Οι 20 εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας στην Ελλάδα

Τι σημαίνουν για τις προτιμήσεις του Έλληνα και για το εγχώριο και παγκόσμιο κινηματογραφικό τοπίο

(Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο mikropragmata.lifo.gr)

Μιας και η δεκαετία που διανύουμε πλησιάζει σιγά σιγά προς το τέλος της, δημοσιεύτηκαν πρόσφατα δύο λίστες με τις ταινίες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας: η μία λίστα περιλαμβάνει τις είκοσι ταινίες με τις περισσότερες εισπράξεις και η δεύτερη τις δέκα ελληνικές ταινίες που προσέλκυσαν το κοινό στη σκοτεινή αίθουσα. Τι σημαίνουν αυτές οι λίστες για τις κινηματογραφικές συνήθειες του Έλληνα, αλλά και για το κινηματογραφικό τοπίο της δεκαετίας μας;

Οι 20 εμπορικότερες ταινίες στην Ελλάδα τη δεκαετία 2010-2019 (όπως δημοσιεύτηκαν στο Flix)

1. Ένας Άλλος Κόσμος 668.892 (2015-2016)
2. Skyfall 579.566 (2012-2013)
3. Αν… 531.547 (2012-2013)
4. Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη 491.450 (2019)
5. Spectre 487.347 (2015-2016)
6. Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει 446.258 (2015-2016)
7. Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι 427.797 (2012-2013)
8. Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών 426.075 (2014-2015)
9. Inception 421.845 (2010)
10. 300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας 407.966 (2014)
11. Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά 395.955 (2011)
12. Χόμπιτ: Η Ερημιά του Νοσφιστή 392.010 (2013-2014)
13. Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου, Μέρος Α 381.382 (2010-2011)
14. Η Τιτανομαχία 378.196 (2010)
15. Μαχητές των Δρόμων 7 370.606 (2015)
16. Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι 370.043 (2015)
17. Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας 363.487 (2018)
18. Μικρά Αγγλία 361.441 (2013-2014)
19. Η Ρόζα της Σμύρνης 356.983 (2016-2017)
20. I Love Karditsa 353.981 (2010)

Από τις είκοσι εμπορικότερες ταινίες οι πέντε είναι ελληνικές. Είναι καλό αυτό ή κακό; Θα μπορούσε ο ελληνικός κινηματογράφος να έχει καλύτερα αποτελέσματα στην …έδρα του; Ίσως και όχι, αν σκεφτεί κανείς ότι συναγωνίζεται με παγκόσμια blockbusters. Εξάλλου, και η πρώτη και η τρίτη ταινία της λίστας ελληνικές είναι (και οι δύο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη), πράγμα που αποδεικνύει ότι με λίγο καλό marketing, δυνατά ονόματα στους συντελεστές και μια καλή ιστορία από πίσω ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί και νούμερα να κάνει και να κερδίσει το κοινό. Αυτό είναι το αισιόδοξο συμπέρασμα. Το απαισιόδοξο είναι ότι την προηγούμενη δεκαετία είχαμε πολύ εμπορικότερες ελληνικές ταινίες: "Πολίτικη Κουζίνα" (2003) 1.560.000, "Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο" (2005) 1.370.000, "El Greco" (2007) 1.200.000, "Νύφες" (2004) 750.000. Αυτό σημαίνει ότι και ο ελληνικός κινηματογράφος έχει μια φθίνουσα εισπρακτικά πορεία, αλλά και ότι τα τελευταία χρόνια πηγαίνουμε λιγότερο στο σινεμά απ' ότι στο παρελθόν.

Κατά τα άλλα, τι έχουμε στη λίστα; Περιπέτειες, franchises, sequels και υπερήρωες. Αν αφήσουμε στην άκρη τις ελληνικές, μόνο μία ταινία δεν ανήκει σε κάποια σειρά ταινιών: το "Inception", το οποίο βέβαια είναι κι αυτό περιπέτεια και έχει από πίσω του τον σκηνοθέτη Christopher Nolan, τον ηθοποιό Leonardo DiCaprio και μια πολύ πρωτότυπη υπόθεση. Από τις παραπάνω κατηγορίες ξεφεύγουν και οι "Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι", που είναι η μοναδική ταινία στη λίστα που δεν είναι περιπέτεια, η οποία βέβαια δεν αποτελεί έκπληξη που βρίσκεται εδώ, δεδομένου του ντόρου που δημιουργήθηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Απουσιάζουν εντελώς ταινίες από άλλες κατηγορίες (δραματικές, κοινωνικές, κωμωδίες), όπως και από άλλες χώρες πλην της Αμερικής, πράγμα που σημαίνει ότι είτε η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν προτιμά τέτοιες ταινίες είτε ότι επιλέγει να τις δει στο σπίτι και όχι στον κινηματογράφο.

