The Grand Budapest Hotel

The Grand Budapest Hotel, 2014

Σκηνοθέτης: Wes Anderson

Ηθοποιοί: Ralph Fiennes, F. Murray Abraham, Mathieu Amalric

 

Στο θρυλικό ξενοδοχείο Grand Budapest, κάπου στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, υπεύθυνος είναι ο Γκουστάβ Χ (Ralph Fiennes), ο οποίος με μοναδική μαεστρία φροντίζει ώστε όλα να πηγαίνουν ρολόι. Πιστός του φίλος είναι ο Ζίρο Μουσταφά, ένας νεαρός που δουλεύει στο λόμπι. Οι δύο φίλοι και συνεργάτες θα μπλέξουν σε μία τρομερή περιπέτεια, όταν ο Γκουστάβ θα γίνει κληρονόμος ενός ανεκτίμητου πίνακα ζωγραφικής. Ανθρωποκυνηγητά, πληρωμένοι δολοφόνοι, ένας έρωτας, ένας πόλεμος είναι μερικά μόνο από όσα θα συμβούν.

Καταρχάς –και πέρα από οτιδήποτε άλλο- το Grand Budapest είναι μια ταινία-χάρμα οφθαλμών. Η φωτογραφία, η σκηνογραφία, τα πλάνα, τα χρώματα, η σκηνοθεσία, τόσο ιδιαίτερα όλα και τόσο διαφορετικά από το στυλ κινηματογράφησης που έχουμε συνηθίσει που αυτό και μόνο αρκεί για να σε γοητεύσει η ταινία και να σε παρασύρει σε ένα υπέροχο κινηματογραφικό ταξίδι.

Αλλά –ευτυχώς- το Grand Budapest Hotel σε κερδίζει για πολλούς ακόμα λόγους. Η ιστορία, η πλοκή, η εξέλιξη, όλα κυλούν τόσο γρήγορα και όμορφα που δε σε αφήνουν να βαρεθείς λεπτό. Οι ήρωες άκρως ενδιαφέροντες και οι ηθοποιοί που τους ερμηνεύουν αντάξιοι των ρόλων τους –με κορυφαίο ασφαλώς τον Ralph Fiennes. Τα απανωτά γκεστ που σε κάνουν κάθε τόσο να αναφωνείς «α, παίζει κι αυτός;;».

Και αν θες να το πας πιο βαθιά και να δώσεις στην ταινία και άλλες προεκτάσεις, το Grand Budapest προσφέρεται και για αυτό: ο Γκουστάβ, με τους αριστοκρατικούς και παρωχημένους του τρόπους, συμβολίζει την Ευρώπη που πεθαίνει στην αυγή του πολέμου. Αλλά δε χρειάζεται να το ψάξεις τόσο πολύ για να απολαύσεις αυτήν την υπέροχη και ξεκούραστη ταινία, όπου συμβαίνουν απίθανα, σουρεαλιστικά και εντελώς ευφάνταστα πράγματα.

(Μικρές και) Μεγάλες προσδοκίες

Μίλησα πρόσφατα, στα πλαίσια της δουλειάς, με κάποιους μαθητές, ή μάλλον τέως μαθητές, απόφοιτους Λυκείου, μια ανάσα -κυριολεκτικά- πριν το Πανεπιστήμιο.

Ο τρόπος τους κάτι ανάμεσα σε ευγένεια, σε συστολή, σε αθωότητα (ή έτσι τουλάχιστον φάνηκαν σε εμένα!), με έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό που ξεχείλιζε από παντού, σχεδόν ασυγκράτητο, εν όψει των σπουδών, εν όψει της νέας ζωής, της ελευθερίας, της περιόδου των άπειρων επιλογών, των επερχόμενων επιτυχιών, των αμέτρητων πιθανοτήτων-δυνατοτήτων. Θεέ μου τι εποχή! Είχα ξεχάσει πως είναι να είσαι δεκαοχτώ!

Το αίσθημα βέβαια αυτό, της απόλυτης ελευθερίας, που είναι ανακατεμένο λίγο και με την ενηλικίωση, λίγο και με την ανωριμότητα και την άγνοια, λίγο με το θώπευμα των γονιών, δεν κρατάει και πολύ. Δε χρειάζονται παρά μερικά χρόνια για να δεις πως οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες δεν είναι απεριόριστες, οι συνθήκες δεν είναι πάντα ευνοϊκές, η ζωή δεν είναι πάντα καλή μαζί σου ούτε έχει μέλημα να σου κάνει τα χατίρια και αργά ή γρήγορα βολεύεσαι κι εσύ σε καμιά θέση, ξεχνάς τα μεγάλα πλάνα, εγκαθίστασαι σε ένα τριάρι.

Ήμουν έτοιμη να τα πω τα παιδιά πως η ζωή δεν είναι έτσι όπως ονειρεύονται, πως είναι και πιο σκληρή και λιγότερο ανέμελη και πως ο δρόμος για να κάνουν όσοι ονειρεύονται είναι πολύ πιο μακρύς από όσο νομίζουν. Η ζωή, σε σχέση με αυτό που φανταζόμαστε, πολλές φορές μας απογοητεύει.

Ή μήπως τελικά, εμείς απογοητεύουμε τη ζωή;

Γιατί, στο κάτω-κάτω, τι είναι η απογοήτευση; Μήπως δεν είναι, πολύ απλά, η διάψευση των προσδοκιών μας; Μας απογοήτευσε η ζωή ή μήπως προσδοκούσαμε πολλά από αυτή; Μήπως απογοητεύσαμε εμείς τη ζωή που κάναμε τόσα λίγα;

Εμείς οι αλλοτινοί δεκαοχτάρηδες των early 00s νομίζαμε πως θα κατακτήσουμε τον κόσμο. Και γιατί να μην το νομίζουμε εξάλλου, αφού το χρήμα έρρεε άφθονο και οι γονείς μας μάς είχανε πείσει για το πόσο ικανοί και χαρισματικοί είμαστε. Βέβαια, με ποιον τρόπο θα κατακτούσαμε τον κόσμο, αυτό ούτε το ξέραμε ούτε το είχαμε σκεφτεί. Και τελικά, με την κρίση που έσκασε σαν τσιχλόφουσκα στα μούτρα μας, δεν πήγαμε και πολύ μακριά.

Και από την άλλη, βλέπω τον τελευταίο καιρό να επιτυγχάνουν απίστευτα άνθρωποι που πριν δέκα χρόνια δε σου γέμιζαν το μάτι, δεν είχαν τότε ούτε τα πολλά λεφτά ούτε τις μεγάλες προσδοκίες. Που οι γονείς τους δεν είχαν τη δυνατότητα να τους σπουδάσουν, που δούλευαν από μικροί, που δεν ήξεραν τι θα τους ξημερώσει. Χωρίς προσδοκίες, χωρίς μεγαλεπήβολα σχέδια και μεγάλα λόγια, αλλά με ένα βήμα τη φορά, έφτασαν τελικά μακριά. Και αυτούς κάθε άλλο παρά τους απογοήτευσε η ζωή.

Είναι τόσο εύκολο και τόσο δελεαστικό να τα ρίξουμε όλα στη ζωή. Να πούμε πως αυτή φταίει επειδή είναι σκληρή. Επειδή είναι απρόβλεπτη. Επειδή δε μας ρωτάει, επειδή μας βάζει εμπόδια. Επειδή δε μας αφήνει να τα έχουμε όλα δικά μας.

Οπότε, τι θα έλεγα τελικά στους δεκαοχτάρηδες; Ότι η ζωή, όχι, όντως δεν είναι όπως την περιμένουμε. Είναι πολύ χειρότερη και πολύ καλύτερη συγχρόνως. Ότι τα λάθη μας είναι ατελείωτα, αλλά είναι και ωραία. Ότι χωρίς τα λάθη μας θα παραμέναμε για πάντα ανώριμοι και αφελείς. Ότι μπορούμε κάθε στιγμή να ξαναρχίσουμε, ότι ποτέ δεν είναι αργά κυριολεκτικά. Ότι πρέπει η θέληση μας να είναι μεγαλύτερη από όλα τα εμπόδια. Ότι αν δεν πετύχουμε δε θα φταίει κανείς παρά μόνο εμείς. Ότι το κακό timing και οι ατυχίες και ο τρικλοποδιές είναι συνήθως φτηνές δικαιολογίες. Ότι η ζωή έχει άπειρες στροφές και άπειρες διασταυρώσεις και αμέτρητους δρόμους και δεν ξέρεις πού θα σε πάει. Αυτό το τελευταίο ειδικά, αυτό είναι το πιο ωραίο.

45ο τεύχος του Ser-Free, Ιούλιος 2017

Ο Kevin Spacey και οι καλύτεροι ρόλοι της καριέρας του

Με αφορμή τα σημερινά του γενέθλια, στις 26 Ιουλίου, ρίχνουμε μια ματιά στην υπέροχη καριέρα του και στεκόμαστε για λίγο στον καλύτερο ρόλο της ζωής του, αυτόν στο "American Beauty".

Ο Kevin Spacey είναι ο ηθοποιός που δε φωνάζει από μακριά, που δεν έχει όλα τα φώτα στραμμένα πάνω του, αλλά αν το σκεφτείς θα διαπιστώσεις ότι τον λατρεύεις, είναι ένας αθόρυβος ηθοποιός. Δε θα μετατρέψει την ταινία σε blockbuster, αλλά θα μείνεις άφωνος με την ερμηνεία του, δε θα πας σινεμά για χάρη του, αλλά το δικό του ρόλο θα σκέφτεσαι μετά το τέλος της ταινίας.

Μας τράβηξε για τα καλά την προσοχή με το "The Usual Suspects" το 1995, όπου κέρδισε και το πρώτο του Όσκαρ (Β' Ανδρικού) και μας έδωσε το υποκριτικό του στίγμα. Η ερμηνεία του στο θρίλερ "Seven" το 1995, όπου υποδύεται τον ψυχοπαθή δολοφόνο, αποτελεί τον ορισμό του κακού στο σινεμά, παρόλο που δεν εμφανίζεται στην ταινία παρά ελάχιστα. Άνετος, απολαυστικός και λαμπερός στο "LA Confidential" το 1997. Κόντρα ρόλος στο "Pay it forward" το 2004, όπου τον βλέπουμε ως μάλλον ντροπαλό, εσωστρεφή δάσκαλο με καμένο το μισό του πρόσωπο. Απλός, τραγικός, βαθιά ανθρώπινος στο "The life of David Gale" το 2003, στο οποίο υποδύεται τον θανατοποινίτη που προσπαθεί να πείσει μια δημοσιογράφο ότι είναι αθώος. Και φυσικά ο ρόλος που έπεισε ακόμα κι όσους δεν τον είχαν σε εκτίμηση, ο πανέξυπνος δολοπλόκος Francis Underwood στη σειρά "House of cards", ο ιδανικός ρόλος για αυτόν.

Αλλά ο καλύτερος του ρόλος πάντα παραμένει αυτός στο "American Beauty" -κι αυτό όχι επειδή κέρδισε το Όσκαρ Ά Ανδρικού Ρόλου. Στο αριστούργημα του Sam Mendes που εντυπωσίασε Ακαδημία και κοινό το 1999, ο Kevin Spacey δεν είναι απλώς το κεντρικό πρόσωπο, αλλά αυτός που σηκώνει όλη την ταινία πάνω του. Αυτό φυσικά ισχύει για όλους τους πρωταγωνιστές, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ένα παραπάνω: όλα ξεκινούν από τον ήρωα, τον Lester Burnham και με αυτόν σχετίζονται.

Ο Lester Burnham, λοιπόν, έχει πάθει κρίση μέσης ηλικίας. Μισεί τη δουλειά του, έχει απομακρυνθεί από τη γυναίκα του και έχει ερωτευτεί τη φίλη της κόρης του. Ο έρωτας αυτός θα τον αφυπνίσει και θα τον κινητοποιήσει να βελτιώσει τη ζωή του και τον εαυτό του, να ξεφύγει από όσα τον δυσαρεστούν και να γίνει ευτυχισμένος. Ένα μεγάλο υπαρξιακό ζήτημα -τι είναι ευτυχία; τι είναι ομορφιά; τι κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους; γιατί δεν προσπαθούν οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι;- που μετουσιώνεται κινηματογραφικά με τη μεγαλειώδη ερμηνεία του Spacey.

Ο ήρωας του Spacey στο "American Beauty" είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, που φλερτάρει με την έννοια του loser. Η ερμηνεία του Spacey ποντάρει ακριβώς σε αυτό: να παρουσιάσει με αφοπλιστικό τρόπο τον πιο συνηθισμένο άνθρωπο (ώστε να ταυτιστούμε και μαζί του…). Ούτε κακίες, ούτε πονηριές, ούτε σκοτεινές πλευρές, που έχουμε συνηθίσει σε άλλους του ρόλους.

Ο Lester όμως αρχίζει να μεταμορφώνεται και να κυνηγά την ευτυχία. Και έτσι βλέπουμε τον Spacey να λάμπει, να αποκτά αυτοπεποίθηση, θάρρος, σεξ απίλ, τρέλα, και να γίνεται άλλοτε σαγηνευτικός άλλοτε επαναστάτης άλλοτε κυνικός, κρατώντας όμως σταθερό το χαμόγελο του και την ηρεμία του.

Αν ο ρόλος του Lester στο "American Beauty" έχει ερμηνευτικές εξάρσεις και μεταπηδούσε από τη μία ψυχολογική κατάσταση στην άλλη, ο ήρωας θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το αρμονικό και τέλεια ταξινομημένο σύμπαν του Sam Mendes. Το ότι ο Kevin Spacey κατόρθωσε να δώσει μια εσωτερική δύναμη στο ρόλο διατηρώντας όλη την στωικότητα και αποστειρωμένη ηρεμία της ταινίας, ήταν που έκανε όλη τη διαφορά.

Και μπορεί να φαίνεται ότι λείπει το υποκριτικό ταπεραμέντο του, όπως το έχουμε συνηθίσει σε άλλες ταινίες, στην πραγματικότητα όμως είναι ο πιο δύσκολος ρόλος του και η πιο βαθιά του ερμηνεία.

 

Αναδημοσίευση απο το Artcore Magazine (artcoremagazine.gr)