"Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας", της Ελένης Σαμπάνη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό periou.gr

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη έχει το εξής ενδιαφέρον: ενώ διαθέτει μια γλώσσα λιτή, απέριττη, καθαρή, απόλυτα ρεαλιστική, καταφέρνει εντούτοις να κρύψει πάρα πολλά νοήματα μέσα σε μια φαινομενικά απλή φόρμα. Θα πρέπει να την διαβάσεις ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις όλα τα στοιχεία, όλες τις έννοιες, όλα τα μηνύματα. Είναι μια ποίηση που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και που έχει πολλά επίπεδα.

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι μια ποίηση εσωτερική. Στο κέντρο του ποιητικού σύμπαντος είναι το εγώ, που στοχάζεται, που αναρωτιέται, που εκφράζει καθολικές αλήθειες, που συνομιλεί με το εσύ. Που προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του, να ανιχνεύσει τις προθέσεις των ανθρώπων, να αποκωδικοποιήσει την πραγματικότητα.

Διαβάζοντας τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018) σου δημιουργείται η αίσθηση του μισοτελειωμένου, μιας κατάστασης μεταβατικής, που βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, και η ποιήτρια δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε μπρος ούτε πίσω. Τα πρόσωπα της ποιητικής συλλογής βρίσκονται εγκλωβισμένα σε μια μόνιμη εκκρεμότητα, βιώνουν κάτι που έχει τελειώσει, αλλά είτε δεν έχει λήξει ακόμα οριστικά είτε δεν το έχουν το συνειδητοποιήσει.

"Τελευταία στη ζωή μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα

τα αντικείμενα που έχεις αγγίξει

έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν από τη μέση και πάνω

και σ' εμένα αυτό μεταφράζεται ως

ένα γκρίζο μούδιασμα των χεριών και του στήθους

που τα κάνει να μην μπορούνε

ν' αγκαλιάσουν τίποτα

άσε που επέστρεψε αυτή

η ενοχλητική ασπρόμαυρη όψη του αμφιβληστροειδούς

Είπα να μην πάω στον γιατρό

είπα καλύτερα να πάω σε έναν ζωγράφο

ή έστω σε κάποιον

που τολμάει να πενθήσει

 

που να μπορεί να καταλάβει

την αξία της γκριζοποίησης"

Η Ελένη Σαμπάνη λοιπόν ξέρει την αξία της "γκριζοποίησης", γι' αυτό αν έπρεπε να αποδώσουμε έναν χαρακτηρισμό στη συλλογή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ποιήματα πένθους, όχι πένθους με την έννοια της θλίψης ή της συναισθηματικά φορτισμένης κατάστασης, αλλά με την έννοια ότι η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει έναν επίλογο για κάτι που έχει μεν τελειώσει, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα παρελθόν.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίηση της είναι γεμάτη αντιθέσεις, σαν να μιλά για πράγματα που υπάρχουν και που δεν υπάρχουν συγχρόνως, σαν να αυτοαναιρούνται και να ακυρώνονται από μόνα τους. Παρουσία και απουσία την ίδια στιγμή, μία διακοπή και παράλληλα μία συνέχεια.

Στα πλαίσια αυτών των αντιθέσεων, οι οποίες δε φαίνονται με την πρώτη ματιά -περισσότερο τις αισθάνεσαι παρά τις διαβάζεις- μια έννοια και μια λέξη που εμφανίζεται ξανά και ξανά μέσα στα ποιήματα είναι αυτή της σιωπής. Τα ποιητικά υποκείμενα δεν μιλούν γιατί δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια τα συναισθήματα τους κι αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο στην ποίηση της Ελένης Σαμπάνη, αφού η ποίηση δεν είναι άλλο από λόγος. Όπως λέει και η ίδια σε έναν στίχο "Κάθε που φτάνω να σου εκφραστώ / σωπαίνω / γιατί μόνο άρρητα μπορεί να αποδοθεί η αλήθεια". Αφού λοιπόν η ποιήτρια δεν μπορεί ή δεν ψάχνει να βρει την αλήθεια μέσα από τα λόγια, τότε γιατί γράφει;

