Μια χώρα, δύο κόσμοι

Οι αντιθέσεις είναι αναπόφευκτες. Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν το μαύρο και αυτοί που αγαπούν το άσπρο. Αυτοί που λατρεύουν τις εκπλήξεις και αυτοί που τις σιχαίνονται. Αυτοί που θέλουν τα αυγά τους ομελέτα και αυτοί που τα θέλουν μάτια. Καμιά φορά οι αντιθέσεις είναι και ωραίες. Και χρήσιμες. Ίσως πρέπει να δεις τα δύο άκρα για να μπορείς να επιλέξεις, να δεις ποιο είναι το καλύτερο.

Η χώρα μας είναι ένα ατελείωτο πεδίο αντιθέσεων. Αυτοί που είναι ακόμα πλούσιοι και αυτοί που έχουν γίνει φτωχοί. Αυτοί που έχουν δουλειά και αυτοί που είναι άνεργοι. Αυτοί που θέλουν κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αυτοί που θέλουν το Σύριζα. Αυτοί που κάνουν πορείες και διαδηλώνουν και αυτοί που την ίδια ώρα πίνουν καφέ. Αυτοί που βλέπουν ειδήσεις στις οχτώ και αυτοί που αλλάζουν κανάλι. Αυτοί που τολμούν επιχειρηματικά ξεκινήματα και αυτοί που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν. Αυτοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής της προηγούμενης δεκαετίας και αυτοί που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και αυτοί που έχουν ήδη απελπιστεί.

Και ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις του άσπρου και του μαύρου τι υπάρχει; Ένα ατελείωτο αναποφάσιστο γκρι: μερικά εκατομμύρια Έλληνες που είναι στο μεταίχμιο. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν μία μέρα πριν τις εκλογές. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν. Αυτοί που δε βγάζουν πολλά λεφτά, αλλά προς το παρόν δεν πεινάνε. Αυτοί που έχουν απολυθεί, αλλά ζούνε από τη σύνταξη των γονιών τους. Αυτοί που δε δίνουν λεφτά για το πετρέλαιο της οικοδομής, αλλά αγοράζουν καινούργιο κινητό. Αυτοί που δίνουν ένα ευρώ για φιλανθρωπικό σκοπό και άλλα πενήντα για ένα χτένισμα.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, αυτών που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση και αυτών που έχουν παραιτηθεί τελείως, υπάρχει και η πλειοψηφία που προσπαθεί να ζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Που φυτοζωεί δουλεύοντας σε πεντάμηνα. Που στεναχωριέται που δεν μπορεί να αγοράσει το καινούργιο iPhone. Που εντυπωσιάζεται από τις διαφημίσεις στην tv σαν να είναι παιδί. Που νομίζει πως επανάσταση είναι να γράφεις οργισμένα status στο fb. Μια πλειοψηφία που ξέρει ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά είναι εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, σε μια κατάσταση επικίνδυνης μετριοπάθειας.

Υποτίθεται πως στην εποχή της ελευθερίας του λόγου, της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, της ελευθερίας του διαδικτύου, θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι, πιο δραστήριοι, πιο ανήσυχοι. Ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αφυπνιζόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα, να βρίσκουμε απαντήσεις, να ανταλλάζουμε απόψεις. Αλλά όπως φαίνεται, οι πολλές φωνές είναι που μας έχουν αποπροσανατολίσει –και αποκοιμίσει- ακόμα περισσότερο.

Απλώς, το θλιβερό είναι ότι χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και εμείς παραμένουμε ίδιοι, εγκλωβισμένοι στο σαθρό μικρόκοσμό μας. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο μεγαλώνουν γύρω μας οι αντιθέσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε στρατόπεδο.

 

Περιοδικό Ser-Free, #35

Πίσω από το σύρμα

Ένας κόσμος οριστικά χαμένος

καταδικασμένος στη λήθη.

Ένα συρματόπλεγμα

φυλακίζει το παρελθόν

 

(City zoom, Ser-Free #21)

Girl, interrupted


Girl, interrupted (Το κορίτσι που άφησα πίσω), 1999

Σκηνοθέτης: James Mangold

Παίζουν: Winona Ryder, Angelina Jolie, Whoopi Goldberg, Brittany Murphy

Η Σουζάνα είναι μια νεαρή κοπέλα που υποφέροντας από ψευδαισθήσεις προσπάθησε να τερματίσει τη ζωή της (εξ ου και ο τίτλος της ταινίας). Ο ψυχίατρος που θα την εξετάσει μετά την απόπειρα θα κρίνει απαραίτητο να νοσηλευτεί για κάποιο διάστημα σε μια ψυχιατρική κλινική. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί, η Σουζάνα θα έρθει αντιμέτωπη με πολλές καταστάσεις, θα αναπτύξει φιλίες με τις άλλες ασθενείς, καθεμιά από τις οποίες υποφέρει από κάποιο ψυχολογικό νόσημα, και θα συνδεθεί στενά με τη Λίζα, μια κοπέλα με πολύ έντονη προσωπικότητα που ασκεί μεγάλη επίδραση στις ασθενείς. Η Σουζάνα κάποια στιγμή θα χρειαστεί να κοιτάξει βαθιά μέσα της για να δει αν έχει το σθένος να πάρει τη ζωή στα χέρια της.

Τα 127 λεπτάκια αυτής της ταινίας κυλούν πραγματικά σαν νερό. Ένα πλήθος επιμέρους ιστοριών που πλαισιώνουν το κεντρικό story δεν αφήνει το φιλμ να κάνει κοιλιά, ενώ είναι σίγουρα ενδιαφέρον –και δοσμένο με τον κατάλληλο τρόπο- να βλέπει κανείς τι λαμβάνει χώρα σε μια ψυχιατρική κλινική... Εκπλήξεις και ανατροπές δε θα υπάρξουν, αλλά οι τελικές συγκρούσεις και αναμετρήσεις θα γίνουν με αρκετά εύστοχο τρόπο, κρατώντας ζωντανή την προσοχή του θεατή μέχρι το τέλος.

Στο ότι η ταινία είναι ενδιαφέρουσα ίσως να παίζει ρόλο και το γεγονός ότι το σενάριο (γραμμένο από τον σκηνοθέτη) βασίστηκε στο βιβλίο της Susanna Kaysen, η οποία κατέγραψε τις προσωπικές της εμπειρίες από την δεκαοχτάμηνη παραμονή της σε μια ψυχιατρική κλινική τη δεκαετία του ’60. Καλές και οι ερμηνείες, με την Angelina Jolie να τραβάει την προσοχή θεατών και κριτικών, σε ένα ρόλο που της ταιριάζει γάντι και απέχει πολύ απ’ ότι την έχουμε συνηθίσει. (Με το σπαθί της το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου). 

Cine προτάσεις, www.serrelib.gr