«Ξηρή εποχή – Ο ασυνήθιστος έρωτας του Χαρματάν», της Γκαμπριέλα Μπάμπνικ, μτφρ Γιώργος Γκούμας (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Ένας ασυνήθιστος έρωτας σε ένα ασυνήθιστο μυθιστόρημα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Η εξηνταδυάχρονη Άννα, μετά από έναν αποτυχημένο γάμο και με έναν γιο στο ψυχιατρείο, εγκαταλείπει τη ζωή της στη Λιουμπλιάνα και πηγαίνει στην Μπουρκίνα Φάσο, όπου θα γνωρίσει τον εικοσιεφτάχρονο Ισμαήλ, έναν νεαρό που μεγάλωσε στον δρόμο και έχει περάσει πολλές δυσκολίες. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια παράξενη ερωτική σχέση, καθώς και οι δύο κουβαλούν τα προσωπικά τους τραύματα και αναζητούν μια καλύτερη ζωή.

Η Σλοβένα συγγραφέας Γκαμπριέλα Μπάμπνικ (η οποία έχει ζήσει τόσο στη Σλοβενία όσο και στην Μπουρκίνα Φάσο) φέρνει κοντά δύο ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους, με διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες, που ωστόσο μοιάζουν στον πόνο τους και στην ανάγκη τους για αγάπη.

Προκειμένου να ξεδιπλώσει δύο τόσο διαφορετικές ζωές, η συγγραφέας θα μπορούσε εύκολα να επιλέξει την τριτοπρόσωπη αφήγηση και να μας τα παρουσιάσει όλα από τη θέση του παντογνώστη αφηγητή – ωστόσο δεν είναι διατεθειμένη να χάσει την αμεσότητα μιας προσωπικής εξομολόγησης, έτσι καταφεύγει σε ένα έξυπνο τέχνασμα: όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με εναλλάξ πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια μιλάει η Άννα και μια ο Ισμαήλ. Το κόλπο αυτό έχει τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση και σε στενή επαφή με τους ήρωες, καθώς τους ακολουθεί στα άδυτα των σκέψεων των, των συναισθημάτων τους, των μυστικών τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι βιβλίο δεν κατακερματίζεται έτσι, αντιθέτως δημιουργείται ένας συνεχής παραλληλισμός μεταξύ των ζωών των δύο κεντρικών προσώπων, που συναντιούνται αναπάντεχα στο παρόν.

Η «Ξηρή εποχή» είναι ένα βιβλίο αντιθέσεων: η ζωή στη Σλοβενία, όπως μας την διηγείται η Άννα, και η ζωή στην Μπουρκίνα Φάσο, όπως μας την διηγείται ο Ισμαήλ. Η Ευρώπη, γνώριμη λίγο πολύ για έναν Έλληνα αναγνώστη, και η Αφρική, γεμάτη μυστήριο και μαγικό ρεαλισμό. Μια γυναίκα σε ώριμη ηλικία και ένας νεαρός που δεν έχει φτάσει ούτε τα τριάντα. Μια λευκή και ένας μαύρος. Μια γυναίκα χωρίς οικονομικό πρόβλημα και ένας άντρας φτωχός.

Εντούτοις, από τις τεράστιες αυτές αντιθέσεις γεννιέται ένας έρωτας, παράξενος, αναπάντεχος και τόσο τρυφερός, με την έννοια ότι είναι η βαθιά δυστυχία αυτή που σπρώχνει τους ήρωες να αρπαχτούν ο ένας απ’ τον άλλον. Μπορεί οι ζωές τους να μη μοιάζουν σε τίποτα, αλλά το συναισθηματικό κενό και η ανάγκη τους να γίνουν καλύτεροι είναι αυτά που τους ενώνουν. Η Άννα θέλει απεγνωσμένα να αλλάξει ζωή, ο Ισμαήλ δεν θέλει άλλο να ζήσει μια ζωή παρανομίας σε ένα περιβάλλον χωρίς προοπτική. 

Η Μπάμπνικ γράφει με τρόπο αφοπλιστικό, δεν διστάζει να αποκαλύψει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις ή τις πιο παράξενες πράξεις των ηρώων της. Και η Άννα και ο Ισμαήλ έχουν ζήσει στα άκρα, έχουν ζήσει στα όρια του εαυτού τους, η ίδια η ζωή τούς έχει σπρώξει σε ασυνήθιστες εμπειρίες, από τις οποίες δεν έχουν βγει απαραίτητα νικητές. Τα τραύματα που φέρουν και οι δύο είναι ακόμα ανοιχτά και σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν φαίνεται αν ο έρωτάς τους θα είναι αρκετός για να τα κλείσει.

Εξάλλου το βιβλίο δεν είναι ερωτικό, δεν είναι αυτό το κατεξοχήν θέμα του. Ο έρωτας είναι απλώς η αφορμή. Η Μπάμπνικ θέλει περισσότερο να μιλήσει για τις αφετηρίες των τραυμάτων, για το οικογενειακό περιβάλλον, για τον ρόλο των γονέων στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, για τον καθοριστικό ρόλο της μάνας (όπως φαίνεται στη σχέση του Ισμαήλ με την μητέρα του και όπως φαίνεται στις σχέσεις της Άννας με τη δική της μητέρας, αλλά και με τον γιο της), για τις πληγές που γεννιούνται στην παιδική ηλικία, για τις επιλογές και για τις αποφάσεις σε κάθε στιγμή της ζωής μας, για την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, για το δικαίωμα του να επιλέγει κανείς πώς να ζήσει τη ζωή του – ή ίσως για το τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν ζει τη ζωή του όπως θέλει.

Η Μπάμπνικ ξέρει να κινείται πολύ άνετα από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το συναίσθημα στην πράξη, από την αιτία στο αποτέλεσμα. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο οι αποφάσεις των ηρώων κάθε στιγμή καθορίζουν την εξέλιξη της ζωής τους (και φυσικά την εξέλιξη του βιβλίου). Δυο αποφάσεις –σαν αλυσιδωτή αντίδραση– είναι αυτές που θα οδηγήσουν στο φινάλε, το οποίο είναι απρόβλεπτο: μια μικρή λεπτομέρεια αν άλλαζε ίσως όλα να ήταν διαφορετικά. Και παρόλο που το φινάλε ούτως ή άλλως δεν μπορεί να προβλεφθεί, η Μπάμπνικ κρατά ακόμα μια ανατροπή για το τέλος, γοητεύοντας τον αναγνώστη κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία σελίδα.

Η «Ξηρή εποχή» έχει μια τρυφερότητα στην αφήγηση και μια σκληρότητα στα γεγονότα που εξιστορούνται. Μια μοναξιά που χαρακτηρίζει τις ζωές των ηρώων και μια ελπίδα στον ασυνήθιστο έρωτά τους. Έναν ρεαλισμό στη σκιαγράφηση των προσώπων και μια μαγεία που πλανιέται στις σελίδες του βιβλίου. Από κάθε άποψη ένα ελκυστικό μυθιστόρημα.

«Ο μάγος του λούνα παρκ», της Γελένα Λένγκολντ, μτφρ Γιώργος Γκούμας (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περιοδικό Χάρτης

Οι ιστορίες της Γελένα Λένγκολντ μιλούν για τα μικρά, απλά, καθημερινά πράγματα, αλλά τελικά παρασέρνουν τον αναγνώστη και τον φέρνουν αντιμέτωπο με τα πιο μεγάλα. Η συγγραφέας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να χειρίζεται τη γλώσσα απαλά και ήρεμα, οι ιστορίες ωστόσο που αφηγείται περιγράφουν τα πιο μεγάλα πάθη και δράματα των ηρώων της.

Από άποψη θεματολογίας και ύφους η ποικιλία είναι μεγάλη: γυναίκες που περνούν κρίση στο γάμο τους, άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν μετά από μια μεγάλη απώλεια, σχέσεις εύθραυστες που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να διαλυθούν, σεξουαλικά πάθη πέρα από κάθε λογική, έρωτες που δεν εξελίχτηκαν κατά τις προσδοκίες. Άλλες ιστορίες είναι δοσμένες με τη μορφή μονολόγου, άλλες με τριτοπρόσωπη αφήγηση, άλλες έχουν πολλά μπρος-πίσω στο χρόνο. Κάποιες εμπλέκουν ιστορικά πρόσωπα, άλλες περνούν στη σφαίρα της φαντασίας.

Σε τελική ανάλυση όμως η Λένγκολντ πραγματεύεται το ίδιο θέμα ξανά και ξανά: τις ανθρώπινες σχέσεις. Η συγγραφέας τοποθετεί συνήθως τους ήρωές της σε μια κρίσιμη φάση της ζωής τους, σε μια στιγμή που είναι προβληματισμένοι, που έχουν φτάσει στο μη περαιτέρω. Τους κρατά πάντα στα όρια του μικρόκοσμού τους, παρουσιάζει τις σκέψεις τους, τις ιδιωτικές τους στιγμές, τις αλληλεπιδράσεις με τους πολύ κοντινούς τους, αναλύει το πρόβλημά τους. Προβλήματα καθημερινά συνήθως, από αυτά που αντιμετωπίζουν λίγο πολύ όλοι. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που φαίνεται η μαεστρία της συγγραφέως, καθώς μετατρέπει το ζήτημα του κάθε ήρωά της σε ζήτημα διαχρονικό, καθολικό, πανανθρώπινο. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς με τις ιστορίες του βιβλίου. Λύση δε δίνει πάντα. Είτε γιατί δε θέλει είτε γιατί δεν υπάρχει είτε γιατί απλώς δεν έχει σημασία.

«Ο μάγος του λούνα παρκ» είναι ένα βιβλίο που βουτά πολύ βαθιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και ρίχνει μια απίστευτα εύστοχη ματιά στη φύση των σχέσεων. Εξερευνά τις πτυχές της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας και εξετάζει με ενδιαφέροντα τρόπο τον καθοριστικό ρόλο του ερωτικού πάθους. Εστιάζει σε ασήμαντα περιστατικά, μόνο και μόνο για να αποκαλύψει τα ακανθώδη ζητήματα που βρίσκονται από πίσω. Άλλοτε θέλει να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, άλλοτε να τον συγκινήσει, άλλοτε να τον βάλει σε σκέψεις. Τα βαθυστόχαστα θέματα σε συνδυασμό με την εξαιρετική γραφή δίνουν το αποτέλεσμα ενός αξέχαστου βιβλίου.

«Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον» της Χλόης Κουτσουμπέλη (Εκδόσεις Πόλις, 2021) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Είναι η νέα ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ένα βιβλίο για την ίδια την ποίηση; Για το πώς γράφονται τα ποιήματα, για τους λόγους που υπάρχει η ποίηση, για τους συγγραφείς, τους λογοτεχνικούς ήρωες, για τους καλλιτέχνες; Είναι ένα βιβλίο για τον ποιητή και τη μοναξιά του, όπως πολύ ωραία δηλώνει ο τίτλος;

Η Κουτσουμπέλη, με το γνώριμο ύφος γραφής της που από τη μια αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού και από την άλλη διατηρεί μια έντονη αφηγηματικότητα, καταγράφει με τα ποιήματά της μικρές ιστορίες -που μοιάζουν με σύντομα διηγήματα- και τις βάζει στο στόμα γνωστών προσώπων, υπαρκτών ή φανταστικών. Η Σύλβια Πλαθ, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Νίκος Καββαδίας, ο Βαν Γκογκ, αλλά και οι τρεις αδερφές του Τσέχωφ, ο Πίτερ Παν, η Ηλέκτρα, ακόμα και ο Ιούδας και η Μαρία Μαγδαληνή, είναι μερικά από τα πρόσωπα που περνούν από τις σελίδες του βιβλίου.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η ποιήτρια αξιοποιεί τις ζωές αυτών των προσώπων μετουσιώνοντάς τες σε ποιήματα μέσα από τη δική της προσωπική ματιά. Σε άλλες περιπτώσεις θέλει να αποδομήσει τους ήρωές της, σε άλλες να τους αποκαταστήσει (εξαιρετικό το ποίημα «Ο λόγος του Ιούδα»), σε άλλες να εγείρει ερωτήματα για την ίδια τη ζωή, αλλά και τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Μέσα από αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι η Κουτσουμπέλη απελευθερώνει τα πρόσωπα από τη ζωή τους όπως την ξέρουμε και τους δίνει την ευκαιρία να πούνε τη δική τους αλήθεια, να μετανιώσουν, να αλλάξουν γνώμη, να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους - και έτσι έχει ευκαιρία και η ίδια η ποιήτρια να πει τις δικές της αλήθειες.

Με τη συλλογή της αυτή η Κουτσουμπέλη καταγράφει την ίδια τη γέννηση της ποίησης, τον τρόπο που αυτή εισχωρεί στη ζωή του ποιητή, την αναγκαιότητα ύπαρξης της στις ζωές των ανθρώπων. «Το Ποίημα είναι το Θεϊκό Αυγό» λέει η Κουτσουμπέλη, κάνοντας αναφορά στον μύθο όπου ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο για να ενωθεί με την Λήδα, η οποία γέννησε μετά τα τέσσερα παιδιά της σε δύο αυγά. Η ποίηση καθορίζει τη ζωή του ποιητή: ο Διονύσιος Σολωμός γράφει με το αίμα από τις φλέβες του, ενώ η Άννι Έντσον Τέιλορ ένιωσε συγκίνηση μόνο όταν έγραψε το πρώτο της ποίημα.

Πώς νιώθει όμως ο ίδιος ο ποιητής; «Στο κάτω κάτω κανείς ποτέ δεν σε προσκάλεσε, / εισχώρησες απ' τις ρωγμές, / δεν μου έδωσες ποτέ την ευκαιρία να διαλέξω» λέει η ποιήτρια στην «Απειλή». Ο Καρυωτάκης της Κουτσουμπέλη προειδοποιεί να μη δηλώσετε «…ποτέ όμως ότι είστε ποιητής. Θα υποφέρετε αιώνια», ενώ ο Καββαδίας λέει «Αφού όλοι γνωρίζουν / ότι οι ποιητές αγνοούν κανόνες ναυσιπλοΐας / και το σπίτι τους συγκρούεται πάντα τελικά με το παγόβουνο». Παρόλ' αυτά: «Άλλωστε κάπως πρέπει να δικαιολογεί την ύπαρξή της και η ποίηση. / Η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν».

Η Κουτσουμπέλη δεν περιγράφει μόνο τη γέννηση της ποίησης, αλλά και τη γέννηση των λογοτεχνικών ηρώων, δημιουργώντας έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό μεταξύ ποίησης και ζωής: πόσο μοιάζει ο ρόλος μας στη ζωή με ενός μυθοπλαστικού προσώπου;

 

Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Σ.

Ο κύριος Σ. είχε κακό προαίσθημα.

Ο Τζον έδειχνε αφηρημένος.

Οι γόπες σωριάζονταν στη σταχτοθήκη

 όπως τα κούτσουρα στην αποθήκη.

Τέσσερις μόνον αράδες στην κόλλα τη λευκή.

Ο κύριος Σ. ένιωσε τον τρόμο του κενού.

Αισθανόταν μισός.

Το ένα του πόδι ανύπαρκτο.

Ακόμα δεν είχε αρθρώσει ούτε λέξη,

αφού ο Τζον είχε επιλέξει τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Ο Τζον αναστέναξε βαθιά.

Η όλη σύλληψη ήταν λάθος.

Ο κεντρικός χαρακτήρας έπρεπε να 'ναι γυναίκα.

Τα δάχτυλά του τσαλακώνουν το χαρτί.

Απ' το απειροελάχιστο πέρασμα του κυρίου Σ.

δεν απέμεινε ούτε ίχνος στην κοσμική τάξη των πραγμάτων.

Τόσο αυθαίρετα θα εξαλείψει κι εμάς

ο Μέγας Συγγραφέας που μας επινόησε.

 

Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που δίνει ένα ενδιαφέρον στίγμα στο βιβλίο της Κουτσουμπέλη: η έντονη γυναικεία παρουσία. Στα περισσότερα ποιήματα πρωταγωνιστούν γυναίκες, αλλά ακόμα και σε αυτά που τα κεντρικά πρόσωπα είναι άντρες γίνεται και πάλι λόγος για μια γυναίκα. Κάνοντας μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί κανείς να εντοπίσει με πόση λεπτότητα παρουσιάζει η ποιήτρια την καταπίεση που έχει νιώσει από τη θέση της μια γυναίκα, είτε μέσα από την καθημερινή της ζωή είτε προσπαθώντας να υψώσει το ανάστημά της, όπως στο ποίημα «Μαρία Μαγδαληνή».

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γράφει ένα βιβλίο στο οποίο τα πάντα είναι ποίηση, από την αρχή του χρόνου μέχρι και σήμερα, όπου ο ποιητής έχει μάθει να συνυφαίνει τον πόνο και τη βαθύτατη υπαρξιακή αγωνία με τους στίχους, για να τους προσφέρει μετά στον αναγνώστη και να του χαρίσει έτσι το μοναδικό καταφύγιο που μπορεί να υπάρξει. Ένα βιβλίο όπου οι φανταστικοί ήρωες είναι ίδιοι με τους αληθινούς ανθρώπους - ή το αντίστροφο. Ένα βιβλίο στο οποίο τα πρόσωπα σπάνε τα όποια δεσμά τους αναζητώντας την ελευθερία της επιλογής, ακόμα κι αν δεν το καταφέρνουν. «Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον» είναι γεμάτη από εικόνες, μύθους, τολμηρές φράσεις και ανατρεπτικά λόγια, καθώς και από μια διάχυτη μελαγχολία που καταγράφει διακριτικά το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.