«Τρεις σκάλες ιστορία» του Σταύρου Χριστοδούλου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020) - κριτική βιβλίου

Η κυπριακή τραγωδία μέσα από το πρίσμα της λογοτεχνίας

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Περιοδικό Χάρτης

Η δεκαοχτάχρονη Χλόη και η μητέρα της βρίσκονται στην Λάπηθο της Κύπρου όταν ξεσπούν τα τραγικά γεγονότα του 1974. Εκεί η Χλόη θα βιαστεί επανειλημμένα από έναν Τούρκο, γεγονός που θα σημαδέψει τη ζωή της για πάντα.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνική ματιά για την κυπριακή τραγωδία από τον βραβευμένο συγγραφέα Σταύρο Χριστοδούλου, που ξέρει να χειριστεί καλά το υλικό του ώστε να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, να συνδυάσει το εθνικό με το προσωπικό και να μη χαθεί μέσα στις αμέτρητες ιστορικές πληροφορίες.

Ο συγγραφέας, καταρχάς, μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο, τα γεγονότα που προηγήθηκαν του '74, το γενικότερο κλίμα, τις απόψεις. Και καταγράφει και όσα ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι να φτάσουμε στην Κύπρο του σήμερα. Ο Χριστοδούλου ξέρει όχι μόνο να παρουσιάζει τις πληροφορίες, αλλά να μεταφέρει και την αύρα της εποχής, να ζωντανεύει τις εικόνες, τις μυρωδιές, τους ήχους - πιθανόν ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι βλέπει την Κύπρο και τα ακρογιάλια της με τα ίδια του τα μάτια.

Ο Χριστοδούλου όμως δεν θέλει να παραμείνει στο εθνικό βίωμα, θέλει να εστιάσει στο προσωπικό. Πρωταγωνίστρια του βιβλίου -και φορέας ολόκληρης της τραγωδίας- είναι η νεαρή Χλόη, που ψυχικά θα καταστραφεί ανεπανόρθωτα από τον βιασμό της. Όπως ακριβώς και η ίδια η χώρα, έτσι και η Χλόη θα προσπαθήσει να συνέλθει από τα τραύματά της και να επιστρέψει στην κανονικότητα. Αυτό δείχνουν να κάνουν όλοι άλλωστε. Ωστόσο δεν μπορεί, τα τραύματα είναι εκεί και φαίνεται πως δεν υπάρχει δυνατότητα λύτρωσης.

Είναι εξαιρετικός ο τρόπος που ο συγγραφέας δένει το συλλογικό με το προσωπικό, που φορτώνει τον πόνο μιας χώρας στους ώμους μιας γυναίκας, που μας δείχνει με ποιους τρόπους ένα εθνικό συμβάν μπορεί να επηρεάσει μεμονωμένα τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο Χριστοδούλου εστιάζει απόλυτα στην ηρωίδα του και μας την παρουσιάζει σε όλες της τις ψυχολογικές διακυμάνσεις, στις αποφάσεις της, στην καθημερινότητά της, χωρίς να αφήνει καθόλου το νήμα της Ιστορίας που ξεκινά από το 1974.

Ψάχνει για λύτρωση η Χλόη; Για απαντήσεις; Για δικαίωση; Προφανώς αυτά δεν υπάρχουν, ούτε γι' αυτήν ούτε για τον αναγνώστη. Ποιο το κέρδος τότε από την ανάγνωση του βιβλίου; Η γνώση. Η λεπτή προσέγγιση του θέματος. Οι ενδιαφέροντες και πολύ καλά σκιαγραφημένοι χαρακτήρες. Η δομή και η εξαιρετική ανάπτυξη της πλοκής (πετυχημένο το «εύρημα» των επιστολών μεταξύ δύο ηρωίδων για την εξιστόρηση γεγονότων που καλύπτουν αρκετά χρόνια). Η γλώσσα (πολύ ωραία και η χρήση της κυπριακής διαλέκτου σε κάποια σημεία, χωρίς να κουράζει ή να μπερδεύει όσους δεν τη γνωρίζουν). Το «Τρεις σκάλες ιστορίες» είναι ιδανικό για τους λάτρεις των ιστορικών μυθιστορημάτων, αλλά και για όσους δεν είναι.

Συνέντευξη στο Authoring Melodies και στον Δημήτρη Μπονόβα

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου μου Lacrimosa, παραχώρησα συνέντευξη στο λογοτεχνικό σάιτ Authoring Melodies και στον Δημήτρη Μπονόβα τον Σεπτέμβριο του 2021.

Κάθε αρχή κρύβει και ένα τέλος, κάθε ξεκίνημα κρύβει και τον τερματισμό μέσα του, κάθε στιγμή την επόμενη. Κάπως έτσι κυλά ο χρόνος κι ας μη το καταλαβαίνουμε. Κι ας έχουμε την ψευδαίσθηση ότι τα ευχάριστα θα κρατήσουν για πάντα, αιώνια. Η ποιητική της με έβαλε σε σκέψεις. Σκέψεις για το αναπόφευκτο του αύριο, της συνέχειας, του επόμενου. Σκέψεις για τη ματαιότητα του τώρα που σαν παιδάκι το αναμένω αλλά όταν έρχεται δεν το χαίρομαι όσο θα έπρεπε και μου αφήνει έτσι μια πίκρα, μια δυσάρεστη γεύση στο στόμα. Η ποιητική της με έβαλε σε διαδικασία να ψάξω, να αναζητήσω και να θέλω να μάθω περισσότερα για αυτή τη συγγραφέα που με συντρόφευσε εκείνο το βράδυ με του στίχους της. Κι έτσι, την έφερα σήμερα εδώ να μου τα πει όλα.

Χρυσάνθη Ιακώβου λοιπόν!

Καλώς σε βρήκα Χρυσάνθη! Καταρχάς, θέλω να μου πεις, πώς ξεκίνησε για εσένα το ταξίδι της συγγραφής;

Χ.Ι.: Καλώς ανταμώσαμε! Το ταξίδι της συγγραφής ξεκίνησε για μένα ταυτόχρονα με το ταξίδι της… γραφής! Σχεδόν από τότε που έμαθα γραφή ξεκίνησα και να γράφω! Με θυμάμαι στο δημοτικό να γράφω διηγήματα και να ξεκινάω μυθιστορήματα. Μετά, στο γυμνάσιο, προέκυψε και η ποίηση. Πλέον ασχολούμαι κατεξοχήν με την ποίηση, αλλά πειραματίζομαι κατά καιρούς και με τον πεζό λόγο. Η συγγραφή είναι κάτι μαζί με το οποίο μεγάλωσα, διαμορφώθηκα, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου και ο καλύτερος, για μένα, τρόπος για να εκφραστώ. Την αντιμετώπιζα από την αρχή ως κάτι ιερό και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα.

Η ποίηση είναι ένα ομολογουμένως δύσκολο μονοπάτι. Εσύ, πώς αποφάσισες να το περπατήσεις;

Χ.Ι. : Νομίζω πως είναι καθαρά θέμα κλίσης, δηλαδή ένας αξιόλογος πεζογράφος ενδεχομένως να μην μπορεί να γράψει ούτε δύο στίχους και αντιστοίχως ένας κορυφαίος ποιητής ίσως δεν μπορεί να γράψει ούτε μια σελίδα σε πεζό. Θεωρώ πως δεν υπάρχουν εύκολα και δύσκολα είδη, παρά μονάχα άνθρωποι που έχουν έμφυτο ταλέντο για το ένα ή για το άλλο. Σχετικά με μένα, δεν ήταν απόφασή μου να γράψω ποίηση, εγώ από μικρή με το πεζό ήθελα να ασχοληθώ και με αυτό ξεκίνησα. Η ίδια η ποίηση ήρθε και με βρήκε κάπου στα δεκατρία μου, όταν έγραψα το πρώτο μου ποίημα. Από τότε μου βγαίνει εντελώς αυθόρμητα και φυσικά, με τον ίδιο τρόπο που αναπνέουμε ή περπατάμε. Το να ερμηνεύω τον κόσμο και να εκφράζω την προσωπική μου αλήθεια μέσω στίχων είναι κάτι που μου προσφέρει απίστευτη ψυχική απόλαυση. Δεν έχω ξεχάσει την επιθυμία μου για το πεζό, αλλά η ενασχόληση με την ποίηση νιώθω πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Δεν μπορώ να με φανταστώ να μη γράφω.

Ποιες οι επιρροές σου; Ποιους/ες συγγραφείς θαυμάζεις;

Χ.Ι. : Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για συγκεκριμένες επιρροές, πάντως έχω αρκετή αδυναμία στον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη και τον Λάσκαρη.

Είναι δύσκολο ή εύκολο κάθε φορά να μετατρέψεις την ιδέα σου σε ποίημα;

Χ.Ι. : Δεν γράφω ποτέ κατόπιν παραγγελίας ούτε λέω από μέσα μου πως τώρα θα καθίσω και θα γράψω ένα ποίημα. Σε αυτήν την περίπτωση υποθέτω πως δεν θα ήταν εύκολο να προκύψει κάποιο αξιόλογο κείμενο. Όταν όμως μια εικόνα ή κάποιο ερέθισμα πυροδοτήσει την έμπνευση και αυτή συνειρμικά φέρει κάποια ιδέα (ιδέα που συνήθως προϋπάρχει στο μυαλό), τότε θα έλεγα πως δεν είναι δύσκολο να γραφεί ένα ποίημα. Για την ακρίβεια, σε λίγα λεπτά είναι έτοιμο. Μου αρέσει να κρατώ το ποίημα έτσι ατόφιο, όπως γεννήθηκε από την έκρηξη της έμπνευσης. Το ξαναδιαβάζω λίγο καιρό μετά με πιο νηφάλια ματιά για να δω αν όντως αξίζει και να διορθώσω κάποιον στίχο ή μερικές λέξεις. Έχω την ευτυχία να αισθάνομαι ότι καταφέρνω σε κάθε ποίημα να εκφράσω αυτό περίπου που θέλω κάθε φορά να πω. Και χαίρομαι που οι λέξεις είναι φίλες μου και μου επιτρέπουν να αποτυπώσω με ακρίβεια τις σκέψεις μου.

Υπήρξαν πιθανώς μηνύματα που θέλησες να περάσεις μέσα από τα γραπτά σου; Θα έπρεπε πιστεύεις ένας οποιοσδήποτε καλλιτέχνης, εφόσον έχει αυτή τη δυνατότητα, να περνάει μηνύματα μέσα από την τέχνη του;

Χ.Ι. : Δεν θα το έλεγα ότι επιδιώκω να περάσω κάποιο μήνυμα. Προφανώς βέβαια με τα ποιήματά μου κάτι θέλω να πω, παρουσιάζω δηλαδή τη δική μου κοσμοθεωρία, το δικό μου σύστημα ιδεών. Αν κάτι από αυτά που γράφω έχει απήχηση, επηρεάσει κάποιον, δώσει σε έναν αναγνώστη μια καινούργια οπτική, του προκαλέσει μια ωραία σκέψη, έχει καλώς. Αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης της τέχνης, αυτό κάνουν εκ των πραγμάτων όσοι εκφράζονται μέσω της τέχνης. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας καλλιτέχνης «πρέπει» να περνάει κάποιο μήνυμα. Αν σκοπός της τέχνης γίνει να περνάει συγκεκριμένα μηνύματα, τότε μιλάμε για τέχνη στρατευμένη, και όχι για αυθόρμητη, ειλικρινή, πηγαία.

Ας περάσουμε τώρα στο βιβλίο. Θέλω να μου μιλήσεις καταρχάς για την όλη διαδικασία. Πώς φτάσαμε από την αρχική ιδέα στην έκδοσή του;

Χ.Ι. : Πάντα υπάρχει η ιδέα για ένα βιβλίο, αρκεί να υπάρχει το υλικό! Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την προηγούμενη ποιητική μου συλλογή, τους «Τεθλασμένους χρόνους», που εκδόθηκαν το 2017 από τις Εκδόσεις Βακχικόν, οπότε αισθάνθηκα ότι είχε έρθει η ώρα για το επόμενο βήμα. Διαβάζοντας προσεκτικά τα ποιήματα που είχα γράψει όλο αυτό το διάστημα, θεώρησα πως όντως έχω κάτι καινούργιο να πω και πως η γραφή μου εξελίχθηκε. Αν δεν το πίστευα αυτό, δεν θα προχωρούσα σε έκδοση. Έτσι λοιπόν προέκυψε η τρίτη μου ποιητική συλλογή, το «Lacrimosa» μου, από τις Εκδόσεις Βακχικόν, με τριάντα εφτά ποιήματα υπαρξιακού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία κύριες ιδέες είναι ο χρόνος, οι χαμένες ευκαιρίες της ζωής μας, η αυτοπραγμάτωση, η ευθύνη μας απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους. Όλα αυτά τα έδεσα με ένα «βροχερό» εξώφυλλο, το οποίο είναι φωτογραφία δική μου!

Διέκρινα σε ένα αρκετά μεγάλο βαθμό απαισιοδοξία στα γραπτά σου. Προς τι αυτό;

Χ.Ι. : Γράφω για αυτά που με ενοχλούν, για αυτά που με προβληματίζουν, για τις ανθρώπινες αδυναμίες, για τα λάθη μας και για την πλάνη μας. Για αυτά που με κεντρίζουν και με πληγώνουν. Ένα αισιόδοξο ή χαρούμενο ποίημα δεν έχει λόγο ύπαρξης για μένα. Εξάλλου οι άνθρωποι σπάνια γράφουν όταν είναι χαρούμενοι. Συνήθως γράφουν όταν κάτι τους καίει. Δεν είμαι απαισιόδοξος άνθρωπος, αλλά είναι η δύσκολη πλευρά του κόσμου και της ύπαρξής μας που με απασχολεί ποιητικά.

Ως άνθρωποι, απομακρυνόμαστε πλέον από τις στιγμές; Ζούμε μηχανικά;

Χ.Ι. : Είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου το πώς θα ζήσει τη ζωή του. Μονίμως ο άνθρωπος έχει μια τάση να βολεύεται, να επιζητά τη ρουτίνα του, να φοβάται τις αλλαγές ή το ρίσκο, να επαναπαύεται. Υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που ζούνε τη ζωή τους ολόκληρη μηχανικά και άλλοι που κυνηγούν την κάθε στιγμή. Και φυσικά υπάρχουν και αυτοί που προσπαθούν να ισορροπήσουν στο ενδιάμεσο. Νομίζω πως αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου, το αν καταφέρνει δηλαδή να ζήσει πραγματικά τη ζωή του και να έρθει όντως σε επαφή με τα θέλω του, και είναι μια ιδέα που με απασχολεί κι εμένα ποιητικά σε μεγάλο βαθμό.

Πιστεύεις ότι έχουμε φτάσει πλέον σε ένα τέλμα και θα έπρεπε ίσως να κάνουμε επανεκκίνηση;

Χ.Ι. : Νιώθω πως οι άνθρωποι έχουμε μια ρομαντική-νοσταλγική τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν και να θεωρούμε πως οι παλιότερες γενιές ζούσαν καλύτερα. Όχι, δεν πιστεύω πως σήμερα ειδικά έχουμε φτάσει σε τέλμα, όχι σε μεγαλύτερο βαθμό τουλάχιστον απ’ ότι σε προηγούμενες εποχές. Πιστεύω ωστόσο ακράδαντα στις προσωπικές καθημερινές επανεκκινήσεις. Νομίζω πως το μόνο πράγμα που μπορεί να «σώσει» τον κόσμο είναι να γίνει ο καθένας από εμάς η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Πρέπει να βρισκόμαστε σε συνεχή σύγκριση με τον χθεσινό εαυτό μας, να βελτιωνόμαστε προσωπικά, να εξελισσόμαστε, να ωριμάζουμε, να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες και παράλληλα να γινόμαστε καλύτεροι και πιο υπεύθυνοι και ως πολίτες.

Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια; Τι να περιμένουμε στο μέλλον από’ σένα;

Χ.Ι. : Ελπίζω να προκύψουν πολλές ακόμα ποιητικές συλλογές, να συνεχίσω να γράφω και να εξελίσσομαι στο παιχνίδι με τους στίχους, τις λέξεις, τα νοήματα. Θα ήθελα να είμαι ωριμότερη ποιητικά από βιβλίο σε βιβλίο. Ελπίζω κάποια στιγμή να προκύψει μια συλλογή διηγημάτων και –γιατί όχι;– και κάποιο μυθιστόρημα. Τελευταία, μέσα από πειραματισμούς και με αφορμή κάποια πρότζεκτ που ανέλαβα, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσει όταν μια λογοτεχνική ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Θέλω κάποια στιγμή να ασχοληθώ με κάτι που θα συνδυάζει την ιστορική έρευνα με τη μυθοπλασία.

Χρυσάνθη, σε ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο που μας διέθεσες και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία στο έργο σου!

Για την ομάδα του Authoring Melodies, Δημήτρης Μπονόβας

Δύο ποιήματα στο Culture Book / Γραφείον Ποιήσεως

Με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής μου συλλογής Lacrimosa, η λογοτεχνική ιστοσελίδα Culture Book / Γραφείον Ποιήσεως δημοσίευσε δύο ποιήματα μου στις 7 Σεπτεμβρίου του 2021. 

ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ

Θα βρέξει είπαν.

Και οι γυναίκες μάζεψαν τις μπουγάδες,

οι γριές σήκωσαν τις γλάστρες από τα μπαλκόνια,

οι μάνες σκέπασαν τα καρότσια των παιδιών,

οι άντρες άνοιξαν τις μαύρες ομπρέλες,

οι νέοι βιάστηκαν να γυρίσουν σπίτι,

 

οι άνθρωποι προσπάθησαν να συμμαζέψουν

το ακατανόητο της ύπαρξής τους,

μα τελικά

δεν έβρεξε.

 

* * *

ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣΑ ΕΥΧΗ

Η αθόρυβη πτώση

μιας χαμένης ευχής

μέσα στο πηγάδι

των λησμονημένων ονείρων,

πέτρινα τα χρόνια

τα χέρια τραχιά,

δεν είμαστε αυτοί

που ευχηθήκαμε να γίνουμε,

φοράμε γκρίζα παλτά

περιδιαβαίνουμε στους δρόμους

η ματιά μας δεν φτάνει πιο πέρα

απ' την επόμενη στροφή,

δεν είμαστε αυτοί

που θα μπορούσαμε να γίνουμε

μα μήτε το μετανιώσαμε

μήτε το καταλάβαμε κιόλας.