Οι απόκριες, η Κυριακή της συγχώρεσης και η Σαρακοστή

Ξεκινά η Σαρακοστή λοιπόν και αρχίζει η νηστεία. Τυπικά δηλαδή ξεκινά η περίοδος που δεν τρώμε κρέας και πέφτουμε με τα μούτρα στα νηστίσιμα. Λέγοντας νηστίσιμα μη φανταστούμε τώρα καμιά στέρηση, απλώς αυτό που θα φάμε να μην έχει κανένα αυγό μέσα ή τίποτα βούτυρα και το κασέρι να είναι σόγιας. Αυτά για τους σκληροπυρηνικούς -οι υπόλοιποι απλώς δεν τρώνε κοψίδια και μουσακά, αλλά τρώνε ψάρι αβέρτα. Κάποτε μάλιστα άκουσα και μια ακόμα πιο ωραία άποψη περί νηστείας: "ε τώρα τι είναι αυτό με τη νηστεία, δηλαδή απαγορεύεται να φας λάδι, αλλά επιτρέπεται να φας ελιά;".

Η λέξη νηστεία βγαίνει από το στερητικό "νη" και το "εσθίω" που θα πει τρώω, άρα κάνω νηστεία θα πει δεν τρώω. Όχι δεν τρώω-πεθαίνω της πείνας, αλλά δεν τρώω-ακολουθώ έναν καθαρό τρόπο διατροφής, καθαρίζω τον οργανισμό μου από κάποιες τροφές, αισθάνομαι τη στέρηση της γαστρονομικής απόλαυσης και ηδονής. Αυτό βέβαια από μόνο του -τουλάχιστον από θρησκευτικής άποψης- δε λέει τίποτα: η νηστεία πρέπει να γίνει παράλληλα με τον εξαγνισμό από όλων των ειδών τις σωματικές ηδονές, αλλά και με την αποχή από κακές σκέψεις και πράξεις, τον πνευματικό εξαγνισμό δηλαδή.

Η Σαρακοστή είναι η περίοδος προετοιμασίας -πνευματικής και σωματικής- ώστε να βρούμε την κάθαρση και την Ανάσταση το Πάσχα. Αντ' αυτών εμείς τι κάνουμε; Κόβουμε το κρέας και τρώμε γύρο από σόγια.

Θα μου πεις ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και μπράβο του και δε θα δώσει λόγο σε κανέναν. Αλλά και πάλι μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ μας αρέσει να προσκολλόμαστε στους τύπους και να χάνουμε την ουσία. Τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι πατροπαράδοτες συνήθειες είναι τόσο παντοδύναμα και μας ενθουσιάζουν τόσο πολύ που τα έχουμε αναγάγει σε μόδα και σε αφορμή για επίδειξη. Καμιά φορά και σε πανηγύρι.

Ξαφνιάζομαι πάντα με τη λύσσα και την υστερία που γλεντάμε στα καρναβάλια, σαν να είναι η τελευταία μας διασκέδαση πριν τη σύνεση της Σαρακοστής. Την Καθαρά Δευτέρα την έχουμε κάνει πάρτι στη φύση και στις ταβέρνες και μια ωραία ευκαιρία να πάμε κάπου για τριήμερο. Για να μην πω για την 25η Μαρτίου -τη μοναδική μέρα μέσα στη Σαρακοστή που επιτρέπεται να φάμε ψάρι- που καταναλώνουμε το μισό Αιγαίο, λες και τον υπόλοιπο χρόνο δεν μπορούμε να φάμε μπακαλιάρο. Έχουν ένα λαογραφικό ενδιαφέρον αυτά από τη μια, από την άλλη είμαστε για γέλια.

Κι όλα αυτά καλά, αλλά φέτος είδα και το άλλο: την Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα πόσταραν όλοι στο fb κάτι φωτογραφίες ότι ζητούν συγχώρεση από όσους πλήγωσαν, γιατί είναι η Κυριακή της συγχώρεσης. Πάρτε ένα τηλέφωνο σε αυτούς που πληγώσατε, παιδιά, αν θέλετε να σας συγχωρήσουν, το fb δε δίνει άφεση αμαρτιών.

Οπότε τι να είναι άραγε πιο τίμιο: να ψάξουμε την ουσία των πραγμάτων ή να αφήσουμε και τους τύπους κατά μέρος;

Η εθνική μας μνήμη

Όταν πήγα ταξίδι στη Ρωσία μού έκανε εντύπωση πόσα μνημεία είχαν στήσει η Ρώσοι στη Μόσχα για τα θύματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το δε Πολεμικό Μουσείο -ένα μεγαλειώδες μουσείο από κάθε άποψη- δεν ήταν απλώς ένας χώρος συγκέντρωσης και έκθεσης όλων των πραγμάτων που αφορούσαν τον Β' Παγκόσμιο, αλλά ουσιαστικά ένας χώρος-φόρος τιμής για τους πεσόντες ήρωες: οι μνήμες εκεί μέσα ήταν τόσο ζωντανές που βίωνες το πένθος. Υπήρχε μάλιστα μια αίθουσα (η αίθουσα των δακρύων, αν θυμάμαι καλά), όπου υπήρχαν βιβλία σε προθήκες, γεμάτα με τα ονόματα όλων των πεσόντων -πάνω σε κάθε βιβλίο ήταν ακουμπισμένο ένα τριαντάφυλλο, ενώ από το ταβάνι κρέμονταν πετράδια σε σχήμα δακρύου.

Αυτό συνέβαινε σε όλη την πόλη -ή τουλάχιστον εκεί που πήγαν εμάς τους τουρίστες. Η Ρωσία έδινε την εντύπωση ότι έχει σθεναρή μνήμη, δεν παραλείπει να τιμά τους ήρωες της και δεν ξεχνά όσα άσχημα συνέβησαν. Μπορεί βέβαια για χάρη της διπλωματίας να ρίχνει νερό στο κρασί της όταν είναι απαραίτητο, αλλά δε φαίνεται διατεθειμένη να διαγράψει το παρελθόν της.

Η τόσο έντονη αυτή αίσθηση της μνήμης μού δημιούργησε ανάμικτα συναισθήματα. Θα μπορούσε μια τέτοια προσκόλληση στο παρελθόν να δημιουργήσει εθνικισμό; Μνησικακία; Αδυναμία να προχωρήσει ομαλά την ιστορική της πορεία; Από την άλλη όμως με έβαλε σε σκέψεις και για τη δική μας εθνική μνήμη.

Εμείς οι Έλληνες είμαστε λιγάκι μυστήριοι στο θέμα της μνήμης και της ιστορίας. Από τη μια κουβαλάμε ένα μεγάλο βάρος, αυτό του ένδοξου παρελθόντος. Αυτή η συνεχής σύγκριση με τους αρχαίους ημών βέβαια έχει καταντήσει γραφική -και όντως έτσι είναι. Αλλά δεν παύει να είναι αλήθεια το γεγονός ότι ένα παρελθόν με τόσο μεγάλες κατακτήσεις σε τόσους τομείς και τόσες σπουδαίες προσωπικότητες μάς έχει δημιουργήσει ένα κόμπλεξ ανωτερότητας. Πιστεύουμε ότι είμαστε το καλύτερο έθνος στον κόσμο επειδή είχαμε για πρόγονο τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη και υποτιμούμε όλους τους άλλους γιατί έρχονται μετά από εμάς, δεύτεροι και καταϊδρωμένοι.

Ούτε λόγος βέβαια για το τι έχουμε καταφέρει τώρα, τις τελευταίες δεκαετίες, ως έθνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν καταφέραμε και πολλά, αλλά κι ούτε έχουμε αφήσει στην άκρη το επιχείρημα "όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα, εσείς τρώγατε βελανίδια". Λες κι αυτό από μόνο του δικαιώνει και δικαιολογεί τα οποιαδήποτε εθνικά μας λάθη και την όποια αδυναμία μας. Η προέλευση μας από τόσο σπουδαίους ανθρώπους αντί να μας δώσει τη βάση για να ανεβούμε ψηλά και να μεγαλουργήσουμε, μας έκανε άπραγους, μίζερους, παρελθοντολάγνους και υπερόπτες.

Το παράξενο στην όλη υπόθεση είναι ότι όλοι οι Ελληνάρες που είναι περήφανοι για τους προγόνους τους και τους χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίξουν την ανωτερότητα τους και να υποτιμήσουν όλους τους άλλους, δεν έχουν ιδέα από ιστορία. Ανάθεμα αν ξέρουν τι έγραψε ο Αριστοτέλης, αν πήγαν να παρακολουθήσουν ποτέ Ευριπίδη, αν ξέρουν τι έγινε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, για να μην πούμε ότι οι μαθητές δεν γνωρίζουν τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου, την 25 Μαρτίου και τι τιμάμε στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Έχουμε πιαστεί από κάποια ονόματα -Σωκράτης, Περικλής, Μέγας Αλέξανδρος, Κολοκοτρώνης- τα οποία εξυπηρετούν τελικά μόνο τις αγκυλώσεις μας και την στενομυαλιά της σκέψης μας.

Και ενώ λοιπόν έχουμε εμμονή με το παρελθόν μας και τους προγόνους μας, κατά τα άλλα έχουμε ιδιαίτερα ασθενή μνήμη. Οι ήρωες της επανάστασης του '21 δεν είναι παρά παράξενες φιγούρες που κοσμούν τους τοίχους των σχολείων. Οι Έλληνες που έπεσαν στο αλβανικό μέτωπο έλαβαν τελικά τόσο λίγης προσοχής που μόλις τώρα άρχισαν να ξεθάβονται, εβδομήντα και βάλε χρόνια μετά! Οι χθεσινοί Έλληνες πρόσφυγες είναι σε πολλές περιπτώσεις οι σημερινοί ρατσιστές. Μνημεία του παρελθόντος χορταριάζουν παραμελημένα γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αναστύλωση τους. Η πλειοψηφία των νέων σήμερα δεν έχει ιδέα ποιος ήταν ο Λαμπράκης, ποιος ο Μπελογιάννης, ποιος ο Σωτήρης Πέτρουλας.

Ούτε ξέρουμε τι έχει γίνει στον τόπο μας, ούτε μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Γιατί αν μάθουμε, θα πρέπει μετά να αναλάβουμε και τις ευθύνες μας. Αλλά όχι, ήμασταν πολύ απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια να γλεντάμε και να κουβεντιάζουμε θεωρίες συνομωσίας.

Γιατί τόσο photoshop ρε παιδιά;

Πρόσφατα το Vanity Fair έκανε μια ωραία φωτογράφιση με διάφορους stars του Χόλιγουντ και για να μην τα πολυλογώ η Ρις Γουίδερσπουν εμφανίστηκε να ποζάρει με τρία πόδια και η Όπρα Γουίνφρεϊ με τρία χέρια. Πέρα από το ρεζιλίκι (και το χιούμορ με το οποίο τα κορίτσια αντιμετώπισαν το συμβάν), εγείρεται κάποια στιγμή το ερώτημα: προς τι όλη αυτή η ανεξέλεγκτη ψηφιακή επεξεργασία;

Αυτό φυσικά είναι απλώς ένα περιστατικό μπροστά στα δεκάδες, στα οποία έχουμε γελάσει με ένα σωρό γελοία λάθη ή έχουμε δει ανθρώπους τόσο υπερφυσικά αψεγάδιαστους που καταλήγουν τελικά να μη μοιάζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Οκ, είσαι περιοδικό και χρειάζεσαι την τέλεια φώτο / είσαι διάσημος και δεν ανέχεσαι η πλέμπα να σε βλέπει σε κακό χάλι, γιατί κάπως πρέπει και να ξεχωρίζεις στο κάτω-κάτω… Έτσι είναι όντως τα πράγματα, ή μήπως όχι;

Το κακό με την ψηφιακή επεξεργασία δεν είναι ότι θέλεις ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτό είναι λογικό και φυσικά θα κάνεις τα μαγικά σου στη φωτογραφία για να διορθώσεις κάποιες ατέλειες και να έχεις μια όμορφη και ζηλευτή εικόνα. Το κακό είναι ότι οι υπερβολικά πειραγμένες και αψεγάδιαστες φωτογραφίες δημιουργούν (και διαιωνίζουν) μια εντελώς στρεβλή εικόνα των "διάσημων" ανθρώπων, στην οποία κατ' επέκταση εγκλωβίζονται και οι ίδιοι, αλλά και όλοι όσοι τις παρακολουθούμε.

Δεν είναι ότι ζούμε απλώς στην εποχή της εικόνας και του θεαθήναι, είναι ότι ζούμε στην εποχή της τέλειας εικόνας. Υπάρχει μια απίστευτη πίεση (ειδικά για τις γυναίκες) ότι πρέπει ντε και καλά να δείχνουμε όλοι όμορφοι, νέοι και αδύνατοι. Δεν πρέπει να έχουμε περιττά κιλά ή αγύμναστα σώματα. Δεν πρέπει να έχουμε κιλά εγκυμοσύνης, ακόμα και αμέσως αφότου γεννήσουμε. Δεν πρέπει να έχουμε άβαφα μαλλιά. Δεν πρέπει να έχουμε ρυτίδες. Πρέπει όλοι να δείχνουμε σαν τριαντάρηδες -για πάντα.

Όχι βέβαια πως και οι ίδιοι οι σταρ δε δέχονται παρόμοια πίεση. Αυτοί πρώτοι απ' όλους φοβούνται τα γηρατειά, πολύ απλά γιατί θα δεχτούν καταιγισμό αρνητικών σχολίων από ολόκληρο τον πλανήτη ή -πολύ χειρότερα- μπορεί και να βρεθούν εκτός αγοράς εργασίας.

Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια μαζική υστερία που μας κάνει να τρέχουμε σε γυμναστήρια, να κάνουμε δίαιτες, να πηγαίνουμε για μπότοξ. Όχι επειδή θέλουμε πάντα, αλλά επειδή έτσι κάνουν όλοι. Και καλά οι διάσημοι, η εικόνα τους είναι μέρος της δουλειάς τους, εμάς τι μας κόφτει; Εμείς δυστυχώς έχουμε άλλο πρόβλημα: αποκτήσαμε κόμπλεξ.

Θα μου πεις, το photoshop των περιοδικών έκανε όλη αυτή τη ζημιά; Όχι μόνο, αλλά ναι, συνέβαλαν και τα περιοδικά. Όταν η ίδια η κοινωνία σε προτρέπει να καλλιεργήσεις την εμφάνιση σου -και να αφήσεις το πνεύμα σου στάσιμο-, το αποτέλεσμα είναι να νιώθεις άσχημα με την πρώτη celebrity που θα δεις κουκλάρα στο εξώφυλλο του περιοδικού, κι ούτε θα σου περάσει από το μυαλό ότι είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας -ή, ακόμα χειρότερα, το ξέρεις, αλλά κολλάς τόσο στην εικόνα που δε σε νοιάζει.

Το χειρότερο από όλα όμως είναι το άλλο: που τα ίδια περιοδικά και sites που δημιουργούν τους αψεγάδιαστους ανθρώπους, αποθεώνουν -και καλά- και αυτούς που τσαλακώνονται. "Μπράβο στην τάδε που ανέβασε φωτογραφία στο instagram της άβαφη", "η τάδε δίνει αποστομωτική απάντηση σε όσους σχολιάζουν τα κιλά της", "συγχαρητήρια στο τάδε plus size μοντέλο" και άλλα τέτοια χαζά. Αυτά δε θα έπρεπε να είναι άξια συγχαρητηρίων, θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα που να μην μπαίναμε καν στον κόπο να τα σχολιάσουμε. Γιατί δείχνοντας τα έτσι, έστω και επαινετικά, τα κάνεις να φαίνονται σαν εξαίρεση, ενώ θα έπρεπε να είναι ο κανόνας.

Προτείνω λοιπόν να βγούμε όλοι έξω χωρίς make - up, με τις κοιλιές μας και τη ρίζα μας άβαφη. Ε είμαστε περισσότεροι, πού θα πάει, θα νικήσουμε.