"Burn Out", της Μαρίας Παπαϊωάννου (Εκδόσεις Νίκας, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό diastixo.gr

Το συγγραφικό ύφος της Μαρίας Παπαϊωάννου είναι ήδη γνωστό από τα προηγούμενα βιβλία της: της αρέσει να γράφει μικρές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, που ξεκινούν ομαλά για να εξελιχτούν εντελώς απρόσμενα και εντυπωσιακά. Αυτό περίπου κάνει κι εδώ, στην τρίτη της λογοτεχνική δουλειά, το "Burn Out", με μία όμως διαφορά: χτίζει ολόκληρο το βιβλίο γύρω από έναν θεματικό άξονα, που δεν είναι άλλος από το αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας. Διατηρώντας την αγάπη της στη μικρή φόρμα, μας παραδίδει 17 διηγήματα, 17 ανεξάρτητες ιστορίες που σχετίζονται με το αποτεφρωτήριο -και κατ' επέκταση με τον θάνατο- με τον πλέον ευφάνταστο τρόπο.

Η Μαρία Παπαϊωάννου δε στερείται φαντασίας και παίζει με το θέμα της οδηγώντας τον αναγνώστη σε ένα αναπάντεχο ταξίδι - μακάβριο μεν, απολαυστικότατο δε. Ασφαλώς, με ένα τόσο δυνατό θέμα στα χέρια της δεν την ενδιαφέρει να περιοριστεί στα όρια της λογικής, έτσι αφήνει τις ιστορίες της ελεύθερες, καθώς παλεύουν να διατηρήσουν την ισορροπία τους ανάμεσα στο πραγματικό και το σουρεαλιστικό, το απόλυτα αναμενόμενο και το φανταστικό.

Άλλα της διηγήματα τοποθετούνται εξαρχής στη σφαίρα της φαντασίας, ενώ άλλα ξεκινούν συμβατικά για να καταλήξουν σε ένα φινάλε εντελώς εξωπραγματικό. Τι τύχη μπορεί να έχουν ένας ανιματέρ ή ένας αναισθησιολόγος που δουλεύουν στο αποτεφρωτήριο; Πώς αντιδρά μια μάνα που χάνει το παιδί της; Είναι δυνατόν κάποιος να αποτεφρωθεί με τη θέλησή του; Τι γίνεται με την τέφρα των αγαπημένων μας προσώπων; Τελικά είναι καλύτερη η αποτέφρωση ή η ταφή; Η Μαρία Παπαϊωάννου γράφει για εγκλήματα, για δολοφόνους, για αιμομικτικούς εραστές, για ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή νωρίς και για ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να μην πεθάνουν, για ανθρώπους που αποχωρίστηκαν οριστικά τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γράφει ακόμα και για τον ίδιο τον Θάνατο.

Στη συγγραφέα αρέσει να παίζει με τους ήρωές της. Αρχικά μας τους παρουσιάζει ως απλούς και εντελώς συνηθισμένους ανθρώπους, μέχρι που αυτοί κάποια στιγμή παρεκτρέπονται. Από εκείνο ακριβώς το σημείο τους αποδεσμεύει, τους αφήνει ανεξέλεγκτους να υποκύπτουν στα πάθη τους, να οδηγούνται από τα ένστικτά τους, να συναντούν την πιο αλλόκοτη πλευρά τους. Άλλοτε τους τιμωρεί για τα λάθη τους, άλλοτε τους αφήνει να συντριβούν από το βάρος της ατυχίας τους. Μερικούς τους συμπαθούμε, μερικούς τους συμπονούμε, με άλλους θυμώνουμε - η συγγραφέας πάντως τους αγκαλιάζει όλους με την ίδια αγάπη.

Το "Burn Out" είναι ένα αρκετά τολμηρό βιβλίο, που δε διστάζει να βουτήξει βαθιά στο σκοτάδι, που δε διστάζει να μιλήσει για θάνατο, για νεκρούς, για ανθρώπους που λειτουργούν έξω από τα όρια του νόμου ή της ηθικής. Ένα τόσο μακάβριο θέμα θα μπορούσε να βαρύνει το ύφος του βιβλίου, όμως η παιχνιδιάρικη γραφή της Μαρίας Παπαϊωάννου καταφέρνει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στο θλιβερό και το εύθυμο, το σοκαριστικό και το λυτρωτικό.

Αυτό που κάνει το "Burn Out" να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο το ότι πρόκειται για ένα βιβλίο αναμφίβολα πρωτότυπο και εντελώς αναπάντεχο, αλλά το ότι συνδυάζει ένα σκοτεινό θέμα με έναν ανάλαφρο τρόπο αφήγησης. Ίσως γι' αυτό είναι και τόσο απολαυστικό στην ανάγνωση. Το σίγουρο είναι ότι διαβάζοντάς το βιώνεις μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων: αλλού ξαφνιάζεσαι, αλλού θλίβεσαι και αλλού μπαίνεις σε σκέψεις.

«Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου», της Τατιάνα Κίρχοφ (Εκδόσεις Πόλις, 2020) - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Χάρτης

Με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς είμαστε καμιά φορά λίγο διαφορετικοί ως αναγνώστες. Μπορεί να είμαστε λίγο πιο επιεικείς και να έχουμε λιγότερες προσδοκίες ή αντιθέτως να είμαστε πιο επιφυλακτικοί και διστακτικοί. Τίποτα από αυτά όμως δεν χρειάζεται να επιστρατεύσει αυτός που θα διαβάζει το συγγραφικό ντεμπούτο της Τατιάνας Κίρχοφ. Το «Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου» είναι καλογραμμένο, κοιτάζει τον αναγνώστη απευθείας στα μάτια και, το κυριότερο, έχει πραγματικά ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Μία κοπέλα που μεγάλωσε σε ένα κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον, ένας φαντάρος που κουράστηκε να έρχεται πάντα δεύτερος για τους γονείς του, ένας νεαρός που πρέπει να ξεδιαλύνει τα πράγματα του νεκρού του πατέρα, μια νέα γυναίκα που δεν θέλει να επισκεφτεί τους γονείς της τα Χριστούγεννα, μια κοπέλα που επηρεάζεται από τις φοβίες της μητέρας της, ο μονόλογος ενός νεκρού. Έντεκα διηγήματα για τα μικρά (αλλά τελικά μεγάλα) δράματα που συντελούνται μέσα μας, περιπτώσεις τόσο κοινές, τόσο συνηθισμένες, τόσο οικείες, αλλά και τόσο θλιβερές.

Η Κίρχοφ αξιοποιεί την ιδιότητά της ως ψυχολόγος και θέτει στο κέντρο του βιβλίου της τον ψυχισμό του ανθρώπου, τον τρόπο που επηρεάζεται ο καθένας από τα άτομα του στενού του περίγυρου, τον τρόπο που αντιδρά και αντιμετωπίζει τη ζωή, τα άγχη, τις φοβίες, τα λάθη. Εξάλλου αυτό θέτει η συγγραφέας ως συνδετικό κρίκο στις ιστορίες του βιβλίου (αυτό δηλώνει και ο τίτλος): όλοι οι ήρωες επισκέπτονται έναν ψυχολόγο ή συνδέονται κάπως με το επάγγελμα.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οι ιστορίες μοιάζουν με εξομολογητικές συνεδρίες στην πολυθρόνα του ψυχολόγου. Η Κίρχοφ έχει αρκετά μεγάλη ποικιλία στον τρόπο που διαλέγει να αφηγηθεί. Ένα από τα διηγήματα είναι ένα γράμμα, κάποιο άλλο είναι ένας διάλογος όπου ακούγεται ο ένας μόνο ομιλητής, ένα άλλο είναι ο μονόλογος κάποιου που έχει πεθάνει, ένα περιγράφει όντως, κατά κάποιον τρόπο, μια συνεδρία. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η αφηγηματική ποικιλία, που δένει έξοχα και με την ποικιλία του περιεχομένου των ιστοριών.

Το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι, δεν κουράζει, δεν πλατειάζει και δεν βαραίνει τον αναγνώστη, παρά τα θλιβερά του σημεία. Οι ιστορίες είναι τόσο αληθινές και τόσο καθαρά γραμμένες, που δεν μπορείς παρά να συγκινηθείς ή και να ταυτιστείς. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τις επόμενες συγγραφικές δουλειές της Κίρχοφ.

«Η αγάπη μου γελάει μαζί μου» της Κάτλιν Κάλντμα (Μετάφρ. Στέργια Κάββαλου & Ουλμ Έντιτ-Έλεν), Εκδόσεις Βακχικόν 2020 - κριτική βιβλίου

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Από τον πρόλογο του βιβλίου (Σχετικά με το βιβλίο εδώ)

Αν ρόλος της ποίησης είναι να εκφράζει μεγάλες ιδέες, να ασκεί κριτική σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και να δίνει το έναυσμα για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, τότε η ποίηση της Κάτλιν Κάλντμα επιτελεί αυτόν ακριβώς τον ρόλο.

Εσθονή ως προς την εθνικότητα, αλλά με έργο που φτάνει πολύ πιο έξω από τα σύνορα της χώρας της: η ίδια είναι μεταφράστρια και έχει φέρει πολλά βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στα χέρια των Εσθονών αναγνωστών, αλλά και τα δικά της βιβλία έχουν μεταφραστεί και ταξιδέψει σε πάρα πολλές χώρες – για πρώτη φορά τώρα και στην Ελλάδα, με αυτό εδώ το βιβλίο (που έχει τύχει εξαιρετικής μετάφρασης από τις Στέργια Κάββαλου και Έντιθ Ουλμ), που αποτελεί μια επιλογή από το σύνολο του έργου της.

Η Κάλντμα καταπιάνεται με τα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, την οικογένεια, τον θάνατο, τους παντός είδους αποχαιρετισμούς, την επιβίωση, την προσπάθεια του κάθε ανθρώπου να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής, την ανάγκη του να βρει τη θέση του σε έναν σκληρό κόσμο. Η Κάλντμα γράφει ήρεμα και γλυκά, με όμορφα λόγια κι έναν σιωπηλό ρυθμό, αλλά οι εικόνες, τα γεγονότα και οι απόψεις κάτω από τις λέξεις σιγοκαίνε.

Ο τρόπος που επιλέγει να ρίξει την κριτική της ματιά στα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Δε χρησιμοποιεί πομπώδεις εκφράσεις, δεν κατακεραυνώνει, δεν περνά σε επιθετικό ύφος. Αυτό που κάνει είναι να δημιουργεί μικρές ιστορίες, να πλάθει ανώνυμους χαρακτήρες-σύμβολα και να τους τοποθετεί σε διάφορες γωνιές του κόσμου: τα κορίτσια του Αφγανιστάν που φιλιούνται στα σκοτεινά και λιθοβολούνται, τα βομβαρδισμένα παιδιά του Ιράκ, το αγόρι-στρατιώτης-ποιητής που δεν σταματά να πολεμά, οι αμέτρητοι φτωχοί στους δρόμους της Βαγδάτης.

Αλλά η ευαισθησία –και η ευστοχία– με την οποία προσεγγίζει τα παγκόσμια προβλήματα φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στα ποιήματα «των εραστών». Η ποιήτρια έχει «εραστές» από διάφορα μέρη του κόσμου (Καναδά, Βοσνία, Αφγανιστάν, Ισλανδία, Ελβετία) κι αυτό της δίνει την ευκαιρία να μιλήσει για τις συνθήκες ζωής σε κάθε χώρα, για τις διαφορετικές νοοτροπίες, για τις μεγάλες αντιθέσεις από τόπο σε τόπο, αλλά και για τα σημεία επαφής.

Μια έννοια που επανέρχεται συνεχώς στους στίχους της Κάτλιν Κάλντμα είναι αυτή της αγάπης. Στα αμιγώς ερωτικά της ποιήματα η αγάπη περιγράφεται με τρόπο αφοπλιστικό, απρόσμενα ρεαλιστικό, χωρίς να υποπίπτει στην ευκολία του λυρισμού ή του μπανάλ. Οι ερωτευμένοι της Κάλντμα βουτούν στα πιο βαθιά κι επικίνδυνα νερά, βιώνουν το συναίσθημα στην απολυτότητά του και βρίσκονται σχεδόν πάντα ενόψει ενός αποχωρισμού: ο πόνος και ο έρωτας είναι δύο μεγέθη που συμπλέκονται διαρκώς. Και πάλι η ποιήτρια καταφέρνει να αποτυπώσει το ακραίο ερωτικό συναίσθημα μέσα από τις πιο ήρεμες σκηνές, μέσα από τις πιο καθημερινές στιγμές.

Αλλά αυτό που εμπλουτίζει και απογειώνει την ποίηση της Κάλντμα και της προσδίδει μια καθηλωτική γοητεία είναι η έννοια της φύσης και ο τρόπος που αυτή διαπερνά όλους τους στίχους. Δάση, αρκούδες, λύκοι, χνάρια στο χώμα, πεταλούδες, το χιόνι που στροβιλίζεται, εκτάσεις με άμμο και τοπία καλυμμένα από πάγο, ο ωκεανός, ο ήλιος – εικόνες με τόση δύναμη που αποκτούν ζωντάνια σχεδόν κινηματογραφική. Η φύση ενυπάρχει μέσα σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας του ανθρώπου: λειτουργεί ως τόπος δράσης, απόδρασης, επιστροφής, ζωής και θανάτου, ως μέσο εκμετάλλευσης και ως κάτι που πρέπει να προστατευτεί, λειτουργεί και ως παρομοίωση, λειτουργεί και ως σύμβολο.

Υπάρχει μια οικουμενικότητα στην ποίηση της Κάλντμα, μία αίσθηση ότι οι στίχοι της απλώνονται παντού κι ότι μπορούν να αγκαλιάσουν τους πάντες. Στην ποιήτρια αρέσει να χρησιμοποιεί ονόματα χωρών, πόλεων, να βάζει τους ήρωές της να ταξιδεύουν, να αναφέρει πρόσωπα, τοπωνύμια, να κάνει αναφορές σε βιβλία ή σε μύθους. Η ποίησή της έτσι κι αλλιώς δεν έχει σύνορα, είναι παγκόσμια ακριβώς επειδή απευθύνεται σε όλους, επειδή οι ιδέες που εκφράζει είναι τόσο βαθιές που αφορούν τον καθένα.

Και ενώ η Κάλντμα γράφει για τα πιο επίκαιρα, για τα πιο διαχρονικά, για τα πιο καθημερινά, κατά κάποιον τρόπο, πράγματα, εντούτοις η ποίησή της είναι τυλιγμένη με μια αίσθηση μαγείας. Οι εικόνες της φύσης, ο επιδέξιος τρόπος με τον οποίο κινείται από στίχο σε στίχο, οι λέξεις που επιλέγει δημιουργούν μια σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα. Μαγικός ρεαλισμός, αυτός είναι ο χαρακτηρισμός που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στα ποιήματά της ώστε να συνδέσουμε το αίσθημα του αναγνώστη με το περιεχόμενο των στίχων.

Η ποίηση της Κάλντμα κυλά σαν ποτάμι. Παρασέρνει πολλά στο πέρασμά της, μαζεύεται και απλώνεται, επιταχύνει και επιβραδύνει, ρέει ρυθμικά, άλλοτε είναι ορμητική, άλλοτε κελαρυστή, άλλοτε ψιθυριστή. Το αίσθημα αυτό επιτείνεται από τη φόρμα των ποιημάτων. Στην ποιήτρια αρέσει να παίζει με τους στίχους, με τις λέξεις, να πειραματίζεται, να δοκιμάζει διάφορα στιλ ως προς τη μορφή.

Αλλού επεκτείνεται και αλλού είναι λακωνικότερη. Σε κάποια σημεία κατακερματίζει τους στίχους ενώ σε άλλα τους μεγαλώνει τόσο σαν να πρόκειται για διήγημα. Δοκιμάζει διαλόγους και μονολόγους ή μιλά απευθείας στον αναγνώστη. Συχνά της αρέσει να καταγράφει επιφωνήματα ή ήχους. Τερματίζει απότομα τους στίχους ή τους υποβάλλει σε συνεχείς επαναλήψεις για να δώσει έμφαση. Αφήνει αναπάντεχα κενά. Καμιά φορά ο ρυθμός θυμίζει τρεχαλητό. Άλλοτε αγνοεί τα σημεία στίξης. Τα παιχνίδια αυτά ζωντανεύουν με μοναδικό τρόπο την ποίηση της Κάλντμα και καταγράφουν καθαρά την πορεία της σκέψης της ποιήτριας.

Λεξιλάγνος πάντως δεν είναι. Δεν αγαπά τις εξεζητημένες λέξεις, δεν πρόκειται ποτέ να στήσει ένα ολόκληρο ποίημα γύρω από μια δύσκολη λέξη. Μιλά απλά, κοφτερά, χωρίς περιστροφές, απογυμνώνει το λόγο της από περιττά στολίδια, τον ξεφορτώνει, για να μας παραδώσει τον συλλογισμό της αληθινό. Εξάλλου, όπως έχει δηλώσει και η ίδια, δεν είναι ποιήτρια των λέξεων, είναι ποιήτρια των ιδεών.

Η ποίηση της Κάλντμα είναι πλούσια, είναι χορταστική, σε νοήματα, σε σκέψεις, σε εικόνες. Είναι γνήσια και ειλικρινής, ανεπιτήδευτη και αφοπλιστική. Γενναία και στο περιεχόμενο και στην έκφραση. Ποίηση απτή, που σχεδόν την ακουμπάς – σίγουρα πάντως την βλέπεις μπροστά σου. Η ποίηση της Κάλντμα συνομιλεί με το κοινό της και το αγγίζει, όχι με την έννοια της συγκίνησης, αλλά με την έννοια του γόνιμου διαλόγου, αυτού που σε αφήνει πιο υποψιασμένο και πιο προβληματισμένο από πριν.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο Fractal)