Η Ελένη Σαμπάνη όντως δεν ενδιαφέρεται να βρει απαντήσεις, δεν θέτει καν ερωτήσεις. Αυτό που την ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να διερευνήσει, να ερμηνεύσει, να αποτυπώσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις οποίες εξετάζει κυρίως στη λήξη τους, στη δύση τους, στο τελείωμα τους. Σε όλα της σχεδόν τα ποιήματα είναι παρόν ένα δεύτερο πρόσωπο, πότε φανερά και πότε κεκαλυμμένα, το οποίο η ποιήτρια άλλοτε προσπαθεί να το πλησιάσει, άλλοτε να το αποφύγει, άλλοτε στέκεται διστακτική απέναντι του.

"Τα σώματα είναι για να χρησιμοποιούνται  

να συρρικνώνονται και

να γίνονται η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας

τοιουτοτρόπως

οι αγάπες είναι για να χαλάνε και

οι κάλτσες για να τρυπάνε"

Αφοριστική, ειλικρινής, ρεαλίστρια. Η βάση της ποίησης της Ελένης Σαμπάνη είναι καθαρά συναισθηματική, όμως το συναίσθημα αυτό δεν έχει ούτε λυρισμό ούτε δραματικές εξάρσεις. Κι εδώ έρχεται άλλη μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, ότι παρά το έντονο συναίσθημα, η γλώσσα της είναι νηφάλια και λιτή. Και ο λόγος της τόσο ρεαλιστικός που φτάνει στα όρια του κυνισμού.

Υπάρχει μια συνεχής τάση για απομυθοποίηση, για απογύμνωση, μια ανάγκη για αποδοχή της πραγματικότητας. "Μεγαλώνοντας δε βρίσκω τίποτα το ρομαντικό / σ' ένα ημίφως που περιβάλλει δύο εραστές / παρά μόνο το κουρασμένο φως της λάμπας που / τρεμοπαίζει λίγο πριν την εξάντλησή της/τους".

Γι' αυτό και την αγάπη, που ως έννοια υπάρχει διάχυτη σε όλη τη συλλογή, τη συναντούμε στην πιο σκληρή της μορφή, στην πιο επώδυνη, στην πιο ψυχοφθόρα. Το ποιητικό υποκείμενο αγάπησε και αγαπήθηκε, αλλά αυτή η αγάπη δεν υπάρχει πια. Τι έρχεται μετά; Σε αυτό ακριβώς το σημείο μάς βρίσκει η ποιητική συλλογή της Ελένης Σαμπάνη, αλλά απάντηση δεν υπάρχει φυσικά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

"Υπήρχε μια γωνιά μέσα στο σπίτι

όπου του άρεσε να στοιβάζει τις βαλίτσες του

-σακούλες, άπλυτα, σύννεφα γκρι και

κάτι πανωφόρια χακί-

Πού και πού

μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας

προσπαθούσαμε

 

μα ο χρόνος τα σκέπαζε όλα

με μια σκόνη σκληρής βροχής

Τώρα δε μένω πια εκεί

το σπίτι έχει αδειάσει και

τούτη η γωνιά έχει

το πιο ξεθωριασμένο πάτωμα και

είναι το πιο τρεμάμενο αγκάθι της θύμησης σου"

Η μνήμη είναι μια έννοια που έρχεται ξανά και ξανά μέσα στις σελίδες της συλλογής. Η μνήμη και η ανάμνηση ως απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απήχηση στο παρόν και επηρεάζει το μέλλον. Ο χρόνος εξάλλου είναι άλλο ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί πολύ την ποιήτρια, όχι τόσο επειδή περνάει και αφήνει σημάδια πάνω μας, όσο επειδή εμείς αλλάζουμε, μετατοπιζόμαστε, εξελισσόμαστε, βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία και αποτελούμε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας ανάλογα με την εκάστοτε χρονική στιγμή.

Η Ελένη Σαμπάνη συμπλέκει παρελθόν, παρόν και μέλλον με έναν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε το παρόν και το παρελθόν ταυτίζονται και εμποδίζουν το μέλλον να έρθει, άλλοτε το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το μέλλον που προσδοκούσε το ποιητικό υποκείμενο δεν προλαβαίνει να πραγματοποιηθεί.

"Μετά τις διακοπές του καλοκαιριού

συνηθίζεται ο κόσμος να ρωτάει ανυποψίαστα γι' αυτές

Και αν πρέπει όπως λες κάτι να

έχω να τους πω

σκέφτομαι να τους μιλήσω για

τα αγορασμένα βιβλία που

δε θα διαβάσεις ποτέ γιατί

είναι πάντα στο ράφι και σε περιμένουν και

για εκείνες τις στιγμές που καταλήγεις να μοιράζεσαι

τα πάντα μ' έναν άγνωστο έχοντας

καταπιεί τον πανικό του και

πλέον φτάνεις να του χρωστάς

ποιήματα

αγκαλιές και

εξηγήσεις

για τον λόγο που δεν κάνεις πλέον σκέψεις για εκείνον

Πώς περιμένεις λοιπόν να τους πω ότι

αυτούς που δεν προλάβαμε να τους φροντίσουμε τους

κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας"

Η ποίηση της Ελένης Σαμπάνη είναι ένα μωσαϊκό από μνήμες, από χαμένες αγάπες, από προσδοκίες που διαψεύστηκαν, από ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες. Υπάρχει μια συνεχής σύγκρουση του ποιητικού εγώ με την πραγματικότητα, η οποία σύγκρουση όμως δεν παρουσιάζεται με πόνο, αλλά με στωική και σιωπηλή αποδοχή.

Καθώς η ποιήτρια έχει αποτινάξει από το περιεχόμενο των στίχων της τις συναισθηματικές υπερβολές και κάθε έννοια λυρισμού, φροντίζει να κάνει το ίδιο και με τη γλώσσα της. Γλώσσα απλή, απέριττη, σχεδόν προφορική σε κάποια σημεία. Έχει εξορίσει από το λόγο της μέχρι και τα σημεία στίξης, δεν υπάρχουν κόμματα ούτε τελείες, πράγμα που τονίζει ακόμα περισσότερο την αίσθηση αυτήν της καθαρότητας.

Όσο η γλώσσα διατηρείται στα όρια της απλότητας, άλλο τόσο η μορφή των ποιημάτων είναι περίτεχνη. "Η σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" είναι μια συλλογή που πρέπει να την απολαύσεις οπτικά -και όχι ακουστικά- γιατί η ποιήτρια με τον τρόπο που τοποθετεί τους στίχους της σε ένα ποίημα προσθέτει πληροφορίες στο ποιητικό της σύμπαν. Ποιήματα που κόβονται στα δύο για να τονιστούν συγκεκριμένα συναισθήματα, στίχοι που κατακερματίζονται ή που ξεφεύγουν από το κυρίως σώμα του ποιήματος για να δηλώσουν το χάος του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας, επιπλέον λέξεις που προστίθενται στο τέλος και δημιουργούν διφορούμενες ερμηνείες, λογοπαίγνια με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους και εμπλουτίζουν το νόημα. Όλα αυτά σε ένα ποιητικό σύνολο χωρίς σημεία στίξης και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς τίτλους δίνουν την αίσθηση της συνοχής, η οποία όμως εσωτερικά διασπάται και διαλύεται.

