Πού μπορεί να οφείλεται η τεράστια επιτυχία του "Joker";

Η ταινία "Joker" είναι επισήμως η εμπορικότερη ταινία της δεκαετίας στην Ελλάδα. Πώς έφτασε σε αυτή τη θέση και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το σινεμά στη χώρα μας.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο mikropragmata.lifo.gr

Πριν από λίγους μήνες ανακοινώθηκαν οι εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας στην Ελλάδα (κι εμείς γράψαμε αυτό εδώ το άρθρο). Φυσικά, κανένας δε φανταζόταν ότι στο πάρα πέντε κυριολεκτικά της συμπλήρωσης της δεκαετίας θα ερχόταν μία ταινία που θα έσπαγε τα ελληνικά ταμεία και θα σκαρφάλωνε άνετα στην κορυφή του box office, ρίχνοντας το "Ένας άλλος κόσμος" του Χριστόφορου Παπακαλιάτη από την πρώτη θέση. Ο λόγος φυσικά για το "Joker", που έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα 800.000 εισιτήρια και συνεχίζει.

Ασχέτως αν το "Joker" είναι μια καλή ή όχι ταινία (εντάξει, είναι καλή, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως δεν είναι κακή ταινία), αποτελεί αυτή τη στιγμή κινηματογραφικό φαινόμενο: αναλύσεις επί αναλύσεων, αμέτρητες κριτικές σε περιοδικά και sites, συζητήσεις σε σινεφίλ πηγαδάκια, μια μικρή φρενίτιδα που όμοια της βλέπουμε σπάνια (τελευταία ταινία που απασχόλησε τόσο πολύ το κοινό ήταν το "La La Land" του 2014, όμως οι συζητήσεις περί αυτού δεν έφτασαν στο βάθος του "Joker"). Ακόμα και η έφοδος της αστυνομίας στις κινηματογραφικές αίθουσες για να απομακρύνει τους ανήλικους θεατές άλλο δεν έκανε από το προσθέσει ακόμα περισσότερο μύθο στο φαινόμενο "Joker".

Τι είναι λοιπόν αυτό που έκανε τους Έλληνες να τρέξουν μαζικά στον κινηματογράφο, περισσότερο από ότι έτρεξαν για κάποια ελληνική ταινία (παραδοσιακά οι ελληνικές παραγωγές τραβάνε πάντα το ενδιαφέρον του κοινού), περισσότερο απ' ότι έτρεξαν για εμβληματικές ταινίες, όπως το "James Bond" ή το "Harry Potter" ή το "Star Wars" και το "Avengers";

Για να δώσουμε μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα, θα πρέπει καταρχάς να λάβουμε υπόψη το είδος του κοινού που συνηθίζει να πηγαίνει σινεμά. Ανατρέχοντας στη λίστα με τις είκοσι εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας, σινεμά πηγαίνουν κατεξοχήν οι λάτρεις των ταινιών με υπερήρωες και των ταινιών δράσης. Εμπίπτει το "Joker" σε αυτές τις κατηγορίες; Αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον στοιχείο στην όλη υπόθεση: και ναι και όχι.

Κάνοντας μια ταινία για τον Τζόκερ, έχεις αυτομάτως ένα σίγουρο κοινό: αυτό που λατρεύει τα κόμικ, αυτό που λατρεύει το σύμπαν των υπερηρώων, αυτό που αγαπάει τον …Μπάτμαν. Το "Joker" όμως δεν είναι μια τέτοια ταινία, είναι μια ταινία κυρίως κοινωνική, ψυχογραφική -και πολιτική ακόμα αν θέλεις με την ευρεία έννοια του όρου-, που εστιάζει σε έναν ψυχικά ασθενή άνθρωπο, ο οποίος καταβυθίζεται στην τρέλα λόγω του περίγυρού του. Με αυτήν την θεματολογία, το "Joker" κερδίζει και την …άλλη μισή μερίδα θεατών, αυτών που θέλουν κάτι πιο βαθύ, πιο μεστό, πιο ουσιαστικό, ικανό να πυροδοτήσει συζητήσεις και να δώσει τροφή για σκέψη. Με λίγα λόγια, έχουμε μ' ένα σμπάρο-δυο τρυγόνια.

Το "Joker" έρχεται να ενώσει, κατά κάποιον τρόπο, δύο διαφορετικά κινηματογραφικά είδη: είναι μια "βαριά" από άποψη περιεχομένου ταινία, που χρησιμοποιεί όμως έναν ευρέως διαδεδομένο και δημοφιλή ήρωα, έναν ήρωα οικείο, "αγαπητό" και δοκιμασμένο, κατά κάποιον τρόπο, τόσο από τα κόμικ όσο και από άλλες ταινίες (μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δε θα υπήρχε τόσο ενδιαφέρον για τον Τζόκερ στις μέρες μας αν δεν είχαν προηγηθεί ο Χιθ Λέτζερ του "Σκοτεινού Ιππότη" και ο Τζακ Νίκολσον του "Μπάτμαν"). Στη συγκεκριμένη ταινία λοιπόν ο ήρωας μας θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, χωρίς να αλλάξει καθόλου η πλοκή ή το τέλος. Το ότι είναι ο Τζόκερ όμως είναι που έκανε την (εισπρακτική) διαφορά.

Αυτό το στοιχείο, λοιπόν, ήταν σε πρώτη φάση αρκετό για να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού και να το φέρει μέχρι την σκοτεινή αίθουσα. Σε δεύτερη φάση όμως, που η ταινία διαδίδεται από στόμα σε στόμα, χρειάζεται και κάτι παραπάνω για να έχει μαζική επιτυχία. Τι ήταν αυτό το κάτι παραπάνω στην περίπτωσή μας; Το ότι το "Joker" καταπιάνεται με δύο πολύ ενδιαφέροντα θέματα: αυτά της ψυχικής ασθένειας και της κοινωνίας Ή, ακόμα καλύτερα, καταπιάνεται με το διαχρονικά φλέγον θέμα της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και κοινωνίας.

Είτε πρόκειται για τέχνη είτε πρόκειται για την πραγματικότητα, οι άνθρωποι έχουν την τάση να έλκονται από αυτούς που παρεκκλίνουν από τα όρια της "φυσιολογικής" συμπεριφοράς, από αυτούς που είναι πολύ διαφορετικοί για να ενταχτούν στους κοινωνικούς κανόνες, από τους διαταραγμένους, τους ψυχικά ασθενείς, τους κατατρεγμένους. Είναι κάτι ανοίκειο, που προκαλεί τρόμο και γοητεία ταυτόχρονα. Στην περίπτωση του "Joker" αυτό λειτουργεί με δύο τρόπους: έχουμε έναν ήρωα σκοτεινό που πάσχει από ψυχική ασθένεια, ο οποίος παράλληλα πέφτει συνεχώς θύμα κακομεταχείρισης, αδιαφορίας και επιθετικής συμπεριφοράς. Μπορείς να τρομάξεις και να ταυτιστείς συνάμα.

Αυτό που προσθέτει η συγκεκριμένη ταινία στην ήδη γνωστή και χιλιοειπωμένη ιστορία του Τζόκερ είναι ότι τον παρουσιάζει ως θύτη και θύμα ταυτόχρονα. Όσο κι αν μέσα σου διαφωνείς με τη βία και την εγκληματική συμπεριφορά, δυσκολεύεσαι να μη συμπαθήσεις και πολύ περισσότερο να μη συμπονέσεις έναν κινηματογραφικό ήρωα που δεν γεννήθηκε κακοποιός, αλλά ήταν η κοινωνία αυτή που τον ώθησε στα άκρα. Σε αντίθεση με άλλες εκδοχές του Τζόκερ, εδώ δεν έχουμε έναν φύσει κακό άνθρωπο, αλλά ένα πρόσωπο μελαγχολικό, αδικημένο, κατατρεγμένο.

Και κάπου εδώ υπεισέρχεται η άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση της ταινίας: η κοινωνική. Το Γκόθαμ Σίτι είναι το κατεξοχήν μέρος ανομίας, αλλά ίσως εδώ, για πρώτη φορά, δεν παρουσιάζεται ως μία σουρεαλιστική κοινωνία όπου συμβαίνουν απίστευτα πράγματα με φανταστικούς "κακούς", αλλά ως μια πόλη σε αναβρασμό που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η δική μας. Πολιτικοί διεφθαρμένοι, πλουσιόπαιδα που νομίζουν ότι μπορούν να φέρονται όπως θέλουν, απουσία κρατικής μέριμνας, δυσαρεστημένοι πολίτες, αδιαφορία, μοναξιά, αποξένωση, μισαλλοδοξία, φόβος. Η κοινωνία του "Joker" δεν είναι απλώς μια κοινωνία που μας αφορά όλους, είναι -δυστυχώς- η δική μας κοινωνία.

Σε όλα αυτά μπορούμε να προσθέσουμε και την απίθανη ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ, καθώς και το καλό επίπεδο παραγωγής σε όλους τους τομείς: φωτογραφία, σκηνοθεσία, καστ, μουσική. Αξίζει όμως να είναι το "Joker" στην κορυφή των εμπορικότερων ταινιών της δεκαετίας στην Ελλάδα; Είναι, δηλαδή, η "καλύτερη" ταινία της δεκαετίας; Μάλλον όχι. Αν καταφέρουμε να τη δούμε με μια πιο νηφάλια ματιά, απογυμνωμένη από τον ντόρο και το hype, θα διαπιστώσουμε πιθανότατα ότι αποτελεί απλώς μια καλογυρισμένη ταινία με ιντριγκαδόρικο στόρι και έναν ενδιαφέροντα κεντρικό ήρωα.

Πέρα από όλα αυτά όμως, το να κατέχει την πρωτιά μια ταινία σαν το "Joker" τι μπορεί να σημαίνει για το σινεμά στην Ελλάδα; Δύο πράγματα. Από τη  μια, το ότι μία ταινία κοινωνικού περιεχομένου κατάφερε να ενθουσιάσει και να κερδίσει τόσο κόσμο είναι μια αισιόδοξη εξαίρεση στον καταιγισμό επιτυχίας των ταινιών που είναι γεμάτες εφέ και προσφέρονται για θέαμα και όχι για προβληματισμό. Από την άλλη, το ότι η επιτυχία της οφείλεται κυρίως στο όνομα "Τζόκερ" αποδεικνύει ότι πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί εμπορικά μια ταινία αν δεν ανήκει σε ένα φραντσάιζ ή σε ένα ευρύτερο κινηματογραφικό σύμπαν. Και αυτό δεν ξέρω πόσο αισιόδοξο μπορεί να είναι για το μέλλον της κινηματογραφικής αίθουσας.

Να υπερασπιστούμε τη νέα γενιά

Ένας καθηγητής που μας δίδασκε ιστορία στη Φιλολογία μας είχε πει πως όταν οι προοδευτικοί έρθουν στην εξουσία, γίνονται σιγά σιγά συντηρητικοί. Αυτό βέβαια το είπε αναφερόμενος στην πολιτική, αλλά αν το καλοσκεφτείς δεν ισχύει για όλα;

Την σκέφτομαι συχνά αυτήν τη φράση, ειδικά όταν βλέπω τη νέα και την παλιά γενιά. Η "παλιά" γενιά, αυτή που έχει φτάσει πλέον στο αποκορύφωμα της δημιουργικότητάς της και της κατάκτησης των στόχων της, είναι σε αυτό το λεπτό μεταίχμιο που από τη μια μπαίνει στην ώριμη φάση της και από την άλλη ρίχνει κλεφτές ματιές σε αυτούς που ετοιμάζονται να την διαδεχτούν.

