The red violin

Le violon rouge (The red violin, Το κόκκινο βιολί), 1998

Σκηνοθέτης: François Girard

Ηθοποιοί: Samuel L. Jackson, Don McKellar, Carlo Cecchi

Ένα βιολί, το επονομαζόμενο κόκκινο βιολί, κατασκευασμένο περί το 1600, περνάει από χέρι σε χέρι, διατρέχοντας έτσι τρεις περίπου αιώνες, για να καταλήξει στον 20ο πλέον αιώνα σε μια δημοπρασία. Στην πορεία του αυτή θα γοητέψει και θα επηρεάσει τους κατόχους του, με τρόπο που να μοιάζει πολλές φορές ότι έχει ζωή από μόνο του.

Η φανταστική πορεία ενός βιολιού μέσα στο χρόνο, που συνδέεται άρρηκτα με τις ζωές όσων το έχουν και με το εκάστοτε κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο. Πέντε ανεξάρτητες ιστορίες (ο κατασκευαστής του, ένα ορφανό ταλαντούχο αγόρι, ένα διάσημος βιολιστής, η κομμουνιστική Κίνα, μια δημοπρασία) και πέντε διαφορετικές χώρες (Ιταλία, Βιέννη, Αγγλία, Κίνα, Αμερική) που κάνουν τα εκατόν τριάντα λεπτά της ταινίας να περάσουν σαν νερό. Η σφιχτή πλοκή του φιλμ ξετυλίγεται με ευφυέστατο τρόπο και με φλας-μπακ που συνθέτουν σιγά-σιγά το παζλ.

Έξοχη σκηνοθεσία και  καταπληκτική φωτογραφία, που δημιουργούν ατμόσφαιρα ανάλογη του πνεύματος του φιλμ και ζωντανεύουν την μυστήρια επιρροή που φέρεται να ασκεί το βιολί στους ανθρώπους. Η ταινία καταφέρνει να διατηρεί ένα χαμηλό προφίλ, μακριά από ανούσιους συναισθηματισμούς και πομπώδεις επιδείξεις, για να γοητέψει τελικά τον θεατή με την μεγαλοπρέπεια της. Πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς, αλλά το στοίχημα κερδίζεται αναμφίβολα με το πολύ δυνατό σενάριο των Don McKellar και François Girard. Ακόμη κι αν δεν σας αρέσει η ταινία, το δίχως άλλο θα λατρέψετε τη μουσική: το βασικό δε μουσικό θέμα είναι πασίγνωστο και ο John Corigliano κέρδισε το Όσκαρ μουσικής με το σπαθί του.

Cine-προτάσεις (serrelib.gr)

Hunger Games

Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ από bullying από τα μαθητικά μου χρόνια είναι ένα μεσημέρι Τρίτης που η αδερφή μου γύρισε από το Γυμνάσιο και τηλεφώνησε στη μαμά μας κλαίγοντας επειδή ένας συμμαθητής της τής είχε λερώσει με στυλό το αγαπημένο της άσπρο T-shirt. Μπορεί να την είχε κοροϊδέψει και για τα τεράστια κοκκάλινα γυαλιά που φορούσε. Παρακάτω δε θυμάμαι. Την επομένη πρέπει να τις έφαγε για τα καλά από την αδερφή μου και από τότε δεν την ξαναενόχλησε.

Και για το bullying δεν ξανάκουσα ποτέ τίποτα, παρά μονάχα πολλά χρόνια μετά, όταν η λέξη άρχισε να παίζει καθημερινά στα social media, σε ημερίδες, σε σποτάκια ευαισθητοποίησης. Και πάλι δε θα είχα πειστεί ότι τα σχολεία μας και τα πανεπιστήμια μας έχουν μετατραπεί σε πεδίο του Hunger Games αν δεν έβλεπα παιδιά-θύματα bullying να εξαφανίζονται από προσώπου γης και να γίνονται πρώτο θέμα στις ειδήσεις.

Ήμασταν και τότε τόσο άγρια και σκληρά παιδιά όσο φαίνεται να είναι τα σημερινά; Εκείνοι οι συμπαθητικοί χοντρούληδες ή οι αφελείς κοπελίτσες που κοροϊδεύαμε τότε τρέχουν σήμερα στους ψυχολόγους για να επουλώσουν τα παιδικά τραύματα; Μήπως η ωραιοποίηση του παρελθόντος, η νοσταλγία των μαθητικών χρόνων, το άλλοθι της παιδικής αθωότητας μάς έκαναν να τα ξεχάσουμε όλα; Ή τότε, στα αλήθεια, απλώς πειραζόμασταν και αστειευόμασταν;

Σήμερα, ως κοινωνία, συνέχεια κάτι μας ενοχλεί. Που δεν έχουμε λεφτά, που δεν μπορούμε να αγοράσουμε καινούργιο αυτοκίνητο, που δεν μπορούμε να πάμε ακριβές διακοπές. Που δε μας χωνεύουν οι Ευρωπαίοι. Που δεν μπορούμε να διοριστούμε στο δημόσιο. Που δεν μπορούμε να πλουτίσουμε από το τζόκερ ή από την επιχείρηση μας εν μια νυκτί. Βρισκόμαστε σε μια μόνιμη κατάσταση ανησυχίας, ταραχής, ζήλειας. Ίσως ο άκρατος οικονομικός ανταγωνισμός των τελευταίων δεκαετιών να πέρασε τόσο στο πετσί μας που έγινε πλέον προσωπικός ανταγωνισμός. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι, οι ομορφότεροι, οι πλουσιότεροι –πάσει θυσία.

Ίσως αυτό να είναι που πέρασε και στα παιδιά μας. Μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της ανάγκης για επιβίωση. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι και για να είμαστε οι καλύτεροι πρέπει να υποβιβάσουμε τους άλλους. Γιατί σήμερα προφανώς δεν ξέρουμε πώς να γίνουμε καλύτεροι –νομίζουμε ότι ο μόνος τρόπος είναι να πατήσουμε πάνω στους άλλους. Κανείς δεν είπε στα παιδιά του ότι για να γίνουν καλύτερα πρέπει να κοιτάξουν μέσα τους. Και να στραφούν προς τους άλλους μόνο για να μιμηθούν κάτι καλό.

Είναι δυνατόν να πλάσαμε με αυτόν τον τρόπο μια κομπλεξική γενιά; Σε μια εποχή ανεπανάληπτης παγκοσμιοποίησης και οικουμενικότητας είναι δυνατόν να φοβόμαστε ακόμα το διαφορετικό; Να φοβόμαστε ή να απορρίπτουμε ότι δε μας αρέσει; Τους γκέι, τους αλλοεθνείς, τους αλλόθρησκους; Τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες; Τους εύσωμους, τους λιγότερο όμορφους; Και είναι δυνατόν να αισθανόμαστε μέσα μας τόσο άσχημα ώστε να βλάπτουμε όποιον δε μας αρέσει για να νιώσουμε καλύτερα;

Το να λέμε ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες περνούν κρίση, ότι οι νέοι δε διαβάζουν ή δεν καλλιεργούν το πνεύμα τους, ότι τα social media κουρκουτιάζουν το μυαλό μας είναι εύκολο. Το να κάνουμε like και share σε βιντεάκια και status στο fb ακόμα πιο εύκολο. Το να παραδεχόμαστε απλώς μια κατάσταση δε φαίνεται να βοηθάει και πολύ. Και δε βοηθάει σίγουρα τα παιδιά που δέχονται το bullying στο ίδιο τους το σχολείο.

Και μέχρι τότε –μέχρι να καταλάβουμε τι λάθη κάνουμε με τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας, μέχρι να αποτινάξουμε τα κόμπλεξ που κουβαλάμε από πάνω μας και να ανοίξουμε λιγάκι το συντηρητικό μυαλό μας- μέχρι τότε λοιπόν, πού είναι ο Βαγγέλης; Πού είναι ο Βαγγέλης που μας κυνηγάει αυτή τη στιγμή παντού με το χαμόγελο του και τα εκφραστικά του μάτια; Κι αν ο Βαγγέλης έχει πέσει όντως θύμα bullying, ποια θα πρέπει να είναι η ποινή, όχι για τα παιδιά που τον βασάνιζαν, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία;

 

Περιοδικό Ser-Free #35 (Μάρτιος 2015)

Αλλεπάλληλες πραγματικότητες

Κι έκρυβε

η μια πραγματικότητα

μέσα της την άλλη,

μα προσπαθώντας να ανακαλύψω την αλήθεια

σα να μου φαίνεται

πως κάπου χάθηκα