Αύγουστος Κορτώ

Είστε ένας από τους πλέον γνωστούς Έλληνες συγγραφείς. Πώς θεωρείτε ότι συνέβη αυτό; Είναι αρκετά δύσκολο να γίνει κανείς τόσο γνωστός στο χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι θέμα συγκυριών. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 1999. Τα πρώτα 13-14 χρόνια είχα ένα πολύ μικρό αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο όταν έβγαλα "Το βιβλίο της Κατερίνας" μεγάλωσε απότομα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Εξάλλου, τα μπεστ σέλερ δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε.

Το αναγνωστικό σας κοινό εκφράζει πολύ έντονα την αγάπη του προς εσάς. Πώς σας κάνει αυτό να αισθάνεστε;

Πολλά βιβλία μου έχουν αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, είμαι και αρκετά δραστήριος στα social media, οπότε πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι με γνωρίζουν -και ορθώς την έχουν, γιατί όντως με γνωρίζουν ως ένα βαθμό. Είναι πολύ γλυκό, πολύ συγκινητικό, πολύ ευχάριστο όλο αυτό.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

Υποθέτω όλοι οι συγγραφείς φοβούνται μη στερέψουν, αλλά το writer's block είναι κάτι που καταπολεμάται -με το διάβασμα φυσικά.

Αν δεν είχατε γίνει συγγραφέας, τι θα είχατε γίνει;

Δεν ξέρω. Ξεκίνησα να σπουδάζω ιατρική, άρα θα μπορούσα να είχα γίνει γιατρός. Αλλά η δουλειά του γιατρού μού φαινόταν τρομακτικά υπεύθυνη και στρεσογόνα, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, παρόλο που η ιατρική είναι μια μαγική επιστήμη, δε θα γινόμουν ποτέ καλός γιατρός. Πραγματικά, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα δε χρειάζεται τέτοιους γιατρούς!

Η θέση του συγγραφέα είναι υπεύθυνη; Έχει κοινωνικό χρέος ο συγγραφέας;

Όχι. Δε θεωρώ ότι διαμορφώνουμε συνειδήσεις, δεν ισχύουν αυτά τα βαρύγδουπα που λέγονται… Απλώς βοηθάμε κάποιους ανθρώπους να περνάνε πιο ευχάριστα και δημιουργικά, μέχρι εκεί.

Εσάς τι σας προσφέρει η συγγραφή;

Είναι το παιχνίδι μου. Ένα ιδιωτικό παιχνίδι, κατά το οποίο σκαρφίζομαι κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι σαν ένα παζλ που λίγο-λίγο ολοκληρώνεται στα χέρια σου, είναι εθιστικό και απολαυστικό. Από την άλλη βέβαια είναι και πολύ κουραστικό και χρειάζεται πειθαρχεία, πρέπει κάθε μέρα να κάθεσαι κάποιες ώρες και να γράφεις.

Μακροπρόθεσμα πώς βλέπετε τον εαυτό σας ως συγγραφέα;

Το μόνο μέλλον που σκέφτομαι είναι το εγγύς, αύριο, μεθαύριο… Δεν κάνω σχέδια.

Συγγραφικά, τι είναι αυτό που υπάρχει μέσα σας και δεν το έχετε εκφράσει ακόμα;

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν έχω εκδώσει ακόμα. Κάποια από αυτά ίσως εκδοθούν, κάποια όχι...

Αναδημοσίευση απο το το περιοδικο vakxikon.gr

Χρήστος Θηβαίος

Το να συζητάς με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Μικρή Πατρίδα» και το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» -τραγούδια που σε κυνηγάνε από τα χρόνια της εφηβείας και σε κάνουν ακόμη και τώρα να ανατριχιάζεις- είναι ευχάριστο, είναι ίσως και συγκινητικό. Το να διαπιστώνεις όμως ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ πιο συμπαθής και ενδιαφέρων από όσο είχες φανταστεί, είναι κάτι περισσότερο από έκπληξη και ενθουσιασμός. Γιατί γνωρίζοντας έναν καλλιτέχνη από κοντά, ή που θα απογοητευτείς ή που θα τον αγαπήσεις εις διπλούν. Και –ευτυχώς- με τον Χρήστο Θηβαίο συνέβη το δεύτερο.

Ο Χρήστος Θηβαίος, με το φουλάρι του, τα μακριά του μαλλιά, με την κιθάρα του κάπου ακουμπισμένη στο δωμάτιο, με υποδέχτηκε με τέτοια φιλικότητα και με τόσο πλατύ χαμόγελο, που με έκανε να ξεστομίσω μόλις τον είδα «Χρήστο θα μου συγχωρέσεις που θα σου μιλάω στον ενικό, αλλά ακούω τόσα χρόνια τα τραγούδια σου που είναι σαν να γνωριζόμαστε». Κούνησε αμέσως θετικά το κεφάλι του. «Μα φυσικά».

Με το που ξεκινήσαμε, μου ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μια δήλωση που έχει κάνει, ότι τις Σέρρες τις βλέπει ως πατρίδα του.

«Μια μικρή πατρίδα, ναι», συμφώνησε κατευθείαν μόλις το ανέφερα. «Γιατί έχω όλα αυτά τα χρόνια φιλία με τον Γιώργο Ανδρέου, όχι μόνο επί σκηνής αλλά και εκτός σκηνής. Είμαστε φίλοι. Μπορεί να τηλεφωνηθούμε στις πέντε το πρωί και να μιλήσουμε για τις οικογένειες μας ή να ονειρευτούμε ένα ταξίδι στο Παρίσι. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω, λειτουργούμε πολύ ιδιαίτερα όταν είμαστε οι δυο μας επί σκηνής».

Έχοντας συνηθίσει να συνδυάζουμε τους καλλιτεχνικούς κύκλους με ανταγωνισμούς, μικροκακίες και ζήλεια, ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα λόγια από το στόμα του Χρήστου Θηβαίου. Πριν βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα, αναρωτιέμαι αν πιστεύει ότι μπορούν όντως να σταθούν πραγματικές φιλίες στον χώρο αυτό.

«Προτού σου απαντήσω θετικά ή αρνητικά, καταρχήν το εύχομαι. Και νομίζω ότι υπάρχουν. Όπως επίσης άλλοι δυο φίλοι μου που τους νιώθω πλέον σαν οικογένεια μου είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιάννης Χαρούλης. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πορεία μου αν δεν τους είχα γνωρίσει. Και εκτός από αυτούς έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη –που είναι οικογένεια μου και επίσημα πλέον- ο Θάνος Μικρούτσικος. Φίλος είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γενικότερα έχω συναντήσει σε αυτήν την πορεία ότι όλοι είμαστε φίλοι μεταξύ μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχαιρίτσα, με τον Αλκίνοο, με τον Μάλαμα. Και να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα για το οποίο συζητάμε μεταξύ μας είναι το επάγγελμά μας. Μπορεί η ζωή μας να είναι μουσική, αλλά μιλάμε και για τις οικογένειες μας και για τις ανάγκες μας... Ακόμη και με συναδέλφους που δεν έχουμε τόσο στενή σχέση, όταν βρεθούμε σε μία συναυλία γινόμαστε μια μεγάλη παρέα».

Και επειδή όλοι οι καλλιτέχνες τείνουν να παραπονιούνται για τις δυσκολίες που συναντούν στο χώρο αυτό, αποτελεί ευχάριστο ξάφνιασμα να ακούς από έναν τραγουδιστή τέτοιου βεληνεκούς να λέει ότι δεν συνάντησε μεγάλα προβλήματα.

«Για μένα προσωπικά δεν υπάρχουν δύσκολα. Δόξα τω Θεώ. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μία ανάλογη δική σου στάση, και τη δουλειά και την προσπάθεια και την πορεία που έχεις επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό σου –γιατί κανένας δεν μπορεί να σου επιλέξει την πορεία του εαυτού σου, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμη και από την αρχή που ξεκίνησα, εκάστοτε προστριβές που συνέβησαν είχαν να κάνουν περισσότερο με την αγωνία της διοργάνωσης παρά με την πορεία ή με το είδος ή με το ύφος ή με τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους».

Και η κουβέντα μας ξεφεύγει. Παίρνοντας αφορμή από την ερώτηση μου για τα προβλήματα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αρχίζει να μου εξηγεί –χαμηλόφωνα πάντα και ήρεμα- πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στην επιτυχία η στάση που θα κρατήσει ο ίδιος ο τραγουδιστής.

«Σίγουρα υπάρχει μια δυσκολία για αυτούς που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με αυτόν τον χώρο, για τους οποίους η πραγματική δυσκολία είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Αν δεν τα έχεις εσύ καλά με τον αυτό σου και δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αποκλείεται να έχει διάρκεια. Εξαρτάται τι σε ενδιαφέρει. Σε ενδιαφέρει να φαίνεται το πρόσωπο σου στο εξώφυλλο και σε μια τηλεοπτική εκπομπή ή σε ενδιαφέρει να γράψεις τραγούδια τα οποία θα τα τραγουδάει όλος ο κόσμος, τα οποία δεν θα τα έχεις γράψει για να κάνεις ένα σουξέ εποχιακό, αλλά γιατί βγαίνουν μέσα από την ψυχή σου».

Μ’ αρέσουν οι απόψεις του και η διαύγεια του στον τρόπο σκέψης. Ούτε συνταγές επιτυχίας, ούτε παιχνίδια δημοσιότητας, με λίγα λόγια η στάση του κάθε καλλιτέχνη είναι αυτό που ξεχωρίζει τον επιτυχημένο από τον μη.

«Μέσες άκρες ναι. Αν έχεις μέσα στην ερώτηση σου και τη διαφορά ανάμεσα στο έντεχνο και το “εμπορικό” -γιατί και το έντεχνο εμπορικό είναι, από τη στιγμή που ο Παπακωνσταντίνου έχει 7.000 κόσμο και ο Ρουβάς 600. Ποιος είναι ο εμπορικός; Όχι βέβαια πως θέλω να θίξω τον Ρουβά, σχολιάζω απλά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι λέξεις αυτές. Το θέμα είναι ότι και στον χώρο του “εμπορικού-ποπ” τραγουδιού υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ρουβάς, η Παπαρίζου.... οι οποίοι δουλεύουν και ασχολούνται πραγματικά με αυτό και έχουν επιτυχία στον κόσμο, χωρίς όμως να είναι εποχιακοί. Άσχετα αν δεν είναι το είδος μουσικής που ακούω εγώ. Αλλά έχουν αποδείξει με τη δουλειά τους ότι διαρκούν και έχουν ταλέντο».

Δείχνει πολύ ισορροπημένος και κατασταλαγμένος έτσι όπως εκθέτει τη γνώμη του περί καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει όμως πάντα ζωντανός ο κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη να παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του χώρου; Και σε αυτήν την περίπτωση, ο Θηβαίος μιλάει και πάλι για τις εσωτερικές ισορροπίες του καθενός.

«Είναι πάρα πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εμπορικότητα, από την προβολή, είτε είναι στην αρχή της καριέρας του είτε όχι. Η Αρλέτα μου είχε πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ότι στην αποτυχία χάνεις το μυαλό σου, αλλά στην επιτυχία χάνεις την ψυχή σου. Αυτό όμως και πάλι που έχει σημασία είναι τι ακριβώς θέλεις εσύ ο ίδιος, τι ζητάς. Δεν υπάρχει συνταγή για να το αποφύγεις. Αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, φεύγει από μόνο του».

Σκέφτομαι τα τραγούδια του, πόσο βαθύ νόημα έχουν και πόσο πολύ καταφέρνουν να αγγίξουν τον κόσμο, ακούω και τις απόψεις του και αναλογίζομαι τι έχει σημασία για αυτόν σε ό, τι αφορά στο τραγούδι. Με ποιον άξονα και με ποια αξία υπηρετεί αυτό που λέγεται μουσική.

«Με το αν το βράδυ που θα επιστρέψω σπίτι μου έχω αισθανθεί ότι μέσα και από τρία λεπτά έστω τραγουδιού έγινα καλύτερος άνθρωπος. Και όχι μόνο τα δικά μου τραγούδια, αλλά και άλλων. Ακούω κάτι και λέω “ναι, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος”».

Μόνο που το τραγούδι δεν είναι μόνο τι δίνει ο καλλιτέχνης στον κόσμο ή στον εαυτό του, αλλά και τι εισπράττει πίσω από το κοινό. Και στην περίπτωση του Θηβαίου, μάλλον έχει να εισπράξει πολλά.

«Για να είμαι ειλικρινής δεν το αισθάνομαι ως κεκτημένο, αλλά ότι διαρκώς το κερδίζω. Και το εκτιμώ αφάνταστα ότι ο κόσμος συνεχώς μου χαρίζει αυτήν την δυνατότητα και τον ευχαριστώ βαθιά μέσα από την καρδιά μου που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος».

Άρα λοιπόν, σκέφτομαι στο φινάλε της συνέντευξης, δεν είναι ούτε η στάση ούτε η ισορροπία που μετράνε μόνο, αλλά μάλλον το να ανταγωνίζεσαι διαρκώς τον εαυτό σου. Κι αυτό δίνει και μια αισιοδοξία ότι μπορούμε να περιμένουμε ακόμη καλύτερα πράγματα από τον Χρήστο Θηβαίο.

Περιοδικό Ser-Free, #11, Μάρτιος 2010

Κώστας Ακρίβος

"Ο μεγαλύτερος κριτής ενός βιβλίου είναι ο χρόνος"

Ο συγγραφέας-φιλόλογος Κώστας Ακρίβος μιλάει στο vakxikon.gr για το νέο του βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο), για το τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα επιτυχημένο και για τη σχέση μαθητών και λογοτεχνίας στα ελληνικά σχολεία.

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το νέο σας βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Πείτε μου μερικά λόγια για αυτό.

Το καλοκαίρι του 1974 στην παραλιακή τοποθεσία Πλάκες του Βόλου πνίγεται ένας μαθητής. Για τον πνιγμό υπαίτιοι θεωρούνται τέσσερις συμμαθητές του, που κολυμπούσαν στην ίδια με αυτόν παραλία. Ποιοι, όμως, είναι αυτοί και ποια η σχέση τους με το θύμα; Είναι πράγματι ένοχοι ή φταίει η κακιά στιγμή, όπως ισχυρίζονται; Κανείς, ούτε το Λιμενικό ούτε η Χωροφυλακή, δεν μπορεί να βρει τι πραγματικά συνέβη, άρα αδυνατούν να αποκαλύψουν την αλήθεια. Εκείνο που όλοι γνωρίζουν είναι ότι οι συγκεκριμένοι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν φιλικές σχέσεις με το θύμα, αλλά πολλές φορές μάλωναν και για διάφορους λόγους έρχονταν στα χέρια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι καλά έκαναν και τα έβαζαν μαζί του, επειδή το θύμα ασκούσε βία σε κάποια μικρότερα παιδιά που οι ίδιοι τα υπερασπίζονταν. Οι εν λόγω μαθητές και το θύμα είναι συμμαθητές, όμως είναι και εσώκλειστοι στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο της πόλης. Επομένως  γνωρίζονται πολύ καλά μεταξύ τους καθώς περνούν παρέα τις νύχτες και τις μέρες της εφηβείας τους. Κατάγονται από διάφορα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας και την επόμενη χρονιά ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αυτή λοιπόν είναι η μαθητική, αυτή και η ιδιωτική ζωή τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2011, οι δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του επεισοδίου θα συναντηθούν εντελώς τυχαία στην Αθήνα. Πρόκειται για μια συνάντηση που θα αλλάξει το παρελθόν μα και το παρόν της ζωής τους, γιατί ο ένας από τους δύο κατηγορεί τον άλλον ότι εκείνος έφταιξε που πνίγηκε ο συμμαθητής τους, ενώ μέχρι τώρα, όλα αυτά τα χρόνια, εκείνος αλλιώς τα είχε στο μυαλό του.

Φοβάστε το επόμενο βιβλίο; Μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου που πήγε καλά, υπάρχει η αγωνία για το αν θα είναι εξίσου καλό ή καλύτερο το επόμενο;

Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι η όποια επιτυχία ενός βιβλίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τις περισσότερες φορές αστάθμητους. Άρα καλό είναι ο συγγραφέας να μένει συγκεντρωμένος στην παραγωγή του έργου και λιγότερο στους τρόπους υποδοχής του από το κοινό. Άλλωστε ένας είναι ο μεγαλύτερος και σωστότερος κριτής, ο υπεράνω όλων: ο χρόνος.

Μετά από τόσα βιβλία, πόσο σας επηρεάζουν οι κριτικές; Πόσο σοβαρά τις λαμβάνετε υπ' όψιν; Και ποιος είναι για εσάς ο αυστηρότερος κριτής;

Για κάθε λογοτεχνικό έργο, ο ίδιος ο δημιουργός του πρέπει να είναι ο πιο άτεγκτος κριτής. Από τη στιγμή λοιπόν που το βιβλίο δεν είναι άλλο παρά ένα χέρι απλωμένο στον αναγνώστη, δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια σε κάθε κρίση, είτε αυτή προέρχεται από έναν “απλό” αναγνώστη είτε από έναν έγκριτο κριτικό λογοτεχνίας. Με ενδιαφέρουν πρωτίστως εκείνες οι κριτικές που εμβαθύνουν στο τι και το πώς ενός έργου και όχι εκείνες που το λιβανίζουν ή αυτές που τις χαρακτηρίζει η στρεβλή ανάγνωση ή, ακόμα χειρότερο, η συγκαλυμμένη εμπάθεια.

Τι είναι αυτό που πυροδοτεί την έμπνευση σας; Αυτό που σας κεντρίζει περισσότερο δημιουργικά;

Μεγάλο το καλάθι: Μνήμη και παρελθόν, πρόσωπα (εξ) αφανισμένα στις μυλόπετρες της ιστορίας, ενοχές, η φιλία και ο έρωτας, η προδοσία, η εξουσία σε κάθε της μορφή, το πώς κανείς από παιδί μεταμορφώνεται σε ενήλικα, η οικογένεια και τα πάθη της, οι ρίζες, το σήμερα και όσα γίνονται ή δεν γίνονται...

Τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα καλό; Και τι αυτό που τον κάνει γνωστό στο κοινό και "επιτυχημένο";

Η σκληρή δουλειά και η ταπεινοφροσύνη. Για να καθιερωθείς στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και να κερδίσεις την εκτίμησή του, απαιτείται πάνω απ' όλα να μην είσαι λωποδύτης. Θέλω να πω μ' αυτόν τον σκληρό όρο, να μην προσπαθείς να ξεγελάσεις τους αναγνώστες σου με θέματα και τρόπο γραφής έχοντας σαν μοναδική βλέψη το κέρδος και την πρόσκαιρη επιτυχία. Μπορεί να τους ξεγελάσεις μία φορά ή μπορεί να κοροϊδέψεις κάποιους. Συνεχώς, όμως, και όλους δεν γίνεται! Οι αναγνώστες έχουν τις περισσότερες φορές πιο καθαρό μάτι και διαυγέστερο μυαλό από τους γραφιάδες.

Είναι εύκολο να είναι κανείς συγγραφέας στην Ελλάδα του σήμερα; Βοηθούν οι συνθήκες; Ο κόσμος αγκαλιάζει τη λογοτεχνία;

Λίγοι οι εκδοτικοί οίκοι και όχι τόσο ανοιχτοί απέναντι στους νέους συγγραφείς, αν και βέβαια πολλοί είναι εκείνοι που γράφουν και θα ήθελαν τα γραπτά τους να τα δουν να γίνονται βιβλίο. Για την πολιτεία και τη μέριμνα γύρω από το βιβλίο, καλύτερα ας μη το συζητήσουμε. Όσο δε για το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας, θα έλεγα πως χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: εκείνοι (-ες) που θέλγονται από τα εύπεπτα ροζ ή τα ψευδοϊστορικά μυθιστορήματα και οι λίγοι, ένα κοινό περίπου 5 με 6 χιλ. αναγνώστες που αναζητούν στο λογοτεχνικό βιβλίο την ποιότητα της γραφής.

Ποια συγγραφική σας στιγμή θα θεωρούσατε κορυφαία;

Κορυφαίο για κάποιον λογοτέχνη θα μπορούσε να είναι κάποιο βραβείο, η μετάφραση των βιβλίων του σε άλλες γλώσσες, οι πολλαπλές εκδόσεις ή, ακόμη, και η στιγμή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο. Προσωπικά δεν θα ξεχάσω ένα μεσημέρι που είδα τον πατέρα μου να κοιμάται και να έχει στο στήθος του μισάνοιχτο ένα δικό μου βιβλίο. Τον πατέρα μου που δεν είχε τελειώσει καν το σχολείο...

Από όλη τη συγγραφική δραστηριότητα, ποια είναι για εσάς η σημαντικότερη στιγμή; Η στιγμή της έμπνευσης; Η διαδικασία της συγγραφής; Το τυπωμένο πλέον βιβλίο; Η παρουσίαση και η επαφή με τον κόσμο;

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η κυκλοφορία του βιβλίου και η επαφή με το αναγνωστικό κοινό δεν έχουν τη δική τους γλύκα και μαγεία. Η διαδικασία ωστόσο της συγγραφής, από το αρχικό στάδιο της ανεύρεσης του θέματος μέχρι την ολοκλήρωση της γραφής, είναι εκείνο το στάδιο όπου ο λογοτέχνης βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του, προσπαθώντας να εμφυσήσει ζωή στα πρόσωπα της φαντασίας του, ώστε να γίνουν πειστικοί λογοτεχνικοί χαρακτήρες. Νομίζω πως αυτή τη φάση είναι ανεκτίμητη – από κάθε άποψη.

Ως καθηγητής φιλολογίας σε δημόσια σχολεία της Ελλάδας, πώς κρίνετε τη σχέση μαθητών - λογοτεχνίας; Το σχολείο φέρνει με τον σωστό τρόπο τα παιδιά σε επαφή με τα λογοτεχνικά έργα;

Ο τρόπος που διδάσκεται σήμερα το μάθημα της λογοτεχνίας είναι ξεπερασμένος. Αν στα σχολεία, κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν καθιερωθεί επίσημα η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου και συνεχιστεί να υφίσταται το σημερινό μοντέλο, δηλαδή η διδασκαλία αποσπασματικών λογοτεχνικών κειμένων, τότε όχι μόνο οι σημερινές, μα και οι επόμενες γενιές μαθητών δεν θα γνωρίσουν και κυρίως δεν θα αγαπήσουν τη λογοτεχνία.

Συγγραφικά απωθημένα; Τι αισθάνεστε ότι είναι αυτό που δεν έχετε γράψει ακόμα;

Φοβάμαι να το ψάξω ανακρίνοντας τον εαυτό μου. Απλώς, του επιτρέπω κατά καιρούς να φέρνει αβίαστα στην επιφάνεια ό,τι σιγοκαίει κρυφά μέσα μου, δοκιμάζοντας αυτές τις σπίθες να τις κάνω βιβλίο.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr ,τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2018