Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση

Βγήκαν οι βάσεις αυτές τις μέρες, οπότε για όλους τους 18άρηδες αυτής της χώρας (και τους γονείς τους βέβαια) ξεκινά μια περίοδος φρενίτιδας: η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Τώρα που κοιτώ αυτήν την περίοδο από χρονική απόσταση ασφαλείας, μου φαίνεται πολύ παράξενη. Μεγάλη μερίδα μαθητών πέρασαν τυχαία σε μια σχολή, δεν τους καίγεται καρφί τι θα κάνουν τα επόμενα τέσσερα χρόνια και φυσικά δεν έχουν ιδέα για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ενώ παράλληλα την συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών τούς ενδιαφέρει κυρίως να έχει ωραία μπαράκια εκεί που θα πάνε και να μην έχουν τους γονείς πάνω από το κεφάλι τους. Θα μου πεις, είναι κακό αυτό; Όχι, απλώς δεν είναι αυτός ο στόχος.

Οι δε γονείς, που καταξηλώθηκαν τόσα χρόνια σε φροντιστήρια, έρχονται εκ νέου να καταξηλωθούν σε ενοίκια, έπιπλα και δε συμμαζεύεται, αλλά χαλάλι, όχι μόνο γιατί όλα αυτά είναι απαραίτητα για το επαγγελματικό μέλλον του παιδιού τους, αλλά γιατί μπορούν να βγαίνουν με ψηλά το κεφάλι στη γειτονιά και να δέχονται τα συγχαρητήρια -γιατί φαντάσου την ντροπή αν το παιδί τους δεν είχε περάσει πουθενά!

Οι πιο κερδισμένοι από όλους είναι οι επιχειρηματίες του κλάδου, οι ιδιοκτήτες ακινήτων και όλοι όσοι εμπλέκονται στις ανάγκες της φοιτητικής ζωής: μεσίτες, πωλητές επίπλων, ιδιοκτήτες μαγαζιών διασκέδασης και εστίασης, ταξιτζήδες, ιδιοκτήτες βιβλιοπωλείων και φωτοτυπάδικων… Ατελείωτη λίστα.

Είναι ωραία όλα αυτά και απαραίτητα και είναι ευχάριστο να βλέπεις τόσους ανθρώπους να χαίρονται και να ανταλλάζουν συγχαρητήρια και ευχές. Αλλά από την άλλη, όπως και να το κάνουμε, υπάρχει και η αστεία πλευρά του πράγματος: 18άρηδες που δεν έχουν ιδέα για το τι εστί ζωή με ευθύνες και επαγγελματικός στίβος θα περάσουν τέσσερα χρόνια γυρνώντας από καφέ σε καφέ για να πάρουν με χίλια ζόρια ένα πτυχίο που δε θα ξέρουν μετά  τι να το κάνουν για να επιστρέψουν στους γονείς τους, οι οποίοι θα συνεχίσουν να τους συντηρούν μέχρι… άγνωστο μέχρι πότε. Κατά τα άλλα, όλοι είναι χαρούμενοι τώρα. Και ειλικρινά δεν ξέρω αν για αυτή την κατάσταση φταίνε οι συνθήκες της χώρας ή η δική μας κοσμοθεωρία.

Φυσικά υπάρχουν και οι συνειδητοποιημένοι 18άρηδες, που έχουν όραμα και στόχο και θα πάρουν πραγματικά χρήσιμες γνώσεις από το πανεπιστήμιο, τις οποίες θα αξιοποιήσουν για την μετέπειτα σταδιοδρομία τους. Ελπίζω μόνο αυτή η μερίδα των φοιτητών να μη φύγει μόνιμα στο εξωτερικό όταν τελειώσει η τετραετία.

Και φυσικά υπάρχουν και αυτοί που δεν πέρασαν πουθενά. Σε αυτούς θα ήθελα να πω -χάρη στη χρονική απόσταση ασφαλείας, όπως είπα, από τη δική μου εισαγωγή-: δε φαντάζεστε πόσο μα πόσο μικρή σημασία έχει που δεν περάσατε. Δε φαντάζεστε πόσο μα πόσο δεν υστερείτε από όσους πέρασαν σε σχολές. Η ζωή έχει αμέτρητα σταυροδρόμια. Για να πετύχεις επαγγελματικά δε χρειάζεται απαραίτητα πτυχίο. Χρειάζεται δράση, εγρήγορση και έξυπνες ιδέες. 

Συγχαρητήρια σε όλους ανεξαιρέτως!

Γυναίκες καριέρας (και σεξισμός)

Μετά τον πρόσφατο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, δίπλα στα σχόλια για τις επιλογές του Πρωθυπουργού, ήρθαν και τα σχόλια για το διορισμό της Κατερίνας Νοτοπούλου ως υφυπουργός Μακεδονίας-Θράκης. Τόσο νέα (και τόσο όμορφη), πώς στο καλό κατάφερε να γίνει υφυπουργός; Μα γιατί κοιμάται με τον Πρωθυπουργό, προφανώς. Αυτή είναι η γενική ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Η αλήθεια βέβαια είναι πως τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Οι γυναίκες έχουν δραστηριοποιηθεί σχεδόν σε όλους τους τομείς του εργασιακού στίβου, ακόμα και σε χώρους που θεωρούνταν μέχρι πρότινος ανδροκρατούμενοι. Οι άντρες ασχολούνται όλο και περισσότερο με την ανατροφή των παιδιών και με τις δουλειές του σπιτιού. Το κίνημα περί ισότητας των δύο φύλων μοιάζει πιο δραστήριο από ποτέ.

Κάθε φορά όμως που θεωρούμε πως το ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων έχει λυθεί, ας θυμηθούμε τις γυναίκες που σταματούν τη δουλειά τους όταν κάνουν παιδιά. Ή χειρότερα τις γυναίκες που απολύονται από τη δουλειά τους πριν κάνουν παιδιά. Τις γυναίκες που αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου ανατροφή παιδιών και νοικοκυριό, γιατί οι άντρες τους θεωρούν ότι αυτά είναι "γυναικείες δουλειές". Τις γυναίκες που προσπαθούν να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά και ονομάζονται "γυναίκες καριέρας", λες και ο σκοπός της γυναίκας είναι η οικογένεια, οπότε αυτές που κάνουν καριέρα ανήκουν σε μια άλλη κατηγορία γυναικών. (Άντρες καριέρας φυσικά δεν υπάρχουν, γιατί η καριέρα για τον άντρα είναι αυτονόητη).

Και με την ευκαιρία της Νοτοπούλου ας θυμηθούμε πως όταν οι γυναίκες πετυχαίνουν κάτι επαγγελματικά (ειδικά όταν είναι νέες και όμορφες), δεν το πετυχαίνουν ποτέ με την αξία τους, αλλά επειδή έχουν προσφέρει σεξ ως αντάλλαγμα. Οι καλές παραδοσιακές γυναίκες αφοσιώνονται στην οικογένεια, οι αδίστακτες καριερίστες κάνουν σεξ για να ανεβούν πιο ψηλά και οι άντρες φτάνουν -αυτονόητα- σε υψηλές θέσεις χάρη στις ικανότητες τους.

Όλα αυτά, φίλοι μου, τόσο ενσωματωμένα στην κουλτούρα μας, στην κοσμοθεωρία μας, στην καθημερινότητα μας, σε τόσο μεγάλο βαθμό που δεν μας κάνουν καν εντύπωση, είναι σεξισμός. Όταν καταλήξουμε, όχι να μη σκεφτόμαστε έτσι, αλλά να αναγνωρίζουμε ότι όλα τα παραπάνω συνιστούν σεξισμό, τότε θα μπορέσουμε να ξαναμιλήσουμε για την ισότητα των φύλων.

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης

«Δεν είμαι ο τύπος που χαίρεται τη δημοσιότητα»

Πριν συναντήσω τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση ήξερα περίπου τι να περιμένω. Τον είχα παρακολουθήσει σε πολλές συνεντεύξεις: σοβαρός, μετρημένος, να λέει ότι η δημοσιότητα δεν είναι και το καλύτερο του… Τον συνάντησα ένα βράδυ στο θέατρο, κανένα μισάωρο πριν ανεβεί στη σκηνή, με το μακιγιάζ μισοτελειωμένο στο πρόσωπο και με μια ευχάριστη βαβούρα να πλανιέται στο χώρο. Κόντρα σε αυτά η ευγένεια του –τόσο έντονη που μου έκανε εντύπωση. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και αρχίσαμε να μιλάμε σοβαρά και χαμηλόφωνα. Ήταν τόση η ηρεμία στην κουβέντα μας που ξέχασα μέχρι και να περάσω από τον πληθυντικό στον ενικό αριθμό.

Τις Σέρρες τις βρίσκει υπέροχες. Έτσι ξεκινήσαμε.

«Μου αρέσουν οι άνθρωποι, το φαγητό, η νυχτερινή ζωή, η φύση γύρω από την πόλη… Ό,τι έχω δει μου αρέσει».

Ο ίδιος είναι από την Πάτρα, μένει εκτός κέντρου Αθηνών και είναι άνθρωπος της φύσης –όλα αυτά τα μαθαίνω σε δευτερόλεπτα, καθώς αυθόρμητα τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις. Περιμένω να ακούσω ότι θα έμενε πρόθυμα και στην επαρχία.

«Άνετα, άνετα, αν μου το επέτρεπε η δουλειά μου. Τώρα δε μου το επιτρέπει».

Πόσο ευέλικτος! Θα άλλαζε, λέει, και δουλειά και δε θα είχε πρόβλημα να κάνει οποιαδήποτε.

«Δε θα τις αγαπούσα βέβαια όλες. Αν πουλούσα καρέκλες, για παράδειγμα, δε θα με γέμιζε, αλλά ασφαλώς και θα το έκανα προκειμένου να ζήσω. Οι δουλειές που αγαπώ είναι φυσικά το θέατρο και κάποιες άλλες ασχολίες που έχω ως χόμπι, όπως η κηπουρική».

Ευθύς, κατασταλαγμένος, μιλά τόσο απλά και ουσιαστικά. Η φωνή του παίρνει μια πιο ζωηρή χροιά μόλις η κουβέντα μας έρχεται στα επαγγελματικά του.

«Θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό. Και που κάνω τη δουλειά που αγαπώ και που έχω ακόμα δουλειά».

Μου αρέσει η αίσθηση αυτή του βαθύτατα ικανοποιημένου ατόμου που βγάζει, αλλά σε εκείνο το σημείο γυρνώ και τον κοιτάζω πλάγια: μπορούμε να κάνουμε τόσο ιδανικά τη δουλειά που μας αρέσει χωρίς να βάζουμε νερό στο κρασί μας;

«Ασφαλώς και όχι. Πάντα υπάρχουν συμβιβασμοί. Αλλά και πάλι θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, έχω κάνει λίγους συμβιβασμούς, κι αυτό γιατί έτσι έτυχε, δε χρειάστηκε να κάνω. Αν χρειαζόταν θα έκανα προκειμένου να μη χαλάσω μια συνεργασία ή, για παράδειγμα, για να σπουδάσω τα παιδιά μου».

Πρέπει πάντως, για όποιον μας έβλεπε, να αποτελούσαμε ένα εξαιρετικά αστείο θέαμα: να μιλάμε σιγανά και με απόλυτη σοβαρότητα, την ίδια στιγμή που ο Σκιαδαρέσης είναι μακιγιαρισμένος εντελώς φαιδρά και ντυμένος σαν αρχαίος Έλληνας. Και ισχυρίζεται κιόλας ότι δε θεωρεί τον εαυτό του κωμικό ηθοποιό!

«Όχι, δε θα έλεγα. Πάρα πολύ συχνά μου προτείνουν και δραματικούς ρόλους. Ως κωμικός η αναγνώριση έγινε στο Καφέ της Χαράς. Αλλά μετά ακολούθησε το Χαρά Αγνοείται. Οπότε νομίζω πως ανήκω εξίσου και στα δύο. Και καλύτερα βέβαια, γιατί μου αρέσει να κάνω διαφορετικά πράγματα».

Και όπως δηλώνει αμέσως μετά, αγαπάει εξίσου και τα δύο.

«Φυσικά και διασκεδάζω στην κωμωδία, το ίδιο όμως και στο δράμα. Επειδή είμαι τύπος της πλάκας, το διασκεδάζω εξίσου».

Κι εγώ που αναρωτιόμουν πως αντέχουν οι ηθοποιοί όταν ερμηνεύουν ψυχοπλακωτικούς ρόλους…

«Όχι, από ένα ρόλο δεν επηρεάζομαι ποτέ. Επηρεάζομαι από άλλα πράγματα, από κακές συνθήκες δουλειάς, από κακές συνεργασίες… Υπήρξαν όμως και φορές που αισθανόμουν ότι δεν είχα βρει το ρόλο. Τότε τυραννιόμουν αφάνταστα. Σαν να προσπαθούσα να αγαπήσω έναν άνθρωπο που έπρεπε να μισώ. Ήταν πολύ ψυχοφθόρο».

Δεν είναι η πρώτη φορά που σε κουβέντα με ηθοποιό ακούγεται η λέξη «ψυχοφθόρος»…

«Ναι, είναι ψυχοφθόρα δουλειά, αλλά και ψυχοθεραπευτική παράλληλα. Όταν είναι καλές οι συνθήκες και οι συνεργασίες, είναι ευεργετική. Η δουλειά αυτή γίνεται μόνο αν αγαπάς τους πάντες: το ρόλο, τους συναδέλφους, το σκηνοθέτη, δε γίνεται αλλιώς. Μια κακή συνεργασία σε βασανίζει, δε σε αφήνει να καταθέσεις την ψυχή σου. Γιατί με αυτό παίζεις, με το συναίσθημα, με την ψυχή».

Ακούγοντας τον να μιλάει έτσι, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Η ουσία της δουλειάς του, προφανώς, βρίσκεται αλλού.

«Μου αρέσει μέχρι ενός σημείου, αλλά δεν είμαι ο τύπος που τη χαίρεται… Μου λείπει, για παράδειγμα, που δεν μπορώ να καθίσω κάπου μια ολόκληρη ώρα για καφέ χωρίς να έρθει κάποιος να μου μιλήσει. Όχι πως με ενοχλεί, απλώς δεν είναι κάτι που επιδίωξα, δεν έγινα ηθοποιός για να γίνω γνωστός. Είναι όμως φυσικό επακόλουθο, το ήξερα. Αν δεν ήθελα να με γνωρίζουν, ας μην έκανα τηλεόραση, σωστά;».

Προσπαθώ πάντως τόση ώρα να συμβιβάσω μέσα μου τις δυο εικόνες: τον Σκιαδαρέση που έχω δίπλα μου, σοβαρό, ήρεμο, κατασταλαγμένο, με τους κωμικούς ρόλους στους οποίους τον έχω δει, όπου είναι ανοιχτός, έξω καρδιά, πλακατζής…

«Είμαι και έτσι, αλλά σε δεύτερο χρόνο. Η πρώτη εντύπωση που δίνω πάντα είναι ότι είμαι κλειστός. Θέλω χρόνο για να ανοιχτώ. Από κάτω κρύβεται ένα πολύ γελοίο άτομο. Ένα άτομο που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμο για την όποια γελοιότητα».

Εδώ μου χαρίζει και το πρώτο πλατύ χαμόγελο, είναι σχεδόν έτοιμος να βάλει τα γέλια. Η κουβέντα μας γίνεται πιο οικεία και μου βγαίνει αυθόρμητα να τον ρωτήσω για το γάμο του με την Μπέσυ Μάλφα. Πώς είναι ένας γάμος μεταξύ τόσο διάσημων ηθοποιών; Είναι κάτι που σε δένει, σε χωρίζει; Πρέπει να του το έχουν ρωτήσει αυτό αμέτρητες φορές, αλλά μου απαντά με τη γνωστή ήρεμη φωνή του.

«Ο ένας κατανοεί τους χρόνους και τα προβλήματα του άλλου, τις αγωνίες… Ανταγωνισμό δεν έχουμε. Δεν ξέρω τι θα γινόταν βέβαια αν η Μπέσυ ήταν πρώτο όνομα κι εγώ κομπάρσος, τότε ίσως και να είχα πρόβλημα, δεν ξέρω. Αλλά τώρα χαιρόμαστε ο ένας με την επιτυχία του άλλου».

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης έχει δώσει ρεσιτάλ θετικής ενέργειας. Τον κοιτώ κατάματα και τον ρωτώ προτού πατήσω το stop: επαγγελματικά απωθημένα; Μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο και μου λέει με ελαφρώς παραπονεμένη φωνή:

«Μόνο ένα: να παίξω Σαίξπηρ. Δεν προέκυψε ποτέ. Είμαι περήφανος για ό,τι δουλειές έχω κάνει και δεν αισθάνομαι να μου λείπουν οι μεγάλοι ρόλοι, αλλά Σαίξπηρ θέλω πολύ να παίξω γιατί μου αρέσει ως συγγραφέας. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τύχει!».

 

Περιοδικό Ser-Free, #35, Δεκέμβριος 2014