11 γυναικοκτονίες σε 9 μήνες

«Τη γυναίκα μου θέλω να την αγαπάω. Θέλω να είναι δικιά μου η γυναίκα». Αυτά ακριβώς τα λόγια ακούγονται από το στόμα ενός κυρίου σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ του 1983, όταν η δημοσιογράφος τον ρωτάει αν συμφωνεί να διατηρεί η γυναίκα το πατρικό της επίθετο, όπως είχε μόλις ψηφιστεί τότε. Ο κύριος του ρεπορτάζ φυσικά διαφωνούσε κάθετα. Τι να την κάνει, λέει, τη γυναίκα αν δεν έχει το επίθετό του. Λέει κι άλλα ωραία, με αποκορύφωμα το παραπάνω, ότι τη γυναίκα του θέλει να την αγαπάει και να είναι δικιά του, όπως διασφαλίζεται τουλάχιστον μέσω του επιθέτου. (Δείτε ολόκληρο το απίθανο ρεπορτάζ στα Μικροπράγματα)

Μου έκανε εντύπωση το πώς συνέδεσε ο συγκεκριμένος κύριος την αγάπη με την έννοια της ιδιοκτησίας. Η γυναίκα του θέλει να έχει το επίθετο του, για να είναι δικιά του. Γιατί αν είναι δικιά του, θα την αγαπάει, αλλιώς δεν μπορεί. Θα μου πεις, κάθεσαι τώρα κι ακούς έναν μεσήλικα του ’80; Άλλα μυαλά τότε. Είναι όντως όμως τόσο διαφορετικά εκείνα τα μυαλά;

Ναι, οκ, οι γυναίκες πλέον κρατούν το επώνυμό τους (του μπαμπά τους δηλαδή, αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο) και τυπικά δεν είναι «κτήμα» κανενός. Τότε γιατί όταν οι γυναίκες ετοιμάζονται να χωρίσουν από τον σύντροφό τους, αυτός τις σκοτώνει;

Διαβάστε Περισσότερα

Πώς έχουν αλλάξει οι ηρωίδες της Ντίσνεϊ μέσα στις δεκαετίες

 

Έχει γεφυρωθεί το χάσμα με τα πρότυπα των αγοριών; 

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο τα Μικροπράγματα LIFO

Εγώ είμαι κορίτσι της Άριελ. Τη γνώρισα πρώτη από όλες τις πριγκίπισσες στην τρυφερή ηλικία των 11 χρονών και με γοήτευσε κατευθείαν με το κόκκινο μαλλί της και με την επαναστατικότητά της, το ότι πήγε κόντρα στον πατέρα της κι έκανε του κεφαλιού της για να ζήσει με τον Έρικ, τον άντρα που είχε ερωτευτεί.

 

Όσο όλα αυτά που φαίνονταν άκρως εντυπωσιακά όταν ήμουν στο δημοτικό, άλλο τόσο με χάλασαν όταν πλέον μεγάλωσα: οι θυσίες που έκανε η Άριελ για να ζήσει με τον Έρικ –αντικατέστησε την ουρά της με πόδια, έδωσε τη φωνή της στην Ούρσουλα, εγκατέλειψε για πάντα τη θάλασσα και τους δικούς της– ήταν εξωφρενικές. Η Άριελ των παιδικών μου χρόνων από σύμβολο επανάστασης μετατράπηκε σε στερεότυπο γυναίκας που χάνει τον εαυτό της για να είναι δίπλα σε έναν άντρα.

 

 

Αν ανατρέξουμε στις ηρωίδες του Ντίσνεϊ πριν από την Άριελ, θα δούμε ότι τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Όμορφες πριγκίπισσες που κατέληξαν να ζουν παραμυθένια ζωή με τον άντρα των ονείρων τους, χωρίς ωστόσο να έχουν λάβει ουσιαστικά καμία πρωτοβουλία και απόφαση για τη ζωή τους.

 

Η Χιονάτη του 1937 –η πρώτη πριγκίπισσα και η ταινία που άνοιξε τον δρόμο για τις υπόλοιπες του είδους– είναι απλώς μια κοπέλα που κινείται από το ένστικτο της επιβίωσης: ξεφεύγει από τον κυνηγό και κρύβεται στο σπίτι των νάνων. Η τελική λύση δεν θα προέλθει από την ίδια, αλλά από έναν πρίγκιπα φυσικά, που εμφανίζεται από το πουθενά και την σώζει.

 

Τα ίδια περίπου κάνει και η Σταχτοπούτα το 1950. Η μοναδική της «επανάσταση» είναι που αποφάσισε να πάει κρυφά στον χορό. Η Ωραία Κοιμωμένη, του 1959, είναι μια ακόμα πιο «προβληματική» ηρωίδα αν το καλοσκεφτεί κανείς. Σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν παίρνει καμία απολύτως απόφαση για τη ζωή της. Η κακιά μάγισσα θα την παρασύρει με μάγια να τρυπήσει το δάχτυλό της και θα πέσει σε βαθύ ύπνο. Και όσο κοιμάται θα έρθει –τι θαύμα!– ο πρίγκιπας για να τη σώσει.

 

 

Μπροστά στην εικόνα αυτών των άβουλων γυναικών που περιμένουν τον πρίγκιπα να τις οδηγήσει σε μια καλύτερη ζωή –εικόνα με την οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές κοριτσιών και που δεν έχει εξαλειφθεί ακόμα εντελώς– η Άριελ το 1989 πρέπει όντως να φάνταζε σαν μια επαναστάτρια – αν μη τι άλλο αποφάσισε μόνη της για τη ζωή της. Το ίδιο περίπου και η Πεντάμορφη, το 1991, που επιλέγει να μείνει αιχμάλωτη στο κάστρο του Τέρατος για να σώσει τον πατέρα της και καταλήγει να ερωτευτεί το Τέρας, σώζοντάς το ουσιαστικά κι αυτό από την κατάρα. (Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί υγιές πρότυπο σχέσης το να ερωτεύεσαι κάποιον που σε κρατά αιχμάλωτη).

 

Στα 90s γενικά τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Η Γιασμίν, για παράδειγμα, από τον Αλαντίν του 1992 είναι μια ωραία πριγκίπισσα! Θέλει να επιλέξει ποιον θα παντρευτεί, απορρίπτει τους γαμπρούς που ζητάνε το χέρι της και επιλέγει τον φτωχό Αλαντίν χωρίς να την ενοχλεί που δεν είναι πρίγκιπας. Και η Ποκαχόντας, το 1995, επηρεάζει σημαντικά τις εξελίξεις κατά τη διαμάχη Ευρωπαίων-Ινδιάνων και είναι αυτή που τελικά επεμβαίνει και εξομαλύνει τα πράγματα. Αρκετά δυναμική είναι και η Μουλάν το 1998, η οποία θέλοντας να βοηθήσει τη χώρα της που βρίσκεται σε πόλεμο μεταμφιέζεται σε αγόρι και διαπρέπει στο πεδίο της μάχης – βέβαια, έπρεπε να κρύψει τη γυναικεία φύση της για να τα καταφέρει.

 

 

Η Πριγκίπισσα κι ο Βάτραχος το 2009 μάς εισάγει σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Η Τιάνα –η οποία παρεμπιπτόντως είναι η πρώτη μαύρη ηρωίδα κινουμένων σχεδίων της Ντίσνεϊ– δεν είναι ούτε πριγκίπισσα ούτε ψάχνει για πρίγκιπες. Είναι σεφ και δουλεύει σκληρά για να ανοίξει το δικό της εστιατόριο. Στο τέλος βέβαια θα βρει και τον πρίγκιπα της, τον βάτραχο. Η Ντίσνεϊ συνεχίζει τις μεγάλες αλλαγές στις ηρωίδες της, για να φτάσει το 2012 σε κάτι πραγματικά «επαναστατικό»: η Μέριντα του Brave δεν είναι απλώς μια αντισυμβατική πριγκίπισσα που θέλει να αποφασίσει η ίδια για τη ζωή της, αλλά είναι και η πρώτη που δεν έχει σύντροφο!

