Βασίλης Ρίσβας

Βασίλης Ρίσβας

"Η τηλεόραση οφείλει να είναι καθρέφτης της κοινωνίας"

Ηθοποιός. Θεατρικός συγγραφέας. Συν-σεναριογράφος τηλεοπτικών σειρών, όπως "Μαύρα Μεσάνυχτα", "10η Εντολή", "50-50", "7 Θανάσιμες Πεθερές", πάντα μαζί με τη σύζυγο του, Δήμητρα Σακαλή. Και προσφάτως και σεναριογράφος δύο ταινιών.

 

Θα μπορούσαμε μήπως να πούμε ότι με την κρίση έγινε ένα ξεκαθάρισμα στην ελληνική τηλεόραση που έκανε εν μέρει και καλό;

Όχι, δε θα το έλεγα. Όταν αναγκάζεσαι να σκέφτεσαι, όχι στα όρια της οικονομίας, αλλά της ανέχειας και προσπαθείς να δημιουργήσεις ένα τηλεοπτικό προϊόν με ψίχουλα, δεν μπορείς να έχεις καλό αποτέλεσμα. Ό,τι κι αν σκεφτεί το μυαλό του δημιουργού, το προϊόν δε θα είναι τόσο φτηνό ώστε να ικανοποιήσει και την παραγωγή και το κανάλι -και θα πρέπει παράλληλα να ζήσουν και άνθρωποι από αυτό… Συνεπώς, όλοι καλούμαστε να κάνουμε εκπτώσεις, αλλά οι εκπτώσεις μόνο καλό δεν κάνουν στο αποτέλεσμα… Καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια, τουλάχιστον όσοι είμαστε ακόμα ενεργοί στα πράγματα, γιατί πολλοί είναι και αυτοί που έχουν πάει στα σπίτια τους…

Δεν έχουν μειωθεί όμως με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον οι κακές δουλειές;

Καλές και κακές δουλειές είχαμε πάντα. Αυτό δεν έχει να κάνει με την κρίση. Δε γίνεται να κάνουμε μόνο ποιοτικά πράγματα λόγω κρίσης. Απλώς, έχουμε μπει σε άλλον τρόπο σκέψης, αξιολογούμε αλλιώς τα πράγματα και βάζουμε άλλες προτεραιότητες, και στη ζωή μας γενικά και στη δουλειά μας ειδικά. Όσοι είμαστε ακόμα ενεργοί προσπαθούμε τουλάχιστον οι εκπτώσεις που θα κάνουμε να μην επηρεάζουν την αισθητική, η οποία είναι για μένα το άλφα και το ωμέγα. Πέρα από την ιδέα, το concept, τους χαρακτήρες, αν η φτήνια επηρεάσει την αισθητική της σειράς, θεωρώ ότι το πλήγμα θα είναι μεγάλο. Εννοώ και τη σκηνοθεσία και την εικόνα -αν πρέπει σε μια μέρα να βγάλουμε επεισόδιο, δε θα γίνει καλή δουλειά. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτήν την τάση του να υπάρχει φτήνια σε όλα -δε μιλάω για οικονομία πια, αλλά για φτήνια.

Ποιος ευθύνεται για το τόσο κακό τηλεοπτικό τοπίο της χώρας μας;

Δε θεωρώ τον εαυτό μου άμοιρο ευθυνών για την κατάσταση της τηλεόρασης, αλλά δε θεωρώ και ότι φταίω που μια μεγάλη μερίδα κόσμου έχει φτάσει να κλείνει την τηλεόραση. Προσπαθούμε με τις παρούσες συνθήκες να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Θεωρώ ότι το "Ταμάμ" που βγήκε μέσα στην κρίση είναι μια πολύ καλή σειρά, με υψηλή αισθητική, οικονομία -χωρίς να φαίνεται-, εικόνα σχεδόν κινηματογραφική, καλό ήχο, εξωτερικούς χώρους, καλό καστ… Κρατήσαμε την αισθητική στη σειρά, να μη φωνάζει τουλάχιστον η οικονομία.

Ποιο πιστεύεις ότι μπορεί να είναι το μέλλον της τηλεόρασης; Το διαδίκτυο ίσως, τα web κανάλια;

Δεν ξέρω… Νομίζω ότι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δε θα πάψει να υπάρχει η τηλεόραση από το σπίτι και την καρδιά του Έλληνα. Τα δείγματα δείχνουν ότι υπάρχουν νούμερα στο web tv, αλλά πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα για να αλλάξει η σχέση μας με την τηλεόραση.

Το να κάνεις μια πολύ επιτυχημένη δουλειά προκαλεί φόβο; Φοβάσαι ότι η επιτυχία ίσως δεν επαναληφθεί;

Αυτό δεν είναι φόβος, είναι δημιουργικό άγχος. Είναι καλό, σε βάζει σε μια διαδικασία να το ψάξεις πολύ, να εξετάσεις ιδέες, να απορρίψεις. Εξάλλου, δεν ξεκινάς ποτέ με τη λογική "πάμε να κάνουμε επιτυχία". Όπως και δεν ξεκινάς με τη λογική "ας αποτύχει, δε με νοιάζει". Ξεκινάμε να γράψουμε κάτι που έχει τη δική μας ματιά, τη δική μας αισθητική, με την ελπίδα ότι θα υπάρχουν πολλοί που θα τους αρέσει.

Αισθάνθηκες ποτέ ότι έκανες έκπτωση στην ηθική σου, ότι έγραψες, για παράδειγμα, κάτι που δεν ήθελες, που δε σου ταίριαζε;

Όχι. Και είμαι περήφανος για αυτό.

Είναι εφικτό να το καταφέρει κάποιος αυτό;

Είναι ευχή και κατάρα, το να κατορθώσεις να μείνεις πιστός σε αυτό που πιστεύεις ότι είναι καλό. Και συγκρουστήκαμε και μάχες δώσαμε και δουλειές χάσαμε, πάντα υπάρχει κόστος σε τέτοιες αποφάσεις. Όμως θα πω αυτό που λέγανε και οι παλιότεροι, ότι τα έχω καλά με την ψυχούλα μου. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό για μένα. Σε αυτόν το στίβο που λέγεται τηλεόραση, εγώ με την ψυχή μου τα έχω μια χαρά. Μέχρι τώρα έχω κάνει τα πράγματα που μου άρεσαν, δε θα κάνω κάτι που δε μου αρέσει. Και να πω πάνω σε αυτό ότι από το "Μη με σκας", που κόπηκε στο τρίτο επεισόδιο, αποσυρθήκαμε εμείς, γιατί το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που θέλαμε.

Μετανιώνεις για κάτι;

Όχι για αυτά που έκανα, αλλά για αυτά που δεν έκανα. Μετανιώνω που αργήσαμε να μπούμε δυναμικά στο χώρο του σινεμά. Φέτος το τολμάμε με δύο ταινίες: η μία βασίζεται σε βιβλίο, η άλλη σε θεατρικό. Μετανιώνω, επίσης, που δεν ασχολήθηκα νωρίτερα με τη θεατρική γραφή.

Είσαι ικανοποιημένος ωστόσο.

Ναι. Και αισθάνομαι τυχερός. Που εν μέσω κρίσης ανήκω στους ανθρώπους που έχουν ακόμα δουλειά.

Αισθάνεσαι ότι έχεις βάλει ένα λιθαράκι σε αυτό που λέγεται ελληνική τηλεόραση;

Δε νομίζω πως πρόκειται για ένα πεδίο που θα καταθέσει ο καθένας το λιθαράκι του, ότι θα βάλουμε όλοι από κάτι για να προκύψει ένα καλό αποτέλεσμα. Δεν εξαρτάται από εμάς. Εμείς είμαστε στην αρχή, στη βάση, είμαστε το θεμελιάκι -όχι για την τηλεόραση, αλλά για μια σειρά. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να φροντίσεις για το οικοδόμημα της δικής σου σειράς. Δεν πρόκειται για κοινό στίβο. Είναι πολλοί οι επαγγελματίες, πολλοί άνθρωποι με διαφορετικές νοοτροπίες, συμπεριφορές… Άλλος θα κάνει μια φτηνιάρικη δουλειά, άλλος θα ρισκάρει πολλά λεφτά και θα κάνει κάτι μεγαλειώδες, ο καθένας λειτουργεί αλλιώς. Αυτό που λες εσύ είναι πολύ αισιόδοξο, το να βάλουμε από ένα λιθαράκι και να φτιάξουμε την τηλεόραση όλοι μαζί… Το μόνο που μπορώ να πω για τη δική μας δουλειά είναι ότι παλεύουμε να κρατάμε τα πράγματα σε ένα επίπεδο.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Πέρα από τις δύο ταινίες, είχαμε κάνει μια πρόταση στον Αντένα για μαύρη κωμωδία που τους ενδιέφερε πολύ, αλλά έχω υποψίες ότι το κανάλι σκέφτεται να κάνει τρίτο κύκλο "Ταμάμ", που θα είναι η συνέχεια των ηρώων, όπως τους αφήσαμε στο δεύτερο κύκλο.

Είναι η τηλεόραση καθρέφτης της κοινωνίας;

Οι κοινωνικές συνθήκες είναι σίγουρα πηγή άντλησης. Το θέατρο, για παράδειγμα, θεωρώ πώς δεν είναι -ίσα-ίσα νομίζω πως στόχος του είναι να τον σπάει αυτόν τον καθρέφτη, να τον κάνει κομματάκια και στο κάθε κομματάκι ο καθένας μας να μπορεί να βρει στοιχεία από τον εαυτό του για να συνθέσει ο ίδιος τον καθρέφτη που θέλει. Η τηλεόραση, όμως, οφείλει να είναι καθρέφτης και οι δημιουργοί οφείλουμε μέσα από τη δουλειά μας να περνάμε θέσεις και απόψεις, όχι πολιτική γραμμή, αλλά ως σκεπτόμενα όντα είμαστε αναγκαστικά και πολιτικά όντα, δε γίνεται αλλιώς. Ο πολιτικός λόγος, θες-δε θες, περνάει. Καταρχήν, περνάει μέσα από την ίδια σου τη θέση στη ζωή, είναι δυνατόν να μην περάσει στο δημιούργημα; Οπότε νομίζω πως οφείλει να είναι, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να γράφεις σειρές που να ασχολούνται με την επικαιρότητα.

Θεωρείς ότι το καταφέρνετε αυτό, το να πιάνετε τον παλμό των γεγονότων;

Όταν θέλουμε το κάνουμε. Δεν έχουμε έμμονη όμως ότι πρέπει να γράψουμε μία σειρά και να αναφερθούμε οπωσδήποτε στην κρίση. Δεν είναι το μοναδικό θέμα η κρίση, ούτε υπάρχει μόνο το οικονομικό. Η κρίση στο θέμα των ανθρώπων με διαφορετική κουλτούρα σε μια χώρα που δεν τους δέχεται φιλόξενα, πού είναι αυτό; Τέτοια θέλουμε να περάσουμε -και κατηγορούμαστε για αυτό.

 

Ιούλιος 2016, 34o τεύχος περιοδικού vakxikon.gr - η συνεντευξη όπως δημοσιεύτηκε στο vakxikon.gr εδώ

 

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

«Πιστεύω στον ακτιβιστικό ρόλο του θεάτρου»

 

Φέτος σκηνοθετείτε την παράσταση «Κοινός Λόγος» της Έλλης Παπαδημητρίου, η οποία περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα. Πείτε μου λίγα λόγια για την παράσταση.

Έχω μια σχέση με τα κείμενα αυτά της Έλλης Παπαδημητρίου από τότε που ήμουν σπουδαστής δραματικής σχολής και δούλευα στις Εκδόσεις Κέδρος, όπως όλοι οι νέοι ηθοποιοί που δουλεύουν για να τα βγάζουν πέρα... Γιατί, ως γνωστόν, όταν είσαι νέος ηθοποιός το κύριο επάγγελμα σου δεν είναι αυτό του ηθοποιού, αλλά του σερβιτόρου! Στις Εκδόσεις Κέδρος λοιπόν είχα την ευλογία, την τύχη, να συναναστρέφομαι καθημερινά με ανθρώπους σημαντικούς –εκεί σύχναζαν ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος, ο Καββαδίας και πολλοί άλλοι. Και η Έλλη Παπαδημητρίου. Γίναμε φίλοι μέχρι το θάνατο της –πέθανε πριν είκοσι χρόνια- και από την αρχή, παρόλο που δεν είχα βλέψεις σκηνοθετικές, έβλεπα ότι τα κείμενα της είχαν πολλές θεατρικές αρετές, γιατί βασίζονταν σε πραγματικές αφηγήσεις που κατέγραψε η ίδια από πρόσφυγες που ήρθαν από την Μικρά Ασία. Και η ίδια ήταν μικρασιάτισσα, η καταστροφή την βρήκε στην Αγγλία, όπου σπούδαζε γεωπονία. Ως γεωπόνος, η δουλειά της -στην Αθήνα πλέον- ήταν να μοιράζει κτήματα στους πρόσφυγες. Έτσι άρχισε να καταγράφει... Η Έλλη είχε μεγάλο ταλέντο στο να κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται, να βγάζουν αυτό που κουβαλάνε μέσα τους. Συνολικά έγραψε τέσσερις τόμους με αφηγήσεις αντρών και γυναικών.

Για την παράσταση σας επιλέξατε μόνο γυναικείες αφηγήσεις.

Ναι, και αυτό το έκανα για δύο λόγους. Πρώτον, διαπίστωσα ότι οι γυναίκες είναι πολύ καλύτερες από τους άντρες στην αφήγηση και, δεύτερον, η γυναίκα είναι ο βράχος μέσα στην οικογένεια, είναι αυτή που στηρίζει τα μέλη της οικογένειας για να συνεχιστεί η ζωή.

Είναι η δεύτερη φορά που ανεβάζετε τη συγκεκριμένη παράσταση.

Την ξανανέβασα πριν δεκαέξι χρόνια. Με αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία μας τώρα και θεωρώντας ότι υπάρχει μια μεγάλη ταπείνωση στον κόσμο –κι αν κάτι τον έχει μουδιάσει και δεν αντιδράει είναι η ταπείνωση που νιώθει– το παράδειγμα αυτών των γυναικών, η αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπισαν τη ζωή, για μένα είναι ένα φωτεινό παράδειγμα για το σήμερα. Δεν έκανα βέβαια ακριβώς την ίδια παράσταση, κάποια κείμενα άλλαξαν, προστέθηκαν καινούργια μουσικά κομμάτια... Κι αυτό επειδή με ενδιέφερε κυρίως να εντοπίζω τη σχέση με το σήμερα. Επειδή η παράσταση αυτή ανέβηκε πρώτη φορά όταν το Θέατρο του Νέου Κόσμου ήταν στο ξεκίνημα του, θα έλεγα ότι χαρακτηρίζει, ότι δίνει το στίγμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου, από πολλές πλευρές, από το τι εκφράζει, από το τι δουλειές θα με ενδιέφερε να κάνω...

Τι σας ενδιαφέρει να κάνετε στο θέατρο του Νέου Κόσμου;

Πιστεύω σε ένα θέατρο που αφουγκράζεται την κοινωνία, που, με την ευρεία έννοια, σκέφτεται πολιτικά. Ένα θέατρο το οποίο θέτει ερωτήματα –όχι απαντήσεις, γιατί αυτό είναι ένα κακό είδος διδακτικού θεάτρου- και είναι δουλειά του θεατή να καταθέσει τη δική του σκέψη.

Φοβηθήκατε ποτέ ότι μπορεί να πέσετε στην παγίδα της διδαχής;

Όχι, γιατί αντιστέκομαι. Δε με αφορά καθόλου.

Πιστεύετε ότι καταφέρνετε να έχετε αυτήν τη διαλεκτική σχέση με τους θεατές;

Αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω εγώ. Μπορούν μονάχα οι θεατές. Εγώ και ο καθένας μας νομίζει ότι υπηρετεί αυτό που του ταιριάζει. Αν αυτό που σου ταιριάζει συναντιέται με ένα κοινό, τότε έχει ένα ενδιαφέρον. Γιατί το θέατρο δεν είναι μια μοναχική τέχνη, όπως είναι για παράδειγμα η ποίηση, έχει να κάνει με κόσμο, στον οποίο απευθύνεται. Και εμείς απλωνόμαστε στον κόσμο με πολλούς τρόπους. Πρώτον, με την επιλογή των έργων μας. Δεύτερον, με τις περιοδείες μας εκτός Αθηνών. Τρίτον, με τις δράσεις που κάνουμε. Το θέατρο του Νέου Κόσμου διαθέτει τρεις σκηνές και έτσι δίνουμε βήμα σε νέους δημιουργούς. Μας ενδιαφέρει επίσης το θέμα των μεταναστών που ζούνε στην Ελλάδα, γι’ αυτό έχουμε ανεβάσει έργα με θέμα το ρατσισμό ή έχουμε κάνει παραστάσεις με ηθοποιούς μετανάστες. Ακόμη, πριν από δώδεκα χρόνια δημιουργήσαμε μια κινητή μονάδα για παιδιά που νοσηλεύονται σε νοσοκομεία και ιδρύματα και κάθε χρόνο δίνουμε δωρεάν 150 με 180 παραστάσεις.

Πιστεύετε στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου.

Ναι, σε έναν κοινωνικό, σε έναν ακτιβιστικό ρόλο.

Θεωρείτε ότι το θέατρο, και σε πανελλαδικό και σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει το ρόλο που θα έπρεπε να έχει;

Δε με ενδιαφέρει να κάνω κριτική για το τι κάνουν οι άλλοι. Ο καθένας έχει τη δική του στάση και είναι αλαζονικό να θεωρείς ότι το δικό σου είναι το καλύτερο.

Ξεκινήσατε ως ηθοποιός, αλλά τελικά σας κέρδισε η σκηνοθεσία. Για ποιο λόγο;

Ίσως η σκηνοθεσία μου ταιριάζει πιο πολύ, όχι με την έννοια του αποτελέσματος, ότι είμαι δηλαδή πιο καλός ως σκηνοθέτης, αλλά με την έννοια ότι είμαι πιο καλά με τον εαυτό μου. Βρήκα τον εαυτό μου –ως έναν βαθμό βέβαια, γιατί απόλυτα δεν μπορείς να τον βρεις.

Όχι;

Ποιος τον έχει βρει για να τον βρω εγώ; Μια ζωή τον ψάχνουμε...

 

(Καλοκαίρι 2013, Vakxikon.gr #23, www.vakxikon.gr)

Λήδα Πρωτοψάλτη

«Δεν έβαλα ποτέ νερό στο κρασί μου -και αυτό ήταν που με κράτησε και στην πορεία μου»

 

Κυρία Πρωτοψάλτη, πού εμφανίζεστε αυτόν τον καιρό;

Ανεβάζουμε στο θέατρο «Στοά» τη «Μήδεια» του Μποστ, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, ένα έργο που έχει μείνει στην ιστορία και όποτε κι αν το παίζουμε έρχεται πάντα ο κόσμος να το δει. Είπαμε μέσα στους δύσκολους καιρούς που περνάμε να χαρίσουμε λίγο γέλιο μέσα από την ανελέητη σάτιρα του Μποστ.

 

Αισθάνεστε καλύτερα όταν ερμηνεύετε κωμικούς ή δραματικούς ρόλους;

Αισθάνομαι καλύτερα πάνω στη σκηνή γενικώς. Δεν μπορώ να διαλέξω. Για μένα το θέατρο είναι ένα, δεν έκανα ποτέ διαχωρισμούς. Ό, τι μου ερχότανε το έπαιζα. Ούτε ονειρεύτηκα ποτέ, τίποτα. Απλώς προσπαθούσα κάθε φορά να είμαι καλύτερη και να κερδίζω κάτι, να χτίζω μέσα μου την υποκριτική. Και αυτό μου βγήκε σε καλό, γιατί πάντα ήμουν αφοσιωμένη στη δουλειά μου. Δεν ήμουν από αυτούς που ασχολούνται με πολλά διαφορετικά, με τηλεόραση, που τρέχουν σε χίλιες μεριές. Αν τρέχεις σαν παλαβός να προλάβεις, δεν το απολαμβάνεις κιόλας. Όπως έλεγε και ο Κουν, ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι συγκεντρωμένος για να μπορεί να εκφραστεί και να γίνει καλύτερος. Όταν ήμαστε στη σχολή, αν μάθαινε ο Κουν ότι ενόσω είσαι μαθητής λάβαινες μέρος κάπου αλλού, στον κινηματογράφο ή στο ραδιόφωνο ή σε μια άλλη παράσταση, σε πέταγε έξω από τη σχολή. Δεν παίζουμε με αυτά... Μην κοιτάτε που όλα έγιναν εύκολα τώρα. Είμαστε στην εποχή της ευκολίας. Πρόκειται όμως για δύσκολη δουλειά και πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος για να αντεπεξέλθεις. Θυμάμαι μια φορά στη σχολή είχα το μονόλογο της Ιουλιέτας, όταν πίνει το φάρμακο. Στην πρόβα που κάναμε ο Κουν είπε δυο-τρεις στίχους για να μου δείξει. Και έπαθα πλάκα. Γύρισα σπίτι και είπα στη μαμά μου «εγώ θα το αφήσω το θέατρο». «Γιατί παιδάκι μου; Εσύ το αγαπάς το θέατρο». «Είναι πολύ δύσκολο, δε θα μπορώ να αντεπεξέλθω σε αυτό...». Ο τρόπος που το είπε, το κύρος που είχε, με τρόμαξε. Είπα, θα φτάσω εγώ ποτέ να πω ένα κείμενο έτσι; Πρέπει να αφιερώσεις τη ζωή σου. Γι’ αυτό και δεν έφυγα από τη Στοά. Μου πρότειναν διάφορα, αλλά νομίζω ότι ο ηθοποιός ανθίζει εκεί που είναι το στέκι του.

 

Είστε, υποθέτω, από τους λίγους του χώρου που σκέφτονται έτσι.

Δεν ξέρω... Εμένα μου αρκεί ο εαυτός μου. Μισώ την προχειρότητα. Του τύπου «έλα μωρέ, μην το ψειρίζουμε το πράγμα...». Εκεί έφυγα. Δεν μπορείς σε μένα, που έχω αφιερώσει τη ζωή μου, να πεις «έλα μωρέ πες τα να φύγουμε».

 

Είπατε πριν ότι τρομάξατε από το υποκριτικό επίπεδο του Κουν. Τώρα πώς αισθάνεστε σχετικά με αυτό; Φτάσατε στο επίπεδο που θα θέλατε;

Τώρα πλέον το κείμενο το οδηγώ εγώ. Ασφαλώς και είμαι ικανοποιημένη. Δεν έβαλα νερό στο κρασί μου και αυτό ήταν που με κράτησε και στην πορεία μου.

 

Έχετε μετανιώσει για κάτι;

Ποτέ, για τίποτα. Ό,τι έκανα ήταν αποτέλεσμα βαθύτατης σκέψης και αγωνίας. Αγωνιώ και σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος. Και είμαι πολύ στεναχωρημένη με όσα γίνονται.

 

Ως άνθρωπος του πνευματικού χώρου, τι πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να κάνετε για την κατάσταση που επικρατεί στη σημερινή κοινωνία;

Επανάσταση από το θέατρο δεν έγινε ποτέ! Απλώς το θέατρο ξυπνάει συνειδήσεις και καλλιεργεί ευαισθησία. Και αυτά είναι πολύ σπουδαία. Τα έργα που ανεβάζουμε, ο τρόπος που τα ανεβάζουμε, χωρίς να επεμβαίνουμε στα κείμενα, αυτό έχει σημασία. Με αυτόν τον τρόπο, κατά μία έννοια, αντιστεκόμαστε, δε βάζουμε νερό στο κρασί μας, δε λέμε «ας ανεβάσουμε τώρα μια κωμωδιούλα να τα μαζέψουμε λίγο...». Αυτό κοστίζει πολύ, είναι ένας μεγάλος αγώνας. Ξέρεις πώς είναι να έρχεσαι στο θέατρο για να παίξεις και λίγο πριν ανεβείς στη σκηνή να ρωτάς «πώς είναι έξω; έχει κόσμο;». Εμείς κάνουμε θέατρο στη γειτονιά, στου Ζωγράφου, που ακόμα και σήμερα πολλοί δεν ξέρουν ακριβώς πού είμαστε. Και παρόλ’ αυτά αντισταθήκαμε σε όλες αυτές τις σειρήνες. Ο σημερινός άνθρωπος έχει λατρέψει την ύλη και αυτή είναι η δυστυχία του. Ο Θεός πλέον δεν είναι ούτε ο Χριστός ούτε η Παναγία, όλοι πιστεύουν στο χρήμα. Πώς θα πάμε μπροστά; Πήγαμε στην άκρη το πνεύμα μας για να γίνουμε πλούσιοι, να αποκτήσουμε εξοχικά, αυτοκίνητα... Εμένα ποτέ δεν ήταν στόχος μου να αποκτήσω χρήματα. Όταν έπαιξα στο Θέατρο Τέχνης και ήρθε ο διαχειριστής για να μου φέρει τη δεκαμερία μου, μου λέει «να μου βάλετε μια υπογραφή να πάρετε τα χρήματα σας», «ποια χρήματα;» λέω «λάθος, εγώ δεν ήρθα στο θέατρο για να βγάλω λεφτά» και άρχισε να γελάει ο άνθρωπος... Τη δουλειά μου ποτέ δεν την πάντρεψα με ύλη. Για μένα το θέατρο ήταν κάτι πνευματικό, που θα το έκανα και χωρίς αμοιβή. Ίσως έτσι, επειδή δεν είμαι άνθρωπος της ύλης, να σώθηκα, κατά κάποιον τρόπο... Δεν προχώρησα σε όλο αυτό το τρομερό που έγινε... Μας έπαιρναν όλους τηλέφωνο οι τράπεζες, «να σας δώσουμε...», μας έλεγαν. Αυτή ήταν μια μεγάλη παγίδα, γι’ αυτό τώρα είμαστε όλοι δυστυχισμένοι.

 

Είναι δύσκολο, υποθέτω, να κρατηθείς σε έναν τέτοιο χώρο με αυτές τις απόψεις.

Υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που σκέφτονται έτσι. Που έμειναν μακριά από τα φώτα και χάραξαν τη δική τους πορεία. Που κράτησαν τη σημαία τους την καλλιτεχνική ψηλά. Κι αυτό είναι παρήγορο και αισιόδοξο.

 

Τι γνώμη έχετε για τη νέα γενιά ηθοποιών;

Φέτος που δούλεψα στον «Ιππόλυτο» ήρθα σε επαφή με νέα παιδιά και η αλήθεια είναι ότι αναθάρρησα. Είναι σοβαρά παιδιά, το παλεύουν, έχουν άποψη. Ήρθαμε κοντά ο ένας στον άλλον και περάσαμε υπέροχα. Τους εμπιστεύτηκα και την αγωνία μου ακόμα –γιατί εγώ είμαι ηθοποιός της αγωνίας.

 

Της αγωνίας;

Παρόλο που πλέον οδηγώ εγώ το κείμενο και ξέρω, έχω αγωνία. Η έκθεση αυτή του εαυτού σου... Κάνω αυτή τη δουλειά πενήντα πέντε χρόνια. Εκθέτεις τον εαυτό σου, κάνεις κατάθεσης ψυχής, είναι πολύ σκληρό... Και όσο πιο πολύ το κάνεις, τόσο αυξάνεται η αγωνία σου. Το να είσαι μπροστά σε κόσμο και να πρέπει να τον πάρεις μαζί σου... Γιατί όπως έλεγα και στα νέα παιδιά, τον θεατή πρέπει να τον κάνεις να σηκωθεί λίγο από τη θέση του, να μην κάθεται πολύ καλά... Έχω τέτοιες εμπειρίες και τέτοια βιώματα που από αυτά πληρώθηκα στη δουλειά μου. Όταν έπαιξα την Μπέλλου με την Καμινάρη, οι θεατές χειροκροτώντας ανέβηκαν στη σκηνή και μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν... Καταργήθηκε η σκηνή και η πλατεία.

 

Ποιες άλλες στιγμές σάς έχουν μείνει από τη δουλειά σας;

Όταν έπαιξα το «Άντε γεια» βασισμένο στο βιβλίο της Γιοβάννας που μιλούσε για την τραγωδία μιας γυναίκας που ερωτεύτηκε το φίλο του γιου της, οι εκδηλώσεις των γυναικών ήταν τρομερές. Θυμάμαι μια κοπέλα έψαχνε τα καμαρίνια και μόλις με είδε μπροστά της με αγκάλιασε σφιχτά και μου είπε «πώς το κάνεις αυτό κάθε βράδυ;». Ο κόσμος ξέρει πολύ καλά ποιος ηθοποιός κάνει κατάθεση ζωής και ποιος ανεβαίνει απλώς στη σκηνή και τα λέει... Ή θυμάμαι κάποια κορίτσια που ήρθαν από ένα σχολείο, δεκαέξι-δεκαεφτά χρονών, και με επισκέφτηκαν στο καμαρίνι μου. Η μία μόλις με είδε άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Την πήρα στα γόνατα μου, την παρηγόρησα, και η άλλη κοπέλα γύρισε και μου είπε «Κυρία Πρωτοψάλτη, μας κάνατε να καταλάβουμε τις μαμάδες μας». Αν μπορεί ένα παιδί να καταλάβει την αγωνία της μάνας του, για το χρόνο που περνά, για τις ευκαιρίες που φεύγουν, μέσα από ένα θεατρικό έργο, αυτό είναι σπουδαίο πράγμα... Αυτά καταφέρνει το θέατρο. Επαναστάσεις δε γίνονται από το θέατρο, γίνονται όμως εσωτερικές επαναστάσεις.

 

Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη προσφορά σας στο θέατρο; Το ότι καταφέρατε να αγγίξετε τον κόσμο;

Αυτή, ναι. Αυτό είναι το θέατρο. Και θέατρο θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει ο άνθρωπος. Γιατί είναι μια τέχνη ζωντανή, αυτό το δούναι και λαβείν που δημιουργείται με τον κόσμο, το ότι ο ένας άνθρωπος αγγίζει τον άλλο. Αυτό είναι που λείπει και από την εποχή μας, γι’ αυτό είμαστε δυστυχείς. Έπαψε ο ένας να δίνει το χέρι στον άλλον. Η πολυκατοικία, αυτή μας αποξένωσε. Παλιά, με τα μικρά σπίτια, με τις αυλές, δεν ήταν έτσι. Τώρα υπάρχει μοναξιά. Ακόμα και στους νέους. Οι νέοι δεν ερωτεύονται πια. Αυτό έλεγα και στα παιδιά στη σχολή. Ερωτευτείτε βρε, ανοίξτε τις καρδιές σας. Δεν είμαστε τίποτα φοβερά και τρομερά πλάσματα. Κάτι ανθρωπάκια είμαστε που θέλουμε λίγη αγάπη, λίγη στοργή και τρυφερότητα. Έτσι ανθίζει ο άνθρωπος. Όχι με την κλωτσιά και τη βία. Μα τι βία είναι αυτή στην τηλεόραση; Η βία έχει αποστεγνώσει τον άνθρωπο. Είναι μια εποχή περίεργη, σκληρή...  

 

Έχετε και ένα θέατρο, τη Στοά. Πώς είναι να έχεις ένα θέατρο, τη στιγμή που υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες και τόσος ανταγωνισμός στο χώρο;

Πολύ δύσκολο. Η πολιτεία έχει αποτραβηχτεί, έκοψε τις επιχορηγήσεις. Όχι πως επρόκειτο για τρομερά ποσά... Τα τρομερά ποσά τα δίνει αλλού... Όπως έλεγε και ο Μουρσελάς, το θέατρο στην Ελλάδα είναι υπό διωγμόν. Δε βοηθάνε, δεν τους ενδιαφέρει το θέατρο. Υπάρχουν και οι ανταγωνισμοί, που στραγγαλίζουν τα έργα για να τραβήξουνε κόσμο... Πικραίνεσαι, θυμώνεις, αλλά τι μπορείς να κάνεις; Αυτοί που στοχεύουν στο ταμείο, στοχεύουν στο ταμείο. Και κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν εμπόδιο. Εμείς είμαστε έξω από αυτά. Αλλά η πραγματική τέχνη έτσι ήταν πάντα. Και στη μουσική και στη ζωγραφική και παντού. Έτσι παλέψανε πάντα οι άνθρωποι που η σημαία τους ήταν η ποιότητα.

 

Τι θα θέλατε να ερμηνεύσετε από εδώ και στο εξής; Υπάρχει κάποιο απωθημένο;

Όπως είπα, εγώ ποτέ δεν ονειρεύτηκα ρόλους. Αλλά υπάρχει ένας συγγραφέας, που από πολλούς θεωρήθηκε ο καλύτερος του 20ου αιώνα, που θα ήθελα πολύ να παίξω: ο Άρθουρ Μίλερ. Είχα παίξει κάποτε σε τουρνέ με τον Διαμαντόπουλο και ήμουν ευτυχής. Αν και οι δυνατοί ρόλοι του είναι οι ανδρικοί, θα ήθελα πολύ να παίξω σε μια παράσταση του Μίλερ.

 

Περιοδικό vakxikon.gr #28

www.vakxikon.gr