Αφού η αστρολογία δεν προέβλεψε τον κορονοϊό, ποιος την εμπιστεύεται ακόμα;

Διαβάζω σήμερα άρθρο στην Μηχανή του Χρόνου στο οποίο λέει ότι η αστρολογία βρίσκεται "εκτεθειμένη" λόγω κορονοϊού, καθώς οι αστρολόγοι δεν μπόρεσαν να προβλέψουν την επιδημία (τι έκπληξη!)

Παρόλο λοιπόν που οι αστρολόγοι παγκοσμίως έκαναν στην αρχή του έτους προβλέψεις για μια υπέροχη χρονιά, τελικά τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα ανακοίνωσαν. Πολλοί τώρα, δημοσιογράφοι και χρήστες του ίντερνετ, επιτίθενται φραστικά στους αστρολόγους που έπεσαν τόσο έξω, οι οποίοι τα γυρνούν από εδώ, τα γυρνούν από εκεί, μπας και σώσουν κάπως την κατάσταση.

Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με το άρθρο της Μηχανής του Χρόνου, ο κόσμος από τη στιγμή εμφάνισης της πανδημίας έχει στραφεί ακόμα περισσότερο στις αστρολογικές προβλέψεις και δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε σχέση με πριν.

Συνεχίζει να μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που αντιδρούν οι άνθρωποι μπροστά στα γεγονότα που τους διαταράσσουν τη ζωή. Η ανάγκη για ερμηνεία μιας κατάστασης είναι πολύ ισχυρότερη από την απλή λογική, η οποία προφανώς λέει ότι αν η αστρολογία ήταν έγκυρη και άξια εμπιστοσύνης, θα είχε μάλλον προβλέψει κάτι τόσο σπουδαίο όπως μια παγκόσμια επιδημία.

Δυο ηθικά διδάγματα μπορούν να προκύψουν από αυτό. Πρώτον, ότι όσο δε διαβάζουμε, δεν μορφωνόμαστε, δεν φροντίζουμε να αποκτήσουμε αντίληψη, έχουμε τόσο περιορισμένο πνευματικό πεδίο που προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τη ζωή μέσω αστρολογίας και θεωριών συνομωσίας. Δεύτερον, επειδή το πρώτο δε θα αλλάξει ποτέ, ελάτε όλοι να γίνουμε αστρολόγοι! Πελατεία θα υπάρχει πάντα!

Η απαξίωση των καλλιτεχνών (για άλλη μια φορά)

Τώρα που η καραντίνα έληξε και η οικονομική ζωή της χώρας ετοιμάζεται για την επανεκκίνηση της, έρχεται στο προσκήνιο ένα άλλο θέμα: τι θα απογίνουν οι καλλιτέχνες με θέατρα κλειστά και χωρίς συναυλίες; Και τι θα απογίνουν και όλοι αυτοί που περίμεναν έσοδα από τους δίσκους τους, τις ταινίες τους, τα βιβλία τους; Η απουσία κρατικής μέριμνας από τη μια και η αδυναμία του κόσμου για αγορές από την άλλη δείχνει για άλλη μια φορά -πιο έντονα από ποτέ- τη γνωστή αλήθεια: οι καλλιτέχνες δεν αντιμετωπίζονται ως πραγματικοί εργαζόμενοι, αλλά ως χομπίστες, ως άνθρωποι που δεν κάνουν κάτι αρκετά σημαντικό ώστε να πρέπει να πληρωθούν γι' αυτό - και μάλιστα να πληρωθούν τόσο ώστε να μπορούν να ζουν από τη δραστηριότητα τους χωρίς να χρειάζεται να κάνουν άλλη δουλειά.

