Όταν μια παράσταση χωρίζει τον κόσμο στα δυο

Δύσκολα μπορείς να πεις ποιος έχει απόλυτα δίκιο και ποιος έχει απόλυτα άδικο για το ζήτημα της παράστασης του Εθνικού.

Ναι, είναι λογικό να μη θέλεις να δεις μια παράσταση στην οποία χρησιμοποιούνται τα κείμενα ενός ανθρώπου του οποίου οι πράξεις είναι σαφώς καταδικαστέες από το νόμο και από την κοινωνία.

Και από την άλλη όμως, ένα κείμενο δε γίνεται καλό ή κακό από τον άνθρωπο που το έγραψε. Το κείμενο ενός τρομοκράτη δεν είναι απαραίτητα κακό -και με κακά μηνύματα-, όπως, με την ίδια λογική, δεν είναι απαραίτητα καλό -και με καλά μηνύματα- το κείμενο ενός έντιμου και ενάρετου και νομοταγούς πολίτη. Εξάλλου, άπαξ και φύγει το καλλιτεχνικό δημιούργημα από τα χέρια ενός δημιουργού, είναι μόνο του πια, αποδεσμεύεται, έχει δική του ζωή. Συνδέεται με τον δημιουργό του, αλλά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτόν ή με τη ζωή του.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι απλώς ποιος γράφει ένα κείμενο -γιατί, στο κάτω-κάτω, κανείς δεν μπορεί να ορίσει ποιος θα γράφει και ποιος όχι- αλλά ποιο είναι το μήνυμα του κείμενου. Και συνεπώς ποιο ήταν και το μήνυμα της παράστασης. Κι ανάθεμα αν οι μισοί από αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν είχαν δει όντως την παράσταση. Εξυμνείτο η τρομοκρατία μέσω της παράστασης; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Εγώ δεν την είδα την παράσταση, άρα δεν έχω και απάντηση.

Η τέχνη είναι τέχνη και είναι από τη φύση της τέτοια που εγείρει ερωτήματα και συζητήσεις και δημιουργεί ζυμώσεις -αυτός είναι ο σκοπός της. Πόσο επιβλαβές είναι ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο δεν έχει να κάνει μόνο με το έργο καθεαυτό, έχει να κάνει κυρίως με αυτόν που το προσλαμβάνει, με όλους εμάς δηλαδή. Αν έχει ένα έργο την απόλυτη δύναμη να σε επηρεάσει και να διαμορφώσει τον τρόπο σκέψης σου, τότε δε φταίει μόνο το έργο, φταις κυρίως εσύ που δεν έχεις ανοίξει τους πνευματικούς σου ορίζοντες αρκετά.

Εγώ αυτό που αδυνατώ να καταλάβω στην όλη ιστορία είναι οι διαστάσεις που πήρε το θέμα. Κάποιοι ενοχλήθηκαν, κάποιοι όχι. Οκ, αυτό συμβαίνει κάθε μέρα για δεκάδες πράγματα. Η λύσσα όμως με την οποία εκφραζόμαστε όλοι, ειδικά στα social media, αυτή είναι το πραγματικό πρόβλημα. Καλύτερα να διατηρούμε την ενέργεια μας αυτή για να διαμαρτυρόμαστε για άλλα πράγματα, πολύ πιο σημαντικά, που πάνε στραβά στη σημερινή κοινωνία.

Στο κάτω-κάτω, η τέχνη κρίνεται από το κοινό και κρίνεται από το χρόνο. Ένα δημιούργημα κακό δε θα βρει την αποδοχή του κοινού και δε θα αντέξει και πολύ. Δε χρειάζεται τόση μα τόση φασαρία.

Rebels without a cause

90s. Αρβύλες και μπότες βέρμαχτ. Τζιν σκισμένα και με στάμπες. Φαρδιά T-shirt και μαλλιά σχεδόν αχτένιστα. Guns Ν’ Roses και Aerosmith στη διαπασών. Μηχανάκια. Τσιγάρα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου. Καταλήψεις. Μεγάλα κλαμπ, ξέφρενα πάρτυ. Ωραίοι έφηβοι, ατίθασοι, ελεύθεροι κι ανένταχτοι, σαν τους ροκάδες του MTV. Επαναστάτες ίσως;

Η ωραία γενιά των 90s, οι σημερινοί 30-to-40, θεωρείται σήμερα η καμένη γενιά. Αυτή που ξεκίνησε με τα χίλια, καβαλώντας ξέγνοιαστη την chopper των πολλών κυβικών, και με όλα τα εφόδια και η κρίση της έκοψε τη φόρα. Που σπούδασε, μορφώθηκε, γέμισε με πτυχία –ίσως μάλιστα όσο καμιά άλλη- για να περιμένει σήμερα στην ουρά του ΟΑΕΔ. Η γενιά που τα είχε όλα και έμεινε στο τίποτα.

Και όντως αυτή η γενιά τα είχε όλα, εκτός ίσως από ένα πράγμα: κίνητρο.

Η κυριαρχούσα φιλοσοφία των 90s ήταν η σταθερότητα. Δουλειά μόνιμη, σπίτι ιδιόκτητο, αυτοκίνητο, εξοχικό και εξασφαλισμένες διακοπές. Ένα οργανωμένο πλάνο για μια ζωή και φαινομενικά τόσο, μα τόσο εύκολο, για να το αποκτήσεις.

Αυτό που δεν της έμαθε κανείς είναι να ρισκάρει. Να προσπαθεί. Να μην επαναπαύεται. Να ελίσσεται –και να εξελίσσεται. Να μη φοβάται. Να αναζητά καινούργιες ιδέες, να ανοίγεται. Να μηδενίζει και να ξεκινά από την αρχή. Να τολμά. Να βουτάει στα βαθιά –της έμαθαν πολύ καλό κολύμπι, αλλά μόνο στα ρηχά.

Η ατίθαση γενιά των 90s, με τον αέρα της ανεμελιάς στα μαλλιά της και τον ξέχειλο τσαμπουκά της, δεν ήταν ποτέ επαναστατική. Ήταν απλώς αντιδραστική. Ή έστω, ήταν επαναστατική εκ του ασφαλούς. Ήταν μια γενιά ασυμβίβαστη, αλλά με ένα εντελώς συμβατικό πλάνο ζωής. Που δεν ήθελε ούτε και η ίδια να το αλλάξει. Έπεσε στην παγίδα της. Και τώρα δεν ξέρει πώς να το αλλάξει.

Αν οι σημερινοί τριαντάρηδες είναι όντως η καμένη γενιά, δεν είναι μόνο γιατί της έτυχαν όλα αυτά τα δυσάρεστα, αλλά γιατί δεν μπόρεσε να τα διαχειριστεί. Δεν ήξερε πώς να τα διαχειριστεί.

Όσο για τους επαναστάτες, μετά την μεταπολίτευση φαίνεται πως δεν υπήρξαν πραγματικά. Η επανάσταση θέλει έλλειψη, θέλει εσωτερική σύγκρουση, θέλει ζυμώσεις. Ούτε η σημερινή γενιά είναι ακόμα έτοιμη. Έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς θα προσπαθεί να ξεμπλεχτεί από το overdose των πληροφοριών, την ταχύτητα των εξελίξεων, την κατήφεια του επαγγελματικού αδιέξοδου, τα κατάλοιπα της υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας. Η επόμενη γενιά όμως… Αυτήν περιμένουμε.

 

Περιοδικό Ser-Free, #38

Κοινωνία αδιέξοδη

Κοιτάζοντας από ψηλά μια κοινωνία που κοντοστέκεται ασθμαίνοντας κουρασμένη,

κάτω από έναν ουρανό που ολοένα σκοτεινιάζει,

η απάντηση σχηματίζεται μία: διέξοδος καμιά.

 

City zoom, Ser-Free, #22