η αυριανή γενιά

Ο κόσμος δεν ανήκει σε εμάς. Τον δανειστήκαμε από το παιδιά μας.

Μα τα παιδιά μας μια βραδιά εμπρός μας θα υψωθούν
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μας ζητήσουν,
κι αυτά τα χέρια τους που τρέμουν θα οπλιστούν,
θα σημαδέψουν κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσουν.

(παράφραση του ποιήματος του Νίκου Καββαδία «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής»).

 

(City zoom, Ser-Free τ.24)

Rear window

Μια χαραμάδα

μια διέξοδος

ένα παράθυρο ανοιχτό

για μια ελπίδα

ή

για μια όμορφη

ελεύθερη πτώση

Magnolia

Magnolia, 1999

Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson

Παίζουν: Tom Cruise, Jason Robards, Julianne Moore, Philip Seymour Hoffman

 

Μια μέρα στο Λος Άντζελες, με τη βροχή να είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Μέχρι να έρθει το βράδυ –και η βροχή- απανωτές συμπτώσεις θα φέρουν κάποιους ανθρώπους κοντά τον έναν στον άλλον. Ένας ετοιμοθάνατος ηλικιωμένος θα επιδιώξει να ξαναδεί τον «χαμένο» του γιο πριν πεθάνει, ένας επιτυχημένος showman θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του, ένα παιδί-θαύμα δεν μπορεί πλέον να αντέξει το βάρος των απαιτήσεων που έχει ο περίγυρος του, ένα πρώην παιδί-θαύμα θα αναγκαστεί να κοιτάξει κατάματα την αποτυχημένη του ζωή, μια κοπέλα εθισμένη στα ναρκωτικά θα έχει την ευκαιρία να δει τη ζωή με άλλο μάτι, ένας παρουσιαστής θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αρρώστια του και μια ενδοοικογενειακή κρίση.

 

Αυτές περίπου οι ιστορίες –και όχι μόνο-, που συνδέονται με κάποιον έμμεσο τρόπο μεταξύ τους, ξετυλίγονται στο τρίωρο φιλμάκι του Anderson κατά τη διάρκεια μίας και μοναδικής ημέρας στο Λος Άντζελες. Κάθε υπόθεση κρύβει το δικό της αδιέξοδο και το δικό της δράμα και κάθε ήρωας παλεύει με τους δικούς του φόβους. Άλλος επιζητά την αγάπη, άλλος τη συγχώρεση, άλλος την έξοδο του από τις ενοχές και όλοι μαζί προσπαθούν να κάνουν την υπέρβαση και να ξεπεράσουν το εμπόδιο που τους κρατά δέσμιους. Η λύτρωση θα έρθει το βράδυ, με τη βροχή που ξεσπά τελικά, και την επόμενη μέρα τίποτα δε θα είναι ίδιο.

 

Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα και χάρη στην περίτεχνη σκηνοθεσία του Anderson το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Σε συνδυασμό με τη μουσική, η ταινία αποκτά μια ένταση που όλο κλιμακώνεται και που εμπλέκει το θεατή σε ένα κουβάρι συναισθημάτων. Ένα φιλμ με στόφα αριστουργήματος, μακριά από υπερβολές και γελοίους συναισθηματισμούς. Ο Anderson –που εκτός από σκηνοθέτης είναι και ο σεναριογράφος- ξέρει να εστιάζει πολύ καλά στον ψυχισμό του κάθε ήρωα και να τον απογυμνώνει από κάθε απόπειρα ωραιοποίησης. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζουν και οι καλές ερμηνείες από το σύνολο του cast. (Ξεχωρίζει ίσως ο Tom Cruise –θα είναι δύσκολο να μη μείνει στο μυαλό του θεατή ο καταπληκτικός μονόλογος του στο τέλος της ταινίας). Σημειωτέον, η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ β’ Ανδρικού Ρόλου (Tom Cruise), Καλύτερου Τραγουδιού (“Save me” της Aimee Mann) και Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου.

 

Μοναδικό αρνητικό στο φιλμ η διάρκεια του. Για κάποια άλλη ταινία ίσως τα 180’ να μην ήταν πολλά, αλλά η συγκεκριμένη φτάνει να εκτυλίσσεται με τόσο αργό ρυθμό και με τόσες λεπτομέρειες που ειλικρινά δεν είναι απαραίτητο. Όσο για την αυξανόμενη ένταση που χτίζεται σταδιακά, γεννά μια προσδοκία στο θεατή ότι κάτι συγκλονιστικό θα συμβεί –το οποίο δε συμβαίνει. Η κάθαρση που έρχεται συντελείται και αυτή με απλό τρόπο, με τον ίδιο ρυθμό που κυλάει και το υπόλοιπο φιλμ.

 

Παρόλ’ αυτά, η ταινία καταφέρνει εύκολα να απογειωθεί –με τους θεατές μαζί. Θα σας πάρει από το χέρι, θα σας παρασύρει, θα σας γοητέψει αναμφίβολα.