήσουν το status του συγγραφέα. Αυτό είναι λυπηρό. Αν κάποια στιγμή διαπιστώσω ότι δεν έχω να γράψω κάτι, θα σταματήσω, δε θα μπω στη λογική να γράφω για πάντα. Αλλά αυτό ελπίζω να μη συμβεί ποτέ.

 

(Περιοδικο vakxikon.gr, τεύχος 41)

Πάνος Καρκανεβάτος

Πάνος Καρκανεβάτος, σκηνοθέτης

«Σε συνθήκες κρίσης και πίεσης οι προτάσεις που προκύπτουν είναι ακόμα πιο προωθημένες»

 

Κατάγεστε από τις Σέρρες, αλλά εδώ και πάρα πολλά χρόνια δε μένετε εδώ.

Από τις Σέρρες έφυγα μικρός, ούτε καν το Λύκειο δεν τελείωσα εδώ. Αλλά είχα πάντα μια σχέση με τον τόπο μου -και μέσα από τις ταινίες μου. Πατρίδα μου είναι οι Σέρρες, αυτό δεν αλλάζει.

Ποια είναι η αλήθεια σας, που θέλετε να προβάλλετε μέσα από τις ταινίες σας;

Θεωρώ ότι οι ταινίες γενικά πρέπει να περιέχουν προσωπική και βιωμένη αλήθεια και αυτό να μπορεί να μιλάει στους ανθρώπους. Μια έντιμη και ειλικρινής σχέση με τον κόσμο και τα πράγματα μπορεί να παράξει αλήθεια. Τότε μόνο η ταινία έχει την ελπίδα να κινηθεί σε ευρύτερες περιοχές… Διαφορετικά, οι ταινίες γίνονται όχι απλώς προσωπικές, αλλά ιδιωτικές δηλώσεις και τάσεις, που δεν ξέρουν και κατά πόσο αφορούν κάποιον.

Ως σκηνοθέτης έχετε φτάσει στο σημείο που θα θέλατε;

Η αναζήτηση δε σταματά ποτέ. Είναι ένα βάσανο, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια διαδικασία δημιουργική, το να αισθάνεσαι ότι δεν έφτασες ακόμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Αυτό είναι που με κινητοποιεί –νιώθεις ότι πρέπει να συνεχίσεις και να συναντήσεις κάτι παραπέρα!

Δεν μπορεί όμως αυτή η συνεχής αναζήτηση να οδηγήσει στο αίσθημα του ανικανοποίητου;

Δεν έχει να κάνει με το αίσθημα του ανικανοποίητου, έχει να κάνει με το να συναντήσεις έναν καλύτερο εαυτό σε ένα επόμενο βήμα.

Στόχοι σας, λοιπόν, για το μέλλον;

Το μέλλον άδηλον, με όλα αυτά που ζούμε… Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, μπορώ να θυμηθώ και δυσκολότερες συνθήκες. Όχι βέβαια πως τα πράγματα αυτή τη στιγμή είναι ευνοϊκά, απλώς, σε αυτή τη δουλειά, έχουμε μάθει να μην εξαρτάται ο αγώνας μας και η θέληση μας από τις συνθήκες. Επηρεάζεται ασφαλώς, αλλά προσπαθούμε να μην καθορίζεται καταλυτικά.

Υπάρχουν, δηλαδή, περιθώρια για έκφραση και δημιουργία.

Πάντα υπάρχουν. Οι τρόποι έκφρασης είναι πολλαπλοί και πολυεπίπεδοι, είναι ένα πεδίο πάντα ανοιχτό. Και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης και πίεσης οι προτάσεις που προκύπτουν είναι ακόμα πιο προωθημένες. Αλλά η κρίση, από την άλλη, μπορεί να γίνεται και άλλοθι για την απραξία.

Έχουμε καινούργιες φωνές αυτή τη στιγμή στον ελληνικό κινηματογράφο;

Υπάρχουν φωνές και υπάρχουν και πολλά πράγματα που περνούν απαρατήρητα –τα οποία ίσως να είναι και τα πιο ενδιαφέροντα. Είναι πολύ σημαντικό να μην είναι τα πράγματα μονοσήμαντα, να μην κινούνται δηλαδή μέσα από μία «μόδα» και να μην στρέφουν τον κόσμο προς μία κατεύθυνση. Θέλει αντιστάσεις αυτό, το να μην μπαίνει κανείς στο χώρο ανάλογα με τη «μόδα». Καλό είναι να στέκεσαι νηφάλιος και να απευθύνεσαι σε ένα πεδίο πιο πλατύ, πιο ευρύ.

Η τελευταία σας ταινία «Όχθες» είναι η τρίτη που γυρίζετε στις Σέρρες, μετά το «Μεταίχμιο» και το «Χώμα και νερό». Προς τι η επιλογή;

Για την τελευταία ταινία ο λόγος ήταν ο Στρυμώνας. Χρειαζόμασταν ένα ποτάμι και το συγκεκριμένο ήταν ό,τι έπρεπε. Γενικά έχω επιλέξει το νομό Σερρών για γυρίσματα και γιατί το τοπίο ταίριαζε στις ιστορίες των συγκεκριμένων ταινιών, αλλά και για λόγους …συναισθηματικούς. Μπορεί κανείς να σκεφτόταν ότι αυτό γίνεται για λόγους ευκολίας, αλλά η αλήθεια είναι ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ότι εδώ είναι ίσως ακόμα πιο δύσκολο απ’ ότι θα ήταν οπουδήποτε αλλού. Είναι αυτό που έλεγα πριν για τη βιωμένη αλήθεια. Κάτι που το έχεις ζήσει και το έχεις δει το προσεγγίζεις καλύτερα. Και ένιωθα ότι αυτό μπορεί να ισχύσει και εδώ. Έπειτα, η περιοχή των Σερρών έχει ένα δυναμικό χώρων συγκλονιστικό. Έχει πολλά πρόσωπα, πολλές εκδοχές, και σε τόσο μικρή απόσταση το ένα από το άλλο. Σε άλλα μέρη έχεις ένα στοιχείο, εδώ δέκα! Είναι ένα απέραντο πλατό! Στο εξωτερικό βέβαια συμβαίνει και το άλλο, δηλαδή οργανώνονται υποδομές ώστε να προσελκύουν γυρίσματα, παραγωγές, και αυτό φυσικά έχει μια πολλαπλασιαστική επίδραση. Αλλά αυτά δε συμβαίνουν εδώ…

Τι θα ήσασταν αν δεν είχατε γίνει σκηνοθέτης;

Α, δεν ξέρω. Απλώς δεν είχα σκεφτεί ποτέ κάτι άλλο. Από πολύ μικρός ήταν η μόνη μου επιλογή, ένας μονόδρομος.

Πώς πήρατε την απόφαση;

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι είχε ανοίξει ένα σινεμά στη μέση του πουθενά, είχα δει εκεί εκατοντάδες ταινίες, και μάλιστα ιδιαίτερες, απορώ πραγματικά πώς έφταναν εδώ. Τότε το σινεμά ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο, μια σπουδή. Πολύ μικρός βρέθηκα έξω και μου ήταν όλα γνωστά, οικεία… Δεν το αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης, δεν το σκέφτηκα καν, ήρθε αυτονόητα.

Η πιο σημαντική στιγμή της καριέρας σας;

Δεν είναι μία στιγμή, είναι κάποια πράγματα μικρά και αδιόρατα και προσωπικά. Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται με όλες τις ταινίες, όταν μετά από τη διαδρομή των τριών-τεσσάρων χρόνων, από τη στιγμή που υπάρχει μια ιδέα μέχρι τη στιγμή που η ταινία είναι έτοιμη, κάθομαι μόνος μου στην αίθουσα και είμαι ο πρώτος θεατής. Είναι μια ιδιαίτερη και πολύ μοναχική στιγμή, που κρύβει παράλληλα και έναν μεγάλο αγώνα. Και μετά από αυτό αυτονομούνται τα πράγματα, δε σε χρειάζονται πια, έχουν δικό τους παλμό και πορεύονται και διαγράφουν την πορεία τους σε βάθος χρόνου.

 

(Περιοδικό Ser-Free, #38, Οκτώβριος 2015)