Ανδρέας Μήτσου

«Η τέχνη ανατρέπει βεβαιότητες, δημιουργεί νέους στοχασμούς και σκέψεις, μια καινούργια θέαση του κόσμου»

Συνέντευξη στην Χρυσάνθη Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr

 

Πείτε μου λίγα λόγια για το βιβλίο σας «Η Αστυνόμος» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

          Θα αναφερθώ καταρχάς στη λεγόμενη «υπόθεση», παρόλο που για μένα, η υπόθεση είναι πρόφαση της αφήγησης. Όσοι παρουσιαστές-«εκτιμητές» βιβλίου εξαντλούνται στο δευτερεύον αυτό στοιχείο ενός λογοτεχνικού έργου, το διαχειρίζονται διεκπεραιωτικά και επιπόλαια.

          Υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, μια νέα γυναίκα στο μυθιστόρημά μου, αστυνόμος, ανικανοποίητη από τη ζωή και το επάγγελμά της, η οποία παρέχει στον συγγραφέα πατέρα της καίριες πληροφορίες για ιδιάζοντα εγκλήματα, ως συγγραφικό υλικό του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φιλοδοξεί όμως να καταστεί η ίδια ο συγγραφέας της κάθε ιστορίας, να καταργήσει έτσι την πληκτική ζωή της, να την αναβαθμίσει ποιοτικά, οικειοποιούμενη στην ουσία τη συγγραφική ταυτότητα του πατέρα. Σε συγκεκριμένο μάλιστα ερωτικό έγκλημα, προσδοκά να τον παγιδέψει, ούτως ώστε να τον εμπλέξει στην υπόθεση και να τον καταστρέψει. Υπάρχουν, κατ’ αυτήν, εύλογες αιτίες να μισεί τον πατέρα της.

          Ό,τι επιτυγχάνεται, εν τέλει, από την ασύγγνωστη εμπλοκή τους σ’ αυτή την ερωτική ιστορία, είναι η ταύτιση των δύο τραγικών ηρώων, η ανάδειξη και συνειδητοποίηση της απελπιστικής μοναξιάς τους. Η καταφυγή στην τέχνη της γραφής, σε μία υποκατάστατη πραγματικότητα και μια επίπλαστη ζωή, αποδεικνύεται και για τους δυο μάταιη και ατελέσφορη. Η καθημερινή ζωή απαιτεί την άμεση βίωση.

Το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου σας «Η Αστυνόμος» είναι γυναίκα. Είναι εύκολο ή δύσκολο για έναν συγγραφέα να γράφει για ήρωες του αντίθετου φύλου;

          Γράφοντας, ο δημιουργός το πρώτο που αναιρεί είναι το φύλο του. Τείνει να καταστεί άφυλος, ένας άγγελος. Εάν πείθει με το λόγο, το ύφος, για την αλήθεια του, τότε το έργο καθίσταται τέχνη, ειδάλλως μία εμπρόθετη κατασκευή. Αφού αληθινό είναι ό,τι πείθει για την αλήθεια του. «Γιατί υπήρξα άλλοτε», λέει ο Εμπεδοκλής, «και αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί, ψάρι βουβό στη θάλασσα».

          Εύκολο; Τίποτε εύκολο στη γραφή. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο παιδεύτηκα για να φαίνεται πως δεν παιδεύτηκα καθόλου. Ώρες ατέλειωτες ενδοσκόπησης, αϋπνίας, αγωνίας και παιδεμού. Από εβδομήντα χιλιάδες λέξεις η «Αστυνόμος», κατέληξε να μονταριστεί στις σαράντα τέσσερις και οι πεντακόσιες σελίδες να γίνουν διακόσιες σαράντα, με την κάθε μία λέξη να θέλω να καρφώνεται γερά, «να μην την πάρει ο άνεμος», ώστε η ιστορία να αποκαθαρθεί, να κυλάει φυσικά και απλά, κατά «το εικός και το αναγκαίο», γιατί η γραφή, όπως και η ζωή, είναι απλή.

Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο καλό, κατά τη γνώμη σας;

          Το έργο, οιασδήποτε τέχνης, προσφέρει την παραμυθία, την παρηγοριά. Δηλαδή ουσιώδη χρόνο. Ασφαλώς η κάθε τέχνη, και ως τεχνική ακόμη να εκληφθεί, με την αρχική σημασία της λέξης, απαιτεί μύστες και μυημένους. Υπάρχει, δηλαδή, ως αναγκαίος όρος η αναγνωστική επάρκεια. Ένα βιβλίο λογοτεχνίας είναι καλό μόνο όταν προσφέρει σε κάποιον την άφεση, ή κακό όταν «σου τρώει» τον χρόνο. Είμαστε, σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία μας. Κόκκινα τα γυαλιά σου, κόκκινος σου φαίνεται κι ο κόσμος. Καλό για ποιον επομένως, καταφεύγω στον Μπρεχτ.

          Ένα καλό βιβλίο, πάντως, συντελεί στην ανάδυση του αυθεντικού εαυτού, μέχρι να υπερβείς τα καχεκτικά όρια του εγώ σου, αναιρεί τις βεβαιότητές σου, σε ανυψώνει ώστε να φτάσεις στις προοπτικές της φύσης σου. Ένα κακό βιβλίο σε κάνει χειρότερο άνθρωπο.

           «Η καθαρή αλήθεια» του δημιουργού, σε κάθε περίπτωση, δρα ως καταλύτης και καθαρκτική δύναμη εντός μας. Εννοείται, βέβαια, για την λογοτεχνική γραφή, η σιωπή, το ανείπωτο, ο κρυπτικός λόγος και υπαινιγμός. Πως πρέπει να υπονοούνται τα πράγματα, να είναι κρυμμένα και άδηλα και να μην καταδηλώνονται. Αυτό τα καθιστά φυσικά και «φύσις κρύπτεται φιλεί», ως γνωστόν. Το δε έργο, «δεν λέει, είναι!»

            «Τι θέλει να πει ο συγγραφέας;» ρωτάνε ακόμα οι φιλόλογοι. Τίποτε δεν θέλει να πει, απλά το λέει. Κι ο καθένας «ακούει» ό,τι είναι σε θέση να εισπράξει. Όταν, όμως, ακούσει, τότε καθίσταται πραγματικός αναγνώστης, ο ίδιος δημιουργός, ισότιμος ή και ανώτερος ακόμα συνομιλητής του συγγραφέα.

Έχει υποχρέωση ο συγγραφέας να αποτυπώσει στα βιβλία του το στίγμα της εποχής του;

          Ένα γνήσιο κείμενο αποτυπώνει νομοτελειακά «το στίγμα της εποχής του». Ωστόσο, η τέχνη δεν κάνει προπαγάνδα, δεν είναι καλύτερος ο συγγραφέας από τον αναγνώστη, ούτε κολακεύει τις εγκαθιδρυμένες απόψεις του, παρά ανατρέπει βεβαιότητες, δημιουργεί νέους στοχασμούς και σκέψεις, μια καινούργια θέαση του κόσμου.

          Σήμερα στην λογοτεχνική παραγωγή, ελληνική και ξένη, ως επί το πλείστον, είναι ο κανόνας να εστιάζουν, οι δόλιοι συγγραφείς, στα επίκαιρα θέματα, κολακεύοντας το «πολιτικώς ορθό». Αυτοί επιβιώνουν, αυτούς αναδεικνύουν, αυτοί πουλάνε. Ο συγγραφέας εάν δεν είναι ανατρεπτικός σ’ όλες τις εκφάνσεις του, εγώ δεν τον υπολογίζω για συγγραφέα. Η μόνη υποχρέωση του συγγραφέα είναι να καταπραΰνει το θηρίο που «γαυγίζει» μέσα του, να έρθει σε συμφιλίωση, έστω και πρόσκαιρη, με τον εσώτερο εαυτό και να αποστάξει ό,τι πολύτιμο. Τότε θα συντελέσει στην αρμονία, τη δική του και του κόσμου. Και η αρμονία προϋποθέτει τη διαρκή σύγκρουση με την εσώτερη και την εξωτερική πραγματικότητα.

          «Σε τι χρονικά διαστήματα πρέπει να εμφανίζεται ο συγγραφέας;» με ρωτούν, «πόσο χρόνο σου πήρε να το γράψεις το βιβλίο;» Μα αυτό έχει να κάνει με τον δικό μου χρόνο. Τον δικό μου χρόνο καταθέτω. Δεν υπάρχει δηλαδή κοινός χρόνος με κανέναν, παρά μόνον ο ατομικός, αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος, συνάρτηση της εμπειρίας, της βίωσης και του βάθους της κάθε ύπαρξης. Κάθε βιβλίο κρίνεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από το κάθε προηγούμενο. Ο δε συγγραφέας δεν είναι το ίδιο άτομο μέσα στη χρονική διαδοχή. Πόσο χρόνο καταθέτει κάποιος και πόσος του μένει ακόμα, ποιος δικαιούται να τον μετράει;

          Τέτοιες συμβατικές αντιλήψεις, δυστυχώς, χαρακτηρίζουν το χώρο του βιβλίου. Εάν ένα βιβλίο γοητεύει, ανταμείβει με το χρόνο της γητείας του. Ο συγγραφέας δεν συνιστά μόνιμη ιδιότητα, όταν γράφεις γίνεσαι συγγραφέας. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν δικαιούται κανείς να το κρίνει, παρά μόνο το έργο του. Θαυμάζω, επί παραδείγματι, τον σκηνοθέτη Πολάνσκι και την τελευταία ταινία του «Ντρέιφους». Αυτό το έργο μπορώ να κρίνω, δεν με αφορά ο βίος και η πολιτεία του Πολάνσκι. Ούτε καταλογίζω στον Σκορτσέζε, φερ’ ειπείν, την προχωρημένη ηλικία του για να θαυμάσω τον «Ιρλανδό» του. Αφού μαρτυρία της νεότητας του δημιουργού είναι το κάθε ένα έργο του. Αυτό είναι δηλαδή το «πολιτικώς ορθό». Μια μικροαστική χυδαιότητα και ο ρατσισμός.

Τα βιβλία σας έχουν εκτεταμένους διαλόγους. Θα σας ενδιέφερε και το θεατρικό κείμενο;

          Έχω γράψει και σε θεατρικό τον «Κύριο Επισκοπάκη», που έτυχε πολύ καλής υποδοχής. Ανέβηκε στο «104» με τους Κ. Σπερελάκη, Στ. Μάινα, Κ. Καζανά (ο Καζανάς μάλιστα τιμήθηκε για το ρόλο του στο έργο με το Βραβείο Καρόλου Κουν το 2008).

          Αμέτρητους αφηγηματικούς τρόπους μηχανεύεται ο συγγραφέας για να κατορθώσει να εξορύξει όσα αναταράσσονται εντός και αναμοχλεύονται και να απαλλαγεί.

Έχετε γράψει πολλά βιβλία. Αν έπρεπε να καταλήξετε σε μία κεντρική ιδέα, που να αφορά το σύνολο του έργου σας, ποια θα ήταν αυτή;

        «Ό,τι και να πω, κάτι περισσεύει, τρύπια είναι η αγάπη μας και δεν μας προστατεύει», ξέρει τι λέει ο Σαββόπουλος. Σαν την αράχνη, πασχίζουμε να καλύψουμε αυτή την τρύπα, να στήσουμε τον ιστό, να πιάσουμε μέσα τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τον σκιαγμένο εαυτό μας.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

          Συγγραφικός φόβος όχι, δεν θα το ’λεγα. Ενστερνίζομαι τη θέση πως πρέπει να χρησιμοποιούμε τα μέσα της τέχνης στη ζωή, όχι για να την κάνουμε περισσότερο τέχνη, αλλά περισσότερο ζωή. Και στη ζωή πολλοί φόβοι με περικυκλώνουν ύπουλα. Μ’ αυτούς αντιμάχομαι. Αυτούς προσπαθώ να καταπραΰνω γράφοντας. Εξάλλου, ο φόβος συναρτάται με την αγάπη και την απώλεια. Εάν δεν φοβάσαι τίποτε, δεν είσαι ελεύθερος, δεν σου έχει απομείνει αγάπη μέσα σου. Τίποτε δεν σε νοιάζει.

Τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;

          Δε σχεδιάζω, δεν είναι του χαρακτήρα μου. «Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός», αυτό το ρητό του Ηρακλείτου ακολουθώ. «Όλα κρέμονται από τη στιγμή».

Κώστας Βουτσάς

«Στη δική μας τη δουλειά η διάρκεια μετράει, δεν έχει σημασία να κάνεις μια έκρηξη, μια λάμψη και μετά να χαθείς»

Κύριε Βουτσά, έχετε συνεργαστεί με τα λαμπρότερα πρόσωπα του ελληνικού κινηματογράφου. Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχουν άξιοι συνεχιστές αυτών των ηθοποιών;

Και βέβαια υπάρχουν. Δε θα σταματήσει το θέατρο σ’ εμάς. Και μάλιστα μπορώ να πω ότι σήμερα οι ηθοποιοί είναι πιο γυμνασμένοι, πάτησαν πάνω σ’ εμάς, όπως εμείς πατήσαμε πάνω στους προηγούμενους. Έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς, και άντρες και γυναίκες, και το θέατρο πάει πάρα πολύ καλά, και έργα σπουδαία παίζονται και παραστάσεις ωραίες γίνονται…

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα τι βλέπετε να έχει αλλάξει;

Έχουν γίνει αλλαγές προς το καλύτερο, ειδικά όσον αφορά στους ηθοποιούς προς το καλύτερο.

Πιστεύετε ότι και ο κινηματογράφος είναι σε καλή κατάσταση;

Κινηματογράφο δεν έχουμε ακόμα πολύ δυνατό, γιατί υπάρχουν προβλήματα τεχνικά, για παράδειγμα δεν έχουμε αίθουσες να παιχτούν οι ελληνικές ταινίες, επίσης θα έπρεπε να γίνονται συμπαραγωγές με Άγγλους, Αμερικάνους, Αυστραλούς, τέτοια πράγματα.

Τα τηλεοπτικά δρώμενα;

Η τηλεόραση είναι πλέον φαγάνα, πιράνχας είναι, και θέλει κάθε φορά κάτι καινούργιο, ξεχωρίζει κάποιον, μετά σταματάει, έπειτα μπαίνει άλλος στη μέση, έτσι είναι η τηλεόραση. Έχει και καλές έχει και κακές στιγμές, για την κακή στιγμή υπάρχει βέβαια και το τηλεκοντρόλ, αν δε σ’ αρέσει κάτι το αλλάζεις κι έτσι γλιτώνεις.

Σήμερα στην τηλεόραση υπάρχουν πολλές εκπομπές χαμηλής ποιότητας, πολλά reality και shows… Αυτή η προχειρότητα, η ευκολία πιστεύετε ότι έχει απομακρύνει τον κόσμο από τον ποιοτικό κινηματογράφο και το καλό θέατρο ή το ενδιαφέρον του κοινού παραμένει αμείωτο;

Καταρχήν, η τηλεόραση υποβαθμίζει την κοινωνία γιατί θέλει φτηνά και εύπεπτα πράγματα, κάποιο καλό έργο δύσκολα να το περάσει. Τα reality από την άλλη βγάζουν εφήμερους πρωταγωνιστές, εφήμερες φίρμες, γιατί στη δική μας τη δουλειά η διάρκεια μετράει, δεν έχει σημασία να κάνεις μια έκρηξη, μια λάμψη και μετά να χαθείς. Η τηλεόραση αυτό το κακό έχει, πρέπει να κάνεις συνέχεια επιτυχίες, αλλιώς δε σε θυμούνται. Παρολαυτά, ο κόσμος δείχνει πάντα ενδιαφέρον και για το θέατρο και για τον κινηματογράφο, και τώρα τελευταία μάλιστα με τα ΔΗΠΕΘΕ έχει ανέβει και η στάθμη του κοινού.

Εσείς πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι οι ταινίες εκείνης της εποχής είναι τόσο αγαπητές μέχρι σήμερα;

Φαίνεται πως είναι ταινίες νοσταλγίας, ταινίες ευγενικές, με ήθος, και μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση την κοινωνική που ζούμε τώρα, που έχουμε φτάσει στον πάτο, αυτές οι ταινίες φέρνουν μια νοσταλγία, πολύς κόσμος, και ιδιαίτερα τα παιδιά, θα ήθελαν να ζούνε έτσι, τόσο ελεύθερα, τόσο ωραία, κι αυτό παίζει μεγάλο ρόλο. Έπειτα, είναι διαχρονικές, γιατί και τα θέματα είναι ωραία και τα αστεία τους είναι πολύ σωστά.

Τους νέους ηθοποιούς που σας πλησιάζουν με ποιον τρόπο τους βοηθάτε;

Δεν τους βοηθάω. Δε δίνω ποτέ συμβουλές, γιατί άλλη εποχή η σημερινή και άλλη εποχή η δική μου. Απεναντίας, εγώ μαθαίνω από αυτούς.

Στη δική σας εποχή ήταν πιο δύσκολο να γίνει κάποιος ηθοποιός σε σχέση με σήμερα;

Ηθοποιός όχι, αλλά να γίνει κάποιος γνωστός βέβαια. Τώρα είναι πολύ εύκολο να γίνεις ηθοποιός, είναι πάρα πολύ απλό. Τότε ήταν λίγα τα θέατρα, λίγες οι ταινίες και υπήρχαν και λίγοι ηθοποιοί, αναλογικά είναι όλα σωστά.

Μέχρι στιγμής έχετε διαγράψει μια πορεία αξιοζήλευτη. Υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε ή κάτι που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Υπάρχουν πάρα πολλά που δεν έχω κάνει ακόμα, αλλά δε γίνεται να τα κάνεις όλα σ’ αυτή τη ζωή. Και βέβαια όμως είμαι ικανοποιημένος, και λεφτά απέκτησα, και σε έργα έπαιξα και παίζω ακόμα, επίσης έχω παίξει στην Επίδαυρο τρεις-τέσσερις φορές, όπως και στο Ηρώδειο, έχω κάνει πολλά πράγματα.

Δραματικούς ρόλους έχετε ερμηνεύσει ποτέ;

Έχω ερμηνεύσει, αλλά όχι ολόκληρους, κάποιους ρόλους κάποιας στιγμής.

Γιατί επιλέγατε πάντα κωμικούς ρόλους; Τι ήταν αυτό που σας άρεζε τόσο στους κωμικούς ρόλους;

Μου άρεσε πάρα πολύ, και να ψυχαγωγώ τον κόσμο και μου ταίριαζε και καλύτερα.

Υπάρχει κάποια ταινία σας που την ξεχωρίζετε ιδιαίτερα από τις άλλες;

Όχι, όχι, τις αγαπάω όλες το ίδιο, γιατί οι ταινίες αυτές ήταν όλες επιλογές μου.

Τηλεόραση, θέατρο ή κινηματογράφος;

Το θέατρο, ούτε συζήτηση. Και η τηλεόραση έχει βέβαια κάποια πράγματα, αλλά μέσα σε όλο αυτό που γίνεται κάποια πράγματα φαίνονται και κάποια άλλα χάνονται…

Σ’ όλες σας τις ταινίες είχατε το ρόλο του «ζεν πρεμιέ» και μέχρι σήμερα έχετε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες. Μιλήστε μας για τις γυναίκες της ζωής σας.

Τις αγαπάω πολύ τις γυναίκες. Δεν ξεχωρίζω όμως κάποια, δε θέλω να προσβάλω καμία, ήταν όλες επιλογές μου. Και εφόσον έχω χωρίσει δε μιλάω ποτέ άσχημα για κάποια γυναίκα. Μπορεί να την ξεχάσω, αλλά δε θα τη βρίσω ποτέ.

Περιοδικό Alfa in Style, 2007

 

«Το θέατρο βοηθάει στο να διαμορφωθούν καινούργιες συνειδήσεις»

Θεωρείτε ότι το θέατρο είναι ικανό να αναμορφώσει τις πολιτικές συνειδήσεις;

Ωραία ερώτηση. Δεν ξέρω αν μπορεί να ξεσηκώσει τον κόσμο, όμως τον υποψιάζει. Όταν ο κόσμος χειροκροτάει, πάει να πει ότι ξυπνάει, μαθαίνει. Ειδικά η σάτιρα είναι μπουνιά στο στομάχι, πρέπει να ξυπνήσει ο θεατής. Και πιστεύω πως τον ξυπνάμε τον θεατή. Βέβαια δεν κάνουμε επανάσταση, αλλά το θέατρο βοηθάει πάρα πολύ για να διαμορφωθούν συνειδήσεις καινούργιες.

Πιστεύετε η κατάσταση στη χώρα μας, και η πολιτική και η κοινωνική, έχει φτάσει σε σημείο οριακό;

Θα έλεγα πως δεν έχει φτάσει στον πάτο, έχει φτάσει στον απόπατο.

Δικαιολογείτε επομένως τις αντιδράσεις του κόσμου και τα όσα έχουν συμβεί;

Απολύτως, χίλια τοις εκατό. Εσείς οι νέοι δεν έχετε μέλλον. Δηλαδή, παίρνεις το πτυχίο σου και γίνεσαι delivery, μπάρμαν, ταξιτζής... Δεν υπάρχει μέλλον για τους νέους και καλά κάνουν και ξεσηκώνονται. Όταν βλέπει ότι οι υπουργοί κλέβουν, οι παπάδες κλέβουν, στην τράπεζα έχουν δισεκατομμύρια, τι θα κάνει ο νέος; Θέλω επίσης να πω στον κόσμο να ψηφίσει και κάποιο άλλο δυνατό κόμμα, όχι για να γίνει κυβέρνηση, αλλά για να έχει δύναμη μέσα στη Βουλή, να αντιστέκεται στα νομοσχέδια, στις κλεψιές, να ξεμπροστιάζει, να σταματήσει ο δικομματισμός. Δεν πάμε καθόλου καλά. Πρόκειται για ανθρώπους που εμπλέκονται με την πολιτική για να βοηθήσουν τους εαυτούς τους, για να πλουτίσει ο εαυτός τους.

Εσείς δηλαδή αισθάνεστε ότι έχετε χρέος να βοηθήσετε ως ηθοποιός.

Βέβαια, χρέος και υποχρέωση μεγάλη.

Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος, 2009

 

Άγγελος Αντωνόπουλος

Κύριε Αντωνόπουλε, από όλους τους ρόλους που έχετε ερμηνεύσει, ποιους έχετε ξεχωρίσει και με ποιον έχετε ταυτιστεί περισσότερο; Ποιος σας άγγιξε ιδιαίτερα;

Θα έλεγα ότι ο "Μαρξ στο Σόχο" μ’ έχει κερδίσει πραγματικά, συμπορεύομαι μαζί του χρόνια τώρα και έχουμε αναπτύξει πολύ σημαντικές σχέσεις. Έχει όλα τα στοιχεία για να κρατήσει έναν ηθοποιό κοντά του με αφοσίωση. Ο τρόπος που έγινε η προσέγγισή μου σ’ αυτό το ρόλο ήταν πραγματικά μια διαδικασία λαγνείας. Έχω παίξει, βέβαια, μεγάλους ρόλους σε μεγάλα έργα, σε μεγάλα θέατρα και όλα αυτά ήταν ευλογημένα πράγματα και συγκινητικά και γινόταν πάντα με κάποια μελαγχολία η διαδικασία, όπως λέω, της αποκαθήλωσης, το τέλος.

Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο έχετε συνεργαστεί με κορυφαίες προσωπικότητες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και άλλοι. Μιλήστε μου γι’ αυτές τις συνεργασίες.

Θα αρχίσω καταρχήν από τον Κουν. Δικαιούται να προηγηθεί από τους υπόλοιπους!

Τον οποίο τον είχατε δάσκαλο.

Και δάσκαλο και σκηνοθέτη και καταλαβαίνετε ότι για μένα αποτελεί την πιο σοβαρή αφετηρία στη ζωή μου, στη δουλειά μου, στην καριέρα μου, στην πορεία αυτήν την καλλιτεχνική. Ήμουν και εγώ δάσκαλος για τριάντα χρόνια.

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Σ’ αυτήν την πραγματικά δημιουργική δουλειά χρειάστηκε πάντα να επικαλούμαι τη σκέψη του Κουν. Οι εμπειρίες από αυτό θα σας έλεγα ότι είναι αυτές που με έκαναν να λέω κατά καιρούς σε συνεντεύξεις ότι είναι η πιο σοβαρή δουλειά που κάνω. Μ’ άρεσε πάρα πολύ η επικοινωνία με τα παιδιά, και κυρίως όταν αυτά ήταν ουσιαστικά προβληματισμένα και μπορούσαμε και να λέμε σημαντικά πράγματα στην αίθουσα διδασκαλίας και να δημιουργούμε σημαντικά πράγματα. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια είδα να γίνονται θαύματα μέσα στο σχολείο, εννοώντας ότι έβλεπες ένα παιδί ν’ αρχίζει το σχολειό του με μια αμηχανία, με μια φοβερή δυσκολία σε βαθμό που να λες: «Αυτό το παιδί πώς βρέθηκε εδώ; Πώς το περάσαμε στις εισαγωγικές εξετάσεις;», κι όμως να δημιουργείται μια σχέση έμπνευσης για δουλειά και άθλησης και να βλέπεις μέσα σε δυο-τρεις μήνες το παιδί αυτό να αλλάζει, να πιάνει πουλιά στον αέρα.

Για τις κινηματογραφικές σας συνεργασίες τι έχετε να πείτε;

Η καριέρα μου η κινηματογραφική ξεκίνησε με μεγάλους ανθρώπους της δουλειάς μου. Θα αναφερθώ μόνο στον Τάκη Κανελλόπουλο, αυτόν το σημαντικό σκηνοθέτη από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν στοχαστής του κινηματογράφου, δημιουργικό άτομο. Γύρισα δύο ταινίες μαζί του και ήταν η απαρχή της δουλειάς μου. Εν συνεχεία, συνεργάστηκα με το Βασίλη Γεωργιάδη, ο οποίος έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο ζωής, και ύστερα με όλους τους σκηνοθέτες, τον Ερρίκο Ανδρέου, το Ντίνο Δημόπουλο, το Δαλιανίδη… Αναφέρομαι τώρα σε πρόσωπα με το ενδεχόμενο να ξεχάσω και κανέναν και να παρεξηγηθώ.

Από ηθοποιούς με τους οποίους συνεργαστήκατε ποιους ξεχωρίζετε;

Από ηθοποιούς να αρχίσουμε πάλι από τα σημαντικότερα πρόσωπα, όπως ήταν η Κατίνα Παξινού. Αυτά όσον αφορά στον κινηματογράφο, γιατί στο θέατρο έπαιξα με την Έλλη Λαμπέτη, με το Μάνο Κατράκη, το Νίκο Κούρκουλο, και αποτελούσαν πάντα για μένα ενθύμιο συγκινητικό όλες αυτές οι συνεργασίες και, όπως σας είπα, και με όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες, με το Βολονάκη, τον Κώστα Μπάκα…  Αναφέρω αυτόν, γιατί ήμασταν και οι δυο από το φυτώριο του Κάρολου Κουν και είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας.

Κύριε Αντωνόπουλε, έχετε διανύσει μια πολύ μακρά πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο. Κοιτάζοντας πίσω και βλέποντας αυτήν τη πορεία, πώς αισθάνεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος…

Όχι, όχι. Μην την ολοκληρώνετε την ερώτηση, δεν αισθάνομαι ικανοποιημένος!

Αισθάνεστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε;

Πάρα πολλά, χιλιάδες πράγματα που δεν έχω κάνει και βεβαίως θα το θεωρούσα αντιδημιουργικό να αισθανθώ ικανοποιημένος και να μην πω ότι είμαι στα μισά του δρόμου και ότι έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω που δεν έχω προφτάσει.

Έχετε μετανιώσει για κάτι;

Όχι βέβαια. Ε, κατά καιρούς μπορεί να μετάνιωσα για επιμέρους πράγματα. Αυτή η δουλειά που κάνουμε δεν εξαρτάται από τη σωστή ή τη λάθος απόφασή μας. Παίρνεις μια απόφαση, συμμετέχεις κάπου και ξαφνικά βλέπεις ότι τα στοιχεία που συμπορεύονται μαζί σου δεν είναι όλα σωστά.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο «Οι Επιβάτες Του Φεγγαριού» από τις Εκδόσεις Αιώρα. Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη συγγραφή ενός βιβλίου;

Έχω στο συρτάρι μου πολλά πράγματα εκτός από αυτό που ήδη εξεδόθη και το οποίο με βοήθησε να σπάσω το φράγμα και να βγω κι εγώ σ’ αυτό το χώρο με την αξίωση της κριτικής σας. Ευτυχώς, πορεύεται καλά. Τι ήταν αυτό που με έκανε να το γράψω; Δεν ξέρω. Ό,τι ήταν αυτό που με έκανε κάθε φορά να κλειστώ μέσα στο γραφείο μου και να εξελίξω μέσα μου και πάνω στα χαρτιά μου μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση, ένα γεγονός που ήταν εναυσματικό για να γράψω κάτι και να μείνει, το οποίο στη συνέχεια μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα διήγημα ή μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα. Βέβαια, προς το παρόν υπάρχουν στα συρτάρια μου.

Δηλαδή γράφατε και από παλιότερα.

Βέβαια, δεν είναι τωρινή υπόθεση, όπως από πολύ παλιότερα, ακόμα πιο παλιά, γράφω ποίηση και ελπίζω να βγει στη φόρα κι αυτό… Είχα δισταγμό και είχα και μεγάλο τρακ. Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, μετά τη δικαίωσή μου και την αισιοδοξία που μου δημιούργησε αυτή η πρώτη επαφή με τον κόσμο και με τους ανθρώπους του χώρου μας, του χώρου των γραμμάτων εννοώ, ε, θα αποπειραθώ να βγάλω και την ποίηση.

Πώς κρίνετε τον τρόπο που αναδεικνύονται σήμερα οι καλλιτέχνες; Υπάρχουν πολλοί που αναδεικνύονται μέσω reality, οι δισκογραφικές εταιρείες τους προωθούν υπερβολικά, άλλοι ασχολούνται με το τραγούδι και την τηλεόραση, ενώ προέρχονται από τον χώρο του μόντελινγκ… Ποια είναι η γνώμη σας για όλα αυτά;

Κοιτάξτε, από όλα αυτά κινδυνεύω να χάσω τη δικαίωσή μου στα παιδιά που ήταν σπουδαστές μου, που αφιέρωσαν τρία χρόνια ζωής και εγώ προσπαθούσα να τους εμπνεύσω την ιερή μανία που λέγεται ψώνιο για δουλειά και για άθληση. Αντιλαμβάνεστε τώρα πόσο κόντρα έρχεται αυτή η προχειρότητα, αυτή η προκάτ διαδικασία για να βγει ένας άνθρωπος στο χώρο και να διεκδικεί μια επαγγελματική καταξίωση.

Και χωρίς να έχει και προσόντα πολλές φορές.

Τα προσόντα δεν είμαι σε θέση να τα κρίνω ούτε θα το σκεφτώ. Εκείνο, όμως, που κρίνω και που νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η ερώτησή σας είναι η διαδικασία όλης αυτής της ιστορίας, που νομίζω ότι διασύρει τη φιλοσοφία της σπουδής.

Είστε ευχαριστημένος από την κατάσταση του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης σήμερα στην Ελλάδα; Πώς τα κρίνετε αυτά σε σύγκριση με παλιότερα;

Να μην τα βάλουμε όλα σε ένα τσουβάλι. Βεβαίως, υπάρχει το παραθέατρο, υπάρχει ο παρακινηματογράφος, υπάρχει η παρατηλεόραση, δηλαδή υπάρχουν τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα, τα οποία όμως δεν είναι μόνο σημερινή υπόθεση. Θα έλεγα ότι είναι πολύ παλιά. Σήμερα ίσως να είναι πιο εμφανής η κατάσταση αυτή λόγω της τηλεόρασης, που είναι ενδεικτικά μια ενασχόληση και μια ανάδειξη ευκολίας σ’ αυτήν την ιστορία και, όχι μόνο είναι κακό αυτό καθαυτό σαν δουλειά, αλλά είναι κακό και διότι δημιουργεί μια έλξη εσφαλμένη για τα παιδιά.

Εννοείτε τους θεατές ή αυτούς που ασχολούνται με την τηλεόραση;

Δεν εννοώ τους θεατές. Δηλαδή, είχαμε μια τεράστια προσέλευση στις κινηματογραφικές σχολές παιδιών που αντιλαμβάνεσαι ότι οι αποσκευές τους ήταν τέτοιες που απέβλεπαν κυρίως στην ευκολία της τηλεόρασης. Αυτό είναι μια κατασυκοφάντηση της δουλειάς μας. Η δουλειά μας θέλει βάσανο, η δουλειά μας θέλει χτύπημα, θέλει τάξιμο ζωής, πράγματα που η τηλεόραση δεν τα αξιώνει και τόσο πολύ.

Κύριε Αντωνόπουλε, μετά από χρόνια, όταν οι άνθρωποι θα σας φέρνουν στο μυαλό, με ποιον τρόπο θέλετε να σας θυμούνται;

Δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που με έχει απασχολήσει πάρα πολύ είναι το προφίλ μου ως ανθρώπου, ως πολίτη και ως συμπεριφοράς κοινωνικής, ιδεολογικής και ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλω να έχω ένα καλό κοινωνικό προφίλ.

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου, Περιοδικό Alfa In Style, τ.8, 2007