10 λόγοι για να δεις το "The Handmaid's tale"

Η σειρά "The Handmaid's tale" εκτυλίσσεται στο (κοντινό;) μέλλον και διαδραματίζεται στην Αμερική. Μετά από μία μακρά περίοδο αναταραχών, την εξουσία έχει λάβει μια άκρως συντηρητική ομάδα, που έχει καταλύσει την δημοκρατία και έχει εγκαθιδρύσει ένα απολυταρχικό και θεοκρατικό καθεστώς, το Γιλεάδ, στο οποίο υπάρχει αστυνομία παντού, οι ομοφυλόφιλοι δολοφονούνται και οι γυναίκες δεν έχουν καθόλου δικαιώματα. Όσοι πολίτες κατάφεραν να ξεφύγουν βρίσκονται στον Καναδά, ο οποίος τους προσφέρει άσυλο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το Γιλεάδ είναι αυτό της υπογεννητικότητας: λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι στείροι και ελάχιστοι αποκτούν παιδιά (αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που έγινε εξαρχής η επανάσταση). Για να "λυθεί" αυτό το πρόβλημα, οι επικεφαλής του καθεστώτος αποφάσισαν το εξής: συγκέντρωσαν όλες τις γόνιμες γυναίκες, αφού τις χώρισαν φυσικά πρώτα από τα παιδιά που ενδεχομένως είχαν και τους συζύγους τους, τις εκπαίδευσαν και τις τοποθέτησαν μία-μία στα σπίτια των Διοικητών, όπου υποχρεώνονται να συνευρίσκονται με αυτούς, παρουσία της συζύγου, μέχρι να μείνουν έγκυες. Το παιδί που θα γεννηθεί θα παραμείνει φυσικά στην οικογένεια του Διοικητή και αυτές θα τοποθετηθούν σε άλλο σπίτι. Αυτές είναι οι λεγόμενες handmaids.

Μία τέτοια handmaid είναι και η πρωταγωνίστρια μας, η June (Elisabeth Moss), την οποία χώρισαν από τον σύζυγό της και το παιδί της και την έχουν τοποθετήσει στο σπίτι του Διοικητή Fred (Joseph Fiennes). Και από αυτό το σημείο ξεκινάει η ιστορία της.

Δεν πρόκειται απλώς για μια σειρά με ενδιαφέρουσα υπόθεση, το "The Handmaid's tale" είναι από τις καλύτερες σειρές ever για τους εξής λόγους:

- Μέσα σε ένα πλήθος καλογυρισμένων και αριστουργηματικών σειρών που προβάλλονται τα τελευταία χρόνια, το "Handmade's tale" καταφέρνει να ξεχωρίσει για το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα. Κοντινά πλάνα, ενδιαφέροντα σκηνοθετικά παιχνίδια με το φως και φυσικά η υποβλητική ατμόσφαιρα που επιβάλλεται για να αποδοθεί η ασφυκτική αίσθηση της σειράς. Πολύ προσεκτικά γυρισμένη, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια.

- Πολλές σειρές ξεκινούν καλά, όμως μετά κάνουν κοιλιά ή πέφτουν σε υπερβολές και τακτικές εντυπωσιασμού για να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον των θεατών. Τίποτα από αυτά δε συμβαίνει εδώ. Όλα τα επεισόδια είναι άψογα, σχετίζονται με την κεντρική υπόθεση, την οποία εμπλουτίζουν και προχωρούν ένα βήμα παραπέρα.

- Η σειρά βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Margaret Atwood και ενώ κατά γενική ομολογία δεν μπορεί να υπάρξει σειρά ή ταινία που να είναι καλύτερη από το βιβλίο, στην περίπτωση του "Handmaid's Tale" δύσκολα μπορώ να φανταστώ κάτι καλύτερο από αυτό που βλέπω στην οθόνη. Είναι τόσο άρτιο το αποτέλεσμα από όλες τις απόψεις που ούτε μια στιγμή δε με κάνει να αναρωτιέμαι αν το βιβλίο θα ήταν καλύτερο.

- Παρόλο που πρόκειται για μία σειρά που δείχνει φανταστικά γεγονότα, είναι άκρως ρεαλιστική. Για την ακρίβεια, είναι τρομακτικό αν αναλογιστεί κανείς ότι όσα δείχνει θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβούν - δεν είναι λίγες οι φορές που παρόμοια καθεστώτα εγκαθιδρύθηκαν σε διάφορα μέρη του πλανήτη και κανείς δε μας εγγυάται ότι δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι ανάλογο και στο μέλλον. Με λίγα λόγια: τροφή για σκέψη!

- Η σειρά δεν είναι 100% προϊόν μυθοπλασίας: η ίδια η συγγραφέας έχει δηλώσει ότι για κάθε περιστατικό έχει αντλήσει έμπνευση από γεγονότα που συνέβησαν κάποια στιγμή σε διάφορα μέρη της γης…

- Περνάει πάρα πολλά μηνύματα, για την πολιτική, την ελευθερία, την ηθική, όλα επίκαιρα. Και πέρα από όλα τα άλλα εστιάζει στα δικαιώματα των γυναικών -αυτό κι αν είναι ζήτημα που συζητιέται σήμερα πιο έντονα από ποτέ. Ευκαιρία να δεις και να προβληματιστείς.

- Αν αρχίσουν ποτέ να δίνονται Όσκαρ ερμηνείας για σειρές, θα πρέπει να τα πάρει όλα αναδρομικά η Elisabeth Moss. Όλοι παίζουν εξαιρετικά και το καστ είναι επιλεγμένο πολύ προσεκτικά, όμως η πρωταγωνίστρια δίνει πολύ απλά την καλύτερη ίσως ερμηνεία που έχουμε δει ποτέ στη μικρή οθόνη. Τα βλέμματα, οι εκφράσεις της, το γεγονός ότι δε διστάζει να τσαλακωθεί την κάνουν και οικεία φιγούρα και καθηλωτική.

- Είναι μια σειρά που λίγο-πολύ τα έχει όλα. Και δράμα και αγωνία και πολιτικοκοινωνικά μηνύματα και love stories και συγκίνηση και γενναίες δόσεις σοκ. Και το κυριότερο: είναι απρόβλεπτη, δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει ούτε πού ακριβώς θα καταλήξει.

- Έχει πολύ ενδιαφέρουσα δομή. Η ιστορία ξεκινάει από τη στιγμή που η πρωταγωνίστρια μας συλλαμβάνεται και χωρίζεται από την οικογένεια της, όμως μέσα από συνεχή flash back βλέπουμε τη ζωή των ηρώων πριν την εγκαθίδρυση του Γιλεάδ. Τα flash back όχι μόνο δεν μπερδεύουν, αλλά φωτίζουν κι άλλο την ιστορία, μας παρουσιάζουν καλύτερα το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά και κάνουν και έναν εύστοχο παραλληλισμό για το πώς ήταν η ζωή πριν και μετά, πράγμα που κάνει το Γιλεάδ να φαίνεται ακόμα πιο τρομακτικό…

- Η σειρά έχει κερδίσει δεκάδες βραβεία μέχρι στιγμής και άλλες τόσες υποψηφιότητες, μεταξύ άλλων και Χρυσή Σφαίρα, Emmy και BAFTA, και στην κατηγορία της Καλύτερης Σειράς και για τις ερμηνείες.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το artcoremagazine.gr

Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης, του Γιάννη Καλπούζου

Το ιστορικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα είδη της λογοτεχνίας, καθώς ο συγγραφέας πρέπει να συνδυάσει με πετυχημένο τρόπο ιστορική αλήθεια και μυθοπλασία. Μαέστρος σε αυτό το είδος αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ο Γιάννης Καλπούζος με το πιο πρόσφατο βιβλίο του "Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης" (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2018).

Στο "Γινάτι" ο Καλπούζος μας ταξιδεύει στα Ιωάννινα των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που η πόλη βρισκόταν ακόμα κάτω από την εξουσία των Οθωμανών, και ξετυλίγει την ιστορία του μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '30. Στο κέντρο αυτής της ιστορικής διαδρομής βρίσκεται ο Ζώτος, ο οποίος θα εγκαταλείψει το χωριό του από το φόβο μιας βεντέτας και θα ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή στα Γιάννενα.

Εκεί θα ζήσει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, θα πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία, θα δει τις ανταλλαγές των πληθυσμών και την εγκατάσταση των προσφύγων, θα έρθει αντιμέτωπος με το πρόβλημα της ληστοκρατίας, θα ζήσει την κόντρα βενιζελικών και αντιβενιζελικών, την δικτατορία του Πάγκαλου. Θα βιώσει όλες τις εξελίξεις που συμβαίνουν στα Γιάννενα σε μια ιδιαίτερα μεταβατική εποχή, την εποχή δηλαδή που η πόλη περνά από την οθωμανική κυριαρχία στην απελευθέρωση της και στον σταδιακό εκσυγχρονισμό της.

Όλες αυτές οι πληροφορίες βέβαια περνούν απλά, ανεπαίσθητα, σχεδόν ανυποψίαστα, μέσα από την καθημερινότητα του Ζώτου, μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες και περιπέτειες, μέσα από τις συζητήσεις με τους φίλους του. Γιατί ασφαλώς το μεγάλο στοίχημα στο ιστορικό μυθιστόρημα είναι να "μαθαίνεις" ιστορία χωρίς να αντιλαμβάνεσαι καν ότι διαβάζεις ιστορία. Και αυτό ο Καλπούζος το πετυχαίνει απόλυτα.

Πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, ο Καλπούζος υφαίνει και μια πολύ δυνατή πλοκή για την προσωπική ζωή του ήρωά του: ο Ζώτος ερωτεύεται τη Χαβαή, μια νεαρή μουσουλμάνα. Το ωραίο love story δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τα κοινωνικά ήθη, για τη συνύπαρξη μουσουλμάνων και χριστιανών στην ίδια πόλη, για τη θέση της γυναίκας, για τις κοινωνικές τάξεις και να φωτίσει την περίοδο εκείνη από μία επιπλέον οπτική γωνία.

Το πόσο πολλή έρευνα προηγήθηκε προτού γραφεί το βιβλίο φαίνεται και από το γεγονός ότι αναφέρονται δρόμοι, μαγαζιά με την επωνυμία τους, θεατρικοί θίασοι που επισκέφτηκαν τότε την πόλη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να έχει συνεχώς ο αναγνώστης -ακόμα και αυτός που δεν έχει επισκεφτεί τα Γιάννενα στη ζωή του- την αίσθηση ότι ζει στα αλήθεια στην πόλη εκείνης της εποχής.  

Την κεντρική ιστορία πλαισιώνουν και ολοκληρώνουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, καθένας από τους οποίους αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό: ο "σοφός" σιορ Δονάτος με τα φιλοσοφημένα λόγια του (η φωνή του ίδιου του συγγραφέα ίσως;), ο επιπόλαιος Βιργίλης που προσπαθεί να βρει μια καλή ευκαιρία για να βολευτεί, ο πονηρός παπα-Λέρας (κατ' ευφημισμόν παπάς) και ο κακόψυχος γιατρός Μαργαζής, η σαγηνευτική Σαραλίν που θα ερωτευτεί παράφορα τον ήρωα μας και θα τον βάλει σε ένα σωρό περιπέτειες.

Πολύ εύστοχη η σύνδεση του τίτλου με τους ήρωες του βιβλίου: η λέξη "γινάτι" αναφέρεται αρκετά συχνά, καθώς ο συγγραφέας επιδιώκει να εξηγήσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους και να αναλύσει την ψυχοσύνθεση τους.

Ο Γιάννης Καλπούζος στέκεται για άλλη μια φορά στο ύψος των προσδοκιών των αναγνωστών του και μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα χορταστικό (των 600 σχεδόν σελίδων), στο οποίο συμπλέκονται και αλληλεπιδρούν ισορροπημένα και πετυχημένα οι ιστορικές εξελίξεις, οι έρωτες, τα προσωπικά λάθη και πάθη. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει χώρος -σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό απ' ότι θα περίμενε κανείς σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα- για μια πιο φιλοσοφημένη θεώρηση των πραγμάτων και μια απόπειρα ερμηνείας της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό βέβαια είναι και που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Τι σημαίνει η αποχή από τις κάλπες;

Όταν τον 5ο αιώνα π.Χ. εφαρμόστηκε στην Αθήνα για πρώτη φορά το πολίτευμα της δημοκρατίας, όλοι οι πολίτες άνω των 21 ετών συμμετείχαν ενεργά στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν την πόλη τους. Το να μπορείς να συμμετέχεις στη διαδικασία αυτή ήταν κάτι τόσο σημαντικό, τόσο ιερό και τόσο (άτυπα) επιβεβλημένο που θεωρούνταν υποτιμητικό το να μην ασχολείσαι με τα κοινά και να μην παίρνεις μέρος στις πολιτικές αποφάσεις.

Για τα δεδομένα της εποχής το σύστημα αυτό ήταν πολύ προχωρημένο, σήμερα για εμάς είναι τόσο αυτονόητο που περάσαμε στο άλλο άκρο: μας ενδιαφέρουν τόσο λίγο τα κοινά που απαξιούμε μέχρι και να πάμε να ψηφίσουμε. Πάντα μετά τις εκλογές μάς απασχολούν τα αποτελέσματα, αλλά μήπως θα έπρεπε να μας απασχολεί ακόμα περισσότερο το ποσοστό αυτών που δεν πάνε να ψηφίσουν; Θα μου πεις, αφού έχουμε δημοκρατία, δεν είναι δικαίωμα του καθενός αν θα ψηφίσει ή όχι; Εδώ όμως δε μιλάμε για το δικαίωμα, μιλάμε για το σκεπτικό πίσω από την αδιαφορία αυτή.

Ναι οκ, η πολιτική κατάσταση της χώρας -η οποία έχει άμεσο αντίκτυπο φυσικά στην καθημερινότητα μας και στην οικονομική μας κατάσταση- είναι σε μαύρα χάλια. Διαθέτουμε τους εκπροσώπους που θα μας εμπνεύσουν και για τους οποίους ελπίζουμε ότι θα μας βγάλουν από το τέλμα; Προφανώς όχι. Είμαστε απίστευτα εκνευρισμένοι με ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο; Ω, ναι. Θα καταφέρουμε να πετύχουμε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο εμείς οι πολίτες αν δεν πάμε να ψηφίσουμε; ΟΧΙ.

Ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά υπέρ της αποχής είναι ότι η πράξη αυτή θα περάσει ένα ηχηρό μήνυμα. Α ναι; Σε ποιους ακριβώς; Οι πολιτικοί δεν αντιλαμβάνονται ήδη δηλαδή πόσο θυμό και πόση απογοήτευση έχει μέσα του ο λαός; Από την αποχή θα το καταλάβουν; Ή μήπως είναι η αποχή ένα είδος τιμωρίας που θα τους ταράξει και θα τους στρέψει προς καλύτερες ενέργειες; Προφανώς και η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται με τον ίδιο τρόπο είτε πάνε στις κάλπες όλοι είτε πάνε οι μισοί. Και μη σου πω, όσο λιγότεροι τόσο το καλύτερο γι' αυτούς.

Και γιατί δηλαδή αν θέλουμε οπωσδήποτε να περάσουμε ένα μήνυμα δεν το κάνουμε με κάποιον άλλον τρόπο; Δε θα ήταν πιο αποτελεσματικό, για παράδειγμα, να ψηφίσουμε ένα μικρό κόμμα εφόσον δε θέλουμε να ενισχύσουμε τα μεγάλα; Ή μια άλλη εναλλακτική πρόταση που μας φαίνεται κάπως συμπαθητική; Ή κάποιον που θεωρούμε πως είναι ο λιγότερο διεφθαρμένος;

Φυσικά, για να τα κάνουμε όλα αυτά θα πρέπει να είμαστε ενημερωμένοι σχετικά με τους υποψηφίους, αλλά ποιος κάθεται να ενημερωθεί τώρα, έτσι δεν είναι; Και έτσι φτάνουμε σιγά σιγά στην κυριότερη αιτία της αποχής: την αδιαφορία. Η οποία φυσικά είναι ό,τι χειρότερο, γιατί η αδιαφορία, ως γνωστόν, είναι ουσιαστικά ανίκητη.

Το οξύμωρο είναι ότι, δεδομένης της βαθιάς πολιτικής κρίσης, τώρα θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε πιο πολύ από ποτέ. Θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι από ποτέ, θα έπρεπε να έχουμε ήδη αντιληφθεί τις στρατηγικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε για να στρέψουμε το αποτέλεσμα προς τα εκεί που θέλουμε. Αντ΄ αυτού, μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σε ένα έθνος μοιρολατρών που μέσα στην απελπισία μας περιμένουμε να αλλάξει κάτι ως δια μαγείας. Τι αλλαγές μπορούμε να περιμένουμε όσο δε συμβάλλουμε εμείς με τον τρόπο μας σε αυτήν τη διαδικασία; Νομίζουμε ότι οι αλλαγές θα έρθουν από τους πολιτικούς που κυβερνούν ήδη, οι οποίοι εκλέγονται ξανά και ξανά από αυτούς που αποφάσισαν να μην απέχουν από τις κάλπες; Και εφόσον δεν πάμε να ψηφίσουμε, με ποιο δικαίωμα μετά θα παραπονεθούμε για την κατάσταση που επικρατεί; Ή μήπως, σε τελική ανάλυση, η τακτική αυτή μας δίνει το άλλοθι να γκρινιάζουμε και να δυσανασχετούμε πίσω από το "τους βαρέθηκα όλους, δεν ψηφίζω κανέναν";

Προφανώς βέβαια φερόμαστε έτσι εκ του ασφαλούς, γιατί δεν έχουμε νιώσει ποτέ πώς είναι να ζεις σε ένα απολυταρχικό κράτος και να μην έχεις καμία δύναμη να αλλάξεις την πολιτική ηγεσία του τόπου σου, άρα κατ' επέκταση και την ποιότητα της ζωής σου. Αλλά εμείς φυσικά εδώ στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ζούμε σε μια κατάσταση ζεν. Όσο το χρήμα έρρεε άφθονο, ψηφίζαμε τα κόμματα που μας το έδιναν και ήμασταν εντάξει. Τώρα που τα πράγματα αγρίεψαν, σκεφτήκαμε "μήπως θα αλλάξει τίποτα κι αν ψηφίσω;" κι αφεθήκαμε ανάλγητα στη μοίρα μας.

Είναι η αποχή δηλωτική της αδράνειας και της πνευματικής στασιμότητας του Έλληνα; Όσο τα πράγματα ήταν καλά, ήμασταν εφησυχασμένοι. Τα βλέπαμε τα σημάδια ότι το πράγμα κάποια στιγμή θα στραβώσει, αλλά δε θέλαμε να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας. Τώρα που το πράγμα στράβωσε τελικά, αισθανόμαστε ανήμποροι. Η κρίση δε στάθηκε ικανή να μας αφυπνίσει, να μας δραστηριοποιήσει, να μας σπρώξει στην εγρήγορση, στην τόλμη, στη δράση. Μας βύθισε κι άλλο στην απραξία, η οποία τώρα ανακατεύτηκε και με θυμό, ματαίωση, παραίτηση, γκρίνια. Κακός συνδυασμός.

Ή μπορεί απλά να μη θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη μας. Είναι εν μέρει και δική μας ευθύνη που οι πολιτικοί που εμείς επιλέξαμε κατέστρεψαν τη χώρα, είναι πάλι θέμα δικό μας ποιοι θα συνεχίσουν από εδώ και στο εξής. Κι όταν απέχουμε και οι αποφάσεις παίρνονται ούτως ή άλλως, πάλι δική μας ευθύνη είναι που δε βοηθήσαμε για το καλό της χώρας μας.

Η δημοκρατία μάς δίνει μια μεγάλη ελευθερία, αλλά μας φορτώνει και με ένα μεγάλο χρέος. Θα μου πεις, θα κάνει μία ψήφος τη διαφορά; Σίγουρα θα κάνει μεγαλύτερη διαφορά η ψήφος που υπάρχει από αυτήν που απουσιάζει.

Καλύτερα από όλους το είπε ο Καζαντζάκης: "Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες εγώ, εγώ μοναχός μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω". Η στιγμή που βάζουμε το ψηφοδέλτιο στον φάκελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Αν πηγαίναμε όλοι να ψηφίσουμε και αν ψηφίζαμε λες κι απ' τη δική μας την προσωπική επιλογή εξαρτάται το ίδιο μας το μέλλον και η πορεία ολόκληρης της χώρας, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Ίσως όχι εντελώς διαφορετικά, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερα.