Magnolia

Magnolia, 1999

Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson

Παίζουν: Tom Cruise, Jason Robards, Julianne Moore, Philip Seymour Hoffman

 

Μια μέρα στο Λος Άντζελες, με τη βροχή να είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Μέχρι να έρθει το βράδυ –και η βροχή- απανωτές συμπτώσεις θα φέρουν κάποιους ανθρώπους κοντά τον έναν στον άλλον. Ένας ετοιμοθάνατος ηλικιωμένος θα επιδιώξει να ξαναδεί τον «χαμένο» του γιο πριν πεθάνει, ένας επιτυχημένος showman θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του, ένα παιδί-θαύμα δεν μπορεί πλέον να αντέξει το βάρος των απαιτήσεων που έχει ο περίγυρος του, ένα πρώην παιδί-θαύμα θα αναγκαστεί να κοιτάξει κατάματα την αποτυχημένη του ζωή, μια κοπέλα εθισμένη στα ναρκωτικά θα έχει την ευκαιρία να δει τη ζωή με άλλο μάτι, ένας παρουσιαστής θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αρρώστια του και μια ενδοοικογενειακή κρίση.

 

Αυτές περίπου οι ιστορίες –και όχι μόνο-, που συνδέονται με κάποιον έμμεσο τρόπο μεταξύ τους, ξετυλίγονται στο τρίωρο φιλμάκι του Anderson κατά τη διάρκεια μίας και μοναδικής ημέρας στο Λος Άντζελες. Κάθε υπόθεση κρύβει το δικό της αδιέξοδο και το δικό της δράμα και κάθε ήρωας παλεύει με τους δικούς του φόβους. Άλλος επιζητά την αγάπη, άλλος τη συγχώρεση, άλλος την έξοδο του από τις ενοχές και όλοι μαζί προσπαθούν να κάνουν την υπέρβαση και να ξεπεράσουν το εμπόδιο που τους κρατά δέσμιους. Η λύτρωση θα έρθει το βράδυ, με τη βροχή που ξεσπά τελικά, και την επόμενη μέρα τίποτα δε θα είναι ίδιο.

 

Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα και χάρη στην περίτεχνη σκηνοθεσία του Anderson το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Σε συνδυασμό με τη μουσική, η ταινία αποκτά μια ένταση που όλο κλιμακώνεται και που εμπλέκει το θεατή σε ένα κουβάρι συναισθημάτων. Ένα φιλμ με στόφα αριστουργήματος, μακριά από υπερβολές και γελοίους συναισθηματισμούς. Ο Anderson –που εκτός από σκηνοθέτης είναι και ο σεναριογράφος- ξέρει να εστιάζει πολύ καλά στον ψυχισμό του κάθε ήρωα και να τον απογυμνώνει από κάθε απόπειρα ωραιοποίησης. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζουν και οι καλές ερμηνείες από το σύνολο του cast. (Ξεχωρίζει ίσως ο Tom Cruise –θα είναι δύσκολο να μη μείνει στο μυαλό του θεατή ο καταπληκτικός μονόλογος του στο τέλος της ταινίας). Σημειωτέον, η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ β’ Ανδρικού Ρόλου (Tom Cruise), Καλύτερου Τραγουδιού (“Save me” της Aimee Mann) και Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου.

 

Μοναδικό αρνητικό στο φιλμ η διάρκεια του. Για κάποια άλλη ταινία ίσως τα 180’ να μην ήταν πολλά, αλλά η συγκεκριμένη φτάνει να εκτυλίσσεται με τόσο αργό ρυθμό και με τόσες λεπτομέρειες που ειλικρινά δεν είναι απαραίτητο. Όσο για την αυξανόμενη ένταση που χτίζεται σταδιακά, γεννά μια προσδοκία στο θεατή ότι κάτι συγκλονιστικό θα συμβεί –το οποίο δε συμβαίνει. Η κάθαρση που έρχεται συντελείται και αυτή με απλό τρόπο, με τον ίδιο ρυθμό που κυλάει και το υπόλοιπο φιλμ.

 

Παρόλ’ αυτά, η ταινία καταφέρνει εύκολα να απογειωθεί –με τους θεατές μαζί. Θα σας πάρει από το χέρι, θα σας παρασύρει, θα σας γοητέψει αναμφίβολα.

The life of David Gale

The life of David Gale, (Η ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ), 2003

Σκηνοθεσία: Alan Parker

Παίζουν: Kevin Spacey, Kate Winslet, Laura Linney

O David Gale (Kevin Spacey), καθηγητής φιλοσοφίας, βρίσκεται χωρίς δουλειά και εγκαταλελειμμένος από την οικογένεια του μετά από μια ψευδή κατηγορία βιασμού εις βάρος του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον συλλαμβάνουν και τον καταδικάζουν σε θάνατο για το βιασμό και τη δολοφονία της συναδέλφου του Constance Harraway (Laura Linney). Λίγες μέρες πριν την εκτέλεση του, δέχεται τη δυναμική δημοσιογράφο Bitsey Bloom (Kate Winslet) για να του πάρει συνέντευξη. Και σε αυτό το σημείο είναι που η υπόθεση αρχίζει να περιπλέκεται, για το τι πραγματικά έγινε και για το αν ο David Gale είναι ένοχος ή αθώος...

Ο Alan Parker (Midnight Express, Mississippi Burning, Evita) δεν μας απογοήτευσε στο παρελθόν, δεν το κάνει ούτε τώρα. Γυρίζει το φιλμ προσεκτικά, καταφέρνοντας να φέρει στην επιφάνεια στις σωστές δόσεις την αγωνία, τον προβληματισμό, την θλίψη, την ένταση. Το παιχνίδι βέβαια παίζεται στο σενάριο. Το ζήτημα της θανατικής ποινής σε πρώτο πλάνο που προβληματίζει, η υπόθεση δολοφονίας, που ξετυλίγεται αναπάντεχα και με ανατροπές, η ζωή του πρωταγωνιστή που έχει πάρει για τα καλά τον κατήφορο και γεμίζει με ένα αίσθημα θλίψης τον θεατή και το φινάλε που προκαλεί κάτι παραπάνω από έκπληξη.

Kevin Spacey, Laura Linney, Kate Winslet, όταν φιγουράρουν τέτοια ονόματα στο cast δεν μπορείς παρά να είσαι αισιόδοξος. Δεν έχουν κάτι ξεχωριστό βέβαια σε σχέση με άλλες ερμηνείες τους (του Spacey στο American Beauty, για παράδειγμα, ή της Winslet στο The Reader), αλλά και πάλι είναι ό, τι καλύτερο.

Η ταινία δεν καθηλώνει σκηνοθετικά, δεν έχει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, ούτε καινοτομίες ούτε νεωτερισμούς, τίποτα το ρηξικέλευθο στην τεχνική της. Το στόρι της όμως είναι τόσο δυνατό που καθηλώνει. Παραδόξως, η ταινία δεν έκανε κάποιον εισπρακτικό θρίαμβο και πρέπει να πέρασε λίγο-πολύ απαρατήρητη από την πλειοψηφία του κοινού. Αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Θα σας συναρπάσει τόσο η εξέλιξη και θα σας αφήσει με τέτοιο συναίσθημα θλίψης το φινάλε που μάλλον θα την σκέφτεστε αφότου την δείτε για μέρες.

Bonus: το soundtrack του Jake Parker είναι υπέροχο

https://www.youtube.com/watch?v=170lmMrsj9Y

(Cine προτάσεις, www.serrelib.gr)

The Revenant

The Revenant (Η Επιστροφή), 2015

Σκηνοθεσία: Alejandro González Iñárritu

Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Tom Hardy, Will Poulter, Domhnall Gleeson

*The Revenant: αυτός που επιστρέφει, από τον άλλον κόσμο

Στην αχαρτογράφητη φύση της Αμερικής του 1820, μία ομάδα Αμερικανών κυνηγά αρκούδες για τη γούνα τους. Ένας από την ομάδα, ο Χιου Γκλας (Leonardo DiCaprio), θα δεχτεί επίθεση από αρκούδα και θα τραυματιστεί σοβαρά. Ο θάνατος του Γκλας είναι πλέον ζήτημα χρόνου, έτσι οι σύντροφοί του θα αναγκαστούν να προπορευτούν, αφήνοντας τον πίσω με κάποιον άλλον από την ομάδα, τον Τζον Φιτζέραλντ (Tom Hardy). Ο Φιτζέραλντ όμως δεν είναι διατεθειμένος να μείνει με τον Γκλας μέχρι να ξεψυχήσει, έτσι τον εγκαταλείπει. Ο Γκλας ωστόσο θα καταφέρει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διανύσει 300 χιλιόμετρα προκειμένου να εκδικηθεί.

