Έκλειψη υποκειμένου, του Φώτη Σενδουκά

"Στων παρυφών τη μαύρη γύρη

καθώς σκαρφάλωσα

είδα το ηλιόγερμα να αντανακλά

στων οριζόντων την ατέρμονη λιακάδα

Τότες που φύλλα ξέχωρα και ανόμοια

ανέμισαν και έκαναν

πως ήτανε πουλιά"

 

Με αυτούς τους στίχους σαν πρόλογο ο Φώτης Σενδουκάς ξεκινάει την ποιητική του συλλογή "Έκλειψη υποκειμένου" (Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2016). Ποίηση σκοτεινή, με έντονη πεσιμιστική διάθεση, στην οποία όλα βιώνονται με προβληματισμό, με διάψευση, με την επίγνωση μιας ζοφερής πραγματικότητας.

Ο Φώτης Σενδουκάς παλεύει με έννοιες αφηρημένες -την αλήθεια, τη μνήμη, τον έρωτα- σε ένα περιβάλλον μάλλον εχθρικό ("Κοίτα να δεις / που πια ο ίσκιος των αχτίδων του φωτός / κατάφερε και σκέπασε τη μέρα / Και πλέον οι σκιές μας / γυρτές και γερασμένες / περιπατούν στους στεναγμούς των γιοφυριών / που γκρέμισε ο φόβος"). Είναι διάχυτη η αναζήτηση για κάτι καλύτερο και η αίσθηση ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, όμως τελικά η ίδια η πραγματικότητα συνθλίβει κάθε προσπάθεια ("Η πραγματικότητα / φαγωμένη απ' τις επιβεβαιώσεις των πολλών / ταίριαξε πια / και τσάκισε βίαια τις ψυχές μας"). Ακόμα και ο έρωτας είναι "ακατάδεχτος" και οι εραστές "αιώνια θαυμάσια θλιμμένοι και ανυπεράσπιστοι".

Γράφοντας άλλοτε σε β' ενικό, άλλοτε σε α' πληθυντικό και άλλοτε σε γ' πρόσωπο, ο Φώτης Σενδουκάς επιχειρεί να δημιουργήσει μια συλλογική φωνή καθώς ανατέμνει και αποδομεί την πραγματικότητα, παρόλ' αυτά η ποίηση του παραμένει εσωτερική. Μέσα από την δική του οπτική, προσπαθεί να βρει τα αίτια, ασκεί κριτική και δημιουργεί κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι τοποθετεί έντονα μέσα στην ποίηση του την έννοια του ίδιου του ποιητή.

 

"Νύχτωσε κόσμε

Ενώ τα σκουριασμένα πνευστά των παλμών της πνοής μας

σιωπούν

Κι άνθρωπος, διαλάλησαν οι ποιητές,

αυτός που δεν έχει χρόνο μήτε για τον εαυτό του

μήτε τους κρότους των ναρκών της ψυχής του,

τους ψαλμούς της γαλήνης αυτής να απολαύσει"

 

Ο λόγος του ιδιαίτερα πυκνός, πολύ μεστός, με συχνές απουσίες των ρημάτων, με χρήση πολλών επιθέτων, ουσιαστικών και επιρρημάτων και με παντελή έλλειψη σημείων στίξης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση των περισσότερων ποιημάτων, επιτείνουν την αίσθηση της ασφυξίας που επιδιώκει να προσδώσει ο ποιητής στη συλλογή του.

 

"Μένουν θολά και ερειπωμένα

μες στου σπιτιού

του περασμένου χρόνου το ντουλάπι

όσα δεν μπόρεσες ποτέ να ανασύρεις

 

Πώς άραγε ηχεί η φυλλωσιά;

Πότε το φως πονεί να γίνει χρώμα;".

 

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης, του Γιάννη Καλπούζου

Το ιστορικό μυθιστόρημα αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα είδη της λογοτεχνίας, καθώς ο συγγραφέας πρέπει να συνδυάσει με πετυχημένο τρόπο ιστορική αλήθεια και μυθοπλασία. Μαέστρος σε αυτό το είδος αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ο Γιάννης Καλπούζος με το πιο πρόσφατο βιβλίο του "Γινάτι - Ο σοφός της λίμνης" (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2018).

Στο "Γινάτι" ο Καλπούζος μας ταξιδεύει στα Ιωάννινα των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που η πόλη βρισκόταν ακόμα κάτω από την εξουσία των Οθωμανών, και ξετυλίγει την ιστορία του μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '30. Στο κέντρο αυτής της ιστορικής διαδρομής βρίσκεται ο Ζώτος, ο οποίος θα εγκαταλείψει το χωριό του από το φόβο μιας βεντέτας και θα ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή στα Γιάννενα.

Εκεί θα ζήσει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, θα πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία, θα δει τις ανταλλαγές των πληθυσμών και την εγκατάσταση των προσφύγων, θα έρθει αντιμέτωπος με το πρόβλημα της ληστοκρατίας, θα ζήσει την κόντρα βενιζελικών και αντιβενιζελικών, την δικτατορία του Πάγκαλου. Θα βιώσει όλες τις εξελίξεις που συμβαίνουν στα Γιάννενα σε μια ιδιαίτερα μεταβατική εποχή, την εποχή δηλαδή που η πόλη περνά από την οθωμανική κυριαρχία στην απελευθέρωση της και στον σταδιακό εκσυγχρονισμό της.

Όλες αυτές οι πληροφορίες βέβαια περνούν απλά, ανεπαίσθητα, σχεδόν ανυποψίαστα, μέσα από την καθημερινότητα του Ζώτου, μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες και περιπέτειες, μέσα από τις συζητήσεις με τους φίλους του. Γιατί ασφαλώς το μεγάλο στοίχημα στο ιστορικό μυθιστόρημα είναι να "μαθαίνεις" ιστορία χωρίς να αντιλαμβάνεσαι καν ότι διαβάζεις ιστορία. Και αυτό ο Καλπούζος το πετυχαίνει απόλυτα.

Πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, ο Καλπούζος υφαίνει και μια πολύ δυνατή πλοκή για την προσωπική ζωή του ήρωά του: ο Ζώτος ερωτεύεται τη Χαβαή, μια νεαρή μουσουλμάνα. Το ωραίο love story δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τα κοινωνικά ήθη, για τη συνύπαρξη μουσουλμάνων και χριστιανών στην ίδια πόλη, για τη θέση της γυναίκας, για τις κοινωνικές τάξεις και να φωτίσει την περίοδο εκείνη από μία επιπλέον οπτική γωνία.

Το πόσο πολλή έρευνα προηγήθηκε προτού γραφεί το βιβλίο φαίνεται και από το γεγονός ότι αναφέρονται δρόμοι, μαγαζιά με την επωνυμία τους, θεατρικοί θίασοι που επισκέφτηκαν τότε την πόλη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να έχει συνεχώς ο αναγνώστης -ακόμα και αυτός που δεν έχει επισκεφτεί τα Γιάννενα στη ζωή του- την αίσθηση ότι ζει στα αλήθεια στην πόλη εκείνης της εποχής.  

Την κεντρική ιστορία πλαισιώνουν και ολοκληρώνουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, καθένας από τους οποίους αντιπροσωπεύει και κάτι διαφορετικό: ο "σοφός" σιορ Δονάτος με τα φιλοσοφημένα λόγια του (η φωνή του ίδιου του συγγραφέα ίσως;), ο επιπόλαιος Βιργίλης που προσπαθεί να βρει μια καλή ευκαιρία για να βολευτεί, ο πονηρός παπα-Λέρας (κατ' ευφημισμόν παπάς) και ο κακόψυχος γιατρός Μαργαζής, η σαγηνευτική Σαραλίν που θα ερωτευτεί παράφορα τον ήρωα μας και θα τον βάλει σε ένα σωρό περιπέτειες.

Πολύ εύστοχη η σύνδεση του τίτλου με τους ήρωες του βιβλίου: η λέξη "γινάτι" αναφέρεται αρκετά συχνά, καθώς ο συγγραφέας επιδιώκει να εξηγήσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους και να αναλύσει την ψυχοσύνθεση τους.

Ο Γιάννης Καλπούζος στέκεται για άλλη μια φορά στο ύψος των προσδοκιών των αναγνωστών του και μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα χορταστικό (των 600 σχεδόν σελίδων), στο οποίο συμπλέκονται και αλληλεπιδρούν ισορροπημένα και πετυχημένα οι ιστορικές εξελίξεις, οι έρωτες, τα προσωπικά λάθη και πάθη. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει χώρος -σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό απ' ότι θα περίμενε κανείς σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα- για μια πιο φιλοσοφημένη θεώρηση των πραγμάτων και μια απόπειρα ερμηνείας της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό βέβαια είναι και που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ, της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη "Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2018) είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας.

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, 

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

Οι ήρωες της ποιητικής συλλογής -που ζωντανεύουν τόσο έντονα, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό- λειτουργούν ως σύμβολα για να μπορέσει η Χλόη Κουτσουμπέλη να πραγματευτεί τα ζητήματα της εγκατάλειψης, της έλλειψης, του πένθους, της ματαίωσης, του θανάτου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγει μια σουρεαλιστική και χιουμοριστική πολλές φορές γραφή για να αποκαλύψει, σε δεύτερο επίπεδο, έναν κόσμο κατακερματισμένο, στιγματισμένο από την διάψευση και την απώλεια.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,

απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ  

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους "Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει".

Στο "Σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ" η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί  να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα

στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια

σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει

απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr