Baz Luhrmann's Romeo & Juliet

Την 1η Νοεμβρίου του 1996 κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το σαιξπηρικό δράμα του Baz Luhrmann "Romeo & Juliet" (τουλάχιστον για την Αμερική, γιατί στην Ελλάδα ήρθε το 1997…) με πρωταγωνιστές τον -εικοσάχρονο τότε-οσκαρούχο σήμερα- Leonardo DiCaprio και την Claire Danes.

Το "Romeo & Juliet" του Baz Luhrmann είναι μία άκρως μοντέρνα κινηματογραφική μεταφορά του μεγαλύτερου σαιξπηρικού έργου, με πιστόλια, γρήγορα αυτοκίνητα, σπιντάτους ρυθμούς και το πιο εκκωφαντικό 90s soundtrack που γράφτηκε ποτέ. Κινηματογραφικές μεταφορές σαιξπηρικών έργων έχουν γίνει πάρα πολλές, αλλά καμιά με την τόλμη, τη φρεσκάδα και την έντονη καλλιτεχνική παρέμβαση του σκηνοθέτη που έγινε σε αυτήν εδώ.

Όσοι υπήρξαμε τυχεροί να είμαστε έφηβοι στα middle 90s, ήρθαμε σε αυτήν την πρώτη μας κινηματογραφική επαφή με τον Σαίξπηρ χάρη σε αυτήν την ταινία του Baz Luhrmann -με τον ίδιο τρόπο που οι γονείς μας είχαν να θυμούνται το αντίστοιχο αριστούργημα του Τζεφιρέλι. Και πέσαμε πάνω σε ένα ταχύτατο φιλμ, με ιλιγγιώδες μοντάζ και πλάνα που αλλάζουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, σε μια πανδαισία χρωμάτων, ήχων, εικόνων, σε ένα απόλυτα άγριο και σκληρό σκηνικό, που έκλεινε ωστόσο έξοχα μέσα του τα ατόφια ερωτόλογα των δύο μοιραίων εραστών.

Τι είναι αυτό που κάνει το "Romeo & Juliet" τόσο ξεχωριστό;

Καταρχάς, η απίστευτα δυναμική σκηνοθεσία του. Ο Luhrmann φυσικά είναι γνωστός για τις οπτικοακουστικές του υπερβολές (τα ίδια περίπου έκανε και στο Moulin Rouge και εν μέρει και στο Great Gatsby), αλλά εδώ πραγματικά ξεπέρασε τον εαυτό του. Η ταινία τρέχει με απίστευτα γρήγορο tempo (έτσι και ξεκινήσεις να τη δεις δεν καταλαβαίνεις πότε περνούν οι δύο ώρες -σε ρουφάει κυριολεκτικά), συνεπαίρνοντας έτσι όσους teenagers  ζούσαν στους υπέροχους ρυθμούς των 90s.

Έπειτα, τόλμησε πραγματικά να μεταφέρει ένα έργο του 1600 στη σύγχρονη εποχή. Θα μπορούσε απλώς να φορέσει στους ήρωες μας σύγχρονα ρούχα και να τους βάλει να κατοικούν σε οικοδομή… Όχι. Αυτός προτίμησε να τους δώσει καμπριολέ αμάξια με μουσική στη διαπασών, πιστόλια, να τους ντύσει με χαβανέζικα πουκάμισα, τατουάζ, να τους έχει με μαλλιά βαμμένα ροζ να παίζουν μπιλιάρδο και να παίρνουν χαπάκια έκσταση. Και αυτό ήταν που έκανε όλη τη διαφορά -ειδάλλως δε είχαμε παρά μια ακόμα σαιξπηρική κινηματογραφική μεταφορά… Και τόλμησε μάλιστα να μας παρουσιάσει έναν μαύρο Mercutio που στο χορό μασκέ των Καπουλέτων είναι ντυμένος σαν drag queen!

Παρά τους γρήγορους ρυθμούς και τις μοντέρνες παρεμβάσεις, υπάρχει υπερ-αρκετός χώρος για το love story των δύο εραστών. Η ταινία δε χάνει καθόλου σε ρομαντισμό, τρυφερότητα και ευαισθησία, ίσα-ίσα το ειδύλλιο είναι τόσο ταιριαστό με όλο το υπόλοιπο πλαίσιο που μπορείς σχεδόν να ταυτιστείς!

Επίσης, το να μεταφέρεις ένα κλασσικό έργο στη σύγχρονη εποχή δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι πειράζεις το περιεχόμενο του. Τα λόγια της ταινίας είναι παρμένα από το πρωτότυπο και βαλμένα με τόση χάρη και επιδεξιότητα στα πρόσωπα των ηρώων, που δε μοιάζουν καθόλου με καθόλου παράταιρα, παρά το μη-κλασικό background.

Μια πινελιά ακόμα και η ταινία απογειώθηκε: το soundtrack. Ίσως δε θα ήταν καν υπερβολή να λέγαμε ότι πρόκειται για το καλύτερο soundtrack όλων των εποχών. Radiohead, Garbage, Cardigans, Des'ree, τα τραγούδια δεν είναι απλώς η πεμπτουσία των 90s: ακούγοντας κανείς το cd είναι σαν να παίρνει μια γεύση από όλη τη μουσική σκηνή της δεκαετίας. Χώρια η υπέροχη μουσική του Craig Armstrong, που έχει άλλοτε μεγαλοπρέπεια και επικότητα, άλλοτε τρυφερότητα.

Και φυσικά οι ηθοποιοί. Το "Romeo & Juliet" είναι η ταινία που μας σύστησε τον Leonardo DiCaprio. Όσοι τον γνώρισαν στον Τιτανικό, πολύ απλά …άργησαν! Ο DiCaprio -έχοντας παίξει ήδη σε ένα σωρό εντυπωσιακούς ρόλους από τα 18 του- έφτασε στα 21 του να γίνει ένας ιδανικός Ρωμαίος του 20ου αιώνα, μοντέρνος, απλός, τρυφερός, με μακριές ξανθές αφέλειες, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως απόλυτο νεανικό ίνδαλμα -εικόνα που θα εκτινασσόταν φυσικά ένα χρόνο αργότερα με τον Τιτανικό.

Η Claire Danes -αν και η καριέρα της δεν εξελίχτηκε τελικά όσο δυναμικά έμοιαζε ότι θα μπορούσε να εξελιχτεί- είναι μια ωραία Ιουλιέτα, απλή μεν, όχι αδιάφορη δε. Και φυσικά ο καλύτερος όλων, ο John Leguizamo στο ρόλο του Tybalt, του ξαδέρφου της Ιουλιέτας, που έδωσε τέτοιο πάθος και τέτοιο στυλ και επικότητα στο ρόλο του όπως ποτέ κανένας άλλος (και κρίμα πραγματικά που δεν τον ξαναείδαμε σε ρόλο που να μας ικανοποιεί).

Το "Romeo & Juliet" του Baz Luhrmann είναι η ταινία που συνδύασε καταπληκτικά το κλασικό με το μοντέρνο, χωρίς να θίγει τίποτα από τα δύο. Είναι η ταινία που κατάφερε να κλείσει σε δύο ώρες το στίγμα μιας ολόκληρης δεκαετίας. Και είναι και η ταινία που προσπάθησε (και ίσως εν μέρει να τα κατάφερε) να διδάξει σε μια ολόκληρη γενιά τον Σαίξπηρ, παρουσιάζοντάς τον με τον πιο άμεσο, προσιτό και μοντέρνο τρόπο. Και το παράξενο είναι ότι είκοσι χρόνια μετά μοιάζει να μην έχει παλιώσει ακόμα!

 

Info & Trivia

- Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του Baz Luhrmann (και κρίμα που έκτοτε δεν τον ξαναείδαμε σε κάτι τόσο καλό).

- Το soundtrack αποτελείται από 13 κομμάτια (1. #1 Crush - Garbage / 2. Local God - Everclear / 3. Angel - Gavin Friday / 4. Pretty Piece of Flesh - One Inch Punch / 5. Kissing You (Love Theme from Romeo and Juliet) - Des'ree / 6. Whatever (I Had a Dream) - Butthole Surfers / 7. Lovefool - the Cardigans / 8. Young Hearts Run Free - Kym Mazelle / 9. Everybody's Free (To Feel Good) - Quindon Tarver / 10. To You I Bestow - Mundy / 11. Talk Show Host - Radiohead / 12. Little Star - Stina Nordenstam / 13. You and Me Song - the Wannadies).

- Ολόκληρο -σχεδόν- το soundtrack βρίσκεται εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=j4Cs5dxTj_Q

- Κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει στο cd και το "Exit Music" που έγραψαν οι Radiohead για τους τίτλους του τέλους. Το τραγούδι ωστόσο μπήκε στο άλμπουμ τους "ΟΚ Computer" που κυκλοφόρησε το 1997. Σχετικά με το συγκεκριμένο τραγούδι, προκειμένου να το γράψουν οι Radiohead ο Luhrmann τους έστειλε τα είκοσι τελευταία λεπτά της ταινίας -αργότερα είπε σε συνέντευξη του ότι είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια τίτλων τέλους που γράφτηκαν ποτέ.

- Τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία την έκανε το "Lovefool" των Cardigans: εκτός από το ότι εκτίναξε το συγκρότημα, βρέθηκε στη 2η θέση στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου την άνοιξη του '97. Μεγάλη επιτυχία έκαναν και τα "Kissing You" και "Young Hearts Run Free".

- Το soundtrack τα πήγε τόσο καλά που κυκλοφόρησε και δεύτερο, πιο εμπλουτισμένο, με διάλογους και άλλα που δεν υπήρχαν στο πρώτο. Στην ιδιαίτερα πατρίδα του Luhrmann μάλιστα, την Αυστραλία, ήταν το δεύτερο πιο ευπώλητο για το 1997 και έγινε 5 φορές πλατινένιο!

- Πίσω από τη σύνθεση της μουσικής κρύβονται οι Nellee Hooper και Craig Armstrong.

- Εισπρακτικά η ταινία τα πήγε πάρα πολύ καλά. Θεωρείται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία κινηματογραφικής μεταφοράς σαιξπηρικού έργου. Άνοιγμα 46.000.000 στην Αμερική και 148.000.000 παγκοσμίως (ξεπερνώντας το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" του Τζεφιρέλι, καθώς και το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" του 2013 και άλλα έργα που βασίζονται σε διάφορα θεατρικά του Σαίξπηρ).

- Στα Όσκαρ ωστόσο δεν τα πήγε και τόσο καλά. Για την ακρίβεια, η Ακαδημία αγνόησε εντελώς την ταινία, δίνοντας της μόνο μια υποψηφιότητα, για Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση.

- Στα BAFTA ωστόσο κέρδισε βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Προσαρμοσμένου Σεναρίου,  Μουσικής, Διεύθυνση Παραγωγής.

- Ο Leonardo DiCaprio ήταν η πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη για το ρόλο του Ρωμαίου -αν και έπεσε στο τραπέζι και το όνομα του Neil Patrick Harris.

- Για την Ιουλιέτα ακούστηκαν τα ονόματα των Sarah Michelle Gellar, Jennifer Love Hewitt, Kate Winslet, Christina Ricci. Επικρατέστερη για το ρόλο ήταν η Natalie Portman, η οποία όμως επειδή ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών φαινόταν τόσο μικρή δίπλα στον DiCaprio, που ως ζευγάρι έδιναν την εντύπωση ότι ο Ρωμαίος μάλλον την κακοποιεί… Η Claire Danes τουλάχιστον ήταν δεκαεφτά χρονών.

- Leonardo DiCaprio και Claire Danes δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις -τουλάχιστον στην αρχή. Αυτή τον χαρακτήρισε ανώριμο, κι αυτός δήλωσε ότι την έβρισκε νευρική και επιφυλακτική.

- Για το ρόλο του Mercutio, του φίλου του Ρωμαίου, πιθανές επιλογές ήταν οι Ewan McGregor, Christian Bale και John Leguizamo. Τελικά ο Luhrmann αποφάσισε ότι ήθελε ο Mercutio του να είναι μαύρος και διάλεξε τον Harold Perrineau. Ο John Leguizamo πήρε τελικά το ρόλο του Tybalt, του ξαδέρφου της Ιουλιέτας, ο οποίος ρόλος λίγο έλειψε να πάει στον Benicio Del Toro. Και ο Marlon Brando παραλίγο να παίξει στην ταινία, ως Πατέρας Λαυρέντιος!

- Όλα τα σκηνικά που βλέπουμε στην παραλία είναι κατασκευασμένα (το ίδιο και το άγαλμα του Ιησού, το οποίο είχε μέγεθος μόλις 60 εκατοστά!). Τα σκηνικά καταστράφηκαν από έναν ανεμοστρόβιλο, τον οποίο τον "βλέπουμε" και εμείς οι θεατές: ξεκινάει με τον θάνατο του Mercutio!

- Στο γύρισμα θα συνέβαινε παραλίγο τραγωδία, όταν ο κασκαντέρ του Tybalt, στη σκηνή που το αμάξι αναποδογυρίζει καθώς κυνηγιούνται με τον Ρωμαίο, κόντεψε να σκοτωθεί.

 

- Ο hair stylist απήχθη από μια τοπική συμμορία και ο Luhrmann έδωσε 300 δολάρια για να τον αφήσουν ελεύθερο!

- Και το απόλυτα αναπάντεχο trivia: η Claire Danes φοράει περούκα -και για τις σκηνές στο νερό ειδική περούκα!

 

Ανδημοσίευση απο το Artcore Magazine (Artcore Magazine)

Λυδία Κονιόρδου

Ηθοποιός. Κατά πολλούς, από τις σημαντικότερες της γενιάς της. Το όνομα της έχει ταυτιστεί άρρηκτα με το καλό, το ποιοτικό θέατρο. Είναι δημιουργική, ακούραστη, καταθέτει τη δική της άποψη μέσα από τη θεατρική αρένα. Δηλώνει αισιόδοξη για τη νέα γενιά ηθοποιών. Ακούγοντας την να μιλάει σε διαπερνά η ιερή μανία που νιώθει και η ίδια για την τέχνη του θεάτρου.

Ως ηθοποιός, αλλά και ως σκηνοθέτης, έχετε μια πολύ έντονη θεατρική δραστηριότητα. Τι είναι αυτό που θέλετε να προσφέρετε μέσα από την ενασχόληση σας με το θέατρο;

Το θέατρο είναι ένας τόπος διαλόγου, ένας τόπος όπου οι ιδέες συγκρούονται και δημιουργούν ένα γόνιμο διάλογο που βοηθά τους πολίτες να αποκτήσουν συνείδηση και να καταλάβουν και τη δική τους θέση στον κόσμο. Ιδιαίτερα σε αυτήν την εποχή, που ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, έχουμε ανάγκη το διάλογο και την επικοινωνία και την ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων. Γι’ αυτό, ακόμα και στην εποχή κρίσης που διανύουμε, οι καλές παραστάσεις είναι γεμάτες. Αυτό είναι και το είδος θεάτρου που αφορά σε εμένα προσωπικά, αυτό που ρίχνει φως συνείδησης και προσφέρει ομορφιά και μια βαθύτερη αίσθηση της αρμονίας του κόσμου. Όχι όμως μέσα από ένα διακοσμητικό τρόπο, αλλά μέσα από το φως της συνείδησης.

Πιστεύετε δηλαδή στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου.

Δεν είναι κάτι που απλώς το πιστεύω εγώ, αυτός είναι ο λόγος που γεννήθηκε το θέατρο. Γεννήθηκε για να προσφέρει έναν τόπο διαλόγου και συνείδησης, για να μετατρέψει έναν όχλο σε συνειδητούς πολίτες. 

Έχετε ασχοληθεί πολύ με την αρχαία τραγωδία, θα έλεγα πως, κατά κάποιον τρόπο, έχετε ταυτιστεί με αυτήν. Για ποιο λόγο θεωρείτε πως συνέβη αυτή η «ταύτιση» με εσάς;

Αυτό που λέτε με τιμά, αλλά εγώ είμαι υπηρέτης του θεάτρου γενικότερα. Και το θέατρο το βλέπω και το αντιμετωπίζω ως ένα και μόνο πράγμα, δεν ξεχωρίζω δηλαδή την τραγωδία από πιο σύγχρονα είδη, από τον Σαίξπηρ, για παράδειγμα, ή τον Μπέκετ ή την επιθεώρηση. Όλα τα είδη του θεάτρου όταν γίνονται καλά, με μεράκι και με ταλέντο, έχουν να προσφέρουν κάτι. Απλώς πολύς κόσμος με γνώρισε από το αρχαίο δράμα, γιατί συμμετείχα στις μεγάλες περιοδείες του Θεσσαλικού Θεάτρου, και αποτελώ μια εξαίρεση που έχω γίνει πιο γνωστή από το θέατρο παρά από την τηλεόραση. Το Θεσσαλικό Θέατρο ταξίδεψε πραγματικά σε όλη την Ελλάδα, δεν συμμετείχε μόνο στις μεγάλες διοργανώσεις, και έτσι έφερε το αρχαίο δράμα σε ένα κοινό που δε θα είχε αλλιώς την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με αυτό. Ίσως γι’ αυτό έγινε κι αυτή η «ταύτιση». Εγώ όμως υπηρετώ όλα τα είδη του θέατρου, με τον καλύτερο τρόπο που μπορώ. Και κυρίως το μουσικό ποιητικό θέατρο, αυτό με αφορά.

Το ότι το κοινό ως καλλιτέχνη σάς έχει θέσει πολύ ψηλά, σας δημιουργεί ένα αίσθημα χρέους και ευθύνης; Αισθάνεστε ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά;

Επειδή έτυχε να μαθητεύσω δίπλα σε πολύ μεγάλους δασκάλους, ο πήχης από την αρχή μπήκε πάρα πολύ ψηλά. Μακάρι να είχα δέκα ζωές για να μπορούσα να φτάσω τις διδασκαλίες που πήρα από τον Κάρολο Κουν, από τους μαθητές του Ροντήρη, από τον Μινωτή, τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Τσιάνο, τον Βασίλιεφ, τον Γουίλσον, τον Χατζάκη... Ο πήχης μού έλαχε να μπει από την αρχή ψηλά, οπότε δεν το σκέφτομαι καν αυτό που λέτε. Απλώς προσπαθώ πάντα να είμαι τίμια και ειλικρινής και αυθεντική σε σχέση με τις δικές μου εσωτερικές φωνές. Και προσπαθώ να αφουγκράζομαι την κοινωνία, ώστε να έχω ένα διάλογο με ό,τι συμβαίνει γύρω μας κάθε στιγμή, ειδικά σε αυτήν την εποχή που όλα όσα συμβαίνουν είναι συγκλονιστικά και ραγδαία. Αλλά αυτό που λέω δεν αποτελεί πρωτοτυπία –όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου προσπαθούμε για αυτό, να πιάνουμε το σφυγμό του κόσμου. Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία, ανάμεσα στον εσωτερικό εαυτό και τον συλλογικό. Αν βρεθεί αυτός ο κοινός τόπος, είναι επιτυχημένη και η δουλειά.

Πιστεύετε πως το καταφέρνετε αυτό;

Δεν το ξέρω. Είναι ένα συνεχές ζητούμενο. Στο θέατρο δεν μπορεί κανείς να επαναπαυτεί στα κεκτημένα και στις δόξες του, αναζητά συνεχώς αυτήν την ισορροπία και τον κοινό τόπο.

Έχετε μέχρι στιγμής μια αξιοζήλευτη θεατρική πορεία. Υπάρχει ωστόσο κάτι που νιώθετε πως δεν έχετε κάνει ακόμα, ένα είδος απωθημένου;

Το θέατρο είναι μια συλλογική υπόθεση. Δεν έχει να κάνει με την προσωπική φιλοδοξία, αλλά με την ομάδα μέσα στην οποία θα βρεθείς. Ό,τι φιλοδοξίες και να έχω, εξαρτώνται από τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνεργαστώ. Κάθε έργο είναι ένα ταξίδι και στο ταξίδι αυτό, όταν αρματώνεις το καράβι, πρέπει να βρεις και τους καταλλήλους συνοδοιπόρους. Αν δεν μπορείς να τους βρεις, δεν μπορείς να κάνεις και το ταξίδι... Είναι πολλά αυτά που αξίζουν στο θέατρο και που θα ήταν ωραίο να γίνουν, αλλά όλα έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και με τη στιγμή.

Από την πορεία σας ποια στιγμή θα ξεχωρίζατε;

Αναμφίβολα είναι η θητεία μου με τον Κάρολο Κουν, μια εννιάχρονη πορεία που με καθόρισε και σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνη, που καθόρισε και το πώς βλέπω το θέατρο. Είναι μια παρακαταθήκη που δεν εξαντλείται ποτέ. Φυσικά ήταν και η συνεργασία με τον Τσιάνο και το Θεσσαλικό Θέατρο, μια εμπειρία που μου άνοιξε πτυχές στη σχέση του ανθρώπου με το θέατρο. Και μετά βεβαίως με τον Σωτήρη Χατζάκη στη «Φόνισσα» που ήταν μια μεγάλη στιγμή και για μένα και για όλους όσους βιώσαμε αυτήν την εμπειρία. Και οι συνεργασίες μου με τον Λευτέρη Βογιατζή ήταν μια μαθητεία για μένα στο θέατρο. Και πολύ πρόσφατα η συνεργασία μου τον Βασίλιεφ στη «Μήδεια» και με τον Ρόμπερτ Γουίλσον, που τους θεωρώ και τους δύο πολύ μεγάλους καλλιτέχνες.

Εσείς που γνωρίσατε τους σπουδαιότερους ανθρώπους του θεάτρου, τι γνώμη έχετε για τη νέα γενιά ηθοποιών, μιας και διδάσκετε κιόλας;

Από το 1986 διδάσκω -και υπήρξα κι εγώ μαθήτρια κάποτε- οπότε βλέπω τι καινούργιο φέρνει η κάθε «φουρνιά». Αυτό που θεωρώ πολύ σημαντικό είναι ότι τα παιδιά που έρχονται τώρα στο θέατρο έχουν μεγαλύτερη μόρφωση από ότι είχαμε εμείς τότε και είναι πιο συνειδητοποιημένα. Δεν έρχονται παρασυρμένα από επιπόλαιες σειρήνες, αλλά μέσα από ψάξιμο, από αναζήτηση. Το να τελειώσει ένα παιδί μια σχολή και να τα παρατήσει όλα για να έρθει στο θέατρο παλιά ήταν η εξαίρεση, τώρα είναι σχεδόν ο κανόνας. Παιδιά που έχουν τελειώσει πανεπιστήμια και έχουν πτυχία έρχονται στο θέατρο για να αναζητήσουν έναν τόπο για να εκφράσουν τις βαθύτερες αγωνίες τους. Είναι υψηλότερο το επίπεδο, είναι σκεπτόμενα τα παιδιά, ψάχνονται. Πιστεύω πολύ στη νέα γενιά και ελπίζω σε αυτό που θα φέρουν, επειδή στα χέρια τους είναι οι αλλαγές που συμβαίνουνε. Πρόκειται για ένα σπουδαίο δυναμικό που διαθέτει ο τόπος μας και αυτό μου δημιουργεί μεγάλη αισιοδοξία. Τα παιδιά αυτά, επειδή ανήκουν σε μια γενιά που έχει απαλλαγεί από εμπάθειες και εμμονές και μονοδιάστατες απόψεις του παρελθόντος, έχουν προετοιμαστεί για να συνδράμουν στο καινούργιο δρόμο που ανοίγει.

Για το μέλλον τι ετοιμάζετε;

Για το καλοκαίρι μού έχει ζητήσει το Εθνικό να σκηνοθετήσω και να παίξω «Ιππόλυτο» στην Επίδαυρο και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, αρχίζει να με καταλαμβάνει! Παράλληλα, διδάσκω στα πλαίσια των Δεσμών σε εργαστήρι αρχαίου δράματος. Και κάνω και κάποια ταξίδια στο εξωτερικό όπου διδάσκω αρχαίο δράμα.

Πώς είναι αυτή η εμπειρία;

Πολύ σημαντική. Βλέπω καταρχάς πόσο αναγνωρίζουν τη σχέση που έχουμε με το αρχαίο δράμα -χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι άλλοι πολιτισμοί δεν κάνουν σπουδαία πράγματα στο αρχαίο δράμα, ωστόσο εμείς οι Έλληνες έχουμε μια πιο άμεση σύνδεση, αυτό είναι αυτονόητο. Κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με ξένους, αυτό που φέρουμε εμείς μέσα από τη γλώσσα, την παράδοση, τον πολιτισμό, τους ανοίγει κάποια παράθυρα και στο πώς οι ίδιοι προσλαμβάνουν τον εαυτό τους. Και είναι ένα δώρο αυτό που γίνεται με επίκεντρο το αρχαίο δράμα. Γιατί το αρχαίο δράμα θέτει ερωτήματα για να επαναπροσδιορίσεις τον εαυτό σου στο γενικό γίγνεσθαι. Κι εγώ το εισπράττω αυτό. Θεωρώ πραγματικά ότι είναι ένα από τα δώρα που έχει να προσφέρει αυτός ο τόπος και γι’ αυτό υπηρετώ τους Δεσμούς και το Κέντρο Αρχαίου Δράματος και πιστεύω ότι αυτό πρέπει να υποστηριχτεί και θεσμικά από όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις. Και να μη μένουμε μόνο στα λόγια και στις ευχολογίες, αλλά να υπάρξει και θεσμική κατοχύρωση και κυρίως μια σύνδεση των ανθρώπων που ασχολούνται με το δράμα με φορείς και κέντρα του εξωτερικού. Νομίζω πως αν αυτό γίνει οργανωμένα θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια πολιτιστική διπλωματία σε έναν τομέα που εχουμε πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσουμε.

 

Άνοιξη 2014, Περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 25 (www.vakxikon.gr)

Inferno

Inferno, 2016

Σκηνοθεσία: Ron Howard

Πρωταγωνιστούν: Tom Hanks, Felicity Jones

 

Ο Tom Hanks, για τρίτη φορά μετά το "The DaVinci Code" και το "Illuminati",  ενσαρκώνει τον καθηγητή Robert Langdon, λύνει γρίφους και προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα.

Ο καθηγητής Robert Langdon (Tom Hanks) βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο της Φλωρεντίας με αμνησία. Δεν έχει ιδέα πώς βρέθηκε εκεί -γρήγορα όπως ανακαλύπτει ότι τον κυνηγούν. Η γιατρός του, Sienna Brooks (Felicity Jones), τον βοηθάει να ξαναβρεί τη μνήμη του και να λύσει μία σειρά από γρίφους. Οι γρίφοι θα τους οδηγήσουν σε μια συνωμοσία που θέλει να εξαπολύσει έναν θανατηφόρο ιό στη γη, την ίδια ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει σημάνει συναγερμό και ο Langdon βρίσκεται διωκόμενος από παντού…

Τρίτη κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματος του Dan Brown, το "Inferno" ακολουθεί τα " The DaVinci Code" και "Illuminati",  που έκαναν πάταγο πριν μερικά χρόνια. Η συνταγή γνωστή και πετυχημένη: αγωνία, μυστήριο, ενδιαφέρον που διατηρείται αμείωτο, συνεχής δράση και χαλάρωση στα σωστά σημεία, πλοκή που ξετυλίγεται αποκαλυπτικά και ένας Tom Hanks όπως τον ξέρουμε και τον αγαπάμε.

Και στο "Inferno" λοιπόν περιδιαβαίνουμε στα  στενά ωραίων πόλεων (Φλωρεντία, Βενετία, Κωνσταντινούπολη), ψάχνουμε κρυμμένα μυστικά σε έργα τέχνης της Αναγέννησης, μπαινοβγαίνουμε σε ιστορικά κτίρια προηγούμενων αιώνων, περιμένουμε με αγωνία τις εξελίξεις.

Αν και κρατά τη δομή και το ύφος των " The DaVinci Code" και "Illuminati", το "Inferno" δεν έχει τόσο έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα: ασχολείται περισσότερο με τις έννοιες της οικολογίας, του υπερπληθυσμού, της κοινωνικής αναταραχής, της ποιότητας ζωής. Και σε πρώτο πλάνο δεν είναι πλέον η Εκκλησία, αλλά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Στα συν της ταινίας είναι οι γρήγοροι ρυθμοί,  το σταδιακό ξετύλιγμα των πληροφοριών (για πολλή ώρα θα σε ιντριγκάρει που δε θα ξέρεις ποιος είναι με το μέρος ποιανού), οι πραγματικά αναπάντεχες ανατροπές. Στα μείον της ταινίας είναι τα σεναριακά κενά (εκείνη την ώρα όλα θα τα δεχτείς αδιαμαρτύρητα, μετά ωστόσο κάποια πράγματα θα σου φανούν μη ρεαλιστικά), κάποια κλισέ των αμερικάνικων περιπετειών που πραγματικά θα μπορούσαν να αποφευχθούν, το γεγονός ότι αν έχεις ήδη δει τα " The DaVinci Code" και "Illuminati" το "Inferno" δεν έχει να σου προσφέρει και πολλά παραπάνω.

Το Inferno είναι μια πολύ ωραία ταινία -ειδικά για τους λάτρεις του είδους-, αλλά δεν καταφέρνει να φτάσει τη γοητεία και την ατμόσφαιρα των δύο προηγούμενων ταινιών, με τις οποίες αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κάνεις τη σύγκριση.

 

Αναδημοσίευση από το ArtCore Magazine. (www.artcoremagazine.gr)