Η προτίμηση στα sequels και στα franchises δείχνει προφανώς ότι ο Έλληνας δε θέλει να ρισκάρει τα χρήματα που θα δώσει στο ταμείο του κινηματογράφου. Από το να δει μια ταινία που δεν ξέρει αν θα του αρέσει τελικά, διαλέγει κάτι λίγο-πολύ γνωστό και "εγγυημένα" καλό ("Skyfall" και "Spectre" από το σύμπαν του James Bond, "Πειρατές της Καραϊβικής", "300") ή ένα franchise που προφανώς ακολουθεί εδώ και πολλά χρόνια ("Star Wars", "Χάρι Πότερ"). Είναι τόσο έντονη αυτή η τάση, που μέσα στη λίστα είναι και "Οι μαχητές των δρόμων" με την 7η (!) ταινία της σειράς, ενώ η τριλογία του "Χόμπιτ" είναι ολόκληρη εντός λίστας, φυσικά επειδή είχε το καλό προηγούμενο του "Άρχοντα των δαχτυλιδιών".

Το ότι η λίστα είναι γεμάτη με περιπέτειες και ταινίες επιστημονικής φαντασίας δείχνει και κάτι άλλο: ο Έλληνας πάει στο σινεμά για να απολαύσει το θέαμα. Τον ενδιαφέρουν, δηλαδή, περισσότερο τα οπτικά και ηχητικά εφέ, οι σκηνές δράσης, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Με λίγα λόγια, θέλει να δει στο σινεμά αυτό που δεν μπορεί να δει στο σπίτι -όχι με τον ίδιο τρόπο τουλάχιστον.  

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, πρέπει να σκεφτούμε τον γενικότερο ρόλο που παίζει σήμερα ο κινηματογράφος στην ψυχαγωγία των Ελλήνων. Όλο και λιγότεροι πηγαίνουν σήμερα στο σινεμά, γιατί καλύπτονται από τις ταινίες που βλέπουν μέσω συνδρομητικών καναλιών, πλατφορμών τύπου Netfix και φυσικά παράνομου downloading. Σε όλο αυτό ήρθε να προστεθεί και η τάση της εποχής που έχει τραβήξει το ενδιαφέρον του κόσμου στις σειρές, άρα τον κρατάει στο σπίτι. Με τόσες πολλές και τόσο φτηνές και τόσο εύκολα διαθέσιμες επιλογές δύσκολα θα αφήσει κάποιος τον καναπέ του για να πάει στον κινηματογράφο.

Παράλληλα, η απόλυτη κυριαρχία των σειρών ίσως να αλλάζει κι άλλο τα δεδομένα: ο μέσος θεατής εφόσον έχει συνηθίσει πλέον ένα θέαμα των 60 το πολύ λεπτών -το οποίο εκ των πραγμάτων πρέπει να είναι γρήγορο, έντονο και συναρπαστικό για να δώσει πάσα για το επόμενο επεισόδιο- μπορεί πλέον να επενδύσει σε ένα δίωρο, το οποίο μάλιστα θα είναι, αναγκαστικά, και πιο υποτονικό; Αυτό μάλλον είναι κάτι που θα φανεί σε βάθος χρόνου.

Το σίγουρο συμπέρασμα πάντως είναι ότι ο Έλληνας δε βλέπει τον κινηματογράφο σαν ένα μέσο/χώρο πνευματικών αναζητήσεων και ζυμώσεων ή ως τέχνη, αλλά ως ένα συμπλήρωμα σε αυτά που βλέπει ήδη στο σπίτι, γι' αυτό και επιλέγει τις ταινίες που δε θα ήταν ίδιες στο σπίτι. Ή, να το πούμε αλλιώς, δεν πάει σινεμά για το σινεμά.

Η ξεκάθαρη αυτή προτίμηση σε ταινίες δράσης και επιστημονικής φαντασίας μπορεί βέβαια να ερμηνευτεί και με άλλους τρόπους: ο κόσμος στρέφεται σε ανάλαφρες ταινίες που θα τον ξεκουράσουν και δε θα τον επιβαρύνουν ψυχολογικά -δεδομένης και της οικονομικής κρίσης και της γενικότερης κατήφειας των τελευταίων ετών-, ενώ μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κοινό που επισκέπτεται ως επί το πλείστον το σινεμά είναι νεαρότερης ηλικίας, εξ ου και η επιλογή αυτού του είδους των ταινιών.

Τι μπορεί να σημαίνει όμως η εμπορικότητα των franchise και των sequel για το ίδιο το σινεμά; Και ποια η σχέση αυτού του είδους του κινηματογράφου με το κοινό; Στέρεψε το Χόλιγουντ από ιδέες και στρέφεται μοιραία σε συνέχειες παλιότερων ταινιών ή αναγκάστηκε να επενδύσει προς αυτήν την κατεύθυνση επειδή το κοινό ζητάει τέτοιες ταινίες; Μάλλον και τα δύο.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η βελτίωση των εφέ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον κινηματογράφο σίγουρα επέδρασε καθοριστικά στις αποφάσεις των στούντιο παραγωγής στην Αμερική, με αποτέλεσμα να έχουμε πλέον ταινίες που συναγωνίζεται η μία στην άλλη στα εφέ. Αυτό είχε ας αποτέλεσμα να περνά η υπόθεση και η πλοκή της ταινίας σε δεύτερη μοίρα, εφόσον μπορεί να υπάρχει ένα πολύ εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, μπορούμε να πούμε ότι και το ίδιο το κοινό -μετά από τόσα χρόνια χρήσης υπολογιστών και ίντερνετ- έχει πλέον περισσότερες απαιτήσεις από αυτό που θα δει στη μεγάλη οθόνη, οπότε δύσκολα εντυπωσιάζεται, πράγμα που μας οδηγεί και πάλι στα στούντιο παραγωγής που θέλουν ακόμα καλύτερα αποτελέσματα.

Σχετικά με το σημερινό κινηματογραφικό τοπίο, ας μη γίνουμε μίζεροι κι ας μην πούμε ότι δε βγαίνουν πια το ίδιο καλές ταινίες με το παρελθόν. Ας πούμε απλώς ότι ο κινηματογράφος δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει όπως παλιά. Η άνοδος του ίντερνετ, των συνδρομητικών καναλιών και των πλατφορμών (χώρια το παράνομο downloading) έχει ταρακουνήσει για τα καλά τους παραγωγούς στην Αμερική, οι οποίοι στρέφονται πλέον σε πιο σίγουρες επιλογές. Τα sequel είναι ένας τέτοιος τρόπος, όπου η επιτυχία θεωρείται σχεδόν εξασφαλισμένη, ενώ με τα franchise έχουμε εξασφαλισμένα χρήματα σε βάθος χρόνου με μία και μόνο καλή αρχική ιδέα (πράγμα που μας βάζει και στη λογική της -τηλεοπτικής- σειράς).

Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι καινούργιες ιδέες δε ρέουν άφθονες στο Χόλιγουντ, κι αυτό φαίνεται και από τα remake παλιών ταινιών και από τις άπειρες βιογραφίες που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Αυτό όμως έχει ίσως συμβεί ακριβώς αυτήν την χρονική στιγμή που ο κόσμος μοιάζει να έχει γυρίσει κατά κάποιον τρόπο την πλάτη του στην 7η τέχνη, οπότε έχουμε μπει σε έναν φαύλο κύκλο. Θα είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη αυτή η κατάσταση ή πρόκειται για φάση; Ίδωμεν!

 

Οι 10 εμπορικότερες ελληνικές ταινίες τη δεκαετία 2010-2019 (όπως δημοσιεύτηκαν στο Flix)

1. Ένας Άλλος Κόσμος 668.892 (2015-2016)
2. Αν… 531.547 (2012-2013)
3. Μικρά Αγγλία 361.441 (2013-2014)
4. Η Ρόζα της Σμύρνης 356.983 (2016-2017)
5. I Love Karditsa 353.981 (2010)
6. Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι
317.153 (2012-2013)
7. Νήσος 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού 299.296 (2011-2012)
8. The Bachelor 2
237.559 (2017-2018)
9. Καζαντζάκης
232.851 (2017-2018)
10. The Bachelor
229.000 (2018-2019)

Η τρέχουσα δεκαετία είναι ξεκάθαρα πεσμένη σε ό,τι αφορά το εγχώριο σινεμά, και γιατί τα νούμερα είναι πολύ χαμηλότερα αν τα συγκρίνουμε με αυτά της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά και γιατί δε διαθέτει κάποια ταινία που να ξεχωρίζει και να έχει αξιώσεις να μείνει στο μυαλό των σινεφίλ για τα επόμενα χρόνια, όπως συνέβη δηλαδή με την "Πολίτικη Κουζίνα" ή με τις "Νύφες" (η "Μικρά Αγγλία" έχει κάποιες ελπίδες γι' αυτό, αλλά είναι νωρίς ακόμα για να το πούμε).

Από τις δέκα ταινίες οι έξι είναι δραματικές και μόνο οι τέσσερις κωμωδίες. Οι Έλληνες πείθονται, όπως φαίνεται, όταν κάποια ταινία έχει υπόθεση που σχετίζεται έστω έμμεσα με την ελληνική ιστορία ("Μικρά Αγγλία", "Ρόζα της Σμύρνης", "Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι"), ενώ είναι ενθαρρυντικό ότι βρίσκεται εντός λίστας ο "Καζαντζάκης", πράγμα που πρέπει να δώσει στο ελληνικό σινεμά το μήνυμα ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για ταινίες που έχουν να κάνουν με ιστορικές προσωπικότητες της Ελλάδας ή με διάφορες πτυχές της ελληνικής ιστορίας.

Σε ό,τι αφορά τις κωμωδίες πάντως, βλέπουμε ότι και εδώ λειτουργεί καλά η λογική του sequel, όπως αποδεικνύεται από το "Νήσος" και το "Bachelor" που έφεραν για δεύτερη φορά τον κόσμο στις αίθουσες.

Το παράδοξο πάντως είναι ότι από τη λίστα απουσιάζουν οι ταινίες που αγκαλιάστηκαν πολύ θερμά από τους κριτικούς και που έλαβαν εγκώμια στους κύκλους των σινεφίλ. Ταινίες όπως τα "Suntan", "Τετάρτη 04:45", "Xenia", "Attenberg", "Chevalier" που έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση, που κέρδισαν στα βραβεία "Ίρις" της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και που έλαβαν θετικές κριτικές και βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, δεν τράβηξαν αρκετά το κοινό.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει στον ελληνικό κινηματογράφο της τρέχουσας δεκαετίας θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν δύο πράγματα: την οικονομική κρίση και την επίδραση του Γιώργου Λάνθιμου. Μία ακριβώς δεκαετία πριν ήταν που ξεκίνησε η οικονομική κρίση, αλλάζοντας αισθητά το τοπίο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και δυσκολεύοντας αρκετά τα πράγματα για τους Έλληνες δημιουργούς. Ήταν επίσης μία δεκαετία πριν όταν ο Γιώργος Λάνθιμος τάραξε για τα καλά τα κινηματογραφικά νερά με τον "Κυνόδοντα" του, ο οποίος αποτέλεσε την αρχή για το λεγόμενο Greek Weird Wave, στο οποίο μπορεί να εντάξει κανείς ταινίες όπως το "Attenberg", το "Miss Violence", το "Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού".

Αν όλα αυτά τα συγκρίνουμε με τη λίστα των πιο εμπορικών ταινιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ένα σινεμά δύο ταχυτήτων. Αυτό βέβαια είναι κάτι που φαίνεται να συμβαίνει σε όλα τα κράτη και όχι μόνο εδώ. Το ευχάριστο είναι ότι οι Έλληνες φαίνεται να αγκαλιάζουν τις φιλόδοξες κινηματογραφικές παραγωγές και να τις στηρίζουν στο ταμείο και από την άλλη αρκετές ταινίες μας έπεισαν τους κριτικούς σε παγκόσμιους κινηματογραφικούς θεσμούς. Μένει να δούμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί το ελληνικό σινεμά την επόμενη δεκαετία και ποια στοιχεία θα αξιοποιήσει από αυτήν που τώρα τελειώνει.

 

Τι σημαίνει η αποχή από τις κάλπες;

Όταν τον 5ο αιώνα π.Χ. εφαρμόστηκε στην Αθήνα για πρώτη φορά το πολίτευμα της δημοκρατίας, όλοι οι πολίτες άνω των 21 ετών συμμετείχαν ενεργά στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν την πόλη τους. Το να μπορείς να συμμετέχεις στη διαδικασία αυτή ήταν κάτι τόσο σημαντικό, τόσο ιερό και τόσο (άτυπα) επιβεβλημένο που θεωρούνταν υποτιμητικό το να μην ασχολείσαι με τα κοινά και να μην παίρνεις μέρος στις πολιτικές αποφάσεις.

Για τα δεδομένα της εποχής το σύστημα αυτό ήταν πολύ προχωρημένο, σήμερα για εμάς είναι τόσο αυτονόητο που περάσαμε στο άλλο άκρο: μας ενδιαφέρουν τόσο λίγο τα κοινά που απαξιούμε μέχρι και να πάμε να ψηφίσουμε. Πάντα μετά τις εκλογές μάς απασχολούν τα αποτελέσματα, αλλά μήπως θα έπρεπε να μας απασχολεί ακόμα περισσότερο το ποσοστό αυτών που δεν πάνε να ψηφίσουν; Θα μου πεις, αφού έχουμε δημοκρατία, δεν είναι δικαίωμα του καθενός αν θα ψηφίσει ή όχι; Εδώ όμως δε μιλάμε για το δικαίωμα, μιλάμε για το σκεπτικό πίσω από την αδιαφορία αυτή.

Ναι οκ, η πολιτική κατάσταση της χώρας -η οποία έχει άμεσο αντίκτυπο φυσικά στην καθημερινότητα μας και στην οικονομική μας κατάσταση- είναι σε μαύρα χάλια. Διαθέτουμε τους εκπροσώπους που θα μας εμπνεύσουν και για τους οποίους ελπίζουμε ότι θα μας βγάλουν από το τέλμα; Προφανώς όχι. Είμαστε απίστευτα εκνευρισμένοι με ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο; Ω, ναι. Θα καταφέρουμε να πετύχουμε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο εμείς οι πολίτες αν δεν πάμε να ψηφίσουμε; ΟΧΙ.

Ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά υπέρ της αποχής είναι ότι η πράξη αυτή θα περάσει ένα ηχηρό μήνυμα. Α ναι; Σε ποιους ακριβώς; Οι πολιτικοί δεν αντιλαμβάνονται ήδη δηλαδή πόσο θυμό και πόση απογοήτευση έχει μέσα του ο λαός; Από την αποχή θα το καταλάβουν; Ή μήπως είναι η αποχή ένα είδος τιμωρίας που θα τους ταράξει και θα τους στρέψει προς καλύτερες ενέργειες; Προφανώς και η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται με τον ίδιο τρόπο είτε πάνε στις κάλπες όλοι είτε πάνε οι μισοί. Και μη σου πω, όσο λιγότεροι τόσο το καλύτερο γι' αυτούς.

Και γιατί δηλαδή αν θέλουμε οπωσδήποτε να περάσουμε ένα μήνυμα δεν το κάνουμε με κάποιον άλλον τρόπο; Δε θα ήταν πιο αποτελεσματικό, για παράδειγμα, να ψηφίσουμε ένα μικρό κόμμα εφόσον δε θέλουμε να ενισχύσουμε τα μεγάλα; Ή μια άλλη εναλλακτική πρόταση που μας φαίνεται κάπως συμπαθητική; Ή κάποιον που θεωρούμε πως είναι ο λιγότερο διεφθαρμένος;

Φυσικά, για να τα κάνουμε όλα αυτά θα πρέπει να είμαστε ενημερωμένοι σχετικά με τους υποψηφίους, αλλά ποιος κάθεται να ενημερωθεί τώρα, έτσι δεν είναι; Και έτσι φτάνουμε σιγά σιγά στην κυριότερη αιτία της αποχής: την αδιαφορία. Η οποία φυσικά είναι ό,τι χειρότερο, γιατί η αδιαφορία, ως γνωστόν, είναι ουσιαστικά ανίκητη.

Το οξύμωρο είναι ότι, δεδομένης της βαθιάς πολιτικής κρίσης, τώρα θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε πιο πολύ από ποτέ. Θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι από ποτέ, θα έπρεπε να έχουμε ήδη αντιληφθεί τις στρατηγικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε για να στρέψουμε το αποτέλεσμα προς τα εκεί που θέλουμε. Αντ΄ αυτού, μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σε ένα έθνος μοιρολατρών που μέσα στην απελπισία μας περιμένουμε να αλλάξει κάτι ως δια μαγείας. Τι αλλαγές μπορούμε να περιμένουμε όσο δε συμβάλλουμε εμείς με τον τρόπο μας σε αυτήν τη διαδικασία; Νομίζουμε ότι οι αλλαγές θα έρθουν από τους πολιτικούς που κυβερνούν ήδη, οι οποίοι εκλέγονται ξανά και ξανά από αυτούς που αποφάσισαν να μην απέχουν από τις κάλπες; Και εφόσον δεν πάμε να ψηφίσουμε, με ποιο δικαίωμα μετά θα παραπονεθούμε για την κατάσταση που επικρατεί; Ή μήπως, σε τελική ανάλυση, η τακτική αυτή μας δίνει το άλλοθι να γκρινιάζουμε και να δυσανασχετούμε πίσω από το "τους βαρέθηκα όλους, δεν ψηφίζω κανέναν";

Προφανώς βέβαια φερόμαστε έτσι εκ του ασφαλούς, γιατί δεν έχουμε νιώσει ποτέ πώς είναι να ζεις σε ένα απολυταρχικό κράτος και να μην έχεις καμία δύναμη να αλλάξεις την πολιτική ηγεσία του τόπου σου, άρα κατ' επέκταση και την ποιότητα της ζωής σου. Αλλά εμείς φυσικά εδώ στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ζούμε σε μια κατάσταση ζεν. Όσο το χρήμα έρρεε άφθονο, ψηφίζαμε τα κόμματα που μας το έδιναν και ήμασταν εντάξει. Τώρα που τα πράγματα αγρίεψαν, σκεφτήκαμε "μήπως θα αλλάξει τίποτα κι αν ψηφίσω;" κι αφεθήκαμε ανάλγητα στη μοίρα μας.

Είναι η αποχή δηλωτική της αδράνειας και της πνευματικής στασιμότητας του Έλληνα; Όσο τα πράγματα ήταν καλά, ήμασταν εφησυχασμένοι. Τα βλέπαμε τα σημάδια ότι το πράγμα κάποια στιγμή θα στραβώσει, αλλά δε θέλαμε να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας. Τώρα που το πράγμα στράβωσε τελικά, αισθανόμαστε ανήμποροι. Η κρίση δε στάθηκε ικανή να μας αφυπνίσει, να μας δραστηριοποιήσει, να μας σπρώξει στην εγρήγορση, στην τόλμη, στη δράση. Μας βύθισε κι άλλο στην απραξία, η οποία τώρα ανακατεύτηκε και με θυμό, ματαίωση, παραίτηση, γκρίνια. Κακός συνδυασμός.

Ή μπορεί απλά να μη θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη μας. Είναι εν μέρει και δική μας ευθύνη που οι πολιτικοί που εμείς επιλέξαμε κατέστρεψαν τη χώρα, είναι πάλι θέμα δικό μας ποιοι θα συνεχίσουν από εδώ και στο εξής. Κι όταν απέχουμε και οι αποφάσεις παίρνονται ούτως ή άλλως, πάλι δική μας ευθύνη είναι που δε βοηθήσαμε για το καλό της χώρας μας.

Η δημοκρατία μάς δίνει μια μεγάλη ελευθερία, αλλά μας φορτώνει και με ένα μεγάλο χρέος. Θα μου πεις, θα κάνει μία ψήφος τη διαφορά; Σίγουρα θα κάνει μεγαλύτερη διαφορά η ψήφος που υπάρχει από αυτήν που απουσιάζει.

