Στέλιος Μάινας

«Είμαι έτοιμος να κάνω την αποτυχία μετά τη μεγάλη επιτυχία, δε φοβάμαι»

Αν τον Στέλιο Μάινα τον συμπαθούσα ήδη ως καλλιτέχνη μέσα από τις δουλειές του (λατρεμένα «Μαύρα Μεσάνυχτα»), τότε γνωρίζοντας τον από κοντά η άποψη μου εκτινάχτηκε στα ύψη. Ευγενικός, χαμογελαστός, με κατασταλαγμένες απόψεις σχετικά με την τέχνη που δείχνουν ηθοποιό με ήθος, από την πρώτη στιγμή που μιλήσαμε (ήδη από το τηλέφωνο) μια σκέψη μου γεννήθηκε στο μυαλό: ήταν ο Μάινας ένας «Θράσος» του καλλιτεχνικού χώρου, ένας άνθρωπος δηλαδή με ξεχωριστή ποιότητα σε κύκλους που θεωρούνται πολλές φορές ...αμφίβολοι;

«Τους χώρους εμείς τους φτιάχνουμε, εμείς δίνουμε τον τόνο», μου λέει καθώς του εκφράζω τη σκέψη μου στην αρχή της συνέντευξης. «Και για να υπερασπιστώ το χώρο μου, να πω ότι είναι πολύ παρεξηγημένος. Ο χώρος της τέχνης είναι χώρος της διανόησης, της άμιλλας... –κι αυτό που λέω δεν είναι θεωρητικό, όταν ξεκίνησα εγώ έτσι ήταν τα πράγματα. Αλλά πλέον τίποτα δε μοιάζει με το πώς ήταν παλιά, οπότε γιατί να μοιάζει το θέατρο; Αλλά ο χώρος μας είναι παρεξηγημένος με τη έννοια ότι ο κόσμος νομίζει ότι έχει να κάνει με δόξα, λεφτά, ματαιοδοξία... Ματαιόδοξοι άνθρωποι υπάρχουν, αλλά όχι μόνο εδώ».

Καθώς μιλάμε σκέφτομαι τους «Μεν και δε», τα «Μαύρα Μεσάνυχτα», το «Νησί», την «Όπερα της πεντάρας» που ανέβηκε πρόπερσι το καλοκαίρι και ήταν υπέροχο, όλα αγαπημένες δουλειές που καθιέρωσαν τον Μάινα σαν έναν από τους πιο καλούς σύγχρονους ηθοποιούς. Με ποια κριτήρια κάνει τις επιλογές που τον έχουν βοηθήσει για αυτήν την μέχρι τώρα αξιόλογη πορεία;

«Είναι πολλοί οι παράγοντες. Οι συνεργάτες, το έργο, παίζει ρόλο ποιος σου προτείνει κάτι και γιατί... Γιατί πολλές φορές κάνω πράγματα και από συμπάθεια, δηλαδή συμμετέχω και αφιλοκερδώς... Είμαι σε μια θέση και σε μια ηλικία που επιβάλλεται να προσφέρεις. Δεν είμαι στη φάση που αναζητώ δουλειά ή που χρειάζεται να δουλέψω εναγωνίως για βιοποριστικούς λόγους. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι, σε όλους τους τομείς, όταν βρίσκονται σε καλύτερη θέση από κάποιους άλλους έχουν χρέος να δίνουν έναν κομμάτι από αυτήν την τύχη και στους υπόλοιπους».

Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκέφτεται˙ δείχνει, όπως του λέω, άνθρωπος βαθιά ικανοποιημένος.

«Σαφέστατα. Δεν έχω απωθημένα. Θεωρώ ότι είμαι ένας τυχερός άνθρωπος, που μου έχουν τύχει καλά πράγματα στη ζωή μου και στην οικογένεια μου. Και θα ήθελα να επιστρέφω ένα κομμάτι από αυτήν την τύχη και στους άλλους».