 

 

Το Frozen του 2013 είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Η κεντρική ηρωίδα, η Έλσα, αναμετριέται όχι τόσο με τον περίγυρό της (εδώ δεν υπάρχουν ούτε αυστηροί γονείς ούτε κακοί μάγοι ούτε νόμοι που της απαγορεύουν να κάνει αυτό που θέλει) όσο με τον ίδιο της τον εαυτό, καθώς προσπαθεί να ανακαλύψει ποια πραγματικά είναι. Και, παρόλο που είναι σήμερα η πιο διαφημισμένη και αγαπητή πριγκίπισσα της Ντίσνεϊ, δεν έχει ούτε κι αυτήν κάποιον αγαπημένο. Δεύτερη ηρωίδα στην ίδια ταινία είναι η αδερφή της Έλσας, η Άννα, η οποία, παρά τον αφελή τρόπο με τον οποίον παρουσιάζεται, επιδεικνύει τρομερή τόλμη καθώς προσπαθεί να σώσει την αδερφή της. Άλλη μια πρωτοτυπία του Frozen είναι πως η Άννα δεν έχει έναν, αλλά δύο αγαπημένους! Στην αρχή ερωτεύεται τον πρίγκιπα Χανς, ο οποίος είναι τελικά ο κακός της υπόθεσης (ακόμα μία πρωτοτυπία: ένας πρίγκιπας που δεν θέλει να σώσει, αλλά να σκοτώσει τις πριγκίπισσες!), και τελικά βρίσκει την αγάπη σε έναν… κοινό θνητό, τον Κρίστοφ.

 

Έπρεπε να φτάσουμε στο 2016 για να μας δώσει η Ντίσνεϊ μια παιδική ταινία «για κορίτσια» που δεν έχει καθόλου έρωτα και που η ηρωίδα ενδιαφέρεται για το γενικό καλό και όχι για την προσωπική της ευτυχία. Η Βαϊάνα –από την ομώνυμη ταινία– ξεκινά μόνη της ένα άκρως επικίνδυνο ταξίδι για να επιστρέψει την κλεμμένη καρδιά της θεάς Τε Φίτι ώστε να ξαναγίνει η θάλασσα ασφαλής και η στεριά καρπερή και να μην πεθάνει ο κόσμος στο νησί της από την πείνα. Στο ταξίδι της αυτό θα συναντήσει τον ημίθεο Μάουι, τον οποίον θα σώσει κάποια στιγμή από βέβαιο θάνατο. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας κανείς δεν σώζει τη Βαϊάνα: σε όλες τις δύσκολες καταστάσεις όπου κινδυνεύει η ζωή της τα βγάζει πέρα μόνη της. Στην τελική αναμέτρηση με την Τε Φίτι μάχονται από κοινού με τον Μάουι, αλλά είναι η Βαϊάνα αυτή που τελικά βρίσκει τον τρόπο να επιστρέψει την καρδιά.  

 

 

Στο ίδιο περίπου πνεύμα κινείται και η συνέχεια του Frozen το 2019, καθώς οι δύο αδερφές θα φέρουν σε πέρας μια δύσκολη υπόθεση όχι για προσωπικό όφελος, αλλά για να σώσουν το βασίλειό τους. Η Έλσα μάλιστα εξακολουθεί να παραμένει χωρίς σύντροφο, ενώ παίρνει και μια αρκετά πρωτότυπη –για τα δεδομένα ενός παραμυθιού– απόφαση: παραχωρεί τον θρόνο στην Άννα, καθώς η ίδια αισθάνεται πιο άνετα ζώντας σε ένα μαγεμένο δάσος.

 

Έχουν μετατραπεί οι ηρωίδες της Ντίσνεϊ σε πρότυπα για τα κορίτσια του 21ου αιώνα; Όχι ακόμα. Έχει γεφυρωθεί το χάσμα με τα πρότυπα των αγοριών, που μεγαλώνουν με τον Σούπερμαν, τον Μπάτμαν και τον Σπάιντερμαν, αυτούς τους μυστηριώδεις αλτρουιστές άντρες που κυνηγούν τους κακούς και θυσιάζουν τις σχέσεις τους με τις γυναίκες που αγαπούν προκειμένου να μην εγκαταλείψουν την κοινωφελή δράση τους; Ασφαλώς και όχι. Οι ηρωίδες της Ντίσνεϊ εξακολουθούν να φιγουράρουν στις οθόνες μας με τα καταπληκτικά τους φορέματα, τα αφύσικα ωραία χαρακτηριστικά τους και τα αδύνατά τους σώματα και ζούνε σε παλάτια προσπαθώντας να κάνουν την επανάστασή τους. Δεν την έχουν κάνει ακόμα. Η Ντίσνεϊ άραγε περιμένει να επέλθει η πλήρης ισότητα μεταξύ των φύλων για να αλλάξει κι άλλο τα παιδικά της, ή μήπως θα έπρεπε αυτή, με τη δύναμη που έχει στα χέρια της, να δώσει έμπνευση σε εκατομύρια κορίτσια;

 

Κινδυνεύει η ελευθερία του λόγου;

http://www.chrisanthiiakovou.gr/images/photo/kindineuei_i_eleutheria_tou_logou3.jpg

Μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, μπλοκαρίστηκαν, ως γνωστόν, οι λογαριασμοί του Τραμπ από τα social media. Αυτό μπορεί να φαντάζει δικαιολογημένο στα μάτια κάποιων: αν ένας άνθρωπος με μεγάλη επιρροή έχει τη δύναμη να προκαλέσει επεισόδια που απειλούν την τάξη και τη δημοκρατία, δεν είναι προς όφελος όλων να περιοριστεί η επιρροή αυτού του ανθρώπου; Φανταστείτε να μπορούσαμε να είχαμε ανακόψει κάποτε την επιρροή του Χίτλερ, για παράδειγμα, και να του είχαμε αφαιρέσει το δικαίωμα να μιλά στο ευρύ κοινό! Πόσο σωτήριο θα είχε αποδειχτεί αυτό!

Εκ των υστέρων βέβαια φαντάζει λογικό. Όμως πόσο λογικό είναι στα αλήθεια το να εμποδίζουμε κάποιον να μιλήσει ελεύθερα; Σήμερα είναι ο Τραμπ, αύριο ποιος θα μπορούσε να είναι; Αν δούμε την γενικότερη εικόνα, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ήταν σωστή ή λάθος η απόφαση να μπλοκαριστεί ο Τραμπ. Το πραγματικό ερώτημα είναι: είναι θεμιτό να στερείται κάποιος την ελευθερία του λόγου; Πόσο λεπτή είναι η γραμμή που διαχωρίζει το "μπλοκάρω κάποιον επειδή είναι πραγματικά επικίνδυνος" από το "μπλοκάρω κάποιον επειδή δε μου αρέσουν αυτά που γράφει"; Και το αμέσως επόμενο ερώτημα: ποιος είναι αυτός που αποφασίζει ποιοι θα μπλοκαριστούν και ποιοι όχι;

Εδώ και αρκετό καιρό διανύουμε την εποχή του politically correct, το οποίο από τη μια είναι σωστό ως τάση, από την άλλη όμως έχει ενισχύσει τη λογοκρισία, καταδικάζοντας βίαια οποιαδήποτε άποψη ξεφεύγει λίγο από την πολιτική ορθότητα. Η πανδημία ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καθώς γίνεται προσπάθεια να περιοριστούν οι φωνές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την παγκόσμια υγεία. Όλα αυτά έχουν βέβαια μια δόση λογικής, αλλά μήπως τελικά δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος που θα επιφέρει αύριο-μεθαύριο την πραγματική λογοκρισία και τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου;

Πάντα πίστευα ότι το μεγάλο στοίχημα αυτού του αιώνα θα ήταν η ελευθερία της σκέψης. Το να μπορείς να σχηματίζεις μια αντικειμενική και κατά το δυνατόν λογική άποψη, ανεπηρέαστος από την πλύση εγκεφάλου των ΜΜΕ και τον ιλιγγιώδη αποπροσανατολισμό των social media. Τελικά όμως το πράγμα οδεύει για αλλού. Πόσο εύκολο θα είναι άραγε στο μέλλον να εκφράζουμε δημοσίως την άποψη μας, όποια κι αν είναι αυτή; Θα μπορεί αυτό το άρθρο να δημοσιευτεί ανεμπόδιστα σε μερικά χρόνια;

Μετά την πανδημία: τι με τρομάζει περισσότερο

http://www.chrisanthiiakovou.gr/images/photo/meta_tin_pandimia.jpg

Προφανώς αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος μας φόβος είναι να μην κολλήσουμε και να μην πεθάνουμε, αλλά δε χρειάζεται να είσαι αναλυτής για να καταλάβεις ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι το πρώτο μόλις στάδιο από τα χειρότερα που θα ακολουθήσουν.

Δεν ξέρω κατά πόσο το σκεφτόμαστε τώρα -μιας και είμαστε αρκετά απασχολημένοι με το φόβο μας ή με τη λαχτάρα μας να βγούμε έξω όπως παλιά ή με την προσπάθεια μας να σώσουμε οτιδήποτε σώζεται- αλλά είναι αυτονόητο ότι το μεγάλο πρόβλημα δε θα είναι ούτε το ψυχικό κόστος ούτε οι κοινωνικές αλλαγές, αλλά μια νέα οικονομική κρίση.

Και τι είδους κρίση θα είναι αυτή; Δε θα είναι σαν αυτήν που βιώνουμε ήδη εδώ και δέκα χρόνια, αλλά δεν ξέρουμε και πώς ακριβώς θα είναι. Πανδημίες στην ιστορία της ανθρωπότητας έχουν υπάρξει πάρα πολλές, αλλά για τη δική μας γενιά είναι η πρώτη. Και είναι κάτι εντελώς πρωτόγνωρο και άγνωστο για εμάς.

Με την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας το πράγμα έδειχνε κάπως να σταθεροποιείται. Ασφαλώς και συντελέστηκαν μεγάλες αλλαγές, αλλά η αργή επαναπροσαρμογή μας μάς οδήγησε τελικά σε μια σχετική ασφάλεια, συγκριτικά με τα πρώτα χρόνια. Οι αλλαγές όμως που προκαλεί μια πανδημία είναι και σαρωτικές και ραγδαίες: δύσκολα μπορείς να κάνεις προβλέψεις και ακόμα πιο δύσκολα μπορείς να προλάβεις τα χειρότερα.

Αλλά αυτό που κυρίως σου στερεί η πανδημία -και αυτό που μου φαίνεται το πιο φοβερό και τρομακτικό απ' όλα- είναι η επιθυμία σου να αντιδράσεις. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με λάθος πολιτικούς χειρισμούς ή οικονομικά σκάνδαλα, αλλά με ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Ή για να το πω καλύτερα, μπορεί να έχουμε και πάλι σκάνδαλα και λάθος χειρισμούς εκ μέρους των εκάστοτε κυβερνήσεων, αλλά αυτά κατά κάποιον τρόπο χάνονται κάτω από το άλλοθι της υγείας.

Ο «εχθρός» εδώ δεν είναι συγκεκριμένες ομάδες προσώπων που ευθύνονται για την κακή κατάσταση της χώρας, αλλά ένας ιός. Μπροστά στον φόβο του θανάτου δέχεσαι σχεδόν τα πάντα, ακόμα κι αν σε πολλά πράγματα καταβάθος δε συμφωνείς. Έτσι, απέναντι σε ποιον να διαδηλώσεις, να εξεγερθείς, να αντιδράσεις; Ποιον να μαυρίσεις στις επόμενες εκλογές; Τι ακριβώς να διεκδικήσεις; Δεν μπορείς να ζητήσεις τα ρέστα από πουθενά, γιατί θεωρητικά κανείς δεν ευθύνεται.

Τι μέλλον λοιπόν μπορεί να έχει μια χώρα που οικονομικά θα καταστραφεί, αλλά δε θα έχει την ορμητικότητα να αντιδράσει και να διεκδικήσει; Κι αν δεν έχει αυτά τα δύο, πώς θα γίνουν οι αλλαγές για να πάει μπροστά;

Μια πανδημία παγώνει τα πάντα με έναν τρόπο απόλυτο, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σε ψυχολογικό. Κι αυτός φαίνεται να είναι ένας πολύ κακός συνδυασμός. Αν προσθέσουμε σε αυτά τις μεγάλες αλλαγές που θα έρθουν στον τρόπο ζωής και στον τρόπο σκέψης -πράγματα που φαίνονται ήδη αρκετά καθαρά από τώρα- μιλάμε για ένα αγνώριστο μελλοντικό τοπίο. Ας είμαστε προετοιμασμένοι για όλα.

Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια

Διάβασα πριν χρόνια την «Αθανασία» του Κούντερα. Εμείς οι άνθρωποι, λέει, όταν κάνουμε κάτι, δεν αντλούμε ευχαρίστηση από αυτό καθ’ εαυτό που κάνουμε, αλλά από την εικόνα του εαυτού μας καθώς το κάνει. Γι’ αυτό και η εικόνα, λέει σε άλλο σημείο, κινεί τον κόσμο.

Από τότε δεν έχω σταματήσει να μας φαντάζομαι όλους μας ερωτευμένους με τους εαυτούς μας. Να είμαστε καλοντυμένοι. Να είμαστε ευδιάθετοι ή σέξι. Να έχουμε το πιο όμορφο σπίτι. Και την πιο cool διάθεση. Και να ρίχνουμε το πιο δυνατό γέλιο στην παρέα και στο καπάκι να βγάζουμε μια selfie γιατί περνάμε γαμάτα!

Όλη μας η ζωή μια ατέλειωτη πόζα στα μάτια του ίδιου του εαυτού μας. Που την ανεβάζουμε και στο fb για να αυτοκαμαρωνόμαστε. Και να μας καμαρώνουν και οι άλλοι, γιατί αλλιώς δεν έχει γούστο.

Στις γιορτές αυτό το πράγμα γιγαντώνεται. Θες το ψηλό δέντρο που αγκομαχάει από το βάρος των στολιδιών και να τιγκάρεις το σπίτι με λαμπάκια και θες ντε και καλά να βάλεις ολοκαίνουργια ρούχα και να σουλατσάρεις από καφέ σε καφέ και από ταβέρνα σε μπαρ. Κι όλη η πόλη γίνεται ένα απέραντο τοπίο που αναβοσβήνει και προσποιείται ότι είναι χαρούμενη. Αλλιώς γιορτές δε γίνονται. Πρέπει ντε και καλά να είσαι στην τρίχα και να χαίρεσαι.

Γι’ αυτό μετά ο άλλος σου λέει ότι παθαίνει κατάθλιψη στις γιορτές. Δεν αντέχει άλλο να βλέπει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και τους Άη-Βασίληδες στη μέση του δρόμου και τον κόσμο να πηγαινοέρχεται σαν παλαβός γιατί πρέπει να τα προλάβει όλα πριν τις γιορτές. Τι στο καλό θέλει να προλάβει, δεν κατάλαβα ποτέ.

Αλλά εδώ και μερικά χρόνια δεν έχεις λεφτά ούτε για δώρα ούτε για δέντρα ούτε για εξόδους και πάνε και οι διπλοί μισθοί που ξεπατίκωνες όλη την αγορά και πάει και η παλιότερη γιορτινή διάθεση. Όχι γιατί τώρα δεν μπορείς να νιώσεις τα Χριστούγεννα, αλλά γιατί σου χάλασαν την εικόνα.

Η προηγούμενη ζωή μας, εκείνη με την οποία ήμαστε ερωτευμένοι, έσβησε τόσο απλά και τόσο απατηλά σαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια στο τέλος των γιορτών. Και πολλοί δε σκέφτονται ότι η λύση δεν είναι να στεναχωριόμαστε, αλλά να βρούμε καινούργιες εικόνες. Να τις ψάξουμε μέσα μας, να τις δημιουργήσουμε από την αρχή. Να τις εφεύρουμε εν ανάγκη, από το πουθενά. Γιατί δυστυχώς τις εικόνες τις χρειαζόμαστε οπωσδήποτε. Έχει δίκιο ο Κούντερα – πώς αλλιώς θα κινείται ο κόσμος;

Της Χρυσάνθης Ιακώβου Ser-Free #31, Δεκέμβριος 2013