Arlington Road

Arlington Road (Ο ύποπτος της οδού Άρλιγκτον), 1999

Σκηνοθεσία: Mark Pellington
Παίζουν: Jeff Bridges, Tim Robbins

 

Ο Michael Faraday (Jeff Bridges), καθηγητής ιστορίας με ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορία τρομοκρατικών οργανώσεων, ζει με τον δεκάχρονο γιο του μην έχοντας καταφέρει να ξεπεράσει εντελώς τον θάνατο της γυναίκας του, που σκοτώθηκε από τρομοκράτες κατά τη διάρκεια της δουλειάς της ως πράκτορας του FBI. Στο διπλανό σπίτι θα έρθει να εγκατασταθεί ο Oliver Lang (Tim Robbins) με την οικογένεια του και οι δύο άντρες, καθώς και οι γιοι τους, δεν θα αργήσουν να γίνουν φίλοι. Όλα όμως θα ανατραπούν περίεργα όταν ο Faraday θα αρχίσει να υποψιάζεται για την τρομοκρατική δράση του γείτονά του.

 

Ταινία που κυκλοφόρησε αρκετά πριν την 11η Σεπτεμβρίου, γεγονός που την κάνει να διαφέρει από τις δεκάδες ταινίες περί τρομοκρατίας που γυρίστηκαν έκτοτε και συναγωνίζεται η μία την άλλη σε έλλειψη πρωτοτυπίας. «Ο ύποπτος της οδού Άρλιγκτον» (όπως δηλαδή κυκλοφόρησε η ταινία στην Ελλάδα) δεν έχει να κάνει μόνο με ανατινάξεις, καταδιώξεις και αμέτρητα θύματα, αλλά πολύ περισσότερο με ένα κλιμακωτό κυνηγητό, με ένα κουβάρι που ξετυλίγεται, με ένα αίσθημα αγωνίας που βαθμιαία και επιδέξια γιγαντώνεται. Και προσεγγίζει το θέμα μέσα από τη δράση ενός ανθρώπου και όχι ενός κράτους. Πράγμα βέβαια που φέρνει μεγαλύτερη συγκίνηση και ένταση.

 

Πολύ καλές ερμηνείες από τους έτσι κι αλλιώς έξοχους Jeff Bridges και Tim Robbins, καλό σενάριο, πλήθος πολιτικών μηνυμάτων και ένα φινάλε που το δίχως άλλο θα σπεύσετε να το εντάξετε στη λίστα με τα πιο αναπάντεχα movie-endings....

Magnolia

Magnolia, 1999

Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson

Παίζουν: Tom Cruise, Jason Robards, Julianne Moore, Philip Seymour Hoffman

 

Μια μέρα στο Λος Άντζελες, με τη βροχή να είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Μέχρι να έρθει το βράδυ –και η βροχή- απανωτές συμπτώσεις θα φέρουν κάποιους ανθρώπους κοντά τον έναν στον άλλον. Ένας ετοιμοθάνατος ηλικιωμένος θα επιδιώξει να ξαναδεί τον «χαμένο» του γιο πριν πεθάνει, ένας επιτυχημένος showman θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του, ένα παιδί-θαύμα δεν μπορεί πλέον να αντέξει το βάρος των απαιτήσεων που έχει ο περίγυρος του, ένα πρώην παιδί-θαύμα θα αναγκαστεί να κοιτάξει κατάματα την αποτυχημένη του ζωή, μια κοπέλα εθισμένη στα ναρκωτικά θα έχει την ευκαιρία να δει τη ζωή με άλλο μάτι, ένας παρουσιαστής θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αρρώστια του και μια ενδοοικογενειακή κρίση.

 

Αυτές περίπου οι ιστορίες –και όχι μόνο-, που συνδέονται με κάποιον έμμεσο τρόπο μεταξύ τους, ξετυλίγονται στο τρίωρο φιλμάκι του Anderson κατά τη διάρκεια μίας και μοναδικής ημέρας στο Λος Άντζελες. Κάθε υπόθεση κρύβει το δικό της αδιέξοδο και το δικό της δράμα και κάθε ήρωας παλεύει με τους δικούς του φόβους. Άλλος επιζητά την αγάπη, άλλος τη συγχώρεση, άλλος την έξοδο του από τις ενοχές και όλοι μαζί προσπαθούν να κάνουν την υπέρβαση και να ξεπεράσουν το εμπόδιο που τους κρατά δέσμιους. Η λύτρωση θα έρθει το βράδυ, με τη βροχή που ξεσπά τελικά, και την επόμενη μέρα τίποτα δε θα είναι ίδιο.

 

Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα και χάρη στην περίτεχνη σκηνοθεσία του Anderson το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Σε συνδυασμό με τη μουσική, η ταινία αποκτά μια ένταση που όλο κλιμακώνεται και που εμπλέκει το θεατή σε ένα κουβάρι συναισθημάτων. Ένα φιλμ με στόφα αριστουργήματος, μακριά από υπερβολές και γελοίους συναισθηματισμούς. Ο Anderson –που εκτός από σκηνοθέτης είναι και ο σεναριογράφος- ξέρει να εστιάζει πολύ καλά στον ψυχισμό του κάθε ήρωα και να τον απογυμνώνει από κάθε απόπειρα ωραιοποίησης. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζουν και οι καλές ερμηνείες από το σύνολο του cast. (Ξεχωρίζει ίσως ο Tom Cruise –θα είναι δύσκολο να μη μείνει στο μυαλό του θεατή ο καταπληκτικός μονόλογος του στο τέλος της ταινίας). Σημειωτέον, η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ β’ Ανδρικού Ρόλου (Tom Cruise), Καλύτερου Τραγουδιού (“Save me” της Aimee Mann) και Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου.

 

Μοναδικό αρνητικό στο φιλμ η διάρκεια του. Για κάποια άλλη ταινία ίσως τα 180’ να μην ήταν πολλά, αλλά η συγκεκριμένη φτάνει να εκτυλίσσεται με τόσο αργό ρυθμό και με τόσες λεπτομέρειες που ειλικρινά δεν είναι απαραίτητο. Όσο για την αυξανόμενη ένταση που χτίζεται σταδιακά, γεννά μια προσδοκία στο θεατή ότι κάτι συγκλονιστικό θα συμβεί –το οποίο δε συμβαίνει. Η κάθαρση που έρχεται συντελείται και αυτή με απλό τρόπο, με τον ίδιο ρυθμό που κυλάει και το υπόλοιπο φιλμ.

 

Παρόλ’ αυτά, η ταινία καταφέρνει εύκολα να απογειωθεί –με τους θεατές μαζί. Θα σας πάρει από το χέρι, θα σας παρασύρει, θα σας γοητέψει αναμφίβολα.

The life of David Gale

The life of David Gale, (Η ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ), 2003

Σκηνοθεσία: Alan Parker

Παίζουν: Kevin Spacey, Kate Winslet, Laura Linney

O David Gale (Kevin Spacey), καθηγητής φιλοσοφίας, βρίσκεται χωρίς δουλειά και εγκαταλελειμμένος από την οικογένεια του μετά από μια ψευδή κατηγορία βιασμού εις βάρος του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον συλλαμβάνουν και τον καταδικάζουν σε θάνατο για το βιασμό και τη δολοφονία της συναδέλφου του Constance Harraway (Laura Linney). Λίγες μέρες πριν την εκτέλεση του, δέχεται τη δυναμική δημοσιογράφο Bitsey Bloom (Kate Winslet) για να του πάρει συνέντευξη. Και σε αυτό το σημείο είναι που η υπόθεση αρχίζει να περιπλέκεται, για το τι πραγματικά έγινε και για το αν ο David Gale είναι ένοχος ή αθώος...

Ο Alan Parker (Midnight Express, Mississippi Burning, Evita) δεν μας απογοήτευσε στο παρελθόν, δεν το κάνει ούτε τώρα. Γυρίζει το φιλμ προσεκτικά, καταφέρνοντας να φέρει στην επιφάνεια στις σωστές δόσεις την αγωνία, τον προβληματισμό, την θλίψη, την ένταση. Το παιχνίδι βέβαια παίζεται στο σενάριο. Το ζήτημα της θανατικής ποινής σε πρώτο πλάνο που προβληματίζει, η υπόθεση δολοφονίας, που ξετυλίγεται αναπάντεχα και με ανατροπές, η ζωή του πρωταγωνιστή που έχει πάρει για τα καλά τον κατήφορο και γεμίζει με ένα αίσθημα θλίψης τον θεατή και το φινάλε που προκαλεί κάτι παραπάνω από έκπληξη.

Kevin Spacey, Laura Linney, Kate Winslet, όταν φιγουράρουν τέτοια ονόματα στο cast δεν μπορείς παρά να είσαι αισιόδοξος. Δεν έχουν κάτι ξεχωριστό βέβαια σε σχέση με άλλες ερμηνείες τους (του Spacey στο American Beauty, για παράδειγμα, ή της Winslet στο The Reader), αλλά και πάλι είναι ό, τι καλύτερο.

Η ταινία δεν καθηλώνει σκηνοθετικά, δεν έχει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, ούτε καινοτομίες ούτε νεωτερισμούς, τίποτα το ρηξικέλευθο στην τεχνική της. Το στόρι της όμως είναι τόσο δυνατό που καθηλώνει. Παραδόξως, η ταινία δεν έκανε κάποιον εισπρακτικό θρίαμβο και πρέπει να πέρασε λίγο-πολύ απαρατήρητη από την πλειοψηφία του κοινού. Αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Θα σας συναρπάσει τόσο η εξέλιξη και θα σας αφήσει με τέτοιο συναίσθημα θλίψης το φινάλε που μάλλον θα την σκέφτεστε αφότου την δείτε για μέρες.

Bonus: το soundtrack του Jake Parker είναι υπέροχο

https://www.youtube.com/watch?v=170lmMrsj9Y

(Cine προτάσεις, www.serrelib.gr)