Τι είναι άραγε αυτό που κάνει τη δουλειά των καλλιτεχνών να φαίνεται λιγότερο σημαντική από τη δουλειά του σερβιτόρου, του εργάτη, του δικηγόρου, του πωλητή ρούχων; Να φταίει μήπως που δεν είναι χειροπιαστή; Ίσως να υπάρχει μια αμφισβήτηση για κάτι που δεν μπορούμε πάντα να αγγίξουμε, για κάτι που εμπεριέχει περισσότερο ιδέα και λιγότερο ύλη.  Να φταίει μήπως που δεν είναι αναγκαία για την επιβίωση μας; Προφανώς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένας πατατοπαραγωγός, για παράδειγμα, είναι απαραίτητος στη σημερινή κοινωνία, ένας σκηνοθέτης όχι. Να φταίει μήπως πως ένας καλλιτέχνης δεν προσφέρει άμεση λύση για κάτι, όπως, για παράδειγμα, ένας γιατρός ή ένας μεσίτης ή ένας επιπλοποιός; Ή μήπως υπάρχει η άποψη ότι ο καλλιτέχνης γουστάρει τόσο πολύ αυτό που κάνει και νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να το κάνει που τα χρήματα είναι το τελευταίο πράγμα που τον ενδιαφέρει;

Ναι, ίσως στη σκέψη του κόσμου να ισχύουν όλα αυτά. Οπότε φτάνουμε στο πραγματικό ερώτημα: σε τι χρειάζεται η τέχνη και κατά πόσο είναι αναγκαία για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Είναι πολυτέλεια ή ανάγκη;

Προφανώς και η τέχνη δε χρειάζεται σε τίποτα απολύτως, όταν οι μέγιστες αξίες μιας κοινωνίας είναι να έχεις καλό κινητό, γρήγορη σύνδεση στο ίντερνετ, ωραία ρούχα και μερικά επιπλέον λεφτά για να πας διακοπές το καλοκαίρι. Η ύλη, η εικόνα και η καλοπέραση είναι το παν. Η τέχνη προσκρούει ακριβώς πάνω σε αυτό το δόγμα. Η τέχνη μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Είμαστε όμως διατεθειμένοι να ψάξουμε αυτό το άλλο; Αν σκεφτεί κανείς τον τρόπο που ζούμε, μάλλον όχι.

Σε μια κοινωνία που η τέχνη θα αντιμετωπιζόταν ως αναγκαία, οι πολίτες θα ήταν σκεπτόμενοι, πιο ώριμοι, πιο συνειδητοποιημένοι. Θα φρόντιζαν περισσότερο για το πνεύμα τους και θα είχαν καταστραφεί ίσως σε μικρότερο βαθμό από την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας. Θα ερμήνευαν καλύτερα τα γεγονότα, θα είχαν ευρύτερη αντίληψη, θα ασπάζονταν πιο δύσκολα θεωρίες συνομωσίας.

Εμείς δεν είμαστε μια τέτοια κοινωνία. Η απαξίωση των καλλιτεχνών αποδεικνύει απλώς πόσο πιο σημαντική θεωρούμε την ύλη από το πνεύμα, το ότι προτιμούμε να έχουμε πράγματα γύρω μας από το να αναζητήσουμε πράγματα μέσα μας. Δεν είναι έκπληξη λοιπόν αυτό που γίνεται με τους καλλιτέχνες - όπως δεν αποτελούν έκπληξη και πολλά από αυτά που μας συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια.

Όχι, δε θα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους η πανδημία

Κάθε φορά που συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα σε πανελλαδικό ή παγκόσμιο επίπεδο (πυρκαγιές, φυσικές καταστροφές, πανδημίες καλή ώρα) το πρώτο πράγμα που παρατηρώ είναι ο τρόπος με τον οποίο σοκάρεται ο κόσμος. Όχι το ότι αναστατώνεται ή ταράζεται ή στεναχωριέται -αυτό είναι και το αναμενόμενο εξάλλου- αλλά το ότι αντιδρά σαν να συμβαίνει κάτι πρωτοφανές και άνευ προηγουμένου.

Η ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια μας έχει αποδείξει ότι έχουν συμβεί λίγο-πολύ τα πάντα και μάλιστα έχουν συμβεί και πολύ χειρότερα τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά αυτή είναι η φύση του ανθρώπου: να ζει σχετικά αμέριμνος -άρα και απροετοίμαστος για τις μεγάλες τραγωδίες- διαφορετικά θα είχε πάθει πιθανότατα μόνιμη κατάθλιψη για το εύθραυστο της ανθρώπινης ζωής.

Ομοίως, και τώρα που ξέσπασε η παγκόσμια επιδημία του κορονοϊού, οι άνθρωποι προσπαθούν να πιαστούν απ' ό,τι μπορούν για να ερμηνεύσουν τη νέα κατάσταση πραγμάτων, να της δώσουν νόημα, να βγουν -όσο είναι αυτό δυνατόν- αλώβητοι από αυτήν. Άλλοι το ρίχνουν στις θεωρίες συνομωσίας, άλλοι κινδυνολογούν για όσα θα έρθουν, ενώ άλλοι πιστεύουν πως θα βγει κάτι θετικό από όλο αυτό.

Από όλες αυτές τις κατηγορίες, αγαπώ αυτούς τους τελευταίους, τους συναισθηματικούς. Αυτοί, λοιπόν, έχουν γεμίσει τα social media με μηνύματα, λουλουδάτες εικόνες και ρητά που ξεχειλίζουν από αισιοδοξία και καλή διάθεση για το πόσο ωραία θα είναι όλα όταν βγούμε από την καραντίνα.

Βέβαια, για κάποιο λόγο αυτοί οι συναισθηματικοί είναι παράλληλα και φουλ ενοχικοί. Πιστεύουν ότι ο λόγος που θα είναι όλα ωραία όταν βγούμε από την καραντίνα είναι γιατί μέχρι τώρα ακολουθούσαμε έναν πολύ κακό τρόπο ζωής και ήρθε η πανδημία για να μας διδάξει κάποια πράγματα. Θεωρούν ότι ο κορονοϊός είναι η σκληρή απάντηση στο πώς ζούσαμε ως τώρα, στο ότι με τα κινητά μας απομακρυνθήκαμε μεταξύ μας και χάσαμε την πραγματική επαφή, ότι τρέχοντας ιλιγγιωδώς να προλάβουμε τις δουλειές μας χάναμε τη ζωή μας, ότι αδιαφορούσαμε μέχρι τώρα για τον συνάνθρωπο μας, ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε την αυτοκριτική μας, συνεπώς από όλη αυτήν την κατάσταση θα βγούμε καλύτεροι άνθρωποι.

Θα ήταν όντως πολύ ωραίο αν κάπου κάπου είχε την ευκαιρία ο άνθρωπος να ελαττώνει ταχύτητα και να σκέφτεται τον τρόπο ζωής του, να κάνει απολογισμό των πράξεων του, να βελτιώνεται, να διορθώνει τα λάθη του και να συνεχίζει. Και θα ήταν ακόμα πιο ωραίο αν μετά την καραντίνα ξεχυνόμασταν στους δρόμους, αγκαλιαζόμασταν με αγάπη, αρχίζαμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον και γινόμασταν όλοι υποδειγματικοί άνθρωποι και πολίτες. Μόνο που αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί.

Επιδημίες σαν κι αυτήν που ζούμε τώρα προηγήθηκαν άπειρες και πολύ πιο θανατηφόρες. Και όχι μόνο επιδημίες: έχουν συμβεί αμέτρητοι πολύνεκροι πόλεμοι, φυσικές καταστροφές και κάθε είδους κατάσταση που έβγαλε τον άνθρωπο εντελώς έξω από το συνηθισμένο του πλαίσιο. Και προφανώς όλες αυτές τις φορές σοκαρίστηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο και ένιωσαν την επιθυμία να γίνουν καλύτεροι. Βελτιώθηκε όμως όντως η ανθρωπότητα; Κάθε καταστροφή μας κάνει ολοένα και καλύτερους;

Χμ, ασφαλώς και όχι. Η ίδια η ιστορία μάς αποδεικνύει ότι κάνουμε κύκλους κι ότι ο άνθρωπος αδυνατεί να μάθει από τα λάθη του, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Αυτά που διαβάζουμε ότι συνέβαιναν πριν από χιλιάδες χρόνια, συμβαίνουν και τώρα ίδια και απαράλλαχτα.

