The Favourite

The Favourite (Η Ευνοούμενη), 2018

Σκηνοθέτης: ΓιώργοςΛάνθιμος

Παίζουν: Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα η φιλάσθενη βασίλισσα Άννα (Olivia Colman) κυβερνά, έχοντας ως σύμβουλο στο πλευρό της τη δυναμική Λαίδη Σάρα (Rachel Weisz), η οποία ουσιαστικά κυβερνά στη θέση της. Όταν θα καταφτάσει στο παλάτι μια νέα υπηρέτρια, η Άμπιγκεϊλ (Emma Stone), ξαδέρφη της Σάρα, οι ισορροπίες θα ανατραπούν, καθώς θα αρχίσει κι αυτή να αποκτά την εύνοια της Βασίλισσας.

Πολιτικά παιχνίδια, παιχνίδια εξουσίας, ίντριγκες και προδοσίες από ένα τρίπτυχο γυναικών ικανών για όλα, σε αυτήν την -μάλλον μοντέρνα- ταινία εποχής. Ο Λάνθιμος αφήνει πίσω το γνώριμο weird ύφος του και κάνει μια ταινία πολύ πιο "βατή" και πιο κοντά στα χολιγουντιανά πρότυπα.

Τι είναι αυτό που ανέβασε την ταινία του Λάνθιμου στην κορυφή της προτίμησης κριτικών και κοινού; Πρώτα απ' όλα, το σενάριο. Ενδιαφέρον, έξυπνο, με μικρά plot twists, χιούμορ και ωραίες ατάκες, στρωτό και "καθαρό" ως προς την αφήγηση του, σε παίρνει από το χέρι και δεν ξέρεις πού ακριβώς θα σε πάει.

Σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ, φωτογραφία, όλα άψογα και καλοδουλεμένα ώστε να δώσουν στην ταινία το ύφος που πρέπει. Χώροι κλειστοί, πολλές φορές σκοτεινοί, που "ανοίγουν" πανέξυπνα με τη χρήση του ευρυγώνιου φακού σε αρκετές σκηνές. Πολύ επιτυχημένη η χρήση της μουσικής, ειδικά τα μονότονα μοτίβα στις κομβικές στιγμές της ταινίας και στις σκηνές της έντασης.

Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι πρόκειται για καθαρά "γυναικεία" ταινία (και "φεμινιστική" ίσως;), όχι μόνο γιατί οι τρεις πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες, αλλά και γιατί οι άντρες μοιάζουν περισσότερο με κομπάρσοι. Οι Olivia Colman, Emma Stone, Rachel Weisz δίνουν καταπληκτικές ερμηνείες, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχουν στα χέρια τους και ένα πολύ καλό υλικό. Ο τρόπος που είναι σκιαγραφημένοι οι χαρακτήρες τους είναι αριστουργηματικός και τους δίνει περιθώριο να κινηθούν ελεύθερα και -γιατί όχι;- να το διασκεδάσουν και λίγο.

Αυτό που κάνει το "The Favourite" να ξεχωρίζει εντελώς από άλλες ταινίες εποχής (γιατί ασφαλώς το θέμα της δεν είναι πρωτότυπο) είναι ότι ο Λάνθιμος της δίνει μια εξαιρετικά μοντέρνα πινελιά. Από τον τρόπο που φέρονται οι ήρωες -συμπεριφορές που φλερτάρουν με τα όρια του σουρεαλισμού σε αρκετές σκηνές- μέχρι τις χιουμοριστικές ατάκες και τις βρισιές, όλα συνθέτουν ένα πολύ φρέσκο αποτέλεσμα.

Κι έπειτα είναι και το άλλο: ο Λάνθιμος δε θέλει απλώς να δείξει τα πολιτικά παιχνίδια, τις ίντριγκες και την υποκρισία, αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Ο Λάνθιμος μοιάζει να θέλει να διακωμωδήσει τους ίδιους τους ήρωες του. Σαν να θέλει λίγο να τους "κοροϊδέψει", με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον. Γι' αυτό τους έχει βαμμένους και ντυμένους (σε αρκετές σκηνές) σαν να είναι καρικατούρες, γι' αυτό τους βάζει να φωνάζουν υστερικά ή να κυλιούνται στα πατώματα. Ο Λάνθιμος καταπιάνεται με ένα πολύ σοβαρό θέμα, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζει να κάνει και πλάκα.

Το "The Favourite" μπορείς να το πεις και μαύρη κωμωδία, μπορείς να το πεις και σαρκαστικό δράμα. Όλοι είναι θύτες και θύματα, όλοι είναι καλοί και κακοί, όλοι έχουν και δίκιο και άδικο, σε ένα ατελείωτο παιχνίδι που οι ισορροπίες οι δυναμικές και οι χαρακτήρες αλλάζουν, ανατρέπονται, εξελίσσονται διαρκώς -με έναν τρόπο τραγικό και κωμικό ταυτόχρονα. Κι όλα αυτά δοσμένα με έναν πολύ ιδιαίτερο και ευφάνταστο τρόπο κινηματογράφησης. Το "The Favourite" αποτελεί σίγουρα μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία.

