«Η λίστα του Λεπορέλο» του Φώτη Δούσου (Εκδόσεις Νεφέλη, 2021) – κριτική βιβλίου

Απογοητευμένοι συγγραφείς, παράξενοι εκδότες και ένας λογοτέχνης δολοφόνος!

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Fractal

Ένας σίριαλ κίλερ σκοτώνει εκδότες. Ο Γιάννης Δημάδης, ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου Λίθος, έχει θορυβηθεί και αποφασίζει να αναλάβει δράση και να προσπαθήσει να βρει τον δολοφόνο πριν την Αστυνομία.

Ο Φώτης Δούσος γράφει ένα άκρως χορταστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο η δράση, οι εξελίξεις, οι ανατροπές, αλλά και η εις βάθος ανάλυση των χαρακτήρων κρατούν μια ωραία ισορροπία.

Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να βομβαρδίσει τον αναγνώστη με συνεχείς εξελίξεις στην υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος˙ αφήνει την πλοκή να ανασάνει εστιάζοντας στους ήρωες –κυρίως στον πρωταγωνιστή–, παρουσιάζοντας την προσωπική τους ζωή, τις μεταξύ τους σχέσεις, το παρελθόν τους, τα προβλήματά τους. Εξαιρετική σκιαγράφηση των ηρώων, πολύ εύστοχη η αποτύπωση των λεπτών συναισθηματικών πληροφοριών και πολύ ωραίο δέσιμο όλων αυτών με σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, όπως το φεμινιστικό κίνημα και η κρίση.

Αλλά πέρα από την… εύρεση του δολοφόνου, η «Λίστα του Λεπορέλο» είναι ενδιαφέρουσα για έναν ακόμα λόγο: γιατί μας βάζει στα άδυτα της εκδοτικής πραγματικότητας. Εκδότες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους, συγγραφείς και ποιητές που προσπαθούν να γίνουν γνωστοί όχι απαραίτητα μέσω της τέχνης τους, δημόσιες σχέσεις και υποκρισία, το βιβλίο ως καθαρά εμπορικό και όχι πνευματικό προϊόν και ένα σύστημα που δεν ευνοεί καθόλου τους νέους λογοτέχνες. Ο Φώτης Δούσος τα περιγράφει όλα αυτά με άνεση, μαύρο χιούμορ και απόλυτα καυστική διάθεση, δίνοντας στον αναγνώστη μια γλαφυρή εικόνα.

Ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος, ο Δούσος ξέρει πότε να χαλαρώσει την ένταση και πότε να εντείνει τις εξελίξεις, πότε να εστιάσει στο κεντρικό του θέμα και πότε να το εμπλουτίσει με άλλα στοιχεία. Χτίζοντας με τέτοιο τρόπο την ιστορία του ώστε όλοι να μοιάζουν ύποπτοι, η λύση τελικά είναι αναπάντεχη –όπως οφείλει να είναι–, αλλά και απόλυτα ικανοποιητική. Με λίγα λόγια, ένα απολαυστικότατο αστυνομικό μυθιστόρημα.

«Φόνισσες» της Νίνας Κουλετάκη (Εκδόσεις Κύφαντα, 2019) - κριτική βιβλίου

Γιατί σκοτώνουν οι γυναίκες; 40 πραγματικά περιστατικά!

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Fractal

Ένα βιβλίο πεντακοσίων πενήντα σελίδων, ένα ματωμένο αποτύπωμα τακουνιού να φιγουράρει στο λευκό εξώφυλλο και σαράντα ιστορίες πραγματικών εγκλημάτων διαπραγμένων από γυναίκες. Οι «Φόνισσες» της Νίνας Κουλετάκη είναι ένα άκρως ενδιαφέρον «εγχειρίδιο» γυναικείας εγκληματικότητας, με περιστατικά δολοφονιών που συνέβησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι σήμερα, που ακροβατεί ανάμεσα στην επιστημονική προσέγγιση και τη λογοτεχνική έκφραση.

Τι είναι αυτό που κάνει το βιβλίο της Κουλετάκη τόσο ενδιαφέρον; Καταρχάς το περιεχόμενο. Η ζωή είναι ασφαλώς πιο ευφάνταστη από κάθε μυθοπλασία, έτσι το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα βαρεθεί κανείς διαβάζοντας τις «Φόνισσες». Έπειτα, η γραφή της συγγραφέως: τόσο ευχάριστη και τόσο γλαφυρή που κάνει τις εκατοντάδες σελίδες να κυλούν σαν το νερό. Η Κουλετάκη καταγράφει μεν πραγματικές περιπτώσεις εγκλημάτων, όμως δεν έχει αξιώσεις να μετατρέψει το βιβλίο της σε επιστημονικό σύγγραμμα - δεν είναι εγκληματολόγος εξάλλου, απλώς της αρέσει το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτό που κατάφερε στις «Φόνισσες» είναι ότι προσεγγίζει ένα επιστημονικό θέμα δίνοντας του μια πιο λογοτεχνική χροιά, έτσι ώστε να μπορεί άνετα να διαβαστεί από κάθε αναγνώστη.

Άποψη της συγγραφέως είναι ότι ένα έγκλημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιβάλλον και τη χρονική περίοδο κατά την οποία συντελείται. Με λίγα λόγια, μια γυναίκα -στην προκειμένη περίπτωση- ίσως να μην είχε γίνει ποτέ δολοφόνος αν ζούσε σε άλλη χώρα, αν είχε μεγαλώσει με άλλα έθιμα, αν οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες ήταν διαφορετικές. Η Κουλετάκη δεν εξιστορεί απλώς τη ζωή της κάθε γυναίκας και τους λόγους που φαίνεται να την οδήγησαν στο φόνο. Για να δείξει την άμεση σχέση εγκλήματος και περιβάλλοντος, προχωρά ένα βήμα παραπέρα και μας μεταφέρει στον εκάστοτε τόπο και χρόνο, δίνοντας διαφωτιστικές πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση, το σύστημα αξιών, τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής του κάθε μέρους.

Η ποικιλία στις «Φόνισσες» είναι τεράστια. Από την αυλή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Νέρωνα φτάνουμε στις «μάγισσες» του Μεσαίωνα και από εκεί στα πλουσιόσπιτα της Γαλλίας του 20ου αιώνα. Μπαίνουμε στα πορνεία της Βαρκελώνης, στα μοναστήρια της Ελλάδας, στα ναζιστικά στρατόπεδα. Περιδιαβαίνουμε στις φτωχογειτονιές της Ινδίας, στα νοσοκομεία της Αγγλίας. Ταξιδεύουμε στην Αργεντινή, στην Κίνα, στη Νιγηρία, στο Ιράν, στην Κολομβία. Από όλες αυτές τις γυναίκες άλλες σκοτώνουν από συμφέρον, άλλες από ανάγκη, άλλες χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Άλλες είναι ψυχικά ασθενείς, άλλες έχουν σώας τας φρένας. Άλλες έλαβαν την τιμωρία που τους άξιζε. Άλλες ήταν θύτες και θύματα μαζί.

Η Νίνα Κουλετάκη έχει κάνει μια πραγματικά εντυπωσιακή έρευνα για να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα - είναι φανερό ότι προηγήθηκε μελέτη εις βάθος από επίσημες και δυσεύρετες πηγές. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποφασίζει να απογειώσει το βιβλίο και με μια ακόμα προσθήκη: στο τέλος κάθε ιστορίας καταγράφει την επίδραση που είχε αυτή στην τέχνη, δηλαδή για ποια τραγούδια, για ποιες ταινίες, για ποια θεατρικά έργα, για ποιες τηλεοπτικές σειρές αποτέλεσε έμπνευση.

Τα κερασάκια στην τούρτα για να γίνουν οι «Φόνισσες» ακόμα πιο ενδιαφέρουσες είναι η εισαγωγή του Γιάννη Πανούση, Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας, και τα ευφάνταστα σκίτσα των γυναικών από τον Γιώργο Παπαθεοδώρου, Κοσμήτορα της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Συναρπαστικό βιβλίο από κάθε άποψη!

«Η Ντίσκο του Γκόγκολ», του Πάβο Μάτσιν, μτφρ Τέσυ Μπάιλα (Εκδόσεις Βακχικόν, 2021) – κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περί ου

Σε κάποιο κοντινό ή μακρινό μέλλον, η Εσθονία δεν υπάρχει πια ως ανεξάρτητη χώρα, αλλά αποτελεί μέρος του Ρωσικού Βασιλείου. Εκεί, στην ήσυχη πόλη του Βιλτζάντι, θα συμβεί κάτι αναπάντεχο: θα αναστηθεί ο Γκόγκολ, επηρεάζοντας καταλυτικά τις ζωές των κατοίκων. Συγκεκριμένα, κάποιοι Εσθονοί –μια παρέα που αποτελείται από μικροαπατεώνες, «φιλοσόφους», βιβλιοπώλεις και ξεχασμένους μουσικούς– θα αναλάβουν τον αναστημένο συγγραφέα και σύντομα θα βρεθούν να διακηρύττουν την «αλήθεια» όπως οι ίδιοι τη βίωσαν.

Για όποιον ψάχνει ένα σουρεαλιστικό και αναπάντεχο μυθιστόρημα, με προεκτάσεις ιστορικές, πολιτικές, λογοτεχνικές και φιλοσοφικές, η «Ντίσκο του Γκόγκολ» είναι το ιδανικό. Πέρα από το ίδιο το γεγονός της ανάστασης του γνωστού συγγραφέα, ολόκληρο το βιβλίο είναι γεμάτο από απίστευτες σκηνές, παράξενους διαλόγους, παραισθήσεις των ηρώων του, δυστοπική ατμόσφαιρα και φυσικά διαθέτει και ένα απρόσμενο φινάλε.

Παρά το ασυνήθιστο θέμα και περιεχόμενο του βιβλίου, ο συγγραφέας διατηρεί μια νηφαλιότητα και μια ηρεμία στον τρόπο που γράφει. Του αρέσει να αναλύει τους ήρωές του, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις επιθυμίες και τις αναζητήσεις τους. Οι ήρωες της «Ντίσκο» είναι καταβάθος απόλυτα συνηθισμένοι άνθρωποι, που η συνάντησή τους με τον Γκόγκολ θα τους επηρεάσει με διάφορους τρόπους. Ο Γκόγκολ εξάλλου δεν λειτουργεί παρά ως ένα σύμβολο, τόσο για τους ήρωες όσο και για τον συγγραφέα.

Ο Πάβο Μάτσιν με αυτό του το μυθιστόρημα θέλει να κάνει αιχμηρές αναφορές για πολιτικά ζητήματα, να δημιουργήσει παραλληλισμούς και συμβολισμούς αφήνοντας τον αναγνώστη να δώσει τις δικές του ερμηνείες, να καταθέσει φιλοσοφικές σκέψεις και να περιγράψει χαρακτήρες πολυεπίπεδους, συνδέοντάς τους με το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Και όλα αυτά θέλει να τα ντύσει με ένα ξέφρενο περιτύλιγμα σουρεαλισμού, σάτιρας και μαύρου χιούμορ. Ένα βιβλίο τόσο πλούσιο και σύνθετο που προσφέρεται για διαφορετικές αναγνώσεις: ο καθένας μπορεί να αντλήσει τα δικά του συμπεράσματα, να σταθεί σε άλλα σημεία, να το ερμηνεύσει από την δική του οπτική και να το απολαύσει με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο.