Xenia

Xenia, 2014

Σκηνοθέτης: Πάνος Κούτρας

Ηθοποιοί: Κώστας Νικούλι, Νίκος Γκέλια, Γιάννης Στάνκογλου

 

Μετά το θάνατο της Αλβανής μητέρας τους, δύο αδέρφια, ο Ντάνι (Κώστας Νικούλι) και ο Όντι (Νίκος Γκέλια), ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τον Έλληνα πατέρα τους, ελπίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλίσουν χρήματα και την ελληνική ιθαγένεια.

Επιτέλους και μια ταινία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου που δεν είναι διασκευή, που δεν επικεντρώνεται στο (σαχλό) χιούμορ, που δεν ανήκει στο weird cinema και που καταφέρνει να θίξει με εύστοχο τρόπο ζητήματα κοινωνικά. Ο ρατσισμός, οι μετανάστες, η ομοφυλοφιλία, μια όψη της Ελλάδας που υπάρχει και που αποδίδεται στην ταινία με έναν πολύ γλαφυρό ρεαλισμό.

Από την άλλη, το "Xenia" καταφέρνει να συνδυάσει σαν παζλ το κοινωνικό με το υπαρξιακό, καθώς το ταξίδι των πρωταγωνιστών της δεν είναι μονάχα γεωγραφικό, αλλά και ένα ταξίδι στην ωρίμανση τους, στην αυτογνωσία τους, στην αγωνιώδη αναζήτηση της ταυτότητας τους και της θέσης τους και του σκοπού τους στη ζωή.

Η ταινία εύκολα θα μπορούσε να πέσει στην παγίδα της και να γίνει βαριά, σκοτεινή. Αντιθέτως όμως, παρά το φαινομενικά βαρύ θέμα της, καταφέρνει να κρατήσει και την αισιοδοξία της και την ελπίδα της και μια παιδική ελαφρότητα, χάρη βέβαια στην αγνότητα και την "αθωότητα" των δύο πρωταγωνιστών. Είναι μια ταινία καθαρή, στρωτή, που ξέρει να υψώνει την ένταση και να δίνει παράλληλα και ανάσες στον θεατή χωρίς να τον πνίγει. Θα μπορούσε ωστόσο να είχε παραλείψει τις μικρές δόσεις σουρεαλισμού, καθώς δε φαίνεται τελικά να προσδίδουν κάτι στην ιστορία.

Πολύ ωραίο το λογοπαίγνιο του τίτλου "Xenia" με την λέξη φιλοξενία, καθώς οι ήρωες προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν σε ένα μάλλον αφιλόξενο περιβάλλον. Τα εύσημα πάντως δεν ανήκουν μόνο στον σκηνοθέτη, αλλά και στους πρωταγωνιστές, και ειδικά στον Κώστας Νικούλι, ο οποίος κυριολεκτικά σηκώνει όλη την ταινία πάνω του, με μια ερμηνεία που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις.

Κοντολογίς, θα θέλαμε συχνότερα να βλέπαμε ταινίες σαν αυτήν.

Nightcrawler

Nightcrawler (Νυχτερινός Ανταποκριτής), 2014

Σκηνοθέτης: Dan Gilroy

Ηθοποιοί: Jake Gyllenhaal, Rene Russo

Ο Λού Μπλουμ (Jake Gyllenhaal) ψάχνει για δουλειά, μέχρι που ανακαλύπτει τον σκοτεινό κόσμο των αστυνομικών ρεπορτάζ. Καταγράφει με την κάμερα του ό,τι συμβαίνει στους δρόμους του Λος Άντζελες και αρχίζει να συνεργάζεται με ένα κανάλι. Η μανία του για τα καλύτερα πλάνα, για την ωμή καταγραφή της πραγματικότητας και την εξασφάλιση αποκλειστικών -και φυσικά αιματοβαμμένων- ρεπορτάζ με στόχο το κέρδος θα τον κάνει σύντομα να ξεπεράσει τα όρια κάθε ηθικής.

Καταρχάς, να δώσουμε τα συγχαρητήρια στον Dan Gilroy που με την πρώτη του (!) σκηνοθετική απόπειρα μας παραδίδει μια τόσο καλοφτιαγμένη ταινία. Αν μπορείς να ξεχωρίσεις ένα πράγμα στο Nightcrawler αυτό είναι η ατμόσφαιρα του: σκοτεινή (κυριολεκτικά και μεταφορικά), σαγηνευτική, σχεδόν ανατριχιαστική. Και φυσικά συγχαρητήρια και για το σενάριο, το οποίο υπογράφει ο ίδιος και δικαίως κέρδισε μια υποψηφιότητα στα Όσκαρ του 2015.

Το story είναι αρκετά πρωτότυπο και πολύ έξυπνο ώστε και να σε κρατάει σε ενδιαφέρον, αλλά και να σε βάλει σε έντονο προβληματισμό. Η ταινία αποτελεί μια κριτική πάνω στον τρόπο που λειτουργούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία για να κρατήσουν υψηλά τα ποσοστά τηλεθέασης προτίθενται να κάνουν τα πάντα, έχοντας απέναντι τους ένα κοινό που απαιτεί να δει όλο και περισσότερα. Η ταινία γίνεται αρκετά ακραία, αλλά το μήνυμα-κριτική για τη φιλοσοφία της εποχής μας και για τον τρόπο που παράγουμε και καταναλώνουμε την είδηση, την εικόνα, το ανθρώπινο δράμα είναι απόλυτα εύστοχο και ανταποκρίνεται εκατό τοις εκατό στην πραγματικότητα.

Και φυσικά η ταινία δε θα είχε τίποτα από τη μαγεία της και το σκοτεινό της ύφος αν πρωταγωνιστής δεν ήταν ο Jake Gyllenhaal, ο οποίος πολύ απλά ερμηνεύει τον κορυφαίο ρόλο της καριέρας του. Το ήρεμο ύφος του που έρχεται σε αντίθεση με τις ακραίες συνθήκες που δουλεύει και τις αμφίβολες τακτικές του αποδίδει άψογα το οξύμωρο που θέλει να καταδείξει ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης. Η υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα αναμενόμενη.

Boys don’t cry

Boys don’t cry, 1999

Σκηνοθέτης: Kimberly Peirce

Ηθοποιοί: Hilary Swank, Chloë Sevigny, Peter Sarsgaard

Ο Brandon Teena είναι ένας 20χρονος νεαρός από το Lincoln που κάνει ό, τι όλα τα αγόρια της ηλικίας του: βγαίνει με κορίτσια, διασκεδάζει, κάνει απερισκεψίες. Με τη διαφορά όμως πως ο Brandon δεν είναι αγόρι, αλλά κορίτσι. Το αληθινό του όνομα είναι Teena Brandon, αλλά με το να φέρεται και να ντύνεται σαν αγόρι καταφέρνει να αποκρύπτει τη γυναικεία του ταυτότητα.

Ο Brandon θα γνωρίσει μία παρέα, τους πρώην κατάδικους John Lotter (Peter Sarsgaard) και Tom Nissen (Brendan Sexton III), και τις φίλες τους Candace (Alicia Goranson) και Lana (Chloë Sevigny) και θα τους ακολουθήσει στο Falls City της Nebraska. Αυτοί θα γοητευτούν από την ευαισθησία του και την αστείρευτη όρεξή του για ζωή και περιπέτεια κι αυτός θα ζήσει εμπειρίες καινούργιες, θα νιώσει την αποδοχή από τους άλλους, αλλά και θα ερωτευτεί την Lana και θα κάνει σχέση μαζί της.

Για πόσο καιρό όμως είναι δυνατόν να μείνει κρυμμένο ένα τέτοιο μυστικό; Και σε πόσο μεγάλες ακρότητες μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι μπροστά στην αποκάλυψη μιας τέτοιας αναπάντεχης αλήθειας;

Η Kimberly Peirce μέσα από τον σκηνοθετικό της φακό (αλλά και την πένα της, γιατί υπογράφει και το σενάριο μαζί με την Andy Bienen) μας μεταφέρει στο 1993 και μας αφηγείται την αληθινή ιστορία του Brandon Teena (ή της Teena Brandon τέλος πάντων) με τρόπο απλό, άμεσο, προσιτό, και εν τέλει απίστευτα συγκινητικό. Και η πεμπτουσία της ταινίας δεν άλλη από την ιστορία ενός αγοριού που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του στο γυναικείο σώμα του και μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να δεχτεί μια τέτοια υπέρβαση. (Αλλαγές στο true story βέβαια πολλές. Ο Philip DeVine, φίλος του Brandon και ένας από τα θύματα της ιστορίας, απουσιάζει εντελώς, ενώ δεν έλειψαν και οι μηνύσεις από τους συγγενείς της Teena Brandon και από την «πραγματική» Lana).

Το μότο για την διαφημιστική προώθηση της ταινίας ήταν «μια ιστορία για το κουράγιο να είσαι ο εαυτός σου». Και πράγματι σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η σύγχυση του Brandon για την σεξουαλική του ταυτότητα, η αγωνία του να βρει τον εαυτό του μέσα στα αντρικά του παντελόνια και η ανάγκη του να αγαπηθεί από τους άλλους και να λάβει μια θέση στην κοινωνία. Και το κουράγιο του εν τέλει να πάρει το ρίσκο και να αψηφήσει την γυναικεία φύση του και τον περίγυρο.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι που θέτει ένα θέμα απίστευτα λεπτό και ευαίσθητο, ακόμη και ταμπού καμιά φορά, ένα θέμα πάντα και παντού επίκαιρο. Και το θέτει, όχι μόνο ως προς την προσωπική του διάσταση, αλλά και ως ένα ζήτημα βαθύτατα κοινωνικό. Και η ίδια η ταινία δίνει την απάντηση καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν εξαιρετικά σκληροί, άδικοι και στενόμυαλοι απέναντι σε κάτι που δεν έχουν συνηθίσει και δεν κατανοούν.

Αλλά η ταινία δεν είναι ενδιαφέρουσα απλά για το θέμα της. Το μεγάλο της ατού είναι η πρωταγωνίστρια Hilary Swank και η καταπληκτική ερμηνεία της. Με κοντοκουρεμένο μαλλί και φαρδιά καρό πουκάμισα, ζωντανεύει τον Brandon με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο. Ο ενθουσιασμός του για περιπέτειες, η έξαψη του όταν πρωτοερωτεύεται, ο φόβος του για το μεγάλο μυστικό που κρύβει, η αγωνία του να ζει με δύο ταυτότητες. Και το κυριότερο, δεν υποδύεται απλά ένα αγόρι. Υποδύεται ένα κορίτσι που μιμείται ένα αγόρι. Όχι τυχαία, κέρδισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2000, και ήταν είτε υποψήφια και είτε νικήτρια σε πλήθος άλλων βραβείων. (Γεγονός που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι όσο πιο πολύ τσαλακώνονται οι stars, τόσο πιο κοντά έρχονται στις πολυπόθητες βραβεύσεις). Δεν ξέρω βέβαια αν η Hilary Swank αξίζει να έχει βρεθεί και με δεύτερο Όσκαρ (για το Million Dollar Baby) πριν τα τριανταπέντε της, ενώ άλλες καταξιωμένες ηθοποιοί δεν έχουν κερδίσει ποτέ, αλλά αυτό το κέρδισε με το σπαθί της.

Η ταινία σε σχέση με το χαμηλό της κόστος έκανε επιτυχία και απέσπασε ουκ ολίγα βραβεία και υποψηφιότητες, χάρη βέβαια στο πρωταγωνιστικό της δίδυμο, γιατί, εκτός από την Hilary Swank, τα βλέμματα τράβηξε η ερμηνεία και της Chloë Sevigny (υποψηφιότητα για Β’ Γυναικείο Ρόλο σε Όσκαρ και Χρυσές Σφαίρες και όχι μόνο).

Να πούμε βέβαια ότι η Peirce δεν έδειξε φειδώ σε σκηνές βίας και σεξ –και ναρκωτικών ακόμη. Και δεν είναι λίγες οι φορές που το θέαμα είναι κάπως σκληρό. Ίσως όμως αυτός να ήταν ο τρόπος της, όχι μόνο για να παρουσιάσει γλαφυρά τα γεγονότα, αλλά για να εκφράσει το μέγεθος της αδικίας που δέχτηκε η Teena Brandon που θέλησε να είναι Brandon Teena. Και αυτό από μόνο του κάνει την ταινία άκρως ενδιαφέρουσα, άμεση, συγκινητική, από αυτές που σου προκαλούν αγανάκτηση και οργή και συγχρόνως ένα σφίξιμο στο στομάχι.