«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη (Εκδόσεις 24 γράμματα, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Περί ου

Ο Θωμάς, μαζί με την κόρη του, την Ρούλα, θα ανοίξει ένα παλαιοπωλείο σε ένα αδιέξοδο στενάκι του Ρεθύμνου. Εκεί θα γίνει φίλος με τους κατοίκους και τους επιχειρηματίες της γειτονιάς: τη Λέλα, τον Τζο, την Ισμήνη, τον Μαθιό, τον Δημήτρη. Η Ρούλα λίγο καιρό μετά θα φύγει στην Αθήνα, όπου θα γνωρίσει τον Πέτρο, τον Λουκά, προσπαθώντας να πετύχει επαγγελματικά στην πρωτεύουσα.

«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό ανθρώπων, οι οποίοι μπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο ενδιαφέροντα και πολλές φορές αναπάντεχο. Αταίριαστοι έρωτες, απιστίες, συναισθηματικά διλήμματα. Επαγγελματικά ρίσκα, επιτυχίες και αποτυχίες. Μεγάλες αποφάσεις, που άλλοτε διορθώνουν τα πράγματα και άλλοτε τα περιπλέκουν περισσότερο. 

Οι ήρωες του «Παλαιοπωλείου» είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, δεν έχουν μεγάλες αξιώσεις, το μόνο που επιδιώκουν είναι να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους, είτε στα προσωπικά είτε στα επαγγελματικά ζητήματα. Είναι όμως γενναίοι, παίρνουν δραστικές αποφάσεις, ρισκάρουν, ακόμα κι όταν ξέρουν ότι μπορεί να τους στοιχίσει. Λειτουργούν παρορμητικά, συναισθηματικά, και κατόπιν δέχονται τις συνέπειες των πράξεών τους. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς μαζί τους ή να μην τους συμπαθήσεις.

Και ο ίδιος ο συγγραφέας αγαπά τους ήρωές του. Σκύβει με στοργή πάνω από τον καθένα, αφιερώνει χώρο για να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, δικαιολογεί τα λάθη του και τις αδυναμίες του. Αυτό ενισχύει τη δυναμική και την ποικιλία του βιβλίου και έχει ως αποτέλεσμα να χτιστεί μια σχέση οικειότητας με τον αναγνώστη.

Μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες των ηρώων, ο αναγνώστης ταξιδεύει στο παρελθόν και επανέρχεται στο παρόν. Βαδίζει στα σοκάκια του Ρεθύμνου και στους δρόμους της Αθήνας - πηγαίνει ακόμα και μέχρι την Ιταλία. Η φαντασία του συγγραφέα είναι αρκετή για να συμπλέξει με τρόπο απροσδόκητο όλες αυτές τις ιστορίες και όλα αυτά τα μέρη.

«Το Παλαιοπωλείο» του Κωστή Σχιζάκη τρέχει με γρήγορο ρυθμό, με συνεχείς εξελίξεις, χωρίς να κουράζει ή φλυαρεί. Η αμεσότητα της γλώσσας του και το οικείο των ανθρώπινων «δραμάτων» που εξιστορούνται στις σελίδες του το καθιστούν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. 

«Το άβατο. Η ματωμένη γη» του Αλέξανδρου Καψοκόλη (Εκδόσεις Βακχικόν, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Έχοντας πετύχει το τέλειο timing με την πανδημία, το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Καψοκόλη διαβάζεται με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για μια μετα-αποκαλυπτική ιστορία για το παρ' ολίγον τέλος της ανθρωπότητας λόγω ενός ιού.

Οι ηγέτες των πιο ισχυρών κρατών έρχονται σε συμφωνία να μειώσουν τον παγκόσμιο πληθυσμό εξαπολύοντας ελεγχόμενα έναν θανατηφόρο ιό σε όλον τον κόσμο, ο οποίος όμως σύντομα θα ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο. Μια ομάδα ανθρώπων θα καταφύγει στο Άβατο (που δεν είναι άλλο από το λιμάνι της Βοστόνης) και εκεί θα προσπαθήσει να προφυλαχτεί. Οι κίνδυνοι όμως είναι τελικά περισσότεροι απ' ό,τι φαινόταν στην αρχή.

Το «Άβατο» είναι βιβλίο που διαβάζεται με μια ανάσα, όχι μόνο επειδή το θέμα του είναι ενδιαφέρον, αλλά και γιατί η αφήγηση προχωρά με απίστευτα γρήγορο ρυθμό, χωρίς να πλατειάζει ή να φλυαρεί. Δίνοντας τη μεγαλύτερη έμφαση στη δράση, η αίσθηση του βιβλίου είναι απόλυτα κινηματογραφική - θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ταινία.

Πέρα από την κεντρική υπόθεση, ο συγγραφέας αφιερώνει τον απαιτούμενο χώρο για να αφηγηθεί τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του: δύο στενοί φίλοι που θα αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της δύσκολης κατάστασης, ένας έρωτας που γεννιέται αναπάντεχα και προκαλεί απίστευτες περιπέτειες, κοπέλες που θα αποχωριστούν τους γονείς τους με βίαιο τρόπο, πολιτικοί και στρατιωτικοί με αξιοπρόσεκτη σταδιοδρομία. Οι χαρακτήρες του «Άβατου» δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται. Άλλοι κρύβουν μυστικά, άλλοι παίρνουν αμφιλεγόμενες αποφάσεις, άλλοι προχωρούν σε αδικαιολόγητα σκληρές πράξεις.

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Καψοκόλη είναι ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα. Έχει πολλή φαντασία, μεγάλη ακρίβεια στις περιγραφές, σκληρές σκηνές αλλά και συναίσθημα, ενδιαφέροντα πρόσωπα και ωραίες ανατροπές. Και αποτελεί ίσως και ένα σχόλιο για τη φύση και τα κίνητρα του ανθρώπου και για τη συμπεριφορά του όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις.

«Largo» του Γιάννη Μπαλαμπανίδη (Εκδόσεις Πόλις, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Largo, όπως μας ενημερώνει το οπισθόφυλλο, είναι ο πολύ αργός μουσικός ρυθμός και με αυτόν τον τίτλο ο συγγραφέας θέλει να θέσει ως συνδετικό κρίκο της συλλογής του την έννοια του χρόνου. Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, στο πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που άλλες κινούνται σε υπαρξιακά μονοπάτια, άλλες σε κοινωνικά, ενώ άλλες ανήκουν στη σφαίρα του σουρεαλισμού.

Η έννοια του χρόνου είναι βέβαια περισσότερο ένα παιχνίδι στα χέρια του συγγραφέα και όχι το βασικό του θέμα, με την έννοια ότι του δίνει το ελεύθερο να κινηθεί στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον, να αφήσει τους ήρωες να χαθούν στις αναμνήσεις τους, να περιγράψει ολόκληρες ζωές ή να εστιάσει σε συγκεκριμένες στιγμές, να δείξει πώς περιστατικά του παρελθόντος επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον.

Η ποικιλία των ιστοριών του Γιάννη Μπαλαμπανίδη είναι μεγάλη και αρκετά ενδιαφέρουσα. Μια καθηγήτρια μουσικής από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ένας αστυνόμος που παλεύει να λύσει τον γρίφο μιας δολοφονίας, ένας Ιάπωνας που βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ένας υπάλληλος που βγαίνει σε πρόωρη συνταξιοδότηση, μια ηλικιωμένη με ασθενή μνήμη που θυμάται τα χρόνια που μετανάστευσε στη Γερμανία. Ακόμα, ένας υπάλληλος που εξακολουθεί να εργάζεται και μετά το θάνατό του, μια ομάδα εργαζόμενων που παραμένει στην εταιρεία μέχρι τελικής πτώσης, οι κάτοικοι μιας πόλης που μαρμάρωσαν για ανεξήγητους λόγους.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης διαλέγει τις ιστορίες του με φαντασία και ξεδιπλώνει τους ήρωες του με ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε θέλει να οδηγήσει τους αναγνώστες σε υπαρξιακές αναζητήσεις, άλλοτε θέλει να τους συγκινήσει και να τους λυτρώσει, άλλοτε θέλει να καταθέσει ένα σχόλιο, ενώ καμιά φορά θέλει απλώς να κάνει παιχνίδι με τα πρόσωπα και τις λέξεις. Το σίγουρο είναι ότι διαβάζοντας κανείς το βιβλίο δεν ξέρει πώς θα καταλήξει το κάθε διήγημα, ούτε τι θα συναντήσει στις επόμενες σελίδες.

Το «Largo», ως λογοτεχνικό ντεμπούτο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, έχει ενδιαφέρον, γι' αυτό και αναμένουμε το επόμενο βιβλίο του.