Καλύτερα από όλους το είπε ο Καζαντζάκης: "Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες εγώ, εγώ μοναχός μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω". Η στιγμή που βάζουμε το ψηφοδέλτιο στον φάκελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Αν πηγαίναμε όλοι να ψηφίσουμε και αν ψηφίζαμε λες κι απ' τη δική μας την προσωπική επιλογή εξαρτάται το ίδιο μας το μέλλον και η πορεία ολόκληρης της χώρας, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Ίσως όχι εντελώς διαφορετικά, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερα.   

Ο κόσμος όπως τον θέλουμε

Βγήκε, λέει, μια καινούργια εφαρμογή για τα κινητά, η οποία διαγράφει από τη φωτογραφία που πρόκειται να βγάλεις ανθρώπους, αυτοκίνητα και ό,τι σε ενοχλεί τέλος πάντων και σου χαλάει την εικόνα. Από την εποχή δηλαδή που έπρεπε να βάλεις όλη σου την τέχνη και την προσπάθεια για να βγάλεις μια καλή φωτογραφία περάσαμε στην εποχή που αρκούσε να βγάλεις μια μέτρια φωτογραφία και να την κάνεις εντυπωσιακή μέσω photoshop για να καταλήξουμε πλέον στην εποχή που επιλέγεις τι θα συμπεριλάβεις στην φωτογραφία σου χωρίς καν να κουνηθείς από τη θέση σου. Θέλεις να εξαφανιστούν οι πάντες; Θα εξαφανιστούν!

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν η τεχνολογία σού παρέχει πλέον τόσες ευκολίες για να ασκήσεις ένα χόμπι χωρίς να καταβάλεις καθόλου προσπάθεια, τι θα σου μείνει τελικά από την άσκηση αυτού του χόμπι; Κι όσο η τεχνολογία αναπτύσσεται και σου παρέχει όλο και περισσότερες δυνατότητες στην καθημερινή σου ζωή, τότε τελικά για ποιο πράγμα θα κοπιάσεις;

Έχουμε διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή όλα τα τραγούδια στο youtube. Κατεβάζουμε μέσα σε λίγα λεπτά ταινίες από το internet πριν καλά καλά παιχτούν στους κινηματογράφους. Δημοσιεύουμε τις προσωπικές μας στιγμές στο facebook την ώρα που τις ζούμε. Κάνουμε ουρές έξω από τα καταστήματα για να πάρουμε πρώτοι (!) το κινητό που μόλις κυκλοφόρησε. Αν η ταχύτητα είναι το χαρακτηριστικό της εποχής μας, τότε η ανυπομονησία έχει γίνει το χαρακτηριστικό της γενιάς μας. Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα.

Και τελικά, σε τι επενδύουμε; Αν μπορούμε να τα έχουμε όλα ανά πάσα στιγμή, υπάρχει τελικά κάτι για το οποίο θέλουμε ή μπορούμε να περιμένουμε; Τελικά προσπαθούμε να αποκτήσουμε αυτά που θέλουμε ή απλώς αρπάζουμε αχόρταγα ό,τι βρεθεί στα διάβα μας χωρίς καν να σκεφτόμαστε αν το έχουμε πραγματικά ανάγκη; Μέσα σε αυτήν την ασύλληπτη ευκολία έμεινε άραγε ζωντανή η ικανότητα μας να παθιαζόμαστε, να επιμένουμε, να κυνηγάμε, να προσπαθούμε; Ή καταντήσαμε σαν τα μικρά παιδιά που πετάνε το ένα παιχνίδι για να πιάσουν γρήγορα το επόμενο;

Θα μου πεις, και είναι κακό αν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Θεωρητικά όχι. Όμως όσο περισσότερες ευκολίες αποκτούμε, αντί να γίνουμε πιο ενημερωμένοι ή πιο πολυπράγμονες, τόσο πιο κακομαθημένοι γινόμαστε τελικά. Και ξεχνάμε σιγά σιγά, κάθε μέρα και πιο πολύ, ότι το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής είναι ότι δεν μπορείς να έχεις τον κόσμο όπως τον θέλεις.

Κι έπειτα, είναι και το άλλο. Όπως όλοι ξέρουμε, όσο πιο εύκολα αποκτάς κάτι, τόσο λιγότερο το σέβεσαι. Κι όσο για την έλλειψη σεβασμού, αυτό κι αν είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας.