Δύο ποιήματα στο Culture Book / Γραφείον Ποιήσεως

Με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής μου συλλογής Lacrimosa, η λογοτεχνική ιστοσελίδα Culture Book / Γραφείον Ποιήσεως δημοσίευσε δύο ποιήματα μου στις 7 Σεπτεμβρίου του 2021. 

ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ

Θα βρέξει είπαν.

Και οι γυναίκες μάζεψαν τις μπουγάδες,

οι γριές σήκωσαν τις γλάστρες από τα μπαλκόνια,

οι μάνες σκέπασαν τα καρότσια των παιδιών,

οι άντρες άνοιξαν τις μαύρες ομπρέλες,

οι νέοι βιάστηκαν να γυρίσουν σπίτι,

Διαβάστε Περισσότερα

Δύο ποιήματα στο BookSitting

Η λογοτεχνική σελίδα BookSitting δημοσίευσε, τον Ιούλιο του 2021, δύο ποιήματα από την τρίτη μου ποιητική συλλογή Lacrimosa με αφορμή την κυκλοφορία της.

Συνεχίζεται

Είσαι κι εσύ
που με τις ιδρωμένες παλάμες σου
αγγίζεις τον κόσμο
έναν κόσμο δανεικό και πληγωμένο,
η σφαγή των αθώων νηπίων ξεκίνησε
από αυτούς που κατάλαβαν
πως στα μάτια των παιδιών
κατοικεί ο Θεός
-και η σφαγή
ακόμα συνεχίζεται.

Δικαστές

Και τον Θεό
τον εξορίσαμε από τις κουβέντες μας
έμειναν οι πόλεις απροστάτευτες
βουβές,
διαφανείς να μείνουμε
κι αδέκαστοι
εμείς οι ψεύτες κριτές,
από τις γυάλινες έδρες μας
τελούμε σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Αφιέρωμα στο blog Ιωβηλαίο Λέξεων

Αναδημοσίευση από το Ιωβηλαίο Λέξεων, Ιούλιος 2021, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής μου συλλογής Lacrimosa.

Art by Siegfried Zademack paintings

ΕΝΑ ΕΝΔΟΞΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΞΙΩΣΕ ΜΕ ΜΙΑ ΡΩΓΜΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ…

 Λεία και στιλπνά τα σώματά μας  μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας…


Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά  τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε.
Τα τζιτζίκια,  το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου.
Τολμήσαμε.
Δίχως να νιώσουμε πώς  βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.

Διαβάστε Περισσότερα

Διήγημα «Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι» στο περιοδικό οαναγνώστης

Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι, της Χρυσάνθης Ιακώβου, αναδημοσίευση από το περιοδικό οαναγνώστης/oanagnostis.gr (Δεκέμβριος 2020)

Ο καθηγητής της φωτογραφίας είπε βαριεστημένα και με φωνή ανέκφραστη: «Θέλω για τα Χριστούγεννα να φωτογραφίσετε ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι παλιό που αγαπούσατε, που θέλατε να αποκτήσετε ίσως, ακόμη κι ένα που μισούσατε».

Στο δρόμο για το σπίτι η φωτογράφιση τριγύριζε στο μυαλό του. Ένα παγωμένο αεράκι φυσούσε απαλά, ανακατωμένο με ανάλαφρες νιφάδες, κι αυτός σήκωσε ασυναίσθητα το γιακά του παλτού του. Τι στο καλό να έβγαζε; Μια ατέλειωτη σειρά από παιχνίδια πέρασε σε δευτερόλεπτα από τη μνήμη του, όταν ξαφνικά το μυαλό του σταμάτησε σε ένα συγκεκριμένο, που η εικόνα του ήταν τόσο παλιά και ξεθωριασμένη που την είχε σχεδόν ξεχάσει.

Ήταν-δεν ήταν εφτά χρονών και πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ήταν επίσκεψη στη θεία του και είχε μαζί του το δώρο που του είχε μόλις κάνει ο πατέρας του για τις γιορτές: ένα τηλεκατευθυνόμενο τρενάκι. Ήταν ό,τι καλύτερο είχε λάβει ποτέ˙ είχε ενθουσιαστεί.

Κλεισμένοι στο δωμάτιο με τον ξάδερφό του έπαιζαν ξετρελαμένοι με το τρένο, όταν ακούστηκαν θόρυβοι. Συρσίματα, ένα τρίξιμο, ο ήχος ενός γυαλιού που γίνεται θρύψαλα. Βγαίνει απορημένος στον διάδρομο κι από τη μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού δωματίου βλέπει τον πατέρα του και τη θεία του. Έχουν γείρει πάνω στο γραφείο, αυτή έχει τυλιγμένα τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του κι αυτός προσπαθεί με βίαιες κινήσεις να της σηκώσει τη φούστα.

Δεν ήταν τόσο ότι σοκαρίστηκε, όσο ότι απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που είδε ήταν φυσιολογικό ή όχι. Κι αν τα είπε όλα μονοκοπανιά στη μητέρα του φτάνοντας στο σπίτι, δεν το ‘κανε για να μαρτυρήσει τον πατέρα του, αλλά για να του λυθεί η απορία.

Τα Χριστούγεννα εκείνα ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Πέρασαν αργά, σε ένα κλίμα έντασης, σιωπής και καυγάδων. Γι’ αυτό από τότε δεν αγαπά τα Χριστούγεννα, του φαίνονται σιωπηλά, άδεια, ενοχλητικά, σαν τον θόρυβο ενός γυαλιού που σπάει στην απόλυτη ησυχία ενός κενού δωματίου. Και βαθιά μέσα του του έχει μείνει μια ανεξήγητη αίσθηση ότι φταίει ο ίδιος γι’ αυτό, ότι μόνος του κατέστρεψε την αγαπημένη του γιορτή. Ότι αυτός χάλασε όλες τις γιορτές, όλες τις μέρες της ζωής του που ακολούθησαν από τότε.

Το παιχνίδι, που μέσα στην ταραχή του το ξέχασε στο σπίτι της θείας, δεν το ξαναπήρε πίσω. Το ζήτησε, αλλά ο ξάδερφος τού είπε πως, αφού το ξέχασε, δεν του ανήκει πια. Ούτε τον πατέρα του ξαναείδε από τότε. Λίγες βδομάδες μετά έφυγε από το σπίτι και έκτοτε δεν τον συνάντησε παρά ελάχιστες φορές.

Αναλογιζόμενος όλα αυτά του ήρθε μια εκπληκτική ιδέα. Αγόρασε από ένα κατάστημα παιχνιδιών ένα τρένο όμοιο με το απολεσθέν. Το έστησε στο σαλόνι του σπιτιού του κι άρχισε να το φωτογραφίζει με ζήλο. Στη συνέχεια πήρε ένα σφυρί κι άρχισε να το χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Το τρενάκι κόπηκε στα δύο, οι ράγες έγιναν κομμάτια κι άρχισαν να πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, ο σταθμός προσγειώθηκε σε μια γωνιά του δωματίου, η χαρούμενη μουσική που έπαιζε σταμάτησε απότομα. Κι αυτός συνέχιζε να φωτογραφίζει. Όσο πιο πολύ χτυπούσε, τόσες πιο πολλές φωτογραφίες έβγαζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε τους ορίζοντές του να ανοίγουν, την έμπνευση του να γιγαντώνεται, τη δημιουργικότητά του και την ελευθερία του να φτάνουν σε ένα ανεπανάληπτο και χωρίς προηγούμενο απόγειο. Πρώτη φορά σε όλη του τη ζωή ξέσπασε με τέτοια μανία και, όταν σταμάτησαν τα φλας, έγειρε δίπλα στα θρύψαλα αποκαμωμένος.

Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε. «Επιτέλους, έκανες το άλμα, πέρασες στο επόμενο επίπεδο, βρήκες τον φωτογραφικό σου εαυτό», τον γέμισε με καταιγισμό κομπλιμέντων.

«Ναι, ίσως», ψέλλισε αυτός κι έμεινε να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε αργά.

 

Διήγημα «Τριάντα μέρες» στο Fractal

Τριάντα μέρες, της Χρυσάνθης Ιακώβου, αναδημοσίευση απο το Fractal (Νοέμβριος 2020)

Συνέχεια της φωνάζει. Τις περισσότερες φορές δεν το αντιλαμβάνεται καν, αλλά μετά από λίγο ακούει τη φωνή που βγαίνει από το στόμα της και μοιάζει σαν να μην είναι η δικιά της, είναι τσιριχτή, απότομη, νευρική. "Μάζεψε τα παιχνίδια σου!", "Όχι, δε θα δεις άλλα παιδικά!", "Δεν μπορώ να παίξω τώρα, παίξε λίγο μόνη σου". Μετά μετανιώνει, τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα από τις τύψεις, δεν ξέρει αν πρέπει να την αγκαλιάσει ή να τρέξει να πλύνει το πρόσωπο της για να μην την δει το παιδί σε αυτήν την κατάσταση.

Τριάντα μέρες καραντίνας. Αυτή σε παύση από τη δουλειά, η μικρή από τον παιδικό σταθμό. Ένας μήνας οι δυο τους μέσα στο σπίτι. Χωρίς γιαγιάδες και παππούδες, χωρίς φίλους, χωρίς καν τον πατέρα που βρίσκεται με την τωρινή του οικογένεια και παίρνει πού και πού κανένα τηλέφωνο. Ένας μήνας με τον τραπεζικό λογαριασμό να αδειάζει σιγά σιγά, με τα καλοριφέρ σχεδόν συνέχεια κλειστά για οικονομία στη θέρμανση και με το ψυγείο μισογεμάτο για οικονομία στο σούπερ μάρκετ.

Τριάντα μέρες που ξεκίνησαν πολύ καλά, με γέλια και παιχνίδια και χειροτεχνίες που ξεσήκωναν από το ίντερνετ. Όμως αυτές οι μέρες έγιναν ξαφνικά πάρα πολλές και αν τις προσθέσεις όλες μαζί δημιουργούν ένα βάρος ασήκωτο. Κι αυτή όσο πάει και βουλιάζει, οι ώμοι της βαραίνουν, τα γόνατά της είναι έτοιμα να λυγίσουν και της είναι πια δυσβάσταχτο να αισθάνεται και την μικρή να σκαρφαλώνει πάνω της για να παίξουν.

Πλέον δεν ξεχωρίζει το πρωί από το βράδυ, το διάστημα αυτό μοιάζει με μία συνεχόμενη ατελείωτη μέρα που όλες οι κινήσεις και οι σκέψεις και οι προτάσεις επαναλαμβάνονται χωρίς σταματημό. "Μαμά, έλα να παίξουμε!" - "Πρέπει να πληρώσω τη ΔΕΗ", "Μαμά, πεινάω!" - "Θα με απολύσουν από τη δουλειά", "Μαμά, πού είναι ο αρκούδος μου;" - "Αν συνεχίσουμε έτσι, δε θα φτάσουν τα λεφτά".

Και ξαφνικά μια εντελώς καινούργια σκέψη έρχεται. "Καλύτερα να μ' έβρισκε μόνη μου η επιδημία, να μην είχα και τη μικρή". Δεν προλαβαίνει να τη σταματήσει, πετάγεται στο μυαλό της από το πουθενά. Δαγκώνει τα χείλη της, αρπάζει την μικρή στην αγκαλιά της και κλαίει. Και από το μυαλό της τώρα περνούν ο λογαριασμός στην τράπεζα που δε θα φτάσει, η εξόφληση της ΔΕΗ, ο φόβος ότι σύντομα θα είναι άνεργη, η βεβαιότητα της ότι είναι κακή μάνα.