Θόδωρος Αγγελόπουλος

«Είναι σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει»

 

Κύριε Αγγελόπουλε, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την σκηνοθεσία και πώς κάνατε τα πρώτα σας βήματα στο χώρο αυτό;

Δε πιστεύω ότι επιλέγει κανείς συνειδητά αυτό που θα κάνει. Απλά κάποια στιγμή αισθάνεται τι θα ήθελε να κάνει. Εγώ στην αρχή έβλεπα κινηματογράφο όπως όλοι. Μετά άρχισε να με ενδιαφέρει ποιος έκανε την ταινία. Σιγά-σιγά από αυτό οδηγήθηκα στο να κάνω αναγνωρίσεις άλλου τύπου, δηλαδή σε τι διαφέρει η μία ταινία από την άλλη, όχι μόνο θεματικά, αλλά εκφραστικά. Μέχρι που κατέληξα στην απόφαση να εγκαταλείψω τη Νομική.

Κάνατε τεράστια στροφή.

Ναι όντως. Αλλά εγώ ούτως ή άλλως ξεκίνησα από το γράψιμο, από πολύ νωρίς έγραφα διηγήματα και ποιήματα. Επομένως από αυτόν τον τρόπο έκφρασης οδηγήθηκα σε ένα άλλον τρόπο έκφρασης, διατήρησα δηλαδή αυτό που λέμε ανάγκη έκφρασης. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν κάνω ποτέ ταινίες για λόγους επαγγελματικούς, επαγγελματικά δεν έχω κάνει τίποτα.

Μέσα από τις ταινίες σας τι είναι αυτό που θέλετε να περάσετε, σε ποιο σημείο θέλετε να αγγίξετε το θεατή;

Θέλω να βγάλω αυτό ακριβώς που θέλει να βγάλει και ένας συγγραφέας όταν γράφει. Ο συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, για τους γύρω του, για την ιστορία του, ή για κάτι που φαντάζεται. Εγώ ασχολήθηκα κυρίως με ιστορίες που έχουν περάσει μέσα από τη δική μου εμπειρία. Γεννήθηκα πριν από τον πόλεμο, τα πρώτα μου χρόνια ήταν κατά τη διάρκεια του πολέμου και των άλλων γεγονότων που ακολούθησαν, συν την εμπειρία στο Παρίσι και την επιστροφή σε μια ανώμαλη ελληνική περίοδο, αυτήν της αποστασίας. Όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους στη διαμόρφωση μου και στην ευαισθητοποίηση μου απέναντι στα γεγονότα. Κυρίως βέβαια με επηρέασε αυτό που έζησα όταν ήμουν εννιά χρονών, τη σύλληψη του πατέρα μου από τον ξάδερφό μου, γιατί η οικογένεια ήταν κομμένη στα δύο, αριστεροί-δεξιοί, και την αναζήτηση του πτώματος του πατέρα μου, -νομίζαμε ότι είχε εκτελεστεί-, με την μητέρα μου να με κρατάει από το χέρι, μέσα σε δεκάδες πτώματα έξω από την Αθήνα.

Αυτό πρέπει να σας στιγμάτισε φοβερά.

Απολύτως. Ίσως να είναι η καταγωγική εικόνα όλης μου της δουλειάς.

Επομένως μέσα από την δουλειά σας θέλετε να αναδείξετε τον πόνο, την ομορφιά ίσως, τι ακριβώς;

Όλες μου οι ταινίες είναι πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Στο πόσο μας διαμορφώνουν τα γεγονότα και αυτά που μας συμβαίνουν και σε ποιο βαθμό μπορούμε εμείς να τα επηρεάσουμε.

Η δική σας άποψη ποια είναι; Υπερισχύει η βούληση του ανθρώπου ή τα ίδια τα γεγονότα;

Θεωρώ ότι η πορεία της ιστορίας, αυτού που λέμε ανθρώπινη μοίρα, είναι σχεδόν πιο δυνατή από εμάς, μας διαμορφώνει. Κάνουμε προσπάθειες να την διαμορφώσουμε, δεν ξέρω όμως σε ποιον βαθμό το καταφέρνουμε. Γιατί πώς είναι δυνατόν να επηρεάσει κάποιος τα γεγονότα της χώρας μας, όταν η ίδια η χώρα μας επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, εξωγενείς από αυτήν;

Κινηματογράφος και ελευθερία: εσείς πόση ελευθερία αισθάνεστε παράγοντας μια ταινία;

Απόλυτη. Το μόνο που είναι ανασταλτικό και παίζει ένα είδος “λογοκρισίας” είναι το οικονομικό, αν έχω δηλαδή το απαραίτητο ποσό για να καλύψω όλο αυτό που φαντάζομαι. Το οποίο ποσό ποτέ δεν είναι αρκετό.

Είστε από τους πιο διάσημους σκηνοθέτες στην Ελλάδα και από τους πιο πολυσυζητημένους. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον για αυτό που κάνω. Και είτε κριτικά αντιμετωπίζεται είτε σαν ποίηση και μαγεία -γιατί συμβαίνουν και τα δύο- έχει ενδιαφέρον. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πετύχει το απόλυτο. Επαναλαμβάνω πολύ συχνά την απάντηση του Μπόρχες όταν τον ρώτησαν για ποιον γράφει: «Για μένα, για τους φίλους μου, που μπορεί να είναι ένας ή εκατομμύρια, και για να γλυκάνω, να απαλύνω τον χρόνο που περνάει».

Και ερχόμαστε στο θέμα του χρόνου, το οποίο σας απασχολεί πάρα πολύ.

Ναι, είναι ένα κεντρικό στοιχείο του προβληματισμού μου. Το πέρασμα του χρόνου έχει να κάνει με την αίσθηση της απώλειας. Χάνονται πράγματα που βιώσαμε και αυτά τα βιώματα, που ήταν οι δυνατές στιγμές έντονου πόνου ή οι δυνατές στιγμές χαράς ή οτιδήποτε άλλο, υπάρχουν σήμερα σαν να ήταν τότε χωρίς να είναι τότε.

Ένας καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος του πνεύματος, τι θέση έχει στην σημερινή κοινωνία έτσι όπως έχει πλέον αυτή διαμορφωθεί;

Υπάρχει ένας πολύ σπουδαίος Γερμανός ποιητής, ο Χέντερλιν, ο οποίος είπε: «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε αυτόν τον άχαρο καιρό;». Εγώ θέλω να πω ότι χρειάζονται. Γιατί νομίζω ότι η ποίηση γλυκαίνει το πέρασμα του χρόνου.

Αντιστοίχως, θεωρείτε ότι εσείς έχετε μια τέτοιου είδους δύναμη μέσα από τις ταινίες σας;

Δεν ξέρω. Ακούω πολλά. Πρόσφατα ήμουν στη Λάρισα. Στο τέλος της προβολής της ταινίας δεν μπορούσαμε να κάνουμε διάλογο μέσα στην αίθουσα γιατί έπρεπε να αρχίσει η επόμενη προβολή. Βγαίνοντας έξω βλέπω όλον τον κόσμο από την αίθουσα να με περιτριγυρίζει, να κάνει έναν κύκλο γύρω μου και εγώ ήμουν με ένα μικρόφωνο στη μέση και έτσι όρθιοι καθίσαμε περίπου μιάμιση ώρα. Στο τέλος αισθάνθηκα ότι κάτι έγινε, ότι κάτι συνέβη ανάμεσα μας. Είναι πολύ σημαντικό να αισθάνεσαι μια επαφή μέσα από ένα έργο που έχεις κάνει.

Πριν είπατε ότι κανείς δεν μπορεί να φτάσει στο απόλυτο. Τι είναι αυτό που δεν έχετε κάνει ακόμα;

Δεν θα έλεγα τι, θα έλεγα σε ποιο βαθμό. Ο Τρυφώ έλεγε ότι πετυχαίνουμε μόνο ένα τριάντα τοις εκατό των προθέσεών μας και πρέπει να είμαστε και ευχαριστημένοι. Η αλήθεια είναι ότι όντως ποτέ δεν φτάνουμε. Στο ξεκίνημα είμαστε τόσο γεμάτοι από κάτι που ιδεατά εκείνη η στιγμή είναι το απόλυτο, το εκατό. Στην πραγμάτωση όμως δεν φτάνουμε ποτέ.

Εσείς πού ακριβώς είστε;

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το αποτιμήσω. Άλλες φορές νομίζω ότι είμαι πολύ κοντά προς αυτό που είχα σκεφτεί και άλλες φορές ότι είμαι πολύ μακριά. Το περίεργο είναι ότι τις φορές που νομίζω ότι έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι λιγότερο ικανοποιημένοι και άλλες φορές που νομίζω ότι δεν έχω ολοκληρώσει οι θεατές είναι πιο ευχαριστημένοι.

Στη δουλειά σας τι είναι αυτό που φοβάστε;

Αδυναμία να πραγματώσω για αντικειμενικούς λόγους αυτό που έχω σκεφτεί. Φοβάμαι τον εξωτερικό παράγοντα. Τον εαυτό μου δεν τον φοβάμαι, αντιθέτως εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι μια πληρότητα.

 

Περιοδικό Ser-Free, τεύχος 3, Απρίλιος 2009

 

Γιώργος Ανδρέου

Ο μουσικός Γιώργος Ανδρέου, πέντε χρόνια μετά την πρώτη του συγγραφική απόπειρα με το μυθιστόρημα "Δαίμονας Ξένος", κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Ο απερίσκεπτος πλοηγός" (Εκδόσεις Μικρή Άρκτος).

Γιατί ποίηση; Πώς γεννήθηκε η ανάγκη;

Δεν είμαι μακριά από την ιδέα του ανθρώπου που γράφει. Γράφω τους στίχους σε πολλά από τα τραγούδια μου, αρθρογραφώ σε διάφορα έντυπα, έχω εκδώσει ήδη και ένα μυθιστόρημα, η γραφή με απασχολεί και με απασχολούσε πάντα. Και έχω διαβάσει και πολλή ποίηση, ο έμμετρος λόγος με εντυπωσίαζε ήδη από τα παιδικά μου χρόνια. Θα έλεγα ότι στην ποίηση είμαι τόσο ενημερωμένος όσο και στη μουσική. Γενικά, βρίσκω μια σύνδεση μεταξύ ποίησης και μουσικής, η ποίηση είναι ένας λόγος που έχει ρυθμική στάση. Έπειτα, αγαπώ την ποίηση επειδή ελευθερώνει τη γλώσσα από τα δεσμά της. Η γλώσσα στην πρώτη της εννοιολογική στάση είναι μια κυριολεκτική διαδικασία, δηλαδή πίσω από κάθε πράγμα υπάρχει μία λέξη, την οποία όταν ακούς σού γεννιέται η εικόνα αυτού του πράγματος. Η ποίηση καταφέρνει να το ανατρέπει αυτό και να δημιουργεί εντελώς απρόβλεπτες πραγματικότητες, τις οποίες εμείς αποδεχόμαστε. Η ποίηση έχει εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο και στο ελληνικό τραγούδι και το τραγούδι είναι δάσκαλος του ποιητικού τρόπου για έναν ολόκληρο πολιτισμό. Οι Έλληνες αγαπούν και το στίχο και την ποίηση.

Η ποίηση δε θα λέγατε ότι θεωρείται λίγο παρεξηγημένη;

Ναι, κατά μία έννοια, λόγω των ελληνικών ταινιών που παρουσιάζουν τους ποιητές να λένε ακαταλαβίστικα πράγματα… Παρεξηγημένη δε θα την έλεγα, θεωρώ ότι η ποίηση είναι ένα μεγάλο μέγεθος στον ελληνικό πολιτισμό που υπάρχει πάντα πλαγίως, αλλά ίσως λόγω της παιδείας μας, λόγω της σχολικής μας εκπαίδευσης, λόγω του κοινωνικού μας περιβάλλοντος, δεν της δίνουμε την πρέπουσα σημασία, παρόλο που είναι πάντα παρούσα. Ποιητική είναι η δημοτική μας παράδοση, είτε πρόκειται για το ακριτικό έπος είτε για τα μικρασιατικά είτε τα ηπειρωτικά, έχουμε επίσης το παράδειγμα του Ερωτόκριτου, που ουσιαστικά εισάγει τη δημοτική, ακόμα και το λαϊκό τραγούδι έχει σχέση με την ποίηση. Έπειτα, έχουμε δύο Νόμπελ για τα οποία καμαρώνουμε, και αν δεν υπήρχαν οι πολιτικοκοινωνικές ανοησίες θα είχαμε πολλά ακόμα, στον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Καρούζο, τον Σαχτούρη, τον Εμπειρίκο… Η ποίηση είναι η πολιτισμική κατάκτηση του ελληνισμού, σε αντίθεση με τη μουσική μας και τη πεζογραφία μας που είναι στενότερες, έχουν περιορισμένο ορίζοντα. Δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος της τέχνης και να μη σε απασχολεί η ποίηση.

Ποιοι προβληματισμοί διατρέχουν τη συλλογή σας;

Όταν ασχολείται κανείς με την ποίηση, οι προβληματισμοί είναι πάντα σε δύο-τρία διαφορετικά επίπεδα. Ένα είναι το υλικό της γλώσσας αυτής καθεαυτής. Η γλώσσα, και ειδικά η ελληνική που έχει μακραίωνη παράδοση, είναι ένα υλικό που εξελίσσεται διαρκώς. Με απασχολεί η δομή της, οι αλληλεπιδράσεις της, οι επιρροές της. Ένα άλλο είναι η θεματική συνθήκη, στο οποίο με βοήθησε και το τραγούδι ώστε να μην είμαι χαοτικός. Κάθε ποίημα, όπως και όλη η συλλογή, έχει θεματικούς άξονες. Άλλα ποιήματα αφορούν στα τελευταία χρόνια της κρίσης, και μου έχουν γεννηθεί μέσα από την οδύνη της καταρράκωσης της ατομικής και κοινωνικής ζωής στη χώρα, άλλα έχουν προσωπικό και εξομολογητικό χαρακτήρα, άλλα είναι αναφορές σε πρόσωπα με τα οποία έχω μια περίεργη και ιδιόμορφη σύνδεση, όπως ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Μακρυγιάννης… Πέρα από όλα αυτά, με απασχολεί και η ιστορική συνθήκη που περιέχει πράγματα από τον εν γένει πολιτισμό και τα αρχέτυπα του ελληνικού τρόπου, δηλαδή από τον Όμηρο μέχρι το δημοτικό τραγούδι, την παράδοση, τη χριστιανική αντίληψη… Κάποιος που έχει αναμετρηθεί πολλά χρόνια με την τέχνη συνειδητοποιεί ότι ζούμε με κάποια αρχέτυπα, με κάποιους μεγάλους μύθους, που έρχονται συνεχώς στην πραγματικότητα μας και αποτελούν ένα είδος εκκίνησης για να προχωρήσει ο ποιητικός λόγος.

Υπάρχει σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα;

Όλο το πρώτο κομμάτι του βιβλίου έχει να κάνει με τον προβληματισμό μου για την περίοδο της κρίσης και για την ευθύνη που μπορεί να έχει ένας καλλιτέχνης σε τέτοιες εποχές. Η ευθύνη είναι πάντοτε διπλή: από τη μια ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να είναι έξω από την εποχή του, αλλά την ίδια στιγμή το έργο του πρέπει να διατηρεί και ένα δεύτερο επίπεδο, ώστε να επιβιώσει της εποχής του και να αφήσει κάτι και στο μέλλον.

Σε ποιο είδος μπορεί να σας δούμε στο μέλλον;

Το πιο πιθανό είναι να εκδώσω ένα μυθιστόρημα. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τον "Δαίμονα Ξένο" και έχω στα σκαριά το επόμενο… Είμαι, πάντως, αντίθετος με την τάση της υπερβολικής έκδοσης, ότι πρέπει να εκδίδουμε τα πάντα, τάση που επιτείνεται από τα κοινωνικά δίκτυα. Ποιο είναι το φίλτρο; Δεν μπορείς να δημοσιοποιείς τα πάντα, πολλά θα αποδειχτούν μέτρια. Είναι σαν το κρασί, πρέπει να αφήνεις λίγο και το χρόνο να τα ωριμάζει…

Υπάρχει περίπτωση ο λόγος να σας απορροφήσει από το τραγούδι;

Ναι, υπάρχει! