Baz Luhrmann's Romeo & Juliet

Την 1η Νοεμβρίου του 1996 κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το σαιξπηρικό δράμα του Baz Luhrmann "Romeo & Juliet" (τουλάχιστον για την Αμερική, γιατί στην Ελλάδα ήρθε το 1997…) με πρωταγωνιστές τον -εικοσάχρονο τότε-οσκαρούχο σήμερα- Leonardo DiCaprio και την Claire Danes.

Το "Romeo & Juliet" του Baz Luhrmann είναι μία άκρως μοντέρνα κινηματογραφική μεταφορά του μεγαλύτερου σαιξπηρικού έργου, με πιστόλια, γρήγορα αυτοκίνητα, σπιντάτους ρυθμούς και το πιο εκκωφαντικό 90s soundtrack που γράφτηκε ποτέ. Κινηματογραφικές μεταφορές σαιξπηρικών έργων έχουν γίνει πάρα πολλές, αλλά καμιά με την τόλμη, τη φρεσκάδα και την έντονη καλλιτεχνική παρέμβαση του σκηνοθέτη που έγινε σε αυτήν εδώ.

Όσοι υπήρξαμε τυχεροί να είμαστε έφηβοι στα middle 90s, ήρθαμε σε αυτήν την πρώτη μας κινηματογραφική επαφή με τον Σαίξπηρ χάρη σε αυτήν την ταινία του Baz Luhrmann -με τον ίδιο τρόπο που οι γονείς μας είχαν να θυμούνται το αντίστοιχο αριστούργημα του Τζεφιρέλι. Και πέσαμε πάνω σε ένα ταχύτατο φιλμ, με ιλιγγιώδες μοντάζ και πλάνα που αλλάζουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, σε μια πανδαισία χρωμάτων, ήχων, εικόνων, σε ένα απόλυτα άγριο και σκληρό σκηνικό, που έκλεινε ωστόσο έξοχα μέσα του τα ατόφια ερωτόλογα των δύο μοιραίων εραστών.

Τι είναι αυτό που κάνει το "Romeo & Juliet" τόσο ξεχωριστό;

Καταρχάς, η απίστευτα δυναμική σκηνοθεσία του. Ο Luhrmann φυσικά είναι γνωστός για τις οπτικοακουστικές του υπερβολές (τα ίδια περίπου έκανε και στο Moulin Rouge και εν μέρει και στο Great Gatsby), αλλά εδώ πραγματικά ξεπέρασε τον εαυτό του. Η ταινία τρέχει με απίστευτα γρήγορο tempo (έτσι και ξεκινήσεις να τη δεις δεν καταλαβαίνεις πότε περνούν οι δύο ώρες -σε ρουφάει κυριολεκτικά), συνεπαίρνοντας έτσι όσους teenagers  ζούσαν στους υπέροχους ρυθμούς των 90s.

Έπειτα, τόλμησε πραγματικά να μεταφέρει ένα έργο του 1600 στη σύγχρονη εποχή. Θα μπορούσε απλώς να φορέσει στους ήρωες μας σύγχρονα ρούχα και να τους βάλει να κατοικούν σε οικοδομή… Όχι. Αυτός προτίμησε να τους δώσει καμπριολέ αμάξια με μουσική στη διαπασών, πιστόλια, να τους ντύσει με χαβανέζικα πουκάμισα, τατουάζ, να τους έχει με μαλλιά βαμμένα ροζ να παίζουν μπιλιάρδο και να παίρνουν χαπάκια έκσταση. Και αυτό ήταν που έκανε όλη τη διαφορά -ειδάλλως δε είχαμε παρά μια ακόμα σαιξπηρική κινηματογραφική μεταφορά… Και τόλμησε μάλιστα να μας παρουσιάσει έναν μαύρο Mercutio που στο χορό μασκέ των Καπουλέτων είναι ντυμένος σαν drag queen!

Παρά τους γρήγορους ρυθμούς και τις μοντέρνες παρεμβάσεις, υπάρχει υπερ-αρκετός χώρος για το love story των δύο εραστών. Η ταινία δε χάνει καθόλου σε ρομαντισμό, τρυφερότητα και ευαισθησία, ίσα-ίσα το ειδύλλιο είναι τόσο ταιριαστό με όλο το υπόλοιπο πλαίσιο που μπορείς σχεδόν να ταυτιστείς!

Επίσης, το να μεταφέρεις ένα κλασσικό έργο στη σύγχρονη εποχή δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι πειράζεις το περιεχόμενο του. Τα λόγια της ταινίας είναι παρμένα από το πρωτότυπο και βαλμένα με τόση χάρη και επιδεξιότητα στα πρόσωπα των ηρώων, που δε μοιάζουν καθόλου με καθόλου παράταιρα, παρά το μη-κλασικό background.

Μια πινελιά ακόμα και η ταινία απογειώθηκε: το soundtrack. Ίσως δε θα ήταν καν υπερβολή να λέγαμε ότι πρόκειται για το καλύτερο soundtrack όλων των εποχών. Radiohead, Garbage, Cardigans, Des'ree, τα τραγούδια δεν είναι απλώς η πεμπτουσία των 90s: ακούγοντας κανείς το cd είναι σαν να παίρνει μια γεύση από όλη τη μουσική σκηνή της δεκαετίας. Χώρια η υπέροχη μουσική του Craig Armstrong, που έχει άλλοτε μεγαλοπρέπεια και επικότητα, άλλοτε τρυφερότητα.

Και φυσικά οι ηθοποιοί. Το "Romeo & Juliet" είναι η ταινία που μας σύστησε τον Leonardo DiCaprio. Όσοι τον γνώρισαν στον Τιτανικό, πολύ απλά …άργησαν! Ο DiCaprio -έχοντας παίξει ήδη σε ένα σωρό εντυπωσιακούς ρόλους από τα 18 του- έφτασε στα 21 του να γίνει ένας ιδανικός Ρωμαίος του 20ου αιώνα, μοντέρνος, απλός, τρυφερός, με μακριές ξανθές αφέλειες, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως απόλυτο νεανικό ίνδαλμα -εικόνα που θα εκτινασσόταν φυσικά ένα χρόνο αργότερα με τον Τιτανικό.

Η Claire Danes -αν και η καριέρα της δεν εξελίχτηκε τελικά όσο δυναμικά έμοιαζε ότι θα μπορούσε να εξελιχτεί- είναι μια ωραία Ιουλιέτα, απλή μεν, όχι αδιάφορη δε. Και φυσικά ο καλύτερος όλων, ο John Leguizamo στο ρόλο του Tybalt, του ξαδέρφου της Ιουλιέτας, που έδωσε τέτοιο πάθος και τέτοιο στυλ και επικότητα στο ρόλο του όπως ποτέ κανένας άλλος (και κρίμα πραγματικά που δεν τον ξαναείδαμε σε ρόλο που να μας ικανοποιεί).

Το "Romeo & Juliet" του Baz Luhrmann είναι η ταινία που συνδύασε καταπληκτικά το κλασικό με το μοντέρνο, χωρίς να θίγει τίποτα από τα δύο. Είναι η ταινία που κατάφερε να κλείσει σε δύο ώρες το στίγμα μιας ολόκληρης δεκαετίας. Και είναι και η ταινία που προσπάθησε (και ίσως εν μέρει να τα κατάφερε) να διδάξει σε μια ολόκληρη γενιά τον Σαίξπηρ, παρουσιάζοντάς τον με τον πιο άμεσο, προσιτό και μοντέρνο τρόπο. Και το παράξενο είναι ότι είκοσι χρόνια μετά μοιάζει να μην έχει παλιώσει ακόμα!

 

Info & Trivia

- Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του Baz Luhrmann (και κρίμα που έκτοτε δεν τον ξαναείδαμε σε κάτι τόσο καλό).

- Το soundtrack αποτελείται από 13 κομμάτια (1. #1 Crush - Garbage / 2. Local God - Everclear / 3. Angel - Gavin Friday / 4. Pretty Piece of Flesh - One Inch Punch / 5. Kissing You (Love Theme from Romeo and Juliet) - Des'ree / 6. Whatever (I Had a Dream) - Butthole Surfers / 7. Lovefool - the Cardigans / 8. Young Hearts Run Free - Kym Mazelle / 9. Everybody's Free (To Feel Good) - Quindon Tarver / 10. To You I Bestow - Mundy / 11. Talk Show Host - Radiohead / 12. Little Star - Stina Nordenstam / 13. You and Me Song - the Wannadies).

- Ολόκληρο -σχεδόν- το soundtrack βρίσκεται εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=j4Cs5dxTj_Q

- Κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει στο cd και το "Exit Music" που έγραψαν οι Radiohead για τους τίτλους του τέλους. Το τραγούδι ωστόσο μπήκε στο άλμπουμ τους "ΟΚ Computer" που κυκλοφόρησε το 1997. Σχετικά με το συγκεκριμένο τραγούδι, προκειμένου να το γράψουν οι Radiohead ο Luhrmann τους έστειλε τα είκοσι τελευταία λεπτά της ταινίας -αργότερα είπε σε συνέντευξη του ότι είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια τίτλων τέλους που γράφτηκαν ποτέ.

- Τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία την έκανε το "Lovefool" των Cardigans: εκτός από το ότι εκτίναξε το συγκρότημα, βρέθηκε στη 2η θέση στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου την άνοιξη του '97. Μεγάλη επιτυχία έκαναν και τα "Kissing You" και "Young Hearts Run Free".

- Το soundtrack τα πήγε τόσο καλά που κυκλοφόρησε και δεύτερο, πιο εμπλουτισμένο, με διάλογους και άλλα που δεν υπήρχαν στο πρώτο. Στην ιδιαίτερα πατρίδα του Luhrmann μάλιστα, την Αυστραλία, ήταν το δεύτερο πιο ευπώλητο για το 1997 και έγινε 5 φορές πλατινένιο!

- Πίσω από τη σύνθεση της μουσικής κρύβονται οι Nellee Hooper και Craig Armstrong.

- Εισπρακτικά η ταινία τα πήγε πάρα πολύ καλά. Θεωρείται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία κινηματογραφικής μεταφοράς σαιξπηρικού έργου. Άνοιγμα 46.000.000 στην Αμερική και 148.000.000 παγκοσμίως (ξεπερνώντας το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" του Τζεφιρέλι, καθώς και το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" του 2013 και άλλα έργα που βασίζονται σε διάφορα θεατρικά του Σαίξπηρ).

- Στα Όσκαρ ωστόσο δεν τα πήγε και τόσο καλά. Για την ακρίβεια, η Ακαδημία αγνόησε εντελώς την ταινία, δίνοντας της μόνο μια υποψηφιότητα, για Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση.

- Στα BAFTA ωστόσο κέρδισε βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Προσαρμοσμένου Σεναρίου,  Μουσικής, Διεύθυνση Παραγωγής.

- Ο Leonardo DiCaprio ήταν η πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη για το ρόλο του Ρωμαίου -αν και έπεσε στο τραπέζι και το όνομα του Neil Patrick Harris.

- Για την Ιουλιέτα ακούστηκαν τα ονόματα των Sarah Michelle Gellar, Jennifer Love Hewitt, Kate Winslet, Christina Ricci. Επικρατέστερη για το ρόλο ήταν η Natalie Portman, η οποία όμως επειδή ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών φαινόταν τόσο μικρή δίπλα στον DiCaprio, που ως ζευγάρι έδιναν την εντύπωση ότι ο Ρωμαίος μάλλον την κακοποιεί… Η Claire Danes τουλάχιστον ήταν δεκαεφτά χρονών.

- Leonardo DiCaprio και Claire Danes δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις -τουλάχιστον στην αρχή. Αυτή τον χαρακτήρισε ανώριμο, κι αυτός δήλωσε ότι την έβρισκε νευρική και επιφυλακτική.

- Για το ρόλο του Mercutio, του φίλου του Ρωμαίου, πιθανές επιλογές ήταν οι Ewan McGregor, Christian Bale και John Leguizamo. Τελικά ο Luhrmann αποφάσισε ότι ήθελε ο Mercutio του να είναι μαύρος και διάλεξε τον Harold Perrineau. Ο John Leguizamo πήρε τελικά το ρόλο του Tybalt, του ξαδέρφου της Ιουλιέτας, ο οποίος ρόλος λίγο έλειψε να πάει στον Benicio Del Toro. Και ο Marlon Brando παραλίγο να παίξει στην ταινία, ως Πατέρας Λαυρέντιος!

- Όλα τα σκηνικά που βλέπουμε στην παραλία είναι κατασκευασμένα (το ίδιο και το άγαλμα του Ιησού, το οποίο είχε μέγεθος μόλις 60 εκατοστά!). Τα σκηνικά καταστράφηκαν από έναν ανεμοστρόβιλο, τον οποίο τον "βλέπουμε" και εμείς οι θεατές: ξεκινάει με τον θάνατο του Mercutio!

- Στο γύρισμα θα συνέβαινε παραλίγο τραγωδία, όταν ο κασκαντέρ του Tybalt, στη σκηνή που το αμάξι αναποδογυρίζει καθώς κυνηγιούνται με τον Ρωμαίο, κόντεψε να σκοτωθεί.

 

- Ο hair stylist απήχθη από μια τοπική συμμορία και ο Luhrmann έδωσε 300 δολάρια για να τον αφήσουν ελεύθερο!

- Και το απόλυτα αναπάντεχο trivia: η Claire Danes φοράει περούκα -και για τις σκηνές στο νερό ειδική περούκα!

 

Ανδημοσίευση απο το Artcore Magazine (Artcore Magazine)

Inferno

Inferno, 2016

Σκηνοθεσία: Ron Howard

Πρωταγωνιστούν: Tom Hanks, Felicity Jones

 

Ο Tom Hanks, για τρίτη φορά μετά το "The DaVinci Code" και το "Illuminati",  ενσαρκώνει τον καθηγητή Robert Langdon, λύνει γρίφους και προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα.

Ο καθηγητής Robert Langdon (Tom Hanks) βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο της Φλωρεντίας με αμνησία. Δεν έχει ιδέα πώς βρέθηκε εκεί -γρήγορα όπως ανακαλύπτει ότι τον κυνηγούν. Η γιατρός του, Sienna Brooks (Felicity Jones), τον βοηθάει να ξαναβρεί τη μνήμη του και να λύσει μία σειρά από γρίφους. Οι γρίφοι θα τους οδηγήσουν σε μια συνωμοσία που θέλει να εξαπολύσει έναν θανατηφόρο ιό στη γη, την ίδια ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει σημάνει συναγερμό και ο Langdon βρίσκεται διωκόμενος από παντού…

Τρίτη κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματος του Dan Brown, το "Inferno" ακολουθεί τα " The DaVinci Code" και "Illuminati",  που έκαναν πάταγο πριν μερικά χρόνια. Η συνταγή γνωστή και πετυχημένη: αγωνία, μυστήριο, ενδιαφέρον που διατηρείται αμείωτο, συνεχής δράση και χαλάρωση στα σωστά σημεία, πλοκή που ξετυλίγεται αποκαλυπτικά και ένας Tom Hanks όπως τον ξέρουμε και τον αγαπάμε.

Και στο "Inferno" λοιπόν περιδιαβαίνουμε στα  στενά ωραίων πόλεων (Φλωρεντία, Βενετία, Κωνσταντινούπολη), ψάχνουμε κρυμμένα μυστικά σε έργα τέχνης της Αναγέννησης, μπαινοβγαίνουμε σε ιστορικά κτίρια προηγούμενων αιώνων, περιμένουμε με αγωνία τις εξελίξεις.

Αν και κρατά τη δομή και το ύφος των " The DaVinci Code" και "Illuminati", το "Inferno" δεν έχει τόσο έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα: ασχολείται περισσότερο με τις έννοιες της οικολογίας, του υπερπληθυσμού, της κοινωνικής αναταραχής, της ποιότητας ζωής. Και σε πρώτο πλάνο δεν είναι πλέον η Εκκλησία, αλλά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Στα συν της ταινίας είναι οι γρήγοροι ρυθμοί,  το σταδιακό ξετύλιγμα των πληροφοριών (για πολλή ώρα θα σε ιντριγκάρει που δε θα ξέρεις ποιος είναι με το μέρος ποιανού), οι πραγματικά αναπάντεχες ανατροπές. Στα μείον της ταινίας είναι τα σεναριακά κενά (εκείνη την ώρα όλα θα τα δεχτείς αδιαμαρτύρητα, μετά ωστόσο κάποια πράγματα θα σου φανούν μη ρεαλιστικά), κάποια κλισέ των αμερικάνικων περιπετειών που πραγματικά θα μπορούσαν να αποφευχθούν, το γεγονός ότι αν έχεις ήδη δει τα " The DaVinci Code" και "Illuminati" το "Inferno" δεν έχει να σου προσφέρει και πολλά παραπάνω.

Το Inferno είναι μια πολύ ωραία ταινία -ειδικά για τους λάτρεις του είδους-, αλλά δεν καταφέρνει να φτάσει τη γοητεία και την ατμόσφαιρα των δύο προηγούμενων ταινιών, με τις οποίες αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κάνεις τη σύγκριση.

 

Αναδημοσίευση από το ArtCore Magazine. (www.artcoremagazine.gr)

Τι απέγινε η Έλι

Darbareye Elly (About Elly, Τι απέγινε η Έλι), 2009

Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί

Πρωταγωνιστούν: Γκολνσιφτέ Φαραανί, Σαχάμπ Χοσεϊνί

 

Ιράν. Μια ωραία παρέα ζευγαριών με τα παιδιά τους πηγαίνει σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι για να περάσει ένα ευχάριστο διήμερο. Μοναδικοί εργένηδες στην παρέα ο Άχμεντ και η Έλι, που η παρέα προσπαθεί να φέρει πιο κοντά… Όλα κυλούν ευχάριστα και με κέφι, μέχρι που η Έλι εξαφανίζεται. Τους άφησε κι έφυγε χωρίς αντίο; Πνίγηκε μήπως καθώς προσπαθούσε να σώσει ένα από τα παιδιά που έπεσε στη θάλασσα; Και ποια είναι τελικά η Έλι; Η παρέα φαίνεται να μην ξέρει πολλά για αυτήν. Η αγωνία μεγαλώνει και η αποκαλύψεις που αρχίζουν να γίνονται σταδιακά προκαλούν ένταση στην παρέα.

Το "Τι απέγινε η Έλι" είναι ένα καταπληκτικό παράδειγμα για τους φανατικούς χολιγουντιανούς σινεφίλ ότι υπάρχει υπέροχο σινεμά και έξω από τα σύνορα της Αμερικής. Κοινώς, για τους πλέον δύσπιστους: μην τρομάζετε που η ταινία είναι ιρανική.  Το "Τι απέγινε η Έλι" είναι μια πολύ δυνατή ταινία, που ξεκινάει με χαλαρούς ρυθμούς και αρχίζει σιγά-σιγά να ξεδιπλώνεται με τρόπο απρόβλεπτο, ενδιαφέρον, αναπάντεχο.

Πολύ πριν ο Ασγκάρ Φαραντί τραβήξει τα βλέμματα των απανταχού θεατών και κριτικών με το "Ένας χωρισμός", είχε δώσει ήδη το κινηματογραφικό του στίγμα με ταινίες σαν αυτήν. Το "Τι απέγινε η Έλι" δεν είναι "Ένας χωρισμός" ούτε γνώρισε την ίδια επιτυχία, αλλά έχει σίγουρα πολλά κοινά στοιχεία. Πέρα από το γεγονός ότι ο Φαραντί ξέρει να γυρίζει ταινίες άρτιες από όλες τις απόψεις, το πιο δυνατό του χαρτί είναι ένα: το σενάριο. Ό,τι είναι η ταινία, είναι το σενάριο. Ο Φαραντί παίρνει μικρές καθημερινές ιστορίες, φαινομενικά ασήμαντες, και τις ξεδιπλώνει αργά, δημιουργώντας αναπάντεχες προεκτάσεις και προχωρώντας σε πολλά επίπεδα. Η πλοκή εξελίσσεται με τρόπο ευφυή και με συνεχώς καινούργια στοιχεία, εκπλήσσοντας τον ανυποψίαστο θεατή, και προκαλώντας στους ήρωες ένα ψυχολογικό ξεγύμνωμα.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του "Τι απέγινε η Έλι" -και των ταινιών του Φαραντί γενικά- είναι ο ρεαλισμός. Εδώ δε χρειαζόμαστε εφέ ούτε κόλπα εντυπωσιασμού ούτε μυστήρια πλάνα ούτε ένα δυνατό όνομα στο καστ: η ταινία σε κρατάει με κομμένη την ανάσα γιατί αυτό που βλέπεις είναι δυνατό χάρη στην απλότητα του -θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Και γι' αυτό, λοιπόν, δεν έχει καμία σημασία που η ταινία είναι ιρανική: θα μπορούσε να είναι ταινία οποιασδήποτε χώρας με μια υπόθεση που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα.

Και φυσικά είναι και το άλλο: όπως και στο "Ένας χωρισμός", ο Φαραντί αρέσκεται στο να παίζει με την έννοια του σωστού και του λάθους. Του ηθικού και του ανήθικου. Της αλήθειας και τους ψέματος. Και το δίλημμα αυτό το παρουσιάζει στις τόσο απλές και καθημερινές του διαστάσεις, που φαντάζει πλέον βαθιά ανθρώπινο και τραγικό. Τελικά, αυτό είναι που σε αγγίζει και σε συγκινεί στη συγκεκριμένη ταινία.