The Book Thief

The Book Thief (Η κλέφτρα βιβλίων), 2013

Σκηνοθέτης: Brian Percival

Παίζουν: Sophie Nélisse, Geoffrey Rush, Emily Watson

 

Στη Γερμανία του 1938, η μικρή Λίζελ χάνει το μικρό της αδερφό και η μητέρα της τη δίνει σε ανάδοχη οικογένεια. Η Λίζελ προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της σπίτι της, με την αυστηρή μητέρα και το στοργικό πατέρα. Η φτωχή αυτή οικογένεια θα προσπαθήσει να επιβιώσει μέσα στο εύθραυστο περιβάλλον του πολέμου, ζώντας όσο πιο αθόρυβα γίνεται –ειδικά όταν θα κρύψει στο υπόγειο της έναν φίλο Εβραϊκής καταγωγής-, ενώ η ανήσυχη Λίζελ που αγαπά τη λογοτεχνία θα ριψοκινδυνέψει πολλές φορές για να «κλέψει» τα βιβλία που τόσο θέλει.

Πανέμορφη ταινία που κυλά ευχάριστα, χωρίς να βαριέσαι, χωρίς να μαντεύεις απαραίτητα τη συνέχεια. Πολύ καλές ερμηνείες (ειδικά η Λίζελ- Sophie Nélisse είναι υπέροχη), άριστη απεικόνιση της εποχής, ωραία μηνύματα για την ανθρωπιά, την αγάπη, το θάρρος. Σαφής η αντίθεση στην ελευθερία της λογοτεχνίας και το σκοταδισμό του πολέμου. Απρόβλεπτο τέλος, με την έννοια ότι δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά ποιοι ...θα ζήσουν και ποιοι θα πεθάνουν. Μια τρυφερή, συγκινητική ταινία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα δεινά του, από τη σκοπιά μιας φιλήσυχης οικογένειας.

Αυτά σε ό, τι αφορά στα καλά. Γιατί κατά τα άλλα, η «Κλέφτρα Βιβλίων» δεν καταφέρνει να βγει από το καλοφτιαγμένο –ομολογουμένως- καλούπι της για να γίνει μια συγκλονιστική ταινία, μια ταινία που δε θα μπορέσεις να βγάλεις από τα μυαλό σου ποτέ. Μοιάζει να επαναπαύεται στην καλή σκηνοθεσία, στο τρυφερό σενάριο, στο γλυκύτατο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, στα κλισέ μηνύματα, σαν να θεωρεί αυτονόητο ότι θα συγκινηθείς. Σε κρατάει σίγουρα στην οθόνη, αλλά δεν καταφέρνει να σε απογειώσει.

Μια χώρα, δύο κόσμοι

Οι αντιθέσεις είναι αναπόφευκτες. Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν το μαύρο και αυτοί που αγαπούν το άσπρο. Αυτοί που λατρεύουν τις εκπλήξεις και αυτοί που τις σιχαίνονται. Αυτοί που θέλουν τα αυγά τους ομελέτα και αυτοί που τα θέλουν μάτια. Καμιά φορά οι αντιθέσεις είναι και ωραίες. Και χρήσιμες. Ίσως πρέπει να δεις τα δύο άκρα για να μπορείς να επιλέξεις, να δεις ποιο είναι το καλύτερο.

Η χώρα μας είναι ένα ατελείωτο πεδίο αντιθέσεων. Αυτοί που είναι ακόμα πλούσιοι και αυτοί που έχουν γίνει φτωχοί. Αυτοί που έχουν δουλειά και αυτοί που είναι άνεργοι. Αυτοί που θέλουν κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αυτοί που θέλουν το Σύριζα. Αυτοί που κάνουν πορείες και διαδηλώνουν και αυτοί που την ίδια ώρα πίνουν καφέ. Αυτοί που βλέπουν ειδήσεις στις οχτώ και αυτοί που αλλάζουν κανάλι. Αυτοί που τολμούν επιχειρηματικά ξεκινήματα και αυτοί που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν. Αυτοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής της προηγούμενης δεκαετίας και αυτοί που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και αυτοί που έχουν ήδη απελπιστεί.

Και ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις του άσπρου και του μαύρου τι υπάρχει; Ένα ατελείωτο αναποφάσιστο γκρι: μερικά εκατομμύρια Έλληνες που είναι στο μεταίχμιο. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν μία μέρα πριν τις εκλογές. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν. Αυτοί που δε βγάζουν πολλά λεφτά, αλλά προς το παρόν δεν πεινάνε. Αυτοί που έχουν απολυθεί, αλλά ζούνε από τη σύνταξη των γονιών τους. Αυτοί που δε δίνουν λεφτά για το πετρέλαιο της οικοδομής, αλλά αγοράζουν καινούργιο κινητό. Αυτοί που δίνουν ένα ευρώ για φιλανθρωπικό σκοπό και άλλα πενήντα για ένα χτένισμα.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, αυτών που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση και αυτών που έχουν παραιτηθεί τελείως, υπάρχει και η πλειοψηφία που προσπαθεί να ζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Που φυτοζωεί δουλεύοντας σε πεντάμηνα. Που στεναχωριέται που δεν μπορεί να αγοράσει το καινούργιο iPhone. Που εντυπωσιάζεται από τις διαφημίσεις στην tv σαν να είναι παιδί. Που νομίζει πως επανάσταση είναι να γράφεις οργισμένα status στο fb. Μια πλειοψηφία που ξέρει ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά είναι εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, σε μια κατάσταση επικίνδυνης μετριοπάθειας.

Υποτίθεται πως στην εποχή της ελευθερίας του λόγου, της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, της ελευθερίας του διαδικτύου, θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι, πιο δραστήριοι, πιο ανήσυχοι. Ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αφυπνιζόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα, να βρίσκουμε απαντήσεις, να ανταλλάζουμε απόψεις. Αλλά όπως φαίνεται, οι πολλές φωνές είναι που μας έχουν αποπροσανατολίσει –και αποκοιμίσει- ακόμα περισσότερο.

Απλώς, το θλιβερό είναι ότι χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και εμείς παραμένουμε ίδιοι, εγκλωβισμένοι στο σαθρό μικρόκοσμό μας. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο μεγαλώνουν γύρω μας οι αντιθέσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε στρατόπεδο.

 

Περιοδικό Ser-Free, #35

Πίσω από το σύρμα

Ένας κόσμος οριστικά χαμένος

καταδικασμένος στη λήθη.

Ένα συρματόπλεγμα

φυλακίζει το παρελθόν

 

(City zoom, Ser-Free #21)