Υπάρχει όμως η ίδια ικανοποίηση για τις επιλογές του παρελθόντος; Κατά πόσο ασκεί κριτική για αποφάσεις που πήρε σε άλλες φάσεις της δουλειάς του;

«Ο καλλιτέχνης, κατά την προσωπική μου γνώμη, πρέπει να περνάει από διαφορετικούς χώρους. Πρέπει να τρίβεται με διαφορετικά πράγματα για να μπορεί να αποκτήσει μια θέση συμπαντική στην τέχνη. Η υποχρέωση του είναι να μεταφέρει μία συγκεκριμένη αίσθηση στο κοινό, η οποία είναι πολύ λεπτή και δεν κατακτιέται από τη μια μέρα στην άλλη, θέλει πολύ χρόνο. Σε όλο αυτό το διάστημα έχεις υποχρέωση να δώσεις το στίγμα σου και αυτό δεν μπορεί να γίνει αν ακολουθήσεις ένα μόνο δρόμο. Εμένα με αντιπροσωπεύει η τέχνη στην ολότητα της».

Παρόλο που κάνει λόγο για ολότητα, περιμένω να μου πει ότι έχει αδυναμία σε κάποιο είδος. Πέφτω έξω όμως˙ του αρέσουν όλα εξίσου.

«Νομίζω ότι όλα είναι η ίδια έκφανση της ανθρώπινης υπόστασης, της αγωνίας του ανθρώπου, σε διαφορετική στιγμή. Δε διαφέρει σε τίποτα η κωμωδία από την τραγωδία παρά μόνο στην οπτική γωνία. Ένα δυσάρεστο γεγονός αν το δεις από την άλλη όψη γελάς. Ή το τραγικό γεγονός στην υπερβολή του γίνεται γελοίο».

Σκέφτομαι την τάση του κόσμου να ταυτίζει τους ηθοποιούς με τους ρόλους που ερμηνεύουν και αναρωτιέμαι αν ο Στέλιος Μάινας ανησυχεί για έναν «στιγματισμό» τέτοιου είδους.

«Είναι αργά για να το πάθω αυτό! Απλά η επιτυχία αποτελεί μια καλή ευκαιρία. Η επιτυχία όμως είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους, όχι σε μένα, δηλαδή την επιτυχία μου την εκλαμβάνετε εσείς, όχι εγώ. Ο καλλιτέχνης πρέπει να κρατάει τις αποστάσεις του και από την επιτυχία και από την αποτυχία. Η δική μας δουλειά, αν την κοιτάξεις κατ’ ουσίαν εις βάθος, είναι μια δουλειά μοναστηριακή, απαιτεί φοβερό αυτοέλεγχο. Η επιτυχία ή η αποτυχία μπορεί να σε παρασύρει, να σε βγάλει από το στόχο σου. Και μπορεί η επιτυχία να προσφέρει την ηθική ικανοποίηση, αλλά, από την άλλη, αν επαναπαυτείς στις δάφνες σου την έβαψες! Ο καλλιτέχνης τη στιγμή που θα σταματήσει έχει τελειώσει. Πρέπει η πορεία του να είναι συνεχής. Αυτό περιμένει από σένα ο κόσμος. Ο κόσμος με την ίδια ζέση που σε χειροκροτά, με την ίδια ζέση σου γυρνάει την πλάτη».

Και αφού μιλάμε για επιτυχίες και αποτυχίες σχηματίζεται στο μυαλό μου η επόμενη ερώτηση: τι γίνεται όταν μετά από μια μεγάλη επιτυχία δεν υπάρξει ανάλογη συνέχεια;

«Είμαι έτοιμος να κάνω την αποτυχία μετά τη μεγάλη επιτυχία, δε φοβάμαι. Δε φοβάμαι μήπως πουν “αυτός τι καλός που ήταν και τι χαζομάρα έκανε τώρα...”. Αυτό είναι κάτι που θα συμβεί. Ο κόσμος όταν του αρέσει κάτι το μυθοποιεί. Αν μυθοποιήσεις κι εσύ ο ίδιος τότε τον εαυτό σου, θα είσαι στο όραμα ενός πράγματος που δεν υπάρχει. Την έχουν πατήσει πολλοί έτσι. Ο κόσμος δε σε συγχωρεί, σε θέλει εκεί που του άρεσες. Αυτό όμως είναι μια φενάκη. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει μια πραγματική εικόνα».

Είναι από τις λίγες φορές που έχω συναντήσει καλλιτέχνη με τόσο κατασταλαγμένες απόψεις και με τόση διαύγεια στον τρόπο σκέψης που η συζήτηση μας κυλάει με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο. Έναν ηθοποιό, που έχει αναπτύξει τέτοια θεωρία σχετικά με την τέχνη, πόσο τον απασχολεί η εικόνα του; Ο Μάινας σχεδόν με διακόπτει καθώς υποβάλλω την ερώτηση μου.

«Καθόλου δε με απασχολεί. Απλά έχω μια πορεία την οποία ακολουθώ και αυτό που θέλω είναι να μην είμαι ανακόλουθος αυτού που έχω αποφασίσει για τον εαυτό μου. Για εμάς τους ηθοποιούς κατά καιρούς γράφονται διάφορα. Δεν μας κάνουν κακό μόνο τα κακά δημοσιεύματα, αλλά και τα καλά. Οποιαδήποτε δημοσίευση γίνεται είναι μια φθορά για τον καλλιτέχνη, για τον εσωτερικό του κόσμο. Καλό θα ήταν οι καλλιτέχνες να μην είχαν καμία σχέση με αυτό».

Πράγμα βέβαια που τηρεί πρώτα-πρώτα ο ίδιος, καθώς απέχει πολύ από την υπέμετρη προβολή.

«Ευτυχώς!», απαντάει γελώντας. «Αυτό βέβαια το έχω επιδιώξει και εγώ, αλλά και εσείς οι δημοσιογράφοι δε μασάτε. Έχει τύχει να αρνηθώ συνέντευξη και μία βδομάδα μετά να δω στο εν λόγω έντυπο ένα κείμενο σαν να έχω δώσει συνέντευξη! Γίνεται ένα ποτ-πουρί από συνεντεύξεις που έχω δώσει γενικά και προκύπτει ένα προφίλ χωρίς τη συμβολή μου. Αυτό είναι κάτι που γίνεται συνέχεια και δεν μπορείς να πεις και τίποτα γιατί αυτό που θα έχουν γράψει για σένα θα είναι ύμνος! Αυτό όμως σου κάνει κακό. Όταν ο κόσμος θα διαβάζει συνέχεια “ο Μάινας έτσι κι ο Μάινας αλλιώς” στο τέλος θα πει “αμάν πια αυτός ο Μάινας”! Και η δημοσιογραφία πρέπει να κρατά αποστάσεις αλλιώς γίνεται κιτρινισμός».

Κλασσική μου ερώτηση πλησιάζοντας προς το τέλος: τι είναι αυτό που θα ήθελε περισσότερο να κάνει στη συνέχεια της καριέρας του.

«Κινηματογράφο. Ο οποίος όμως δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι σε κατάσταση διάλυσης... Ο κινηματογράφος που υπάρχει αυτή τη στιγμή αποτελεί κάτι ξένο για μένα. Και ευτελές. Υπάρχει βέβαια και η αξιόλογη πλευρά, αλλά δεν χρηματοδοτείται από πουθενά».

Και με αυτό μου δίνει πάσα για την επόμενη ερώτηση.

«Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλον τον κόσμο», λέει ως απάντηση στο αν η τέχνη έχει πάρει την κατιούσα. «Υπάρχει ίσως μια ευτέλεια, επειδή ο κόσμος δυσκολεύεται και πιέζεται από παντού, ίσως αναζητά μια διέξοδο σε κάτι πιο εύκολο».

Η συνέντευξή μας ήταν άκρως απολαυστική και ετοιμάζομαι σιγά-σιγά να αποχωρήσω, αν μη τι άλλο ευχαριστημένη που η γνωριμία με τον Μάινα ως χαρακτήρα δικαίωσε τη συμπάθεια για τον Μάινα ως ηθοποιό. Λίγο προτού πατήσω το stop στο δημοσιογραφικό με ξαφνιάζει στην τελευταία ερώτηση:

«Αν δεν ήσουν ηθοποιός, τι θα ήσουν;».

«Γιατρός. Ο ηθοποιός είναι η τέχνη της παρατήρησης. Το ίδιο και ο γιατρός. Η ιατρική είναι ενδοσκόπηση. Το ίδιο και η υποκριτική».

 

Περιοδικό Ser-Free, τεύχος 18, 2011

Η εθνική μας μνήμη

Όταν πήγα ταξίδι στη Ρωσία μού έκανε εντύπωση πόσα μνημεία είχαν στήσει η Ρώσοι στη Μόσχα για τα θύματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το δε Πολεμικό Μουσείο -ένα μεγαλειώδες μουσείο από κάθε άποψη- δεν ήταν απλώς ένας χώρος συγκέντρωσης και έκθεσης όλων των πραγμάτων που αφορούσαν τον Β' Παγκόσμιο, αλλά ουσιαστικά ένας χώρος-φόρος τιμής για τους πεσόντες ήρωες: οι μνήμες εκεί μέσα ήταν τόσο ζωντανές που βίωνες το πένθος. Υπήρχε μάλιστα μια αίθουσα (η αίθουσα των δακρύων, αν θυμάμαι καλά), όπου υπήρχαν βιβλία σε προθήκες, γεμάτα με τα ονόματα όλων των πεσόντων -πάνω σε κάθε βιβλίο ήταν ακουμπισμένο ένα τριαντάφυλλο, ενώ από το ταβάνι κρέμονταν πετράδια σε σχήμα δακρύου.

Αυτό συνέβαινε σε όλη την πόλη -ή τουλάχιστον εκεί που πήγαν εμάς τους τουρίστες. Η Ρωσία έδινε την εντύπωση ότι έχει σθεναρή μνήμη, δεν παραλείπει να τιμά τους ήρωες της και δεν ξεχνά όσα άσχημα συνέβησαν. Μπορεί βέβαια για χάρη της διπλωματίας να ρίχνει νερό στο κρασί της όταν είναι απαραίτητο, αλλά δε φαίνεται διατεθειμένη να διαγράψει το παρελθόν της.

Η τόσο έντονη αυτή αίσθηση της μνήμης μού δημιούργησε ανάμικτα συναισθήματα. Θα μπορούσε μια τέτοια προσκόλληση στο παρελθόν να δημιουργήσει εθνικισμό; Μνησικακία; Αδυναμία να προχωρήσει ομαλά την ιστορική της πορεία; Από την άλλη όμως με έβαλε σε σκέψεις και για τη δική μας εθνική μνήμη.

Εμείς οι Έλληνες είμαστε λιγάκι μυστήριοι στο θέμα της μνήμης και της ιστορίας. Από τη μια κουβαλάμε ένα μεγάλο βάρος, αυτό του ένδοξου παρελθόντος. Αυτή η συνεχής σύγκριση με τους αρχαίους ημών βέβαια έχει καταντήσει γραφική -και όντως έτσι είναι. Αλλά δεν παύει να είναι αλήθεια το γεγονός ότι ένα παρελθόν με τόσο μεγάλες κατακτήσεις σε τόσους τομείς και τόσες σπουδαίες προσωπικότητες μάς έχει δημιουργήσει ένα κόμπλεξ ανωτερότητας. Πιστεύουμε ότι είμαστε το καλύτερο έθνος στον κόσμο επειδή είχαμε για πρόγονο τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη και υποτιμούμε όλους τους άλλους γιατί έρχονται μετά από εμάς, δεύτεροι και καταϊδρωμένοι.

Ούτε λόγος βέβαια για το τι έχουμε καταφέρει τώρα, τις τελευταίες δεκαετίες, ως έθνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν καταφέραμε και πολλά, αλλά κι ούτε έχουμε αφήσει στην άκρη το επιχείρημα "όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα, εσείς τρώγατε βελανίδια". Λες κι αυτό από μόνο του δικαιώνει και δικαιολογεί τα οποιαδήποτε εθνικά μας λάθη και την όποια αδυναμία μας. Η προέλευση μας από τόσο σπουδαίους ανθρώπους αντί να μας δώσει τη βάση για να ανεβούμε ψηλά και να μεγαλουργήσουμε, μας έκανε άπραγους, μίζερους, παρελθοντολάγνους και υπερόπτες.

Το παράξενο στην όλη υπόθεση είναι ότι όλοι οι Ελληνάρες που είναι περήφανοι για τους προγόνους τους και τους χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίξουν την ανωτερότητα τους και να υποτιμήσουν όλους τους άλλους, δεν έχουν ιδέα από ιστορία. Ανάθεμα αν ξέρουν τι έγραψε ο Αριστοτέλης, αν πήγαν να παρακολουθήσουν ποτέ Ευριπίδη, αν ξέρουν τι έγινε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, για να μην πούμε ότι οι μαθητές δεν γνωρίζουν τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου, την 25 Μαρτίου και τι τιμάμε στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Έχουμε πιαστεί από κάποια ονόματα -Σωκράτης, Περικλής, Μέγας Αλέξανδρος, Κολοκοτρώνης- τα οποία εξυπηρετούν τελικά μόνο τις αγκυλώσεις μας και την στενομυαλιά της σκέψης μας.

Και ενώ λοιπόν έχουμε εμμονή με το παρελθόν μας και τους προγόνους μας, κατά τα άλλα έχουμε ιδιαίτερα ασθενή μνήμη. Οι ήρωες της επανάστασης του '21 δεν είναι παρά παράξενες φιγούρες που κοσμούν τους τοίχους των σχολείων. Οι Έλληνες που έπεσαν στο αλβανικό μέτωπο έλαβαν τελικά τόσο λίγης προσοχής που μόλις τώρα άρχισαν να ξεθάβονται, εβδομήντα και βάλε χρόνια μετά! Οι χθεσινοί Έλληνες πρόσφυγες είναι σε πολλές περιπτώσεις οι σημερινοί ρατσιστές. Μνημεία του παρελθόντος χορταριάζουν παραμελημένα γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αναστύλωση τους. Η πλειοψηφία των νέων σήμερα δεν έχει ιδέα ποιος ήταν ο Λαμπράκης, ποιος ο Μπελογιάννης, ποιος ο Σωτήρης Πέτρουλας.

Ούτε ξέρουμε τι έχει γίνει στον τόπο μας, ούτε μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Γιατί αν μάθουμε, θα πρέπει μετά να αναλάβουμε και τις ευθύνες μας. Αλλά όχι, ήμασταν πολύ απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια να γλεντάμε και να κουβεντιάζουμε θεωρίες συνομωσίας.

Γιατί τόσο photoshop ρε παιδιά;

Πρόσφατα το Vanity Fair έκανε μια ωραία φωτογράφιση με διάφορους stars του Χόλιγουντ και για να μην τα πολυλογώ η Ρις Γουίδερσπουν εμφανίστηκε να ποζάρει με τρία πόδια και η Όπρα Γουίνφρεϊ με τρία χέρια. Πέρα από το ρεζιλίκι (και το χιούμορ με το οποίο τα κορίτσια αντιμετώπισαν το συμβάν), εγείρεται κάποια στιγμή το ερώτημα: προς τι όλη αυτή η ανεξέλεγκτη ψηφιακή επεξεργασία;

Αυτό φυσικά είναι απλώς ένα περιστατικό μπροστά στα δεκάδες, στα οποία έχουμε γελάσει με ένα σωρό γελοία λάθη ή έχουμε δει ανθρώπους τόσο υπερφυσικά αψεγάδιαστους που καταλήγουν τελικά να μη μοιάζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Οκ, είσαι περιοδικό και χρειάζεσαι την τέλεια φώτο / είσαι διάσημος και δεν ανέχεσαι η πλέμπα να σε βλέπει σε κακό χάλι, γιατί κάπως πρέπει και να ξεχωρίζεις στο κάτω-κάτω… Έτσι είναι όντως τα πράγματα, ή μήπως όχι;

Το κακό με την ψηφιακή επεξεργασία δεν είναι ότι θέλεις ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτό είναι λογικό και φυσικά θα κάνεις τα μαγικά σου στη φωτογραφία για να διορθώσεις κάποιες ατέλειες και να έχεις μια όμορφη και ζηλευτή εικόνα. Το κακό είναι ότι οι υπερβολικά πειραγμένες και αψεγάδιαστες φωτογραφίες δημιουργούν (και διαιωνίζουν) μια εντελώς στρεβλή εικόνα των "διάσημων" ανθρώπων, στην οποία κατ' επέκταση εγκλωβίζονται και οι ίδιοι, αλλά και όλοι όσοι τις παρακολουθούμε.