Η ταινία είναι πρώτα απ' όλα μια ιστορία επιβίωσης. Είναι εντυπωσιακό το πόση δύναμη επιστρατεύει ο ήρωας για να ξανασταθεί στα πόδια του, λίγο καιρό αφότου έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου -και είναι εξίσου εντυπωσιακό το πόσο ταλαιπωρείται και ο ίδιος ο ΝτιΚάπριο σε αυτό το ρόλο. Αλλά ο ήρωας μας έχει να αντιμετωπίσει κι άλλα: τους Ινδιάνους που τον καταδιώκουν και την ίδια τη φύση που δεν είναι σύμμαχος -ο Ινιαρίτου μάς χαρίζει μεγαλειώδη πλάνα της παγωμένης Αμερικής που τονίζουν ακόμα περισσότερο αυτήν την άνιση αναμέτρηση.

Το Revenant θα μπορούσε απλώς να είναι μια ταινία επιβίωσης και εκδίκησης και να τελειώνει εκεί. Όμως είναι και κάτι παραπάνω. Η ταινία χρησιμοποιεί την ιστορία του Γκλας για να μιλήσει και για άλλα πράγματα: την εκμετάλλευση των ιθαγενών της Αμερικής, την έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση, την ηθική. Όλα αυτά συμπλέκονται έξοχα γύρω από τον κεντρικό ήρωα, αλλά και μέσα από τα μάτια του ήρωα, ο οποίος, καθώς προχωρά η ταινία, αλλάζει, επανατοποθετείται, αναζητά.

Καμβάς όλων αυτών είναι η φύση. Δάση, βουνά, ποτάμια, αχανείς εκτάσεις με χιόνι, όλα σε αυτήν την ταινία ξεκινούν με τη φύση και με τη φύση έχουν να κάνουν. Ο Ινιαρίτου ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει απλώς όμορφα ή ειδυλλιακά τοπία -δύναμη, μεγαλείο, δέος, σκληρότητα, λιτότητα, αυτά αισθάνεται κανείς βλέποντας τα πλάνα. Πάνω σε αυτό κουμπώνει και το soundtrack: ο Σακαμότο γράφει μια μουσική μάλλον λακωνική, λιτή, στιβαρή, που υπογραμμίζει την αφαιρετικότητα των τοπίων, τη βουβή ένταση του ήρωα, τον εσωτερικό ρυθμό της δράσης.

Κοντολογίς, η ταινία είναι ενδιαφέρουσα. Δεν είναι καθόλου βαρετή, ακόμα κι αν δυόμιση ώρες σας φαίνονται πολλές -δεν είναι. Είναι μια ταινία με κλισέ θέμα -επιβίωση, εκδίκηση, αναζήτηση- αλλά καθόλου κλισέ ως προς τον τρόπο που η ιστορία είναι δοσμένη. Ο ΝτιΚάπριο ίσως δεν ερμηνεύει το μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας του -είναι άψογος βέβαια, όπως σε όλες του τις ταινίες- αλλά πρόκειται σίγουρα για τον πιο δύσκολο της μέχρι τώρα της καριέρας του, είναι ένας ρόλος-άθλος. Και μόνο το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δε μιλά, αλλά καταφέρνει να γεμίσει τον ήρωα του με τις κινήσεις και τις εκφράσεις -σε σημείο που πλέον δεν προσέχεις ότι δε μιλά!-, φτάνει. Όσο για τον Τομ Χάρντυ, δεν έχουν εντελώς άδικο αυτοί που είπαν ότι κλέβει την παράσταση από τον ΝτιΚάπριο. Ο Χάρντυ δίνει τέτοιο στίγμα στο χαρακτήρα του, πλάθει μια τόσο ολοκληρωμένη φυσιογνωμία, που τον κάνει απόλυτα ρεαλιστικό, απόλυτα ζωντανό, είναι σαν να τον ξέρεις.

Εντυπωσιακή φωτογραφία και υπέροχη σκηνοθεσία -το μονόπλανο στην επίθεση των Ινδιάνων, τα πλάνα των δέντρων, η απόλυτα ρεαλιστική τελική αναμέτρηση. Το Revenant είναι ρεαλιστικό, είναι ωμό, είναι πολύ μακριά από εξωραϊσμούς και κλισέ. Φαίνεται ότι είναι ταινία μεγάλων προσδοκιών και υψηλών προδιαγραφών. Ή μάλλον είναι έτσι όπως θα έπρεπε να είναι το σινεμά.