Και τι βλέπει; Παιδιά που είναι όλη μέρα κολλημένα στις οθόνες τους, στα social media και στο netflix, που βαριούνται να χορέψουν στα μαγαζιά, που προτιμούν να φλερτάρουν μέσω fb παρά τετ-α-τετ. Που δεν τους νοιάζει τίποτα, που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Προτού κουνήσουμε αποδοκιμαστικά το κεφάλι, πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι όντως έτσι; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Το θέμα μας όμως δεν είναι τι κάνει η νέα γενιά, αλλά για ποιο λόγο ενοχλείσαι εσύ από αυτά που κάνει η νέα γενιά.

Η κάθε εποχή έχει τα δικά της. Εμείς βλέπαμε όλη μέρα τηλεόραση, λιώναμε στις καφετέριες με τους φραπέδες στο χέρι, ξημεροβραδιαζόμασταν στα μπαράκια και στα μπουζούκια, η μεγαλύτερη μάστιγα ήταν τα ναρκωτικά. Οι γονείς μας και οι παππούδες μας είχαν απηυδήσει, φαντάζομαι, από την χαλαρότητα μας και την αδιαφορία μας, μας έλεγαν κακομαθημένους και ότι τα έχουμε βρει όλα έτοιμα στη ζωή και είχαν πάντα να μας διηγηθούν ένα σωρό ιστορίες για όλα τα σπουδαία που έκαναν αυτοί στη δική μας ηλικία. Και το ίδιο ακριβώς γινόταν και με τους παππούδες μας από τους δικούς τους γονείς και πάει λέγοντας μέχρι που φτάνουμε στη δημιουργία του κόσμου.

Δεν υπάρχει απαραίτητα σωστό και λάθος όταν μιλάμε για τις συνήθειες μιας γενιάς. Ούτε υπάρχει παρακμή μήτε έκλυση των ηθών. Υπάρχει μόνο προσαρμογή στις νέες συνθήκες, εξέλιξη, φυσική πορεία μέσα στο χρόνο. Κάθε εποχή έχει τα καλά της και τα κακά της. Ναι, κάποιες γενιές ίσως υπήρξαν πιο δημιουργικές, ίσως να άφησαν πιο πολλά στους επόμενους, αλλά είμαστε σίγουροι ότι η δική μας είναι μία από αυτές; Έχουμε το δικαίωμα να κοιτάμε αφ' υψηλού τους επόμενους;

Στο κάτω-κάτω, εμείς δεν μεγαλώνουμε τη νέα γενιά; Πάνω σε αυτά που εμείς της προσφέρουμε δεν πατάει την εξέλιξη της; Οπότε, ας αναρωτηθούμε πρώτα τι έχουμε δώσει στους νέους μέχρι τώρα. Τους έχουμε δώσει τεχνολογία, κινητά, ίντερνετ, από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Τους έχουμε προσφέρει τόσες πολλές πληροφορίες που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμες. Τους έχουμε εκθέσει σε έναν καταιγισμό εικόνων. Δεν τους έχουμε δώσει σωστή παιδεία, ενημέρωση, τέχνη, ιδέες, βιβλία. Τους μεγαλώνουμε μέσα στην κρίση, σε ένα οικονομικά ασταθές περιβάλλον. Τους φέραμε σε ένα κράτος όπου σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί σωστά και όπου δεν υπάρχουν ευκαιρίες, ακόμα κι αν τα κάνεις όλα σωστά. Και θα τους αφήσουμε σε έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ταραγμένο, σε έναν πλανήτη που κινδυνεύει. Οπότε, μπορούμε να κατηγορήσουμε για κάτι τη νέα γενιά;

Αν οι νέοι φέρονται σήμερα με έναν συγκεκριμένο τρόπο καλό ή κακό, δεν έχει αυτό σημασία είναι γιατί έτσι διαμορφώθηκαν από εμάς και από την κοινωνία, της οποίας εμείς έχουμε αυτή τη στιγμή τα ηνία. Προτού κατηγορήσουμε τους νέους, ας τους κατανοήσουμε. Ή μάλλον όχι, το να τους κατανοήσουμε είναι σχεδόν αδύνατον, καμία γενιά δεν μπορεί να κατανοήσει απόλυτα την επόμενη ή την προηγούμενη. Καλύτερα ας τους αγαπήσουμε. Ας τους αγαπήσουμε και ας τους υπερασπιστούμε. Ας προσπαθήσουμε να τους εφοδιάσουμε με όση περισσότερη αυτοπεποίθηση, ορμή και γνώση γίνεται. Ας τους ρίξουμε στον κόσμο έτοιμους και θαρραλέους, μήπως και μπορέσουν να κάνουν κάτι καλύτερο από αυτό που κάναμε εμείς.

(Περιοδικο SER-FREE, τ.54, Νοέμβριος 2019)

"Μοντέρνα ενοχή", του Χρήστου Κούκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικο Fractal

 

(…) άλλωστε ο Παράδεισος έχει μια γεύση αποτυχίας, αυτή είναι και η αξία του (…)

 

Είναι κοινωνική η ποίηση του Χρήστου Κούκη; Είναι υπαρξιακή; Είναι ερωτική; Είναι όλα αυτά μαζί. Τα 32 ποιήματα της τελευταίας ποιητικής του συλλογής "Μοντέρνα ενοχή" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018), περνούν από το ένα θέμα στο άλλο, αγγίζοντας ταυτόχρονα πολλά ζητήματα, έχοντας όμως ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο: ο άνθρωπος που έχει χρέος απέναντι στην κοινωνία, ο άνθρωπος που κουβαλάει μια πληγή, ο άνθρωπος που πρέπει να αναμετρηθεί με την εαυτό του και να φτάσει στην αυτογνωσία.

 

Θερινό ηλιοστάσιο

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτη δικαίωση

για την επίμονη αθανασία

ο χρόνος δεν κυλάει, ο χρόνος μάς κυλάει

Το γαλάζιο είναι και η μόνη πληροφορία για τον χαρακτήρα του Θεού

το αλάθητο είναι και η μόνη αμαρτία για το σώμα

Αν δεν γράφονταν ωραίες τραγωδίες, δεν θα χτίζονταν ωραία θέατρα

σαν αυτό που πίσω του ο ήλιος τώρα δύει, δύει στην επίπονη αθανασία

Δική μας η νύχτα και τ' άστρα που θα πέσουνε δικά μας

τόσοι λαμπεροί τρόποι να πονέσουμε, να διαβούμε

την αθέατη πλευρά του κόσμου, να γλιτώσουμε

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτο τραγούδι

 

Απόψε παραλίγο να μην επιστρέψουμε στην κανονική ζωή

ίσως αύριο να σταθούμε πιο τυχεροί

 

Η ποίηση του Χρήστου Κούκη είναι μια αναζήτηση, είναι μια κριτική ματιά απέναντι στην κοινωνία, είναι και μια αποδόμηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γράφοντας άλλοτε στο πρώτο ενικό πρόσωπο και άλλοτε σε πρώτο πληθυντικό, κάνει απολογισμό (Ταξίδεψα τη ζωή μου, αυτό γύρεψα και θέλησα / Ένα τυχερό παιδί που αντιμιλάει στους γονείς του / και ρίχνει τα χρόνια του σπορά στο φρέσκο χώμα), καταλήγει σε συμπεράσματα (Παράξενοι που είμαστε οι άνθρωποι / άλλος παραβγαίνει μ' ένα καράβι κι άλλος πνίγεται σε μια ζωγραφισμένη θάλασσα / κι όταν μια νύχτα όλους μάς τυλίξει ένα λευκό σεντόνι / άλλοι γινόμαστε άγγελοι και άλλοι φαντάσματα), προτρέπει μαζικά για κινητοποίηση, έχοντας ως στόχο πάντα τη βελτίωση, τόσο του εαυτού μας όσο και της κοινωνίας.

 

Παραβολή

…Και λάλησε ο πετεινός, μα κανείς δεν μας ρώτησε τίποτα

Τι θ' απογίνουμε χωρίς κάτι σπουδαίο να αρνηθούμε

 

Μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση, πάσχει, κυβερνιέται από ανάξιους (Κοιτάζω την αυγή, κοιτάζω το έθνος και ξέρω / καλά πως δεν κάνω για νικητής, δεν είμαι πρώτο θέμα / Αυτός ο τόπος δεν πέφτει για ύπνο με τη συνείδηση καθαρή / Τι είδους άνθρωποι μας ξελόγιασαν και νύχτωσε / έτσι άγρια κι απότομα / Τι είδους άνθρωποι γίναμε κι εμείς και νύχτωσε / χωρίς μια μάχη, μια μνήμη). Η έννοια αυτή διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι όμως ως μια οργισμένη φωνή, αλλά ως την ψύχραιμη επίγνωση μιας κατάστασης που πρέπει να αλλάξει. Βρισκόμαστε στο τέλος μια εποχής; Ναι, βρισκόμαστε. Ωστόσο, η ποίηση του Χρήστου Κούκη κάθε άλλο παρά απαισιόδοξη είναι: έχει αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας, από όπου θα έρθει η αλλαγή.

 

Ναι

Όχι, όχι δεν είναι το τέλος

κάπου σε κάποιο μέρος ένας νέος δεν ενδίδει στα σχέδια των μεγάλων

και ο κόσμος όλος κοιτάζει και παρακολουθεί με λαχτάρα και ελπίδα

 

Στο ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Κούκη κυριαρχεί έντονα η έννοια της φύσης, την οποία χρησιμοποιεί είτε συμβολικά είτε ως παρομοίωση είτε για να δημιουργήσει μια μεγάλη αντίθεση με την έννοια της κοινωνίας που βρίσκεται στην απόλυτη φθορά και διαφθορά.

Και ενώ από τη μια έχουμε την κοινωνία και τον κόσμο, από την άλλη έχουμε τον ερωτευμένο άνθρωπο. Με γλώσσα απλή, αλλά με στίχους πολύ δυνατούς, ο Χρήστος Κούκης περιγράφει έναν έρωτα καθαρό, απόλυτο, βαθύ, άλλοτε ως καταφύγιο και άλλοτε ως πληγή.

 

A.D.

Όπου σ' αγαπάω υπάρχει αγωνία

προχωρημένη νύχτα στα χέρια μιας ημέρας

ποτέ κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για την ομορφιά

γι' αυτό έχουμε τον έρωτα και τη μουσική

Είσαι η μόνη που ξέρω όταν είμαι ο εαυτός μου

 

Ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

μη μείνουμε όμως μόνοι, με την Ιστορία παραμάσχαλα σαν χτεσινή εφημερίδα

ο κόσμος φοριέται και απ' την ανάποδη, αρκεί να μη βάζεις ταμπέλες

Ας ερωτευτούμε, μια και στις πιο άγριες στιγμές μας ωραιότερο σημάδι είναι ο πόνος

και το πρώτο του μάθημα είναι η έλξη των πραγμάτων

Ας καούμε, μια και θα μπορούσαμε να τα έχουμε όλα, μα προτιμήσαμε ο ένας τον άλλο

και την περήφανη πείνα του φιλιού

 

Ας ριχτούμε χαμηλά μόνο για ένα πεσμένο άστρο, μόνο για το σπασμένο γυαλί του κόσμου

άλλο μη νιώθουμε άγνωστοι μέσα στα λάθη μας

Ας γεμίσουμε το ποτήρι του χρόνου με σημάδια από χέρια και χείλη

κι ας μας προσάπτει το κράτος, ας μας προσάπτει

κανείς δεν μας ζήτησε, στ' αληθινά, τη γνώμη μας ποτέ

 

Είμαστε πλούσιοι κατά τέτοιο τρόπο που καμία τράπεζα δεν μας καταδέχεται

ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

Στη γλώσσα που σ' αγαπάω, τα δάκρυα είναι υγρό πυρ