Δεν είναι ότι ζούμε απλώς στην εποχή της εικόνας και του θεαθήναι, είναι ότι ζούμε στην εποχή της τέλειας εικόνας. Υπάρχει μια απίστευτη πίεση (ειδικά για τις γυναίκες) ότι πρέπει ντε και καλά να δείχνουμε όλοι όμορφοι, νέοι και αδύνατοι. Δεν πρέπει να έχουμε περιττά κιλά ή αγύμναστα σώματα. Δεν πρέπει να έχουμε κιλά εγκυμοσύνης, ακόμα και αμέσως αφότου γεννήσουμε. Δεν πρέπει να έχουμε άβαφα μαλλιά. Δεν πρέπει να έχουμε ρυτίδες. Πρέπει όλοι να δείχνουμε σαν τριαντάρηδες -για πάντα.

Όχι βέβαια πως και οι ίδιοι οι σταρ δε δέχονται παρόμοια πίεση. Αυτοί πρώτοι απ' όλους φοβούνται τα γηρατειά, πολύ απλά γιατί θα δεχτούν καταιγισμό αρνητικών σχολίων από ολόκληρο τον πλανήτη ή -πολύ χειρότερα- μπορεί και να βρεθούν εκτός αγοράς εργασίας.

Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια μαζική υστερία που μας κάνει να τρέχουμε σε γυμναστήρια, να κάνουμε δίαιτες, να πηγαίνουμε για μπότοξ. Όχι επειδή θέλουμε πάντα, αλλά επειδή έτσι κάνουν όλοι. Και καλά οι διάσημοι, η εικόνα τους είναι μέρος της δουλειάς τους, εμάς τι μας κόφτει; Εμείς δυστυχώς έχουμε άλλο πρόβλημα: αποκτήσαμε κόμπλεξ.

Θα μου πεις, το photoshop των περιοδικών έκανε όλη αυτή τη ζημιά; Όχι μόνο, αλλά ναι, συνέβαλαν και τα περιοδικά. Όταν η ίδια η κοινωνία σε προτρέπει να καλλιεργήσεις την εμφάνιση σου -και να αφήσεις το πνεύμα σου στάσιμο-, το αποτέλεσμα είναι να νιώθεις άσχημα με την πρώτη celebrity που θα δεις κουκλάρα στο εξώφυλλο του περιοδικού, κι ούτε θα σου περάσει από το μυαλό ότι είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας -ή, ακόμα χειρότερα, το ξέρεις, αλλά κολλάς τόσο στην εικόνα που δε σε νοιάζει.

Το χειρότερο από όλα όμως είναι το άλλο: που τα ίδια περιοδικά και sites που δημιουργούν τους αψεγάδιαστους ανθρώπους, αποθεώνουν -και καλά- και αυτούς που τσαλακώνονται. "Μπράβο στην τάδε που ανέβασε φωτογραφία στο instagram της άβαφη", "η τάδε δίνει αποστομωτική απάντηση σε όσους σχολιάζουν τα κιλά της", "συγχαρητήρια στο τάδε plus size μοντέλο" και άλλα τέτοια χαζά. Αυτά δε θα έπρεπε να είναι άξια συγχαρητηρίων, θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα που να μην μπαίναμε καν στον κόπο να τα σχολιάσουμε. Γιατί δείχνοντας τα έτσι, έστω και επαινετικά, τα κάνεις να φαίνονται σαν εξαίρεση, ενώ θα έπρεπε να είναι ο κανόνας.

Προτείνω λοιπόν να βγούμε όλοι έξω χωρίς make - up, με τις κοιλιές μας και τη ρίζα μας άβαφη. Ε είμαστε περισσότεροι, πού θα πάει, θα νικήσουμε.