Όχι, η επιδημία και η καραντίνα δεν είναι ευκαιρίες για ενδοσκόπηση. Ούτε μπορούμε σε σαράντα μέρες να μάθουμε να εκτιμούμε πράγματα για τα οποία δείχναμε αδιαφορία σε όλη μας τη ζωή. Εξάλλου, η φύση δε δίνει ευκαιρίες, απλώς πορεύεται. Και οι αρρώστιες απλώς συμβαίνουν. Το κόστος για εμάς είναι μεγάλο, αλλά το σύμπαν προφανώς αδιαφορεί.

Και τότε τι είναι η καραντίνα; Μια τρικλοποδιά που μας έριξε κάτω. Θα ξανασηκωθούμε, όχι από ψυχική δύναμη, αλλά επειδή ο άνθρωπος αυτό ξέρει να κάνει, αυτό έχει μέσα του ως απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση του, να πέφτει και να σηκώνεται και να συνεχίζει να περπατά. Είτε κουτσαίνοντας είτε πονώντας είτε με βήμα αγέρωχο. Απλώς συνεχίζουμε.

Καραντίνα και λογοτεχνία - Πώς η επιδημία του κορονοϊού αποτελεί αφορμή για διάβασμα (και γιατί θα έπρεπε αυτό να μας προβληματίσει)

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο τα mikropragmata.lifo.gr

Μια και είμαστε (σχεδόν) όλοι σε κατάσταση κατ' οίκον περιορισμού λόγω κορονοϊού, προκύπτει ένας σοβαρός προβληματισμός: πώς να εκμεταλλευτούμε τον άπειρο ελεύθερο χρόνο μας μέσα στο σπίτι. (Βέβαια, είναι κάπως ανησυχητικό που δεν ξέρουμε τι να κάνουμε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα - που θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει αντικείμενο κοινωνιολογικής μελέτης μετά το τέλος της επιδημίας).

Εγκλεισμός, λοιπόν, τον οποίο δεν μπορείς να τον περάσεις μόνο με μαγειρική, καθάρισμα και facebook. Η καλύτερη πρόταση που εμφανίζεται ως γενική προτροπή από τα social media είναι η λογοτεχνία: διάβασε βιβλία! Έχει ξεσηκωθεί ένα κύμα τις τελευταίες βδομάδες, τόσο από βιβλιόφιλους που ρωτάνε, προτείνουν, ετοιμάζουν λίστες, όσο και από ανθρώπους του χώρου.

Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι προσφέρουν βιβλία τους δωρεάν σε μορφή e-book ή audio, άλλοι εκδοτικοί διαφημίζουν τα βιβλία τους που μόλις κυκλοφόρησαν προτείνοντας στον κόσμο να τα παραγγείλει ηλεκτρονικά, αρκετοί κάνουν προσφορές και μείωση τιμών, ενώ πολλές ιστοσελίδες ανεβάζουν βιβλία κλασικής λογοτεχνίας -από Ντοστογιέφσκι και Τολστόι μέχρι Ουγκώ- σε ψηφιακή μορφή.

Είναι υπέροχο, όχι μόνο που τόσα βιβλία είναι άμεσα διαθέσιμα και πανεύκολο να τα βρεις, αλλά και που υπάρχει αυτό το κλίμα στροφής προς τη λογοτεχνία ως ο καλύτερος τρόπος εκμετάλλευσης του ελεύθερου χρόνου. Από την άλλη όμως γεννιέται και το ερώτημα: έπρεπε να συμβεί μια παγκόσμια επιδημία και να κλειστούμε αναγκαστικά στα σπίτια μας για να γίνει αυτό;

Είναι δεδομένο ότι η σχέση του Έλληνα με τη λογοτεχνία δεν είναι και η καλύτερη. Οι μισοί Έλληνες, σύμφωνα με έρευνες, δε διαβάζουν καθόλου και οι άλλοι μισοί διαβάζουν ελάχιστα βιβλία το χρόνο. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης έχει σημειωθεί μείωση στις πωλήσεις των βιβλίων, σε αντίθεση με κάποιες άλλες χώρες που παρατηρήθηκε αύξηση. Το e-book θα μπορούσε, θεωρητικά, να σώσει κάπως την κατάσταση, δεδομένου ότι πλέον διαβάζουμε πιο εύκολα από τις οθόνες μας παρά από έντυπα, όμως μέχρι στιγμής οι πωλήσεις των ηλεκτρονικών βιβλίων είναι απογοητευτικές. Η μοναδική περίοδος κατά την οποία φαίνεται να στρέφεται ο κόσμος στο διάβασμα είναι οι καλοκαιρινές διακοπές.

Όλα αυτά δείχνουν, αν μη τι άλλο, ότι ο Έλληνας δεν έχει κάνει τη λογοτεχνία κομμάτι της καθημερινότητας του κι ότι την αντιμετωπίζει ως ένα είδος πολυτέλειας ή ως κάτι στο οποίο θα στραφεί όταν θα έχει πραγματικά πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο. Φταίει η κουλτούρα της χώρας μας γι' αυτό; Φταίει το σχολείο; Φταίνε οι γονείς μας; Έχουν μερίδιο ευθύνης και οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία που θα έπρεπε ίσως να δοκιμάσουν και άλλες τακτικές προώθησης; Ποιος ξέρει. Αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

Όπως και να έχει πάντως, τώρα το βιβλίο φαντάζει μια καλή λύση για να μην πεθάνουμε από βαρεμάρα όλη μέρα κλεισμένοι στα σπίτια μας. Όμως μετά την καραντίνα τι; Θα μας μείνει η συνήθεια να διαβάζουμε; Θα συνεχίσουμε να βομβαρδιζόμαστε από όλα αυτά τα "κίνητρα" για ανάγνωση; Χμ, μάλλον όχι. Πιθανότητα θα έχουμε επιστροφή στην… κανονικότητα!

Φαντάσου όμως πόσο μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε αν όλη αυτή η προώθηση ήταν συνεχής. Αν φτάναμε στο σημείο να γίνει η ανάγνωση λογοτεχνίας ένα είδος… μόδας. Αν ενσωματωνόταν στην καθημερινότητα μας. Αν θεωρούνταν must να έχεις βιβλία σε pdf αποθηκευμένα στο κινητό σου.

Γιατί το μεγάλο στοίχημα αυτό είναι. Να "πειστεί" ένα έθνος να βάλει το διάβασμα στην καθημερινότητά του. Να σταματήσει να το θεωρεί περιττή πολυτέλεια. Να σταματήσει να έχει ως άλλοθι την έλλειψη ελεύθερου χρόνου. Να συνειδητοποιήσει ότι η επαφή με τη λογοτεχνία -και την τέχνη γενικότερα- καλλιεργεί το πνεύμα μας, οξύνει την αντίληψη μας, εμπλουτίζει τις γνώσεις μας, διευρύνει τους ορίζοντες μας. Ότι μακροπρόθεσμα μας κάνει και καλύτερους ανθρώπους και καλύτερους πολίτες.

Είναι μια ευκαιρία τώρα να έρθουμε σε επαφή με τη λογοτεχνία. Και κυρίως είναι μια ευκαιρία να προβληματιστούμε που έπρεπε να έρθει μια παγκόσμια επιδημία και να κλειστούμε στα σπίτια μας για να πειστούμε να ανοίξουμε κανένα βιβλίο.  

Μια πόλη σε pause

Απόγευμα Κυριακής, με έναν ωραίο διστακτικό ήλιο που βγήκε αναπάντεχα μετά από βροχή. Με τη βεβαίωση μετακίνησης στην τσέπη, βγαίνω για βάδισμα φορώντας τα αθλητικά μου και έχοντας ένα ζευγάρι γάντια στην τσάντα μου στην περίπτωση που χρειαστεί να αγγίξω κάτι.

Λιγοστός κόσμος κυκλοφορεί στους πιο κεντρικούς δρόμους, οι περισσότεροι μόνοι τους, μερικοί σε δυάδες. Δε μου φαίνονται σκυθρωποί - κάθε άλλο. Όμως κάτι είναι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα, κάτι που δε φαίνεται πουθενά μα το ξέρουμε όλοι.

Τα εμπορικά καταστήματα κλειστά, εδώ και βδομάδες. Ξέρω πως θα αργήσουν να ξανανοίξουν, γι' αυτό μου φαίνεται παράξενο που οι πινακίδες τους είναι αναμμένες και στις βιτρίνες έχουν μείνει ακόμα κολλημένες από τις πρόσφατες εκπτώσεις οι ανακοινώσεις των προσφορών. Λες και τίποτα δεν έχει σταματήσει να λειτουργεί - απλώς σαν να μπήκαν όλα στο pause.

Περνώ από τα -άλλοτε πολυσύχναστα- σοκάκια με τις καφετέριες και τα ταβερνάκια. Δεν συναντώ ούτε έναν άνθρωπο. Είμαι πραγματικά η μόνη που βαδίζω εκείνη την ώρα εκεί. Περίεργο συναίσθημα. Τα ίδια και στην κεντρική πλατεία. Δεν είναι η ερημιά που μου κάνει τόσο εντύπωση όσο η σιωπή. Μια τόσο μεγάλη και βαθιά και βαριά σιωπή που σχεδόν την αγγίζεις.

Στην πρόσοψη ενός ξενοδοχείου κολλημένη μια αφίσα από την τελευταία παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πρόλαβε ίσα ίσα να κάνει πρεμιέρα και μετά ήρθε η απαγόρευση των θεατρικών παραστάσεων. Λίγο πιο πάνω ο κινηματογράφος - δεν έχει καν αφίσες στις προθήκες του. Θα το ορκιζόμουν όμως ότι μύρισα το ποπ κορν. Σταματώ σε μερικές βιτρίνες βιβλιοπωλείων. Όλα τα βιβλία που βλέπω έχει μήνες που κυκλοφόρησαν - η διαδικασία κυκλοφορίας νέων έχει διακοπεί.

Συνεχίζω με γρήγορο βάδισμα και αυτή η εναλλαγή εικόνων μου δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα: είναι όλα τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά. Όσο πιο πολύ βαδίζω τόσο πιο πολύ ξεχνιέμαι, μέχρι που περνώ έξω από ένα εφημερεύον φαρμακείο και βλέπω μέσα την φαρμακοποιό με μάσκα. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

Η πόλη μοιάζει να πορεύεται και χωρίς εμάς. Είναι όμορφη και καθαρή και ήσυχη, ίσως και λίγο πιο ξεκούραστη - φαίνεται σαν να μας περιμένει, να επιστρέψουμε με γέλια και φωνές και καβγάδες και ήχους ευχάριστους ή ενοχλητικούς. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι όταν επιστρέψουμε. Αν θα είμαστε πιο χαρούμενοι που βγήκαμε από τη δύσκολη κατάσταση, αν θα είμαστε πιο θλιμμένοι ή αν θα είμαστε ανεπανόρθωτα κατεστραμμένοι. Το ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιο από τα τρία τελικά θα συμβεί μου δημιουργεί ένα παράξενο συναίσθημα.

Επιστροφή στο σπίτι. Ο κόσμος λιγόστεψε κι άλλο, πλήθυναν τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες. Στους δρόμους άρχισε να απλώνεται το σκοτάδι και μια θλιμμένη ησυχία. Ακούγεται μόνο το κελάηδημα των πουλιών.