Γιάννης Στάνκογλου

"Δεν μπορώ να με φανταστώ σε άλλο επάγγελμα"

 

Κύριε Στάνκογλου, η πιο πρόσφατη παράσταση σας είναι ο "Καλιγούλας", στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Πώς ήταν η εμπειρία;

Πολύ ωραία! Ο κόσμος την αγάπησε πολύ αυτήν την παράσταση. Πρόκειται βέβαια για ένα δύσκολο έργο και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν σίγουρος για το πώς θα αντιδρούσε το κοινό. Παρατηρώ τελικά όμως ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει πράγματα που θέτουν ζητήματα υπαρξιακά, φιλοσοφικά, που λένε αλήθειες με ουσιαστικό τρόπο. Και είμαι και εγώ πολύ χαρούμενος που μου δόθηκε η ευκαιρία να παίξω αυτό το έργο, γιατί είναι ένα από τα αγαπημένα μου, ήδη από τότε που ήμουν στη σχολή.

Σχετικά με αυτό που είπατε για τις ανάγκες του κοινού, προς τα πού θα λέγατε ότι στρέφεται ο κόσμος θεατρικά τα τελευταία χρόνια;

Ο κόσμος πηγαίνει θέατρο με μεγαλύτερη συχνότητα από ότι παλιότερα και έχει αποκτήσει και ένα κριτήριο αυστηρότερο και πιο υψηλού επιπέδου απέναντι στις παραστάσεις. Από την άλλη παρατηρούμε ότι και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δεν επιλέγουν τα εύκολα πράγματα, αλλά τα δύσκολα. Τα οποία εν τέλει τα έχει ανάγκη και ο κόσμος, αυτά που του θέτουν ερωτηματικά. Το ίδιο ακριβώς βλέπουμε να συμβαίνει και στον κινηματογράφο, γι' αυτό και οι ελληνικές ταινίες τελευταία τα πάνε τόσο καλά στο εξωτερικό. Ελπίζω αυτό να έχει και μια συνέχεια και να υπάρξει και μια βοήθεια από το κράτος. Πρέπει να αρχίσουμε να εξάγουμε τον πολιτισμό μας με κάποιον τρόπο, να μην περιμένουμε μόνο να έρθουν τουρίστες εδώ για να δούνε τα μνημεία μας και να πληρωθούμε.

Θέατρο, σινεμά ή τηλεόραση;

Το θέατρο είναι το σπίτι μου. Εκεί πιστεύω ότι εξελίσσομαι και ότι μαθαίνω πράγματα, δε μένω στάσιμος. Είναι και δική μου επιθυμία να αλλάζω από χρονιά σε χρονιά ρόλους και να μην κάνω τα ίδια πράγματα, να συνεργάζομαι και με άλλους ανθρώπους. Και το σινεμά μού αρέσει και όποτε μου δίνεται η ευκαιρία είναι μεγάλη μου χαρά, αλλά ο κινηματογράφος είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ερωμένη… Από την τηλεόραση απέχω εδώ και εφτά-οχτώ χρόνια, με εξαίρεση μερικά guest που έκανα. Γίνονται κάποιες συζητήσεις για του χρόνου, αρκεί να είναι κάτι που θα μου αρέσει και θα με ενδιαφέρει.

Με βάση ποια κριτήρια διαλέγετε τους ρόλους σας;

Αναλόγως σε ποια κατάσταση είμαι και τι θα μου προτείνουν… Παίζουν ρόλο οι συνεργάτες και το ίδιο το έργο φυσικά -και κατά πόσο είναι διαφορετικό από αυτό που έχω κάνει την προηγούμενη χρονιά. Μου αρέσει η εναλλαγή, η μεταμόρφωση, γι' αυτό το λόγο κάνω αυτή τη δουλειά.

Και ποιον από όλους σας τους ρόλους αγαπήσατε περισσότερο;

Α, δεν μπορώ να πω, είναι πολύ δύσκολο να πω μόνο έναν, τους έχω αγαπήσει όλους. Και δεν είναι μόνο οι ρόλοι, πολύ περισσότερο είναι οι συνεργασίες: Μαρμαρινός, Καραθάνος, Γιάνναρης, Κούτρας, Μασκλαβάνου και τόσες άλλες…

Μετανιώνετε για πράγματα που έχετε κάνει στη δουλειά σας;

Συνήθως όχι… Ασφαλώς έχουν έρθει στιγμές που περίμενα κάτι άλλο και αυτό που έκανα δεν ήταν αυτό που ήθελα τελικά, αλλά το πάλεψα ώστε να μην εγκαταλείψω τη βάρκα… Πιστεύω ότι κάθε εμπειρία έχει κάτι να σου δώσει και δεν πρέπει να τα παρατάς.

Αν δε σας βλέπαμε στο επάγγελμα του ηθοποιού, πού θα μπορούσαμε να σας είχαμε δει;

Δεν ξέρω, ίσως σε πολλά πράγματα. Αλλά αγαπάω τόσο πολύ αυτό που κάνω που πλέον δεν μπορώ να με φανταστώ κάπου αλλού.

Τη νέα γενιά ηθοποιών πώς τη βρίσκετε;

Επειδή διδάσκω και στον Ίασμο εδώ και τρία χρόνια, βλέπω πολλά παιδιά που έχουν πολύ πάθος και δουλεύουν σκληρά. Και παρατηρώ ότι αυτή η γενιά έχει πιο σφαιρική παιδεία, δηλαδή φροντίζει για τα πάντα, και για το σώμα και για τη φωνή και για την κίνηση, δουλεύει πάνω σε όλα. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα ως γνωστόν είναι δύσκολα, υπάρχουν πάρα πολλοί ηθοποιοί, γίνονται πολλές παραγωγές, που δεν ξέρω αν όλες αυτές είναι κερδοφόρες και αν αμείβονται όλοι αυτοί οι ηθοποιοί κι αν όντως ζούνε από αυτό που κάνουν. Παρόλ' αυτά, βλέπεις παιδιά που το αγαπούν, που προτιμούν να δουλεύουν κάπου αλλού και παράλληλα να ασχολούνται και με την ηθοποιία.

Τελικά τι μετράει περισσότερο σε αυτή τη δουλειά; Το ταλέντο; Οι δημόσιες σχέσεις;

Το ταλέντο είναι πέντε-δέκα, το πολύ είκοσι, τοις εκατό. Από εκεί και πέρα είναι η δουλειά. Πρέπει να δουλέψεις πολύ, να δουλέψεις με διαφορετικούς τρόπους, να είσαι ανοιχτός σε όλα και να έχεις εμπειρίες ζωής, να αγαπάς αυτό που κάνεις. Και παίζει ρόλο και η τύχη, αν μια δουλειά που θα κάνεις θα έχει επιτυχία και θα σου φέρει κι άλλη δουλειά αργότερα…

Τι θα θέλατε να κάνετε στο μέλλον που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Πολλά! Μια τρελή κωμωδία, κείμενα του Μπέκετ που αγαπώ πολύ, μου αρέσει το "Έγκλημα και Τιμωρία" και θα ήθελα να παίξω τον Ρασκόλνικωφ… Ελπίζω στο μέλλον να τα καταφέρω!

Αυτή τη στιγμή παίζεται στο σινεμά η ταινία "Invisible" του Δημήτρη Αθανίτη, στην οποία πρωταγωνιστείτε. Τι άλλο ετοιμάζετε για το άμεσο μέλλον;

Εκτός από το "Invisible" που ταξιδεύει στις κινηματογραφικές λέσχες όλης της Ελλάδας, το Μάρτιο βγήκε στις αίθουσες και η ταινία "America square" του Γιάννη Σακαρίδη. Το καλοκαίρι θα είμαι πάλι στην παράσταση "Επτά επί Θήβας", η οποία θα ανεβεί στην Επίδαυρο και από εκεί θα περιοδεύσει σε όλη την Ελλάδα.

 

Συνεντευξη στο περιοδικο vakxikon.gr, τ.37 (vakxikon.gr)

Θόδωρος Αγγελόπουλος

«Είναι σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει»

 

Κύριε Αγγελόπουλε, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την σκηνοθεσία και πώς κάνατε τα πρώτα σας βήματα στο χώρο αυτό;

Δε πιστεύω ότι επιλέγει κανείς συνειδητά αυτό που θα κάνει. Απλά κάποια στιγμή αισθάνεται τι θα ήθελε να κάνει. Εγώ στην αρχή έβλεπα κινηματογράφο όπως όλοι. Μετά άρχισε να με ενδιαφέρει ποιος έκανε την ταινία. Σιγά-σιγά από αυτό οδηγήθηκα στο να κάνω αναγνωρίσεις άλλου τύπου, δηλαδή σε τι διαφέρει η μία ταινία από την άλλη, όχι μόνο θεματικά, αλλά εκφραστικά. Μέχρι που κατέληξα στην απόφαση να εγκαταλείψω τη Νομική.

Κάνατε τεράστια στροφή.

Ναι όντως. Αλλά εγώ ούτως ή άλλως ξεκίνησα από το γράψιμο, από πολύ νωρίς έγραφα διηγήματα και ποιήματα. Επομένως από αυτόν τον τρόπο έκφρασης οδηγήθηκα σε ένα άλλον τρόπο έκφρασης, διατήρησα δηλαδή αυτό που λέμε ανάγκη έκφρασης. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν κάνω ποτέ ταινίες για λόγους επαγγελματικούς, επαγγελματικά δεν έχω κάνει τίποτα.

Μέσα από τις ταινίες σας τι είναι αυτό που θέλετε να περάσετε, σε ποιο σημείο θέλετε να αγγίξετε το θεατή;

Θέλω να βγάλω αυτό ακριβώς που θέλει να βγάλει και ένας συγγραφέας όταν γράφει. Ο συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, για τους γύρω του, για την ιστορία του, ή για κάτι που φαντάζεται. Εγώ ασχολήθηκα κυρίως με ιστορίες που έχουν περάσει μέσα από τη δική μου εμπειρία. Γεννήθηκα πριν από τον πόλεμο, τα πρώτα μου χρόνια ήταν κατά τη διάρκεια του πολέμου και των άλλων γεγονότων που ακολούθησαν, συν την εμπειρία στο Παρίσι και την επιστροφή σε μια ανώμαλη ελληνική περίοδο, αυτήν της αποστασίας. Όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους στη διαμόρφωση μου και στην ευαισθητοποίηση μου απέναντι στα γεγονότα. Κυρίως βέβαια με επηρέασε αυτό που έζησα όταν ήμουν εννιά χρονών, τη σύλληψη του πατέρα μου από τον ξάδερφό μου, γιατί η οικογένεια ήταν κομμένη στα δύο, αριστεροί-δεξιοί, και την αναζήτηση του πτώματος του πατέρα μου, -νομίζαμε ότι είχε εκτελεστεί-, με την μητέρα μου να με κρατάει από το χέρι, μέσα σε δεκάδες πτώματα έξω από την Αθήνα.

Αυτό πρέπει να σας στιγμάτισε φοβερά.

Απολύτως. Ίσως να είναι η καταγωγική εικόνα όλης μου της δουλειάς.

Επομένως μέσα από την δουλειά σας θέλετε να αναδείξετε τον πόνο, την ομορφιά ίσως, τι ακριβώς;

Όλες μου οι ταινίες είναι πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Στο πόσο μας διαμορφώνουν τα γεγονότα και αυτά που μας συμβαίνουν και σε ποιο βαθμό μπορούμε εμείς να τα επηρεάσουμε.

Η δική σας άποψη ποια είναι; Υπερισχύει η βούληση του ανθρώπου ή τα ίδια τα γεγονότα;

Θεωρώ ότι η πορεία της ιστορίας, αυτού που λέμε ανθρώπινη μοίρα, είναι σχεδόν πιο δυνατή από εμάς, μας διαμορφώνει. Κάνουμε προσπάθειες να την διαμορφώσουμε, δεν ξέρω όμως σε ποιον βαθμό το καταφέρνουμε. Γιατί πώς είναι δυνατόν να επηρεάσει κάποιος τα γεγονότα της χώρας μας, όταν η ίδια η χώρα μας επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, εξωγενείς από αυτήν;

Κινηματογράφος και ελευθερία: εσείς πόση ελευθερία αισθάνεστε παράγοντας μια ταινία;

Απόλυτη. Το μόνο που είναι ανασταλτικό και παίζει ένα είδος “λογοκρισίας” είναι το οικονομικό, αν έχω δηλαδή το απαραίτητο ποσό για να καλύψω όλο αυτό που φαντάζομαι. Το οποίο ποσό ποτέ δεν είναι αρκετό.

Είστε από τους πιο διάσημους σκηνοθέτες στην Ελλάδα και από τους πιο πολυσυζητημένους. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον για αυτό που κάνω. Και είτε κριτικά αντιμετωπίζεται είτε σαν ποίηση και μαγεία -γιατί συμβαίνουν και τα δύο- έχει ενδιαφέρον. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πετύχει το απόλυτο. Επαναλαμβάνω πολύ συχνά την απάντηση του Μπόρχες όταν τον ρώτησαν για ποιον γράφει: «Για μένα, για τους φίλους μου, που μπορεί να είναι ένας ή εκατομμύρια, και για να γλυκάνω, να απαλύνω τον χρόνο που περνάει».

Και ερχόμαστε στο θέμα του χρόνου, το οποίο σας απασχολεί πάρα πολύ.

Ναι, είναι ένα κεντρικό στοιχείο του προβληματισμού μου. Το πέρασμα του χρόνου έχει να κάνει με την αίσθηση της απώλειας. Χάνονται πράγματα που βιώσαμε και αυτά τα βιώματα, που ήταν οι δυνατές στιγμές έντονου πόνου ή οι δυνατές στιγμές χαράς ή οτιδήποτε άλλο, υπάρχουν σήμερα σαν να ήταν τότε χωρίς να είναι τότε.

Ένας καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος του πνεύματος, τι θέση έχει στην σημερινή κοινωνία έτσι όπως έχει πλέον αυτή διαμορφωθεί;

Υπάρχει ένας πολύ σπουδαίος Γερμανός ποιητής, ο Χέντερλιν, ο οποίος είπε: «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε αυτόν τον άχαρο καιρό;». Εγώ θέλω να πω ότι χρειάζονται. Γιατί νομίζω ότι η ποίηση γλυκαίνει το πέρασμα του χρόνου.

Αντιστοίχως, θεωρείτε ότι εσείς έχετε μια τέτοιου είδους δύναμη μέσα από τις ταινίες σας;

Δεν ξέρω. Ακούω πολλά. Πρόσφατα ήμουν στη Λάρισα. Στο τέλος της προβολής της ταινίας δεν μπορούσαμε να κάνουμε διάλογο μέσα στην αίθουσα γιατί έπρεπε να αρχίσει η επόμενη προβολή. Βγαίνοντας έξω βλέπω όλον τον κόσμο από την αίθουσα να με περιτριγυρίζει, να κάνει έναν κύκλο γύρω μου και εγώ ήμουν με ένα μικρόφωνο στη μέση και έτσι όρθιοι καθίσαμε περίπου μιάμιση ώρα. Στο τέλος αισθάνθηκα ότι κάτι έγινε, ότι κάτι συνέβη ανάμεσα μας. Είναι πολύ σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει.

Πριν είπατε ότι κανείς δεν μπορεί να φτάσει στο απόλυτο. Τι είναι αυτό που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Δεν θα έλεγα τι, θα έλεγα σε ποιο βαθμό. Ο Τρυφώ έλεγε ότι πετυχαίνουμε μόνο ένα τριάντα τοις εκατό των προθέσεών μας και πρέπει να είμαστε και ευχαριστημένοι. Η αλήθεια είναι ότι όντως ποτέ δεν φτάνουμε. Στο ξεκίνημα είμαστε τόσο γεμάτοι από κάτι που ιδεατά εκείνη η στιγμή είναι το απόλυτο, το εκατό. Στην πραγμάτωση όμως δεν φτάνουμε ποτέ.

Εσείς πού ακριβώς είστε;

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το αποτιμήσω. Άλλες φορές νομίζω ότι είμαι πολύ κοντά προς αυτό που είχα σκεφτεί και άλλες φορές ότι είμαι πολύ μακριά. Το περίεργο είναι ότι τις φορές που νομίζω ότι έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι λιγότερο ικανοποιημένοι και άλλες φορές που νομίζω ότι δεν έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι πιο ευχαριστημένοι.

Στη δουλειά σας τι είναι αυτό που φοβάστε;

Αδυναμία να πραγματώσω για αντικειμενικούς λόγους αυτό που έχω σκεφτεί. Φοβάμαι τον εξωτερικό παράγοντα. Τον εαυτό μου δεν τον φοβάμαι, αντιθέτως εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι μια πληρότητα.

 

Περιοδικό Ser-Free, τεύχος 3, Απρίλιος 2009

 

Γιώργος Ανδρέου

Ο μουσικός Γιώργος Ανδρέου, πέντε χρόνια μετά την πρώτη του συγγραφική απόπειρα με το μυθιστόρημα "Δαίμονας Ξένος", κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Ο απερίσκεπτος πλοηγός" (Εκδόσεις Μικρή Άρκτος).

Γιατί ποίηση; Πώς γεννήθηκε η ανάγκη;

Δεν είμαι μακριά από την ιδέα του ανθρώπου που γράφει. Γράφω τους στίχους σε πολλά από τα τραγούδια μου, αρθρογραφώ σε διάφορα έντυπα, έχω εκδώσει ήδη και ένα μυθιστόρημα, η γραφή με απασχολεί και με απασχολούσε πάντα. Και έχω διαβάσει και πολλή ποίηση, ο έμμετρος λόγος με εντυπωσίαζε ήδη από τα παιδικά μου χρόνια. Θα έλεγα ότι στην ποίηση είμαι τόσο ενημερωμένος όσο και στη μουσική. Γενικά, βρίσκω μια σύνδεση μεταξύ ποίησης και μουσικής, η ποίηση είναι ένας λόγος που έχει ρυθμική στάση. Έπειτα, αγαπώ την ποίηση επειδή ελευθερώνει τη γλώσσα από τα δεσμά της. Η γλώσσα στην πρώτη της εννοιολογική στάση είναι μια κυριολεκτική διαδικασία, δηλαδή πίσω από κάθε πράγμα υπάρχει μία λέξη, την οποία όταν ακούς σού γεννιέται η εικόνα αυτού του πράγματος. Η ποίηση καταφέρνει να το ανατρέπει αυτό και να δημιουργεί εντελώς απρόβλεπτες πραγματικότητες, τις οποίες εμείς αποδεχόμαστε. Η ποίηση έχει εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο και στο ελληνικό τραγούδι και το τραγούδι είναι δάσκαλος του ποιητικού τρόπου για έναν ολόκληρο πολιτισμό. Οι Έλληνες αγαπούν και το στίχο και την ποίηση.

Η ποίηση δε θα λέγατε ότι θεωρείται λίγο παρεξηγημένη;

Ναι, κατά μία έννοια, λόγω των ελληνικών ταινιών που παρουσιάζουν τους ποιητές να λένε ακαταλαβίστικα πράγματα… Παρεξηγημένη δε θα την έλεγα, θεωρώ ότι η ποίηση είναι ένα μεγάλο μέγεθος στον ελληνικό πολιτισμό που υπάρχει πάντα πλαγίως, αλλά ίσως λόγω της παιδείας μας, λόγω της σχολικής μας εκπαίδευσης, λόγω του κοινωνικού μας περιβάλλοντος, δεν της δίνουμε την πρέπουσα σημασία, παρόλο που είναι πάντα παρούσα. Ποιητική είναι η δημοτική μας παράδοση, είτε πρόκειται για το ακριτικό έπος είτε για τα μικρασιατικά είτε τα ηπειρωτικά, έχουμε επίσης το παράδειγμα του Ερωτόκριτου, που ουσιαστικά εισάγει τη δημοτική, ακόμα και το λαϊκό τραγούδι έχει σχέση με την ποίηση. Έπειτα, έχουμε δύο Νόμπελ για τα οποία καμαρώνουμε, και αν δεν υπήρχαν οι πολιτικοκοινωνικές ανοησίες θα είχαμε πολλά ακόμα, στον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Καρούζο, τον Σαχτούρη, τον Εμπειρίκο… Η ποίηση είναι η πολιτισμική κατάκτηση του ελληνισμού, σε αντίθεση με τη μουσική μας και τη πεζογραφία μας που είναι στενότερες, έχουν περιορισμένο ορίζοντα. Δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος της τέχνης και να μη σε απασχολεί η ποίηση.

Ποιοι προβληματισμοί διατρέχουν τη συλλογή σας;

Όταν ασχολείται κανείς με την ποίηση, οι προβληματισμοί είναι πάντα σε δύο-τρία διαφορετικά επίπεδα. Ένα είναι το υλικό της γλώσσας αυτής καθεαυτής. Η γλώσσα, και ειδικά η ελληνική που έχει μακραίωνη παράδοση, είναι ένα υλικό που εξελίσσεται διαρκώς. Με απασχολεί η δομή της, οι αλληλεπιδράσεις της, οι επιρροές της. Ένα άλλο είναι η θεματική συνθήκη, στο οποίο με βοήθησε και το τραγούδι ώστε να μην είμαι χαοτικός. Κάθε ποίημα, όπως και όλη η συλλογή, έχει θεματικούς άξονες. Άλλα ποιήματα αφορούν στα τελευταία χρόνια της κρίσης, και μου έχουν γεννηθεί μέσα από την οδύνη της καταρράκωσης της ατομικής και κοινωνικής ζωής στη χώρα, άλλα έχουν προσωπικό και εξομολογητικό χαρακτήρα, άλλα είναι αναφορές σε πρόσωπα με τα οποία έχω μια περίεργη και ιδιόμορφη σύνδεση, όπως ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Μακρυγιάννης… Πέρα από όλα αυτά, με απασχολεί και η ιστορική συνθήκη που περιέχει πράγματα από τον εν γένει πολιτισμό και τα αρχέτυπα του ελληνικού τρόπου, δηλαδή από τον Όμηρο μέχρι το δημοτικό τραγούδι, την παράδοση, τη χριστιανική αντίληψη… Κάποιος που έχει αναμετρηθεί πολλά χρόνια με την τέχνη συνειδητοποιεί ότι ζούμε με κάποια αρχέτυπα, με κάποιους μεγάλους μύθους, που έρχονται συνεχώς στην πραγματικότητα μας και αποτελούν ένα είδος εκκίνησης για να προχωρήσει ο ποιητικός λόγος.

Υπάρχει σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα;

Όλο το πρώτο κομμάτι του βιβλίου έχει να κάνει με τον προβληματισμό μου για την περίοδο της κρίσης και για την ευθύνη που μπορεί να έχει ένας καλλιτέχνης σε τέτοιες εποχές. Η ευθύνη είναι πάντοτε διπλή: από τη μια ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να είναι έξω από την εποχή του, αλλά την ίδια στιγμή το έργο του πρέπει να διατηρεί και ένα δεύτερο επίπεδο, ώστε να επιβιώσει της εποχής του και να αφήσει κάτι και στο μέλλον.

Σε ποιο είδος μπορεί να σας δούμε στο μέλλον;

Το πιο πιθανό είναι να εκδώσω ένα μυθιστόρημα. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τον "Δαίμονα Ξένο" και έχω στα σκαριά το επόμενο… Είμαι, πάντως, αντίθετος με την τάση της υπερβολικής έκδοσης, ότι πρέπει να εκδίδουμε τα πάντα, τάση που επιτείνεται από τα κοινωνικά δίκτυα. Ποιο είναι το φίλτρο; Δεν μπορείς να δημοσιοποιείς τα πάντα, πολλά θα αποδειχτούν μέτρια. Είναι σαν το κρασί, πρέπει να αφήνεις λίγο και το χρόνο να τα ωριμάζει…

Υπάρχει περίπτωση ο λόγος να σας απορροφήσει από το τραγούδι;

Ναι, υπάρχει! Με τη μουσική δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι σίγουρος. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται ούτε πότε σταματάει να έρχεται, είναι καθαρά ζήτημα υποσυνείδητου. Ενώ ο λόγος περιέχει το στοιχείο της δομής και της οργάνωσης και η συγγραφή είναι μια διαδικασία πολύ πιο αναλυτική και συνθετική εν τέλει, έτσι σου δίνουν μια παρηγοριά ότι μπορεί να σε ακολουθήσουν για διάστημα μεγαλύτερο από ότι η μουσική.

(Αναδημοσίευση απο το 43ο τεύχος του περιοδικου Ser-Free)