Να υπερασπιστούμε τη νέα γενιά

Ένας καθηγητής που μας δίδασκε ιστορία στη Φιλολογία μας είχε πει πως όταν οι προοδευτικοί έρθουν στην εξουσία, γίνονται σιγά σιγά συντηρητικοί. Αυτό βέβαια το είπε αναφερόμενος στην πολιτική, αλλά αν το καλοσκεφτείς δεν ισχύει για όλα;

Την σκέφτομαι συχνά αυτήν τη φράση, ειδικά όταν βλέπω τη νέα και την παλιά γενιά. Η "παλιά" γενιά, αυτή που έχει φτάσει πλέον στο αποκορύφωμα της δημιουργικότητάς της και της κατάκτησης των στόχων της, είναι σε αυτό το λεπτό μεταίχμιο που από τη μια μπαίνει στην ώριμη φάση της και από την άλλη ρίχνει κλεφτές ματιές σε αυτούς που ετοιμάζονται να την διαδεχτούν.

Και τι βλέπει; Παιδιά που είναι όλη μέρα κολλημένα στις οθόνες τους, στα social media και στο netflix, που βαριούνται να χορέψουν στα μαγαζιά, που προτιμούν να φλερτάρουν μέσω fb παρά τετ-α-τετ. Που δεν τους νοιάζει τίποτα, που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Προτού κουνήσουμε αποδοκιμαστικά το κεφάλι, πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι όντως έτσι; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Το θέμα μας όμως δεν είναι τι κάνει η νέα γενιά, αλλά για ποιο λόγο ενοχλείσαι εσύ από αυτά που κάνει η νέα γενιά.

Η κάθε εποχή έχει τα δικά της. Εμείς βλέπαμε όλη μέρα τηλεόραση, λιώναμε στις καφετέριες με τους φραπέδες στο χέρι, ξημεροβραδιαζόμασταν στα μπαράκια και στα μπουζούκια, η μεγαλύτερη μάστιγα ήταν τα ναρκωτικά. Οι γονείς μας και οι παππούδες μας είχαν απηυδήσει, φαντάζομαι, από την χαλαρότητα μας και την αδιαφορία μας, μας έλεγαν κακομαθημένους και ότι τα έχουμε βρει όλα έτοιμα στη ζωή και είχαν πάντα να μας διηγηθούν ένα σωρό ιστορίες για όλα τα σπουδαία που έκαναν αυτοί στη δική μας ηλικία. Και το ίδιο ακριβώς γινόταν και με τους παππούδες μας από τους δικούς τους γονείς και πάει λέγοντας μέχρι που φτάνουμε στη δημιουργία του κόσμου.

Δεν υπάρχει απαραίτητα σωστό και λάθος όταν μιλάμε για τις συνήθειες μιας γενιάς. Ούτε υπάρχει παρακμή μήτε έκλυση των ηθών. Υπάρχει μόνο προσαρμογή στις νέες συνθήκες, εξέλιξη, φυσική πορεία μέσα στο χρόνο. Κάθε εποχή έχει τα καλά της και τα κακά της. Ναι, κάποιες γενιές ίσως υπήρξαν πιο δημιουργικές, ίσως να άφησαν πιο πολλά στους επόμενους, αλλά είμαστε σίγουροι ότι η δική μας είναι μία από αυτές; Έχουμε το δικαίωμα να κοιτάμε αφ' υψηλού τους επόμενους;

Στο κάτω-κάτω, εμείς δεν μεγαλώνουμε τη νέα γενιά; Πάνω σε αυτά που εμείς της προσφέρουμε δεν πατάει την εξέλιξη της; Οπότε, ας αναρωτηθούμε πρώτα τι έχουμε δώσει στους νέους μέχρι τώρα. Τους έχουμε δώσει τεχνολογία, κινητά, ίντερνετ, από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Τους έχουμε προσφέρει τόσες πολλές πληροφορίες που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμες. Τους έχουμε εκθέσει σε έναν καταιγισμό εικόνων. Δεν τους έχουμε δώσει σωστή παιδεία, ενημέρωση, τέχνη, ιδέες, βιβλία. Τους μεγαλώνουμε μέσα στην κρίση, σε ένα οικονομικά ασταθές περιβάλλον. Τους φέραμε σε ένα κράτος όπου σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί σωστά και όπου δεν υπάρχουν ευκαιρίες, ακόμα κι αν τα κάνεις όλα σωστά. Και θα τους αφήσουμε σε έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ταραγμένο, σε έναν πλανήτη που κινδυνεύει. Οπότε, μπορούμε να κατηγορήσουμε για κάτι τη νέα γενιά;

Αν οι νέοι φέρονται σήμερα με έναν συγκεκριμένο τρόπο καλό ή κακό, δεν έχει αυτό σημασία είναι γιατί έτσι διαμορφώθηκαν από εμάς και από την κοινωνία, της οποίας εμείς έχουμε αυτή τη στιγμή τα ηνία. Προτού κατηγορήσουμε τους νέους, ας τους κατανοήσουμε. Ή μάλλον όχι, το να τους κατανοήσουμε είναι σχεδόν αδύνατον, καμία γενιά δεν μπορεί να κατανοήσει απόλυτα την επόμενη ή την προηγούμενη. Καλύτερα ας τους αγαπήσουμε. Ας τους αγαπήσουμε και ας τους υπερασπιστούμε. Ας προσπαθήσουμε να τους εφοδιάσουμε με όση περισσότερη αυτοπεποίθηση, ορμή και γνώση γίνεται. Ας τους ρίξουμε στον κόσμο έτοιμους και θαρραλέους, μήπως και μπορέσουν να κάνουν κάτι καλύτερο από αυτό που κάναμε εμείς.

(Περιοδικο SER-FREE, τ.54, Νοέμβριος 2019)

"Μοντέρνα ενοχή", του Χρήστου Κούκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικο Fractal

 

(…) άλλωστε ο Παράδεισος έχει μια γεύση αποτυχίας, αυτή είναι και η αξία του (…)

 

Είναι κοινωνική η ποίηση του Χρήστου Κούκη; Είναι υπαρξιακή; Είναι ερωτική; Είναι όλα αυτά μαζί. Τα 32 ποιήματα της τελευταίας ποιητικής του συλλογής "Μοντέρνα ενοχή" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018), περνούν από το ένα θέμα στο άλλο, αγγίζοντας ταυτόχρονα πολλά ζητήματα, έχοντας όμως ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο: ο άνθρωπος που έχει χρέος απέναντι στην κοινωνία, ο άνθρωπος που κουβαλάει μια πληγή, ο άνθρωπος που πρέπει να αναμετρηθεί με την εαυτό του και να φτάσει στην αυτογνωσία.

 

Θερινό ηλιοστάσιο

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτη δικαίωση

για την επίμονη αθανασία

ο χρόνος δεν κυλάει, ο χρόνος μάς κυλάει

Το γαλάζιο είναι και η μόνη πληροφορία για τον χαρακτήρα του Θεού

το αλάθητο είναι και η μόνη αμαρτία για το σώμα

Αν δεν γράφονταν ωραίες τραγωδίες, δεν θα χτίζονταν ωραία θέατρα

σαν αυτό που πίσω του ο ήλιος τώρα δύει, δύει στην επίπονη αθανασία

Δική μας η νύχτα και τ' άστρα που θα πέσουνε δικά μας

τόσοι λαμπεροί τρόποι να πονέσουμε, να διαβούμε

την αθέατη πλευρά του κόσμου, να γλιτώσουμε

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτο τραγούδι

 

Απόψε παραλίγο να μην επιστρέψουμε στην κανονική ζωή

ίσως αύριο να σταθούμε πιο τυχεροί

 

Η ποίηση του Χρήστου Κούκη είναι μια αναζήτηση, είναι μια κριτική ματιά απέναντι στην κοινωνία, είναι και μια αποδόμηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γράφοντας άλλοτε στο πρώτο ενικό πρόσωπο και άλλοτε σε πρώτο πληθυντικό, κάνει απολογισμό (Ταξίδεψα τη ζωή μου, αυτό γύρεψα και θέλησα / Ένα τυχερό παιδί που αντιμιλάει στους γονείς του / και ρίχνει τα χρόνια του σπορά στο φρέσκο χώμα), καταλήγει σε συμπεράσματα (Παράξενοι που είμαστε οι άνθρωποι / άλλος παραβγαίνει μ' ένα καράβι κι άλλος πνίγεται σε μια ζωγραφισμένη θάλασσα / κι όταν μια νύχτα όλους μάς τυλίξει ένα λευκό σεντόνι / άλλοι γινόμαστε άγγελοι και άλλοι φαντάσματα), προτρέπει μαζικά για κινητοποίηση, έχοντας ως στόχο πάντα τη βελτίωση, τόσο του εαυτού μας όσο και της κοινωνίας.

 

Παραβολή

…Και λάλησε ο πετεινός, μα κανείς δεν μας ρώτησε τίποτα

Τι θ' απογίνουμε χωρίς κάτι σπουδαίο να αρνηθούμε

 

Μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση, πάσχει, κυβερνιέται από ανάξιους (Κοιτάζω την αυγή, κοιτάζω το έθνος και ξέρω / καλά πως δεν κάνω για νικητής, δεν είμαι πρώτο θέμα / Αυτός ο τόπος δεν πέφτει για ύπνο με τη συνείδηση καθαρή / Τι είδους άνθρωποι μας ξελόγιασαν και νύχτωσε / έτσι άγρια κι απότομα / Τι είδους άνθρωποι γίναμε κι εμείς και νύχτωσε / χωρίς μια μάχη, μια μνήμη). Η έννοια αυτή διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι όμως ως μια οργισμένη φωνή, αλλά ως την ψύχραιμη επίγνωση μιας κατάστασης που πρέπει να αλλάξει. Βρισκόμαστε στο τέλος μια εποχής; Ναι, βρισκόμαστε. Ωστόσο, η ποίηση του Χρήστου Κούκη κάθε άλλο παρά απαισιόδοξη είναι: έχει αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας, από όπου θα έρθει η αλλαγή.

 

Ναι

Όχι, όχι δεν είναι το τέλος

κάπου σε κάποιο μέρος ένας νέος δεν ενδίδει στα σχέδια των μεγάλων

και ο κόσμος όλος κοιτάζει και παρακολουθεί με λαχτάρα και ελπίδα

 

Στο ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Κούκη κυριαρχεί έντονα η έννοια της φύσης, την οποία χρησιμοποιεί είτε συμβολικά είτε ως παρομοίωση είτε για να δημιουργήσει μια μεγάλη αντίθεση με την έννοια της κοινωνίας που βρίσκεται στην απόλυτη φθορά και διαφθορά.

Και ενώ από τη μια έχουμε την κοινωνία και τον κόσμο, από την άλλη έχουμε τον ερωτευμένο άνθρωπο. Με γλώσσα απλή, αλλά με στίχους πολύ δυνατούς, ο Χρήστος Κούκης περιγράφει έναν έρωτα καθαρό, απόλυτο, βαθύ, άλλοτε ως καταφύγιο και άλλοτε ως πληγή.

 

A.D.

Όπου σ' αγαπάω υπάρχει αγωνία

προχωρημένη νύχτα στα χέρια μιας ημέρας

ποτέ κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για την ομορφιά

γι' αυτό έχουμε τον έρωτα και τη μουσική

Είσαι η μόνη που ξέρω όταν είμαι ο εαυτός μου

 

Ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

μη μείνουμε όμως μόνοι, με την Ιστορία παραμάσχαλα σαν χτεσινή εφημερίδα

ο κόσμος φοριέται και απ' την ανάποδη, αρκεί να μη βάζεις ταμπέλες

Ας ερωτευτούμε, μια και στις πιο άγριες στιγμές μας ωραιότερο σημάδι είναι ο πόνος

και το πρώτο του μάθημα είναι η έλξη των πραγμάτων

Ας καούμε, μια και θα μπορούσαμε να τα έχουμε όλα, μα προτιμήσαμε ο ένας τον άλλο

και την περήφανη πείνα του φιλιού

 

Ας ριχτούμε χαμηλά μόνο για ένα πεσμένο άστρο, μόνο για το σπασμένο γυαλί του κόσμου

άλλο μη νιώθουμε άγνωστοι μέσα στα λάθη μας

Ας γεμίσουμε το ποτήρι του χρόνου με σημάδια από χέρια και χείλη

κι ας μας προσάπτει το κράτος, ας μας προσάπτει

κανείς δεν μας ζήτησε, στ' αληθινά, τη γνώμη μας ποτέ

 

Είμαστε πλούσιοι κατά τέτοιο τρόπο που καμία τράπεζα δεν μας καταδέχεται

ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

Στη γλώσσα που σ' αγαπάω, τα δάκρυα είναι υγρό πυρ

"Μικρά μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη (Εκδόσεις Bibliothèque, 2018) είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Είναι δύσκολο να το εντάξεις σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Είναι διηγήματα; Ναι, μιας και το βιβλίο αποτελείται από αυτόνομα κείμενα της μιας και των δύο σελίδων. Είναι μυθιστόρημα; Ναι, αφού όλα τα κείμενα έχουν κοινό σημείο αναφοράς και δεν είναι παρά πτυχές της ίδιας θεματικής. Είναι ένα σύνολο φιλοσοφικών στοχασμών; Ναι, είναι.

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" είναι μια καταγραφή. Καταγραφή των συζητήσεων της ηρωίδας μας με τον ψυχίατρο της, καταγραφή των ονείρων της, καταγραφή των σκέψεων της. Έχουμε έναν κατακερματισμένο ψυχισμό σε ένα κατακερματισμένο βιβλίο.

Η ηρωίδα μας προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις της, τα συναισθήματά της και τη ζωή της σε τάξη. Είναι απίστευτο το πόσο οικείο είναι το περιεχόμενο των γραπτών: πρόκειται για πράγματα που όλοι έχουμε σκεφτεί, όλοι έχουμε νιώσει, συμπεράσματα στα οποία, λίγο-πολύ, όλοι έχουμε καταλήξει. Η δε γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας -άμεση, εύληπτη, σχεδόν προφορική- επιτείνει το αίσθημα αυτό.

Η Νίνα Κουλετάκη διαλέγει ένα προσωπικό και εξομολογητικό ύφος για να μιλήσει για τα πιο βαθιά ζητήματα της ζωής. Για το θάνατο, την απώλεια, τη μοναξιά. Για τον έρωτα, την αγάπη. Για την απόρριψη, τη ματαίωση, την ελπίδα. Για την κοινωνία, τη ρουτίνα, την αυτοπραγμάτωση. Αφήνει την ηρωίδα της ελεύθερη να περιπλανηθεί σε σκέψεις, να κάνει συσχετισμούς, να αφηγηθεί ιστορίες, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να πετύχει μια αποδόμηση, μια ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Προσωπικό ύφος από τη μια, αλλά απουσία προσωπικών στοιχείων από την άλλη. Η ηρωίδα δεν έχει όνομα, ο ψυχίατρος επίσης, όπως και κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται. Όλοι είναι σύμβολα. Όλα τα λεγόμενα σημαίνουν και κάτι άλλο πέρα από το προφανές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη συμβολισμού έχουν τα όνειρα: ένα πεδίο εντελώς ελεύθερο, σουρεαλιστικό, αλλά γεμάτο μηνύματα και ανοιχτές ερμηνείες.

Η Νίνα Κουλετάκη με τα "Μικρά Μνημόσυνα" επιδιώκει να καταθέσει έναν φιλοσοφικό στοχασμό. Να θέσει ερωτήσεις, να δώσει ίσως και μερικές απαντήσεις. Να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες ιστορίες. Να βρει κοινά σημεία με τον αναγνώστη. Να δηλώσει μια αλήθεια. Και την ίδια στιγμή καταφέρνει να δώσει στο βιβλίο της ένα χαρακτήρα παιχνιδιάρικο, ευφάνταστο και απόλυτα άμεσο.