Todos lo saben (Το ξέρουν όλοι)

Todos lo saben (Everybody knows/Το ξέρουν όλοι), 2018

Σκηνοθέτης: Asghar Farhadi

Παίζουν: Penelope Kruz, Javier Bardem, Ricardo Darin

 

Η Λάουρα (Penelope Kruz) φτάνει στην Ισπανία από την Αργεντινή με τα δύο παιδιά της για το γάμο της αδερφής της. Ο σύζυγος (Ricardo Darin) έχει μείνει πίσω για δουλειές. Η χαρούμενη ατμόσφαιρα σύντομα θα διαλυθεί, όταν η κόρη της Λάουρα θα πέσει θύμα απαγωγής. Ολόκληρη η οικογένεια αναστατώνεται προσπαθώντας να βρει μια λύση, ενώ τη Λάουρα σπεύδει να βοηθήσει ο Πάκο (Javier Bardem), οικογενειακός φίλος και πρώην εραστής της.  

Ο Farhadi στο γνώριμο ύφος που τον έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει, υπογράφει για άλλη μια φορά σενάριο και σκηνοθεσία και μας παραδίδει μια ταινία που ξετυλίγεται αργά σαν ένα μεγάλο κουβάρι από μυστικά, λάθη και δύσκολες αποφάσεις. Είναι γνωστή η ικανότητα του Farhadi να αποδομεί τις ανθρώπινες σχέσεις, να διαταράσσει τις ισορροπίες και να φέρνει τους ήρωες του σε μια σύγκρουση που δε διαφαινόταν από την αρχή, παίρνοντας πάντα αφορμή από κάποιο ατυχές περιστατικό, όπως είναι η απαγωγή στην προκειμένη περίπτωση.

Ακριβώς όπως και στις προηγούμενες ταινίες του ("Τι απέγινε η Έλι", "Ένας χωρισμός"), έτσι και στο "Το ξέρουν όλοι" ένα γεγονός καθαρά προσωπικό/οικογενειακό παίρνει μεγάλες διαστάσεις, αποκτά πολλές προεκτάσεις για να γίνει τελικά ζήτημα κοινωνικό που επηρεάζει πάρα πολλούς ανθρώπους που δε σχετίζονται άμεσα με αυτό. Καθώς προχωρά η ταινία, βγαίνουν στην επιφάνεια παράπονα, κρυμμένες αντιπάθειες, αποκαλύπτονται μυστικά και οι ήρωες καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν τις ζωές τους για πάντα. Απόλυτα πιστός στο στόχο του να μας παραδώσει έναν κινηματογράφο όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό, ο Farhadi βάζει τους ήρωες του να κινούνται στα τυφλά: δεν ξέρεις ποτέ αν οι αποφάσεις που παίρνουν είναι οι σωστές, αν είναι θύτες ή θύματα.

Παρόλο που η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και η ιστορία εξελίσσεται ικανοποιητικά, το "Το ξέρουν όλοι" μοιάζει περισσότερο με μια -όχι και τόσο επιτυχημένη- αντιγραφή των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη -πατάει μεν στα ίδια μοτίβα, αλλά αδυνατεί να τους δώσει το ίδιο βάθος. Τα κίνητρα είναι πιο απλά, η εξέλιξη πιο γραμμική, οι ήρωες λιγότερο πολυεπίπεδοι, ενώ λείπει και ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο που συναντούμε πάντα στο έργο του Farhadi: αυτό του ηθικού διλήμματος, με την έννοια ότι όλοι έχουν δίκιο την ίδια στιγμή που έχουν και άδικο.

Ούτε ο ίδιος, απ' ότι φαίνεται, δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να κάνει τελικά μια ταινία κοινωνική ή απλώς ένα δραματικό θρίλερ. Παράλληλα, το γεγονός ότι αποφάσισε να ξεφύγει από το  πλαίσιο του Ιράν και να τοποθετήσει την ταινία του στην Ισπανία με ήρωες Ισπανούς κρύβει μεν ένα ενδιαφέρον, αλλά τον έχει βγάλει και λίγο έξω από τα νερά του. Πολύ καλή επιλογή πάντως το δίδυμο Kruz-Bardem.

Μετά από αυτό, σίγουρα περιμένουμε την επόμενη κίνηση του Farhadi, η οποία θα πρέπει να είναι ένα σκαλί πιο πάνω από ότι έχουμε δει μέχρι τώρα, γιατί ο κίνδυνος να πέσει στην παγίδα της επανάληψης είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Αν έχετε ξαναδεί Farhadi, δείτε το, βλέπεται με ενδιαφέρον. Αν όχι, ξεκινήστε καλύτερα από μία άλλη του ταινία.

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό artcore.gr

Αύγουστος Κορτώ

Είστε ένας από τους πλέον γνωστούς Έλληνες συγγραφείς. Πώς θεωρείτε ότι συνέβη αυτό; Είναι αρκετά δύσκολο να γίνει κανείς τόσο γνωστός στο χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι θέμα συγκυριών. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 1999. Τα πρώτα 13-14 χρόνια είχα ένα πολύ μικρό αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο όταν έβγαλα "Το βιβλίο της Κατερίνας" μεγάλωσε απότομα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Εξάλλου, τα μπεστ σέλερ δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε.

Το αναγνωστικό σας κοινό εκφράζει πολύ έντονα την αγάπη του προς εσάς. Πώς σας κάνει αυτό να αισθάνεστε;

Πολλά βιβλία μου έχουν αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, είμαι και αρκετά δραστήριος στα social media, οπότε πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι με γνωρίζουν -και ορθώς την έχουν, γιατί όντως με γνωρίζουν ως ένα βαθμό. Είναι πολύ γλυκό, πολύ συγκινητικό, πολύ ευχάριστο όλο αυτό.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

Υποθέτω όλοι οι συγγραφείς φοβούνται μη στερέψουν, αλλά το writer's block είναι κάτι που καταπολεμάται -με το διάβασμα φυσικά.

Αν δεν είχατε γίνει συγγραφέας, τι θα είχατε γίνει;

Δεν ξέρω. Ξεκίνησα να σπουδάζω ιατρική, άρα θα μπορούσα να είχα γίνει γιατρός. Αλλά η δουλειά του γιατρού μού φαινόταν τρομακτικά υπεύθυνη και στρεσογόνα, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, παρόλο που η ιατρική είναι μια μαγική επιστήμη, δε θα γινόμουν ποτέ καλός γιατρός. Πραγματικά, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα δε χρειάζεται τέτοιους γιατρούς!

Η θέση του συγγραφέα είναι υπεύθυνη; Έχει κοινωνικό χρέος ο συγγραφέας;

Όχι. Δε θεωρώ ότι διαμορφώνουμε συνειδήσεις, δεν ισχύουν αυτά τα βαρύγδουπα που λέγονται… Απλώς βοηθάμε κάποιους ανθρώπους να περνάνε πιο ευχάριστα και δημιουργικά, μέχρι εκεί.

Εσάς τι σας προσφέρει η συγγραφή;

Είναι το παιχνίδι μου. Ένα ιδιωτικό παιχνίδι, κατά το οποίο σκαρφίζομαι κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι σαν ένα παζλ που λίγο-λίγο ολοκληρώνεται στα χέρια σου, είναι εθιστικό και απολαυστικό. Από την άλλη βέβαια είναι και πολύ κουραστικό και χρειάζεται πειθαρχεία, πρέπει κάθε μέρα να κάθεσαι κάποιες ώρες και να γράφεις.

Μακροπρόθεσμα πώς βλέπετε τον εαυτό σας ως συγγραφέα;

Το μόνο μέλλον που σκέφτομαι είναι το εγγύς, αύριο, μεθαύριο… Δεν κάνω σχέδια.

Συγγραφικά, τι είναι αυτό που υπάρχει μέσα σας και δεν το έχετε εκφράσει ακόμα;

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν έχω εκδώσει ακόμα. Κάποια από αυτά ίσως εκδοθούν, κάποια όχι...

Αναδημοσίευση απο το το περιοδικο vakxikon.gr

Χρήστος Θηβαίος

Το να συζητάς με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Μικρή Πατρίδα» και το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» -τραγούδια που σε κυνηγάνε από τα χρόνια της εφηβείας και σε κάνουν ακόμη και τώρα να ανατριχιάζεις- είναι ευχάριστο, είναι ίσως και συγκινητικό. Το να διαπιστώνεις όμως ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ πιο συμπαθής και ενδιαφέρων από όσο είχες φανταστεί, είναι κάτι περισσότερο από έκπληξη και ενθουσιασμός. Γιατί γνωρίζοντας έναν καλλιτέχνη από κοντά, ή που θα απογοητευτείς ή που θα τον αγαπήσεις εις διπλούν. Και –ευτυχώς- με τον Χρήστο Θηβαίο συνέβη το δεύτερο.

Ο Χρήστος Θηβαίος, με το φουλάρι του, τα μακριά του μαλλιά, με την κιθάρα του κάπου ακουμπισμένη στο δωμάτιο, με υποδέχτηκε με τέτοια φιλικότητα και με τόσο πλατύ χαμόγελο, που με έκανε να ξεστομίσω μόλις τον είδα «Χρήστο θα μου συγχωρέσεις που θα σου μιλάω στον ενικό, αλλά ακούω τόσα χρόνια τα τραγούδια σου που είναι σαν να γνωριζόμαστε». Κούνησε αμέσως θετικά το κεφάλι του. «Μα φυσικά».

Με το που ξεκινήσαμε, μου ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μια δήλωση που έχει κάνει, ότι τις Σέρρες τις βλέπει ως πατρίδα του.

«Μια μικρή πατρίδα, ναι», συμφώνησε κατευθείαν μόλις το ανέφερα. «Γιατί έχω όλα αυτά τα χρόνια φιλία με τον Γιώργο Ανδρέου, όχι μόνο επί σκηνής αλλά και εκτός σκηνής. Είμαστε φίλοι. Μπορεί να τηλεφωνηθούμε στις πέντε το πρωί και να μιλήσουμε για τις οικογένειες μας ή να ονειρευτούμε ένα ταξίδι στο Παρίσι. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω, λειτουργούμε πολύ ιδιαίτερα όταν είμαστε οι δυο μας επί σκηνής».

Έχοντας συνηθίσει να συνδυάζουμε τους καλλιτεχνικούς κύκλους με ανταγωνισμούς, μικροκακίες και ζήλεια, ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα λόγια από το στόμα του Χρήστου Θηβαίου. Πριν βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα, αναρωτιέμαι αν πιστεύει ότι μπορούν όντως να σταθούν πραγματικές φιλίες στον χώρο αυτό.

«Προτού σου απαντήσω θετικά ή αρνητικά, καταρχήν το εύχομαι. Και νομίζω ότι υπάρχουν. Όπως επίσης άλλοι δυο φίλοι μου που τους νιώθω πλέον σαν οικογένεια μου είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιάννης Χαρούλης. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πορεία μου αν δεν τους είχα γνωρίσει. Και εκτός από αυτούς έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη –που είναι οικογένεια μου και επίσημα πλέον- ο Θάνος Μικρούτσικος. Φίλος είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γενικότερα έχω συναντήσει σε αυτήν την πορεία ότι όλοι είμαστε φίλοι μεταξύ μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχαιρίτσα, με τον Αλκίνοο, με τον Μάλαμα. Και να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα για το οποίο συζητάμε μεταξύ μας είναι το επάγγελμά μας. Μπορεί η ζωή μας να είναι μουσική, αλλά μιλάμε και για τις οικογένειες μας και για τις ανάγκες μας... Ακόμη και με συναδέλφους που δεν έχουμε τόσο στενή σχέση, όταν βρεθούμε σε μία συναυλία γινόμαστε μια μεγάλη παρέα».

Και επειδή όλοι οι καλλιτέχνες τείνουν να παραπονιούνται για τις δυσκολίες που συναντούν στο χώρο αυτό, αποτελεί ευχάριστο ξάφνιασμα να ακούς από έναν τραγουδιστή τέτοιου βεληνεκούς να λέει ότι δεν συνάντησε μεγάλα προβλήματα.

«Για μένα προσωπικά δεν υπάρχουν δύσκολα. Δόξα τω Θεώ. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μία ανάλογη δική σου στάση, και τη δουλειά και την προσπάθεια και την πορεία που έχεις επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό σου –γιατί κανένας δεν μπορεί να σου επιλέξει την πορεία του εαυτού σου, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμη και από την αρχή που ξεκίνησα, εκάστοτε προστριβές που συνέβησαν είχαν να κάνουν περισσότερο με την αγωνία της διοργάνωσης παρά με την πορεία ή με το είδος ή με το ύφος ή με τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους».

Και η κουβέντα μας ξεφεύγει. Παίρνοντας αφορμή από την ερώτηση μου για τα προβλήματα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αρχίζει να μου εξηγεί –χαμηλόφωνα πάντα και ήρεμα- πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στην επιτυχία η στάση που θα κρατήσει ο ίδιος ο τραγουδιστής.

«Σίγουρα υπάρχει μια δυσκολία για αυτούς που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με αυτόν τον χώρο, για τους οποίους η πραγματική δυσκολία είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Αν δεν τα έχεις εσύ καλά με τον αυτό σου και δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αποκλείεται να έχει διάρκεια. Εξαρτάται τι σε ενδιαφέρει. Σε ενδιαφέρει να φαίνεται το πρόσωπο σου στο εξώφυλλο και σε μια τηλεοπτική εκπομπή ή σε ενδιαφέρει να γράψεις τραγούδια τα οποία θα τα τραγουδάει όλος ο κόσμος, τα οποία δεν θα τα έχεις γράψει για να κάνεις ένα σουξέ εποχιακό, αλλά γιατί βγαίνουν μέσα από την ψυχή σου».

Μ’ αρέσουν οι απόψεις του και η διαύγεια του στον τρόπο σκέψης. Ούτε συνταγές επιτυχίας, ούτε παιχνίδια δημοσιότητας, με λίγα λόγια η στάση του κάθε καλλιτέχνη είναι αυτό που ξεχωρίζει τον επιτυχημένο από τον μη.

«Μέσες άκρες ναι. Αν έχεις μέσα στην ερώτηση σου και τη διαφορά ανάμεσα στο έντεχνο και το “εμπορικό” -γιατί και το έντεχνο εμπορικό είναι, από τη στιγμή που ο Παπακωνσταντίνου έχει 7.000 κόσμο και ο Ρουβάς 600. Ποιος είναι ο εμπορικός; Όχι βέβαια πως θέλω να θίξω τον Ρουβά, σχολιάζω απλά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι λέξεις αυτές. Το θέμα είναι ότι και στον χώρο του “εμπορικού-ποπ” τραγουδιού υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ρουβάς, η Παπαρίζου.... οι οποίοι δουλεύουν και ασχολούνται πραγματικά με αυτό και έχουν επιτυχία στον κόσμο, χωρίς όμως να είναι εποχιακοί. Άσχετα αν δεν είναι το είδος μουσικής που ακούω εγώ. Αλλά έχουν αποδείξει με τη δουλειά τους ότι διαρκούν και έχουν ταλέντο».

Δείχνει πολύ ισορροπημένος και κατασταλαγμένος έτσι όπως εκθέτει τη γνώμη του περί καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει όμως πάντα ζωντανός ο κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη να παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του χώρου; Και σε αυτήν την περίπτωση, ο Θηβαίος μιλάει και πάλι για τις εσωτερικές ισορροπίες του καθενός.

«Είναι πάρα πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εμπορικότητα, από την προβολή, είτε είναι στην αρχή της καριέρας του είτε όχι. Η Αρλέτα μου είχε πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ότι στην αποτυχία χάνεις το μυαλό σου, αλλά στην επιτυχία χάνεις την ψυχή σου. Αυτό όμως και πάλι που έχει σημασία είναι τι ακριβώς θέλεις εσύ ο ίδιος, τι ζητάς. Δεν υπάρχει συνταγή για να το αποφύγεις. Αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, φεύγει από μόνο του».

Σκέφτομαι τα τραγούδια του, πόσο βαθύ νόημα έχουν και πόσο πολύ καταφέρνουν να αγγίξουν τον κόσμο, ακούω και τις απόψεις του και αναλογίζομαι τι έχει σημασία για αυτόν σε ό, τι αφορά στο τραγούδι. Με ποιον άξονα και με ποια αξία υπηρετεί αυτό που λέγεται μουσική.

«Με το αν το βράδυ που θα επιστρέψω σπίτι μου έχω αισθανθεί ότι μέσα και από τρία λεπτά έστω τραγουδιού έγινα καλύτερος άνθρωπος. Και όχι μόνο τα δικά μου τραγούδια, αλλά και άλλων. Ακούω κάτι και λέω “ναι, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος”».

Μόνο που το τραγούδι δεν είναι μόνο τι δίνει ο καλλιτέχνης στον κόσμο ή στον εαυτό του, αλλά και τι εισπράττει πίσω από το κοινό. Και στην περίπτωση του Θηβαίου, μάλλον έχει να εισπράξει πολλά.

«Για να είμαι ειλικρινής δεν το αισθάνομαι ως κεκτημένο, αλλά ότι διαρκώς το κερδίζω. Και το εκτιμώ αφάνταστα ότι ο κόσμος συνεχώς μου χαρίζει αυτήν την δυνατότητα και τον ευχαριστώ βαθιά μέσα από την καρδιά μου που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος».

Άρα λοιπόν, σκέφτομαι στο φινάλε της συνέντευξης, δεν είναι ούτε η στάση ούτε η ισορροπία που μετράνε μόνο, αλλά μάλλον το να ανταγωνίζεσαι διαρκώς τον εαυτό σου. Κι αυτό δίνει και μια αισιοδοξία ότι μπορούμε να περιμένουμε ακόμη καλύτερα πράγματα από τον Χρήστο Θηβαίο.

Περιοδικό Ser-Free, #11, Μάρτιος 2010