Ψηλά

Στόχευε ψηλά,

πέρα από τα σύννεφα

όρια δεν έχει ο ουρανός,

μονάχα φως

και αιθέριο γαλάζιο. 

(Περιοδικό Ser-Free, #51, City zoom)

Γάλα Μαγνησίας, του Κώστα Ακρίβου

Γάλα Μαγνησίας, μυθιστόρημα, του Κώστα Ακρίβου (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018)

"Γάλα Μαγνησίας". Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας τίτλος να περιγράψει τόσο εύστοχα το περιεχόμενο και το βασικό πλαίσιο ενός βιβλίου. "Γάλα", αφού το βιβλίο μας παραπέμπει σε μια ιστορία "αθώα", στην ιστορία τεσσάρων εφήβων. "Μαγνησίας", αφού τα γεγονότα διαδραματίζονται στο Βόλο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Αν έχει καμιά σημασία που το βιβλίο τοποθετείται στον Βόλο; Καμία. Θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται οπουδήποτε αλλού. Ο τρόπος όμως που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το μέρος έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: στις σελίδες του βιβλίου κατονομάζονται μέρη του νομού, οδοί, μαγαζιά -ο Βόλος καταλήγει να γίνει ένας ακόμα ήρωας του βιβλίου, κι αυτό είναι, μεταξύ άλλων, που κάνει την αφηγούμενη ιστορία τόσο ζωντανή, τόσο αληθινή και εν τέλει τόσο οικεία σε εμάς.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι η ιστορία τεσσάρων αγοριών, γύρω στα 17, που είναι εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70. Διαβάζουμε για τις περιπέτειες τους, τις σκανδαλιές τους, τις ανησυχίες τους, τα όνειρά τους, τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Αυτή τουλάχιστον είναι η πρώτη ανάγνωση. Γιατί το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου έχει πολλές αναγνώσεις, πολλές προεκτάσεις, πολλές κατευθύνσεις.

Πόσο επηρεάζει η κοινωνία την ψυχοσύνθεση του κάθε ατόμου; Πόσο διαφορετικοί θα ήταν οι ήρωες μας αν προέρχονταν από πιο ευκατάστατες οικογένειες; Θα συμπεριφέρονταν άραγε διαφορετικά αν δε ζούσαν στο ασφυκτικό περιβάλλον ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου; Ποια είναι τα όρια της σωστής εκπαίδευσης; Ο συγγραφέας δε δίνει απαντήσεις σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα -κι ούτε ενδιαφέρεται και να δώσει. Θέλει απλώς να θέσει τις ερωτήσεις, θίγοντας τα ζητήματα αυτά έμμεσα, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του. Και παρόλο που καταπιάνεται με θέματα τόσο σοβαρά, καταφέρνει να διατηρεί πάντα ευχάριστο το κλίμα του βιβλίου του, χωρίς να το βαραίνει και χωρίς να περνά σε κοινωνιολογικές αναλύσεις.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που συναντούμε στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι ο χρόνος, το χρονικό πλαίσιο δηλαδή της ιστορίας. Ο Κώστας Ακρίβος δεν ενδιαφέρεται βέβαια να γράψει ένα μυθιστόρημα ιστορικό, καταφέρνει ωστόσο να δώσει το ιστορικό στίγμα με ιδιαίτερη μαεστρία. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πίσω από τις ιστορίες των ηρώων του, αλλά και μέσα σε αυτές πολλές φορές, καταγράφεται απλά, ανεπαίσθητα και αθόρυβα μια ολόκληρη εποχή. Ο απόηχος του Πολυτεχνείου, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, τα πολιτικά γεγονότα του '70. Οι διάχυτες ιδεολογίες, οι συγκρούσεις, ο αναβρασμός της εποχής. Αλλά και πέρα από αυτά, οι συνήθειες, η καθημερινότητα, ο τρόπος ζωής στην ελληνική επαρχία. Η διασκέδαση, τα μαγαζιά, οι συνήθειες της νεολαίας. Η μόδα. Τα μουσικά ακούσματα. Ο παλμός μιας ολόκληρης εποχής δίνει το ρυθμό για να ξετυλιχτεί απολαυστικά η κεντρική μας ιστορία.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι, λοιπόν, σε πρώτη ανάγνωση, ένα μυθιστόρημα εφηβικό. Ακολουθεί τις περιπέτειες του Ζερβή, του Αχιλλάκου, του Μικ και του Μπράσκα. Το βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να αρχίζει και να τελειώνει εδώ, και θα ήταν και πάλι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Όμως όχι, ο συγγραφέας δεν αρκείται σε αυτό. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα και οδηγεί ένα φαινομενικά ευχάριστο και ανάλαφρο μυθιστόρημα σε πολύ βαθιά υπαρξιακά μονοπάτια. Ο ανέμελοι ήρωες θα στιγματιστούν για πάντα από ένα τραγικό γεγονός: τον πνιγμό ενός συμμαθητή τους.

Τι ευθύνη έχει ο καθένας για αυτό το συμβάν; Τι συνέπειες φέρνει ένα τέτοιο γεγονός; Και τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στον καθένα ξεχωριστά; Τι ρόλο παίζει η μνήμη; Τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε στη λήθη; Ο Κώστας Ακρίβος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα και παίζει πολύ επιτυχημένα με έννοιες όπως η ενοχή, η μετάνοια, η εξιλέωση, η ευθύνη, η επιλογή, το λάθος, η λύτρωση. Και αυτό το στοιχείο είναι που εντάσσει το "Γάλα Μαγνησίας" στη μεγάλη κατηγορία των βιβλίων που ζητούν απαντήσεις για τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.

Εκεί που φαίνεται όμως η μαεστρία του συγγραφέα και αυτό που φέρνει την μεγάλη ανατροπή στο "Γάλα Μαγνησίας" είναι το εξής: θα περίμενε κανείς το τραγικό συμβάν του πνιγμού να τοποθετηθεί στο τέλος του βιβλίου, σαν ένα σοκαριστικό φινάλε, σαν το άδοξο και πικρό τέλος μιας ωραίας εφηβικής ιστορίας. Όμως όχι, ο Κώστας Ακρίβος πρωτοτυπεί και βάζει το συμβάν στην αρχή του βιβλίου. Από την πρώτη σελίδα ο αναγνώστης ξέρει τι θα συμβεί. Και μέχρι τις τελευταίες σελίδες -όταν πια θα συναντήσουμε τους ήρωες χρόνια μετά- τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το γεγονός αυτό. Πάνω από κάθε αστείο και παιχνιδιάρικο περιστατικό της ζωής των έφηβων ηρώων, στέκεται σαν σκιά το αναπόφευκτο γεγονός του προαναγγελθέντος θανάτου. Και αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο ξεχωριστό.

Για να επιτύχει λοιπόν ο συγγραφέας αυτό το αποτέλεσμα, επιλέγει ένα πολύ ωραίο τέχνασμα σε ό,τι αφορά τη δομή του βιβλίου του. Η ιστορία που διαβάζουμε είναι μια ιστορία δύο ταχυτήτων. Από τη μια οι περιπέτειες των ηρώων στο οικοτροφείο, γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγητή έναν από τους έφηβους ήρωες μας. Και από την άλλη, εμβόλιμα στην κυρίως αφήγηση, μικρά κεφάλαια που αφορούν το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Και στο τέλος, όταν οι δύο αφηγήσεις συναντηθούν, θα πάμε χρόνια μπροστά, για το φινάλε.

Μια τέτοια απαιτητική αφήγηση βέβαια χρειάζεται και την ανάλογη γλώσσα. Και σε αυτό το σημείο είναι που φαίνεται ξεκάθαρα τόσο η συγγραφική ικανότητα όσο και η φιλολογική ιδιότητα του Κώστα Ακρίβου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δοσμένη από το στόμα του Ζερβή, είναι γραμμένη σε γλώσσα άμεση, γρήγορη, οικεία, σχεδόν προφορική πολλές φορές, όπως φυσικά θα άρμοζε από τα χείλη ενός δεκαεφτάχρονου. Και η τριτοπρόσωπη αφήγηση που αφορά το περιστατικό του πνιγμού, γραμμένη αυστηρά, τυπικά, σχεδόν πένθιμα.

Ο Κώστας Ακρίβος στις 300 σελίδες του βιβλίου του χωράει πολλά πράγματα και πολλά συναισθήματα, που τα συνδυάζει όλα άψογα μεταξύ τους, σαν να περνάει από το ένα στο άλλο με ακροβατική δεινότητα. Συγκίνηση και θλίψη. Γέλιο και πόνος. Το ανάλαφρο και το τραγικό. Η αθωότητα και η ενοχή. Η αιτία και το αποτέλεσμα. Η απεικόνιση μας εποχής, αλλά και ένα περιστατικό πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Μια ιστορία εφηβική που γίνεται τελικά μια ιστορία ενηλικίωσης και ενδοσκόπησης.

Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο. Και αποδεικνύει πόσο ταλαντούχος είναι ο Κώστας Ακρίβος. Για την αριστουργηματική χρήση της γλώσσας, για το θέμα του, για τα νοήματα και πέρα από όλα αυτά γιατί στέκεται απέναντι στους ήρωες του, και κατ' επέκταση και στους αναγνώστες του, με σεβασμό, αξιοπρέπεια και πολλή αγάπη.

(Ανδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr, τ.44, Δεκέμβριος 2018)