«Largo» του Γιάννη Μπαλαμπανίδη (Εκδόσεις Πόλις, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Fractal

Largo, όπως μας ενημερώνει το οπισθόφυλλο, είναι ο πολύ αργός μουσικός ρυθμός και με αυτόν τον τίτλο ο συγγραφέας θέλει να θέσει ως συνδετικό κρίκο της συλλογής του την έννοια του χρόνου. Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, στο πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που άλλες κινούνται σε υπαρξιακά μονοπάτια, άλλες σε κοινωνικά, ενώ άλλες ανήκουν στη σφαίρα του σουρεαλισμού.

Η έννοια του χρόνου είναι βέβαια περισσότερο ένα παιχνίδι στα χέρια του συγγραφέα και όχι το βασικό του θέμα, με την έννοια ότι του δίνει το ελεύθερο να κινηθεί στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον, να αφήσει τους ήρωες να χαθούν στις αναμνήσεις τους, να περιγράψει ολόκληρες ζωές ή να εστιάσει σε συγκεκριμένες στιγμές, να δείξει πώς περιστατικά του παρελθόντος επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον.

Η ποικιλία των ιστοριών του Γιάννη Μπαλαμπανίδη είναι μεγάλη και αρκετά ενδιαφέρουσα. Μια καθηγήτρια μουσικής από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ένας αστυνόμος που παλεύει να λύσει τον γρίφο μιας δολοφονίας, ένας Ιάπωνας που βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ένας υπάλληλος που βγαίνει σε πρόωρη συνταξιοδότηση, μια ηλικιωμένη με ασθενή μνήμη που θυμάται τα χρόνια που μετανάστευσε στη Γερμανία. Ακόμα, ένας υπάλληλος που εξακολουθεί να εργάζεται και μετά το θάνατό του, μια ομάδα εργαζόμενων που παραμένει στην εταιρεία μέχρι τελικής πτώσης, οι κάτοικοι μιας πόλης που μαρμάρωσαν για ανεξήγητους λόγους.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης διαλέγει τις ιστορίες του με φαντασία και ξεδιπλώνει τους ήρωες του με ενδιαφέροντα τρόπο. Άλλοτε θέλει να οδηγήσει τους αναγνώστες σε υπαρξιακές αναζητήσεις, άλλοτε θέλει να τους συγκινήσει και να τους λυτρώσει, άλλοτε θέλει να καταθέσει ένα σχόλιο, ενώ καμιά φορά θέλει απλώς να κάνει παιχνίδι με τα πρόσωπα και τις λέξεις. Το σίγουρο είναι ότι διαβάζοντας κανείς το βιβλίο δεν ξέρει πώς θα καταλήξει το κάθε διήγημα, ούτε τι θα συναντήσει στις επόμενες σελίδες.

Το «Largo», ως λογοτεχνικό ντεμπούτο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, έχει ενδιαφέρον, γι' αυτό και αναμένουμε το επόμενο βιβλίο του.

«Γράμματα στη Χιονάτη», της Ευγενίας Φακίνου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το Περιοδικό Χάρτης

Μια γυναίκα, της οποίας το όνομα δε μαθαίνουμε ποτέ, φτάνει με ξυρισμένο κεφάλι και κλονισμένη υγεία σε ένα χωριό, που πρόκειται σύντομα να εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων. Νοικιάζει ένα απομονωμένο σπίτι και περιμένει κάτι: το «άλλο χιόνι». Κατά την παραμονή της εκεί θα συμβούν διάφορα παράξενα περιστατικά, με αποκορύφωμα τη συνάντησή της με ένα κορίτσι, που εμφανίζεται αναπάντεχα από το πουθενά.

Το «Γράμματα στη Χιονάτη» συνδυάζει πολλά αντιθετικά χαρακτηριστικά: τρυφερό ως προς τον τρόπο που είναι γραμμένο και γεμάτο αγωνιώδεις προβληματισμούς ως προς το περιεχόμενο. Ρεαλιστικό ως προς την σκιαγράφηση των ηρώων και ελαφρώς σουρεαλιστικό ως προς τα περιστατικά που περιγράφονται στις σελίδες του. Μια γυναίκα στη δύση της ζωής της που συναντά ένα κορίτσι στο ξεκίνημά του.

Η Ευγενία Φακίνου πλάθει μια άκρως ενδιαφέρουσα ηρωίδα, τόσο αληθινή και τόσο καθαρά σκιαγραφημένη που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε γυναίκα: γι' αυτό εξάλλου δεν αναφέρεται πουθενά και το όνομά της. Τοποθετώντας την στο τέλος της ζωής της και με τον θάνατο να πλησιάζει την παρουσιάζει με όλους της τους φόβους, όλες τις αναμνήσεις, όλα τα αγωνιώδη μεγάλα ερωτήματα, φτάνοντας στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Υπάρχει κάτι μαγικό στο βιβλίο, καθώς πολλά από τα γεγονότα που καταγράφονται φαίνονται οριακά μη πιστευτά, εντούτοις βρίσκονται τόσο ωραία τοποθετημένα μέσα στην γενικότερη πλοκή. Το βιβλίο έχει, έτσι κι αλλιώς, έντονο αινιγματικό χαρακτήρα: η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να δώσει πολλές απαντήσεις στα διάφορα ερωτήματα που εγείρονται ούτε να ικανοποιήσει την περιέργεια του αναγνώστη. Θέλει απλώς να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία.

Εξάλλου η ουσία αυτού του βιβλίου δεν βρίσκεται στα γεγονότα που συμβαίνουν, αλλά στην ίδια την ηρωίδα, στις σκέψεις της, στα συναισθήματά της, στις αποφάσεις της, στη στάση ζωής της. Ο αναγνώστης συμπονά, ταυτίζεται, προβληματίζεται. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και το ιντριγκαδόρικο μυστήριο που καλύπτει την υπόθεση κάνουν την ανάγνωση απόλυτα απολαυστική.

«Το φως ξεχύνεται κάτω απ' το νύχι», του Vesa Lahti (μεταφρ. Βίκυ Αλυσσανδράκη, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου Περί ου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Περί ου

Στο ποιητικό σύμπαν του Φιλανδού ποιητή Βέσα Λάχτι τον πρώτο λόγο έχει η φύση. Τα σύννεφα, τα χωράφια, το φως, το νερό, οι εποχές -ειδικά το φθινόπωρο- διατρέχουν τους στίχους ολόκληρης της συλλογής. Ένας απέραντος ελεύθερος κόσμος που κινείται με τους δικούς του κανόνες και που ζωντανεύει εντυπωσιακά και αναπάντεχα χάρη στην εκφραστική δύναμη του ποιητή: «σύννεφα από αμυγδαλιές», «λαγώχειλη πεδιάδα», «αυγουστιάτικα σικαλοχώραφα», «στων άγουρων καρπών τα αργόσυρτα κύματα».

Όχι πως ο Λάχτι έχει μέλημα να υμνήσει τη φύση, δε φαίνεται να είναι αυτός ο σκοπός του. Θέλει απλώς μέσα σε αυτήν να τοποθετήσει το ποιητικό του υποκείμενο, τον άνθρωπο, και να τους βάλει σε έναν συνεχή διάλογο.

«Στην κατεβασιά του ποταμού

το δάσος καταρρέει 

Η βάρκα του φίλου στενάζει 

αραγμένη στη σάπια προκυμαία. 

Η φλογέρα του 

καρτερά στο παγκάκι της βάρκας»,

___

«Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο 

ακούω 

πώς ανθίζει η βροχή».

Μέσα στο φυσικό τοπίο -που συνεχίζει ανεμπόδιστα την πορεία του- ο άνθρωπος προσδοκά, ονειρεύεται, διαψεύδεται, ερωτεύεται και όλο αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ποιητικό παιχνίδι.

«Πικρό ξημέρωμα. 

Ο ήλιος αλάτι στις πληγές μου».

___

«Είναι κι αυτό

το απαγορευμένο τραγούδι

που κόβει βόλτες πάνω από το σκονισμένο δρόμο».

Πίσω από τους ωραίους στίχους, τις όμορφα επιλεγμένα λέξεις και τις δυνατές εικόνες ο Λάχτι δημιουργεί αντιθέσεις, οδηγεί τον αναγνώστη σε συνειρμούς και κρύβει νοήματα που αποκαλύπτονται μετά από πολλές αναγνώσεις.

«Σκοτεινό δάσος. 

Στη στέγη η τρύπα που άνοιξε η σκουριά».

___

«Μόνο οι καλόκαρδοι ηλίθιοι 

κλαίνε κάθε ξημέρωμα».

Η φειδωλή χρήση των σημείων στίξης και η παντελής απουσία τίτλων δημιουργεί μια ρευστότητα, μια αδιάκοπη κίνηση και την αίσθηση της ενότητας, σαν ο ποιητής να πραγματεύεται το ίδιο θέμα από πολλές διαφορετικές πλευρές.

«Το φως ξεχύνεται κάτω απ' το νύχι», με τον εντυπωσιακό και χαρακτηριστικό τίτλο, είναι μια ποιητική συλλογή που προκαλεί αίσθηση με τους γλωσσικούς και εκφραστικούς χειρισμούς και τη δύναμη των εικόνων. Μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά για την απόλαυση του λόγου, για την «ανακάλυψη» των κρυμμένων νοημάτων και για τον αποφθεγματικό της χαρακτήρα.

«Γράμματα χαραγμένα στην πέτρα.
Ένας ήλιος που βγαίνει απ' τη θάλασσα
εκτοξεύει καθάριες σκιές
στις ραβδώσεις που γράφει το αλάτι.
Το όνομά σου
μες στο δικό μου.
Μαζί περιδιαβαίνουν
την πέτρινη πόλη μας
περνώντας πύλες που οδηγούν στο σκοτάδι
χάνονται μες στο δέρμα μας
μεταμορφωμένες σε αχνά σημάδια του έρωτα».

«Η πιο πολύτιμη πραμάτεια» του Ζαν-Κλωντ Γκραμπέρ (Εκδόσεις Πόλις, 2020), μεταφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου - κριτική βιβλίου

Ένα παραμύθι για την αγάπη και το Ολοκαύτωμα

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το Fractal

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ένας ξυλοκόπος και η γυναίκα του ζούνε στο δάσος - είναι μόνοι, καθώς δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν παιδιά. Κάθε μέρα η γυναίκα βλέπει το τρένο που περνά και μεταφέρει Εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η γυναίκα βέβαια νομίζει πως μεταφέρουν πραμάτειες, αλλά μια μέρα όντως θα λάβει από το τρένο μια "πραμάτεια": την πιο πολύτιμη.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσεις για το Ολοκαύτωμα και για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου προτίμησε τον πιο ιδιαίτερο: αποφάσισε να γράψει ένα παραμύθι. Γραμμένη σε απλή γλώσσα και με ύφος γλυκό και οικείο σαν να απευθύνεται σε παιδιά, "Η πιο πολύτιμη πραμάτεια" αφηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, μικρή σε έκταση αλλά μεγάλη σε νοήματα.

Η φρίκη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου περισσότερο υπονοείται παρά καταγράφεται και δίνεται απλά και περιεκτικά μέσα από την ιστορία μιας ομάδας ξυλοκόπων και ενός Εβραίου επιβαίνοντα στο τρένο με προορισμό το στρατόπεδο. Αντί να μπει σε λεπτομέρειες που αφορούν τα ιστορικά γεγονότα ή αντί να δώσει το πλαίσιο της εποχής, ο Γκραμπέρ μιλά για την αγάπη, τονίζοντας έτσι τον παραλογισμό του μίσους, του πολέμου και του ρατσισμού.

Βραβευμένος θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος και έχοντας χάσει πατέρα και παππού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο Γκραμπέρ γράφει ένα μοναδικό βιβλίο, πρωτότυπο ως ιδέα, τρυφερό ως προς την έκφραση του και σκληρό ως προς το περιεχόμενό του, που προκαλεί αίσθηση στους ενήλικες και που οδηγεί τους νέους στη γνώση του Ολοκαυτώματος με έναν εύστοχο τρόπο.

«Ο Στόουνερ» του John Williams (Εκδόσεις Gutenberg 2017, μετάφρ. Αθηνά Δημητριάδου) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση από το Περί ου

Αν ζητούσε κανείς να μάθει την υπόθεση του «Στόουνερ», πιθανότατα δε θα εντυπωσιαζόταν από αυτά που θα του λέγαμε: το βιβλίο είναι η εξιστόρηση ολόκληρης της ζωής ενός καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας σε ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1965 και πρόκειται ουσιαστικά για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα, που έχει ως κεντρικό άξονα έναν ήρωα, τον Στόουνερ, που δε φαίνεται να είχε μια ιδιαίτερα συναρπαστική ζωή. Παιδί αγροτών, πήγε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει γεωπονία. Κάπου στην πορεία μαγεύτηκε από ένα σονέτο του Σαίξπηρ και μεταπήδησε στην Αγγλική Φιλολογία. Έγινε καθηγητής, χωρίς ωστόσο να αφήσει το στίγμα του στη σχολή. Ο γάμος του δεν εξελίχτηκε όπως τον περίμενε. Με λίγα λόγια, ούτε η επαγγελματική ούτε η προσωπική ζωή του Στόουνερ έχουν κάτι το αξιοσημείωτο.

Κι όμως, μέσα από αυτήν την φαινομενικά αδιάφορη ζωή, ο Τζον Γουίλιαμς φτάνει σε απίστευτα υπαρξιακά βάθη, θέτει τα πιο καίρια ερωτήματα της ζωής, παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια προσωπική ενδοσκόπηση και μια αναπόφευκτη ταύτιση. Ο Στόουνερ είναι ένας αντι-ήρωας, ένας χαρακτήρας που μοιάζει να ζει την ζωή του από απόσταση, που δυσκολεύεται να συνάψει στενούς συναισθηματικούς δεσμούς, που αδυνατεί να πάρει γενναίες αποφάσεις ή να διεκδικήσει ή να συγκρουστεί. Προσπαθεί να ζει αθόρυβα, μοναχικά, έχοντας ως απόλυτη έγνοια την επιστήμη του, την ευθύνη του απέναντι στους φοιτητές του, όσο προσπαθεί να βελτιωθεί ως δάσκαλος.

Ο Γουίλιαμς καταφέρνει με αριστουργηματικό τρόπο να ξετυλίξει τη ζωή του ήρωα του, να παρουσιάσει την ψυχοσύνθεση του στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του και να τον οδηγήσει απαλά στο φινάλε του με έναν τρόπο συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με σπουδαία υπαρξιακά ερωτήματα και με μια γνήσια λύτρωση.

Αν ψάχνει κανείς ανατροπές, ραγδαίες εξελίξεις και αγωνία, σίγουρα δε θα τα βρει εδώ. Αυτά που θα βρει θα είναι η εξαιρετική γλώσσα και οι λεπτές λογοτεχνικές αποχρώσεις στην καταγραφή των συναισθημάτων των ηρώων. Η πετυχημένη απόδοση του κοινωνικού πλαισίου της εποχής και οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι στοχασμοί, αποτυπωμένοι με τέτοιον τρόπο που τους συναντούμε μόνο στα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα. Η γάργαρη αφήγηση που κάνει το βιβλίο να κυλά σαν νερό. Η περιγραφή του ερωτικού πάθους και του συναισθηματικού δεσμού. Η αποτύπωση της επαγγελματικής δεοντολογίας, της αφοσίωσης στην επιστήμη, της αγωνίας του υπεύθυνου εκπαιδευτικού.

Πολλοί αναγνώστες βρίσκουν θλιβερή τη ζωή του Στόουνερ. Όμως ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό, δεν ψάχνει να δώσει άλλοθι στον ήρωα του για τις επιλογές του, δεν τον δικαιώνει, αλλά ούτε και τον κατακρίνει. Παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι. Κι αυτό είναι ίσως που κάνει το βιβλίο τόσο αληθινό και τόσο σπουδαίο.