Ο λόγος της έχει μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια φυσική αμεσότητα, ακόμα κι όταν μιλάει για τα πιο βαθυστόχαστα ή τα πιο βαρυσήμαντα ή τα πιο επώδυνα πράγματα. "Όσο γερνάμε οι μύες βραχαίνουν / τα οστά συστέλλονται και / το σώμα μαζεύεται σε μια χιονόμπαλα λευκής ηλικίας / να έχουνε να παίζουν τα παιδιά / και / να γελάνε με τον θάνατο".

Η Ελένη Σαμπάνη με την πρώτη της αυτή ποιητική συλλογή καταφέρνει να κάνει μια ηχηρή ποιητική δήλωση, να καταθέσει την προσωπική της ποιητική αλήθεια και να μας την παρουσιάσει με μία ενδιαφέρουσα φόρμα. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα επόμενα της βήματα.

"Το χαμένο μπλουζ" του Μίμη Ανδρουλάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το περιοδικό periou.gr

Ο Μίμης Ανδρουλάκης στο "Χαμένο Μπλουζ" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997) επιχειρεί να κάνει τον απολογισμό μιας ολόκληρης γενιάς, περνώντας μέσα από υπαρξιακά μονοπάτια και συνδέοντας τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του με την ίδια την Ιστορία. Ο κεντρικός ήρωας του, ο Δημήτρης, περασμένα πενήντα πλέον, θα επιστρέψει νοερά τριάντα χρόνια πίσω, τότε που ήταν ενεργό μέλος αντιστασιακής οργάνωσης επί δικτατορίας, όταν θα δεχτεί πρόσκληση από κάποιο πρόσωπο του παρελθόντος του για να ταξιδέψει στην Αμερική.

Το βιβλίο κινείται συνεχώς μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, ξεδιπλώνοντας παράλληλα το τότε και το τώρα, σαν δύο αφηγηματικά κομμάτια που συμπλέκονται, αλληλοφωτίζονται κι όπου το ένα ερμηνεύει και διασαφηνίζει το άλλο. Με τη διαρκή εναλλαγή, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, του α' ενικού προσώπου με το γ', φαίνεται σαν έχουμε μία ιστορία δύο ταχυτήτων, που αλλού μάς δίνεται ως βίωμα και προσωπική μαρτυρία και αλλού ως αντικειμενική και αποστασιοποιημένη καταγραφή.

Ο συγγραφέας θα περιγράψει αναλυτικά τα γεγονότα της αντίστασης, όχι όπως συνέβησαν σε εθνικό επίπεδο, αλλά όπως τα βίωσαν οι ήρωες του: η σύσταση της οργάνωσης, ο αρχηγός, τα μέλη, τα σχέδια, τα όνειρα, οι ιδεολογίες, οι συγκρούσεις, οι έρωτες, οι συλλήψεις. Όση έμφαση δίνεται στα ίδια τα γεγονότα, άλλη τόση δίνεται και στην εσωτερική δυναμική της ομάδας. Συνεπώς, ο Μίμης Ανδρουλάκης δεν ενδιαφέρεται να γράψει ένα βιβλίο ιστορικό˙ η Ιστορία λειτουργεί περισσότερο ως καμβάς, πάνω στον οποίο χαράχτηκαν οι πορείες της ζωής των ηρώων του.

Κι έτσι ερχόμαστε στο σήμερα, γύρω στα τριάντα χρόνια μετά, με τους ήρωες ανεξίτηλα σημαδεμένους από εκείνο το κομμάτι του παρελθόντος τους, όχι από τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια, αλλά από την απώλεια του αλλοτινού οράματός τους, από την απώλεια της νιότης τους και της ορμής τους. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους διάψευση σε επίπεδο κοινωνικό ή πολιτικό, είναι καθαρά μια υπαρξιακή διάψευση από τη σκληρή διαπίστωση ότι εκείνη ήταν η καλύτερη φάση της ζωής τους που δεν μπορεί να επαναληφθεί ούτε να δικαιωθεί από την μετέπειτα πορεία τους.

Οι ήρωες του "Χαμένου Μπλουζ" βουλιάζουν στη νοσταλγία, στο ανικανοποίητο και στη ματαίωση και βρίσκονται σε μια ατελείωτη προσπάθεια "επανεφεύρεσης" του εαυτού τους. Ο Μίμης Ανδρουλάκης εκμεταλλεύεται την ελληνική ιστορία για να αφηγηθεί το μεγαλύτερο ανθρώπινο δράμα, αυτό της αποτυχημένης απόπειρας αυτοπραγμάτωσης, και στηριζόμενος σε αυτό επιχειρεί να ερμηνεύσει την ψυχοσύνθεση της γενιάς του.

Το "Χαμένο Μπλουζ" κινείται σε πολλά επίπεδα και ανοίγεται σε πολλά πεδία, διατηρώντας ωστόσο μια αξιοθαύμαστη ισορροπία και αρμονία. Ιστορικά γεγονότα, ψυχολογικές αναλύσεις, υπαρξιακές αγωνίες. Χαρακτήρες βασανισμένοι, τσαλακωμένοι, απόλυτα οικείοι. Δεκάδες ανθρώπινες ιστορίες, τόσο των κεντρικών προσώπων, όσο και των δευτεραγωνιστών. Έντονος ερωτισμός, διάχυτη αισθησιακή ατμόσφαιρα. Όλα αυτά συνδεδεμένα με μεγάλη μαεστρία και με λόγο σαγηνευτικό που καθιστούν το βιβλίο μια γνήσια λογοτεχνική απόλαυση.

"Μοντέρνα ενοχή", του Χρήστου Κούκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / αναδημοσίευση απο το περιοδικο Fractal

 

(…) άλλωστε ο Παράδεισος έχει μια γεύση αποτυχίας, αυτή είναι και η αξία του (…)

 

Είναι κοινωνική η ποίηση του Χρήστου Κούκη; Είναι υπαρξιακή; Είναι ερωτική; Είναι όλα αυτά μαζί. Τα 32 ποιήματα της τελευταίας ποιητικής του συλλογής "Μοντέρνα ενοχή" (Εκδόσεις Κέδρος, 2018), περνούν από το ένα θέμα στο άλλο, αγγίζοντας ταυτόχρονα πολλά ζητήματα, έχοντας όμως ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο: ο άνθρωπος που έχει χρέος απέναντι στην κοινωνία, ο άνθρωπος που κουβαλάει μια πληγή, ο άνθρωπος που πρέπει να αναμετρηθεί με την εαυτό του και να φτάσει στην αυτογνωσία.

 

Θερινό ηλιοστάσιο

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτη δικαίωση

για την επίμονη αθανασία

ο χρόνος δεν κυλάει, ο χρόνος μάς κυλάει

Το γαλάζιο είναι και η μόνη πληροφορία για τον χαρακτήρα του Θεού

το αλάθητο είναι και η μόνη αμαρτία για το σώμα

Αν δεν γράφονταν ωραίες τραγωδίες, δεν θα χτίζονταν ωραία θέατρα

σαν αυτό που πίσω του ο ήλιος τώρα δύει, δύει στην επίπονη αθανασία

Δική μας η νύχτα και τ' άστρα που θα πέσουνε δικά μας

τόσοι λαμπεροί τρόποι να πονέσουμε, να διαβούμε

την αθέατη πλευρά του κόσμου, να γλιτώσουμε

Πρώτη μέρα του καλοκαιριού, πρώτο τραγούδι

 

Απόψε παραλίγο να μην επιστρέψουμε στην κανονική ζωή

ίσως αύριο να σταθούμε πιο τυχεροί

 

Η ποίηση του Χρήστου Κούκη είναι μια αναζήτηση, είναι μια κριτική ματιά απέναντι στην κοινωνία, είναι και μια αποδόμηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γράφοντας άλλοτε στο πρώτο ενικό πρόσωπο και άλλοτε σε πρώτο πληθυντικό, κάνει απολογισμό (Ταξίδεψα τη ζωή μου, αυτό γύρεψα και θέλησα / Ένα τυχερό παιδί που αντιμιλάει στους γονείς του / και ρίχνει τα χρόνια του σπορά στο φρέσκο χώμα), καταλήγει σε συμπεράσματα (Παράξενοι που είμαστε οι άνθρωποι / άλλος παραβγαίνει μ' ένα καράβι κι άλλος πνίγεται σε μια ζωγραφισμένη θάλασσα / κι όταν μια νύχτα όλους μάς τυλίξει ένα λευκό σεντόνι / άλλοι γινόμαστε άγγελοι και άλλοι φαντάσματα), προτρέπει μαζικά για κινητοποίηση, έχοντας ως στόχο πάντα τη βελτίωση, τόσο του εαυτού μας όσο και της κοινωνίας.

 

Παραβολή

…Και λάλησε ο πετεινός, μα κανείς δεν μας ρώτησε τίποτα

Τι θ' απογίνουμε χωρίς κάτι σπουδαίο να αρνηθούμε

 

Μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση, πάσχει, κυβερνιέται από ανάξιους (Κοιτάζω την αυγή, κοιτάζω το έθνος και ξέρω / καλά πως δεν κάνω για νικητής, δεν είμαι πρώτο θέμα / Αυτός ο τόπος δεν πέφτει για ύπνο με τη συνείδηση καθαρή / Τι είδους άνθρωποι μας ξελόγιασαν και νύχτωσε / έτσι άγρια κι απότομα / Τι είδους άνθρωποι γίναμε κι εμείς και νύχτωσε / χωρίς μια μάχη, μια μνήμη). Η έννοια αυτή διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι όμως ως μια οργισμένη φωνή, αλλά ως την ψύχραιμη επίγνωση μιας κατάστασης που πρέπει να αλλάξει. Βρισκόμαστε στο τέλος μια εποχής; Ναι, βρισκόμαστε. Ωστόσο, η ποίηση του Χρήστου Κούκη κάθε άλλο παρά απαισιόδοξη είναι: έχει αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας, από όπου θα έρθει η αλλαγή.

 

Ναι

Όχι, όχι δεν είναι το τέλος

κάπου σε κάποιο μέρος ένας νέος δεν ενδίδει στα σχέδια των μεγάλων

και ο κόσμος όλος κοιτάζει και παρακολουθεί με λαχτάρα και ελπίδα

 

Στο ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Κούκη κυριαρχεί έντονα η έννοια της φύσης, την οποία χρησιμοποιεί είτε συμβολικά είτε ως παρομοίωση είτε για να δημιουργήσει μια μεγάλη αντίθεση με την έννοια της κοινωνίας που βρίσκεται στην απόλυτη φθορά και διαφθορά.

Και ενώ από τη μια έχουμε την κοινωνία και τον κόσμο, από την άλλη έχουμε τον ερωτευμένο άνθρωπο. Με γλώσσα απλή, αλλά με στίχους πολύ δυνατούς, ο Χρήστος Κούκης περιγράφει έναν έρωτα καθαρό, απόλυτο, βαθύ, άλλοτε ως καταφύγιο και άλλοτε ως πληγή.

 

A.D.

Όπου σ' αγαπάω υπάρχει αγωνία

προχωρημένη νύχτα στα χέρια μιας ημέρας

ποτέ κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για την ομορφιά

γι' αυτό έχουμε τον έρωτα και τη μουσική

Είσαι η μόνη που ξέρω όταν είμαι ο εαυτός μου

 

Ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

μη μείνουμε όμως μόνοι, με την Ιστορία παραμάσχαλα σαν χτεσινή εφημερίδα

ο κόσμος φοριέται και απ' την ανάποδη, αρκεί να μη βάζεις ταμπέλες

Ας ερωτευτούμε, μια και στις πιο άγριες στιγμές μας ωραιότερο σημάδι είναι ο πόνος

και το πρώτο του μάθημα είναι η έλξη των πραγμάτων

Ας καούμε, μια και θα μπορούσαμε να τα έχουμε όλα, μα προτιμήσαμε ο ένας τον άλλο

και την περήφανη πείνα του φιλιού

 

Ας ριχτούμε χαμηλά μόνο για ένα πεσμένο άστρο, μόνο για το σπασμένο γυαλί του κόσμου

άλλο μη νιώθουμε άγνωστοι μέσα στα λάθη μας

Ας γεμίσουμε το ποτήρι του χρόνου με σημάδια από χέρια και χείλη

κι ας μας προσάπτει το κράτος, ας μας προσάπτει

κανείς δεν μας ζήτησε, στ' αληθινά, τη γνώμη μας ποτέ

 

Είμαστε πλούσιοι κατά τέτοιο τρόπο που καμία τράπεζα δεν μας καταδέχεται

ας ερωτευτούμε ή ας καούμε, το ίδιο σπουδαίο είναι

Στη γλώσσα που σ' αγαπάω, τα δάκρυα είναι υγρό πυρ

"Μικρά μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" της Νίνας Κουλετάκη (Εκδόσεις Bibliothèque, 2018) είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Είναι δύσκολο να το εντάξεις σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Είναι διηγήματα; Ναι, μιας και το βιβλίο αποτελείται από αυτόνομα κείμενα της μιας και των δύο σελίδων. Είναι μυθιστόρημα; Ναι, αφού όλα τα κείμενα έχουν κοινό σημείο αναφοράς και δεν είναι παρά πτυχές της ίδιας θεματικής. Είναι ένα σύνολο φιλοσοφικών στοχασμών; Ναι, είναι.

Τα "Μικρά Μνημόσυνα" είναι μια καταγραφή. Καταγραφή των συζητήσεων της ηρωίδας μας με τον ψυχίατρο της, καταγραφή των ονείρων της, καταγραφή των σκέψεων της. Έχουμε έναν κατακερματισμένο ψυχισμό σε ένα κατακερματισμένο βιβλίο.

Η ηρωίδα μας προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις της, τα συναισθήματά της και τη ζωή της σε τάξη. Είναι απίστευτο το πόσο οικείο είναι το περιεχόμενο των γραπτών: πρόκειται για πράγματα που όλοι έχουμε σκεφτεί, όλοι έχουμε νιώσει, συμπεράσματα στα οποία, λίγο-πολύ, όλοι έχουμε καταλήξει. Η δε γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας -άμεση, εύληπτη, σχεδόν προφορική- επιτείνει το αίσθημα αυτό.

Η Νίνα Κουλετάκη διαλέγει ένα προσωπικό και εξομολογητικό ύφος για να μιλήσει για τα πιο βαθιά ζητήματα της ζωής. Για το θάνατο, την απώλεια, τη μοναξιά. Για τον έρωτα, την αγάπη. Για την απόρριψη, τη ματαίωση, την ελπίδα. Για την κοινωνία, τη ρουτίνα, την αυτοπραγμάτωση. Αφήνει την ηρωίδα της ελεύθερη να περιπλανηθεί σε σκέψεις, να κάνει συσχετισμούς, να αφηγηθεί ιστορίες, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να πετύχει μια αποδόμηση, μια ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Προσωπικό ύφος από τη μια, αλλά απουσία προσωπικών στοιχείων από την άλλη. Η ηρωίδα δεν έχει όνομα, ο ψυχίατρος επίσης, όπως και κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται. Όλοι είναι σύμβολα. Όλα τα λεγόμενα σημαίνουν και κάτι άλλο πέρα από το προφανές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη συμβολισμού έχουν τα όνειρα: ένα πεδίο εντελώς ελεύθερο, σουρεαλιστικό, αλλά γεμάτο μηνύματα και ανοιχτές ερμηνείες.

Η Νίνα Κουλετάκη με τα "Μικρά Μνημόσυνα" επιδιώκει να καταθέσει έναν φιλοσοφικό στοχασμό. Να θέσει ερωτήσεις, να δώσει ίσως και μερικές απαντήσεις. Να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες ιστορίες. Να βρει κοινά σημεία με τον αναγνώστη. Να δηλώσει μια αλήθεια. Και την ίδια στιγμή καταφέρνει να δώσει στο βιβλίο της ένα χαρακτήρα παιχνιδιάρικο, ευφάνταστο και απόλυτα άμεσο.

"Είπαμε ψέματα πολλά" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

Από τριάντα μικρά φρέσκα διηγήματα που κυλούν με ευκολία και διαβάζονται με μια ανάσα αποτελείται το βιβλίο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου "Είπαμε ψέματα πολλά" (Εκδόσεις Κέδρος, 2019), διηγήματα εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους, χωρίς εσωτερική συνέχεια, που ωστόσο όλα θίγουν από πολλές διαφορετικές πλευρές το ίδιο ουσιαστικά θέμα: τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Ρεαλιστικά και σουρεαλιστικά, αλληγορικά, χιουμοριστικά και συγκινητικά, ερωτικά, απαισιόδοξα και ανάλαφρα, νοσταλγικά, όλα ποικίλουν, για να καταλήξουν όμως λίγο-πολύ στα ίδια συμπεράσματα. Η μοναξιά, το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, η επίδραση της τεχνολογίας στην καθημερινότητα, η -ατελέσφορη πολλές φορές- προσπάθεια του ανθρώπου να βελτιώσει τη ζωή του, οι ανθρώπινες αδυναμίες. Όλα αυτά δοσμένα με πολύ χιούμορ και αρκετή φαντασία, ακόμα και στα διηγήματα που θίγονται τα πιο σοβαρά ζητήματα.

Έχοντας, λοιπόν, ως όπλο το χιούμορ, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αφήνει τους ήρωες του εκτεθειμένους στις πιο απλές, στις πιο καθημερινές, στις πιο προσωπικές τους στιγμές, εκεί που ξεδιπλώνονται τα πιο ιδιαίτερα και αληθινά χαρακτηριστικά τους, επιτρέποντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί ή να προβληματιστεί ή να γελάσει. Η άνεση που ο συγγραφέας χειρίζεται τους ήρωες του και τις καταστάσεις που αυτοί συναντούν, φτάνει στα όρια του σουρεαλισμού, πολλές φορές μάλιστα τα ξεπερνά: ανάμεσα στους ήρωες συγκαταλέγονται και ένας άγγελος, ένας δράκουλας, ένα μυρμήγκι.

Ασφαλώς βέβαια το βιβλίο δε θα δημιουργούσε την αίσθηση αυτή της οικειότητας και αμεσότητας, αν δεν είχε τόσο ανεπιτήδευτη γλώσσα. Λιτές, απλές, καθημερινές, σχεδόν προφορικές - ακόμα και τολμηρές σε αρκετά σημεία-, οι λέξεις ρέουν από μόνες τους, σχηματίζοντας απόλυτα φυσικούς διαλόγους και ολοζώντανες εικόνες.

Τελικά, οι ήρωες λένε ψέματα μεταξύ τους,  λένε ψέματα στον εαυτό τους, αδυνατούν να έρθουν σε αληθινή επαφή με τα θέλω τους, την ίδια στιγμή που και η ζωή τους διαψεύδει και δεν επαληθεύει τις προσδοκίες τους. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταφέρνει να κάνει έναν ιδιαίτερα ευφάνταστο σχολιασμό για τον σύγχρονο άνθρωπο και τον σημερινό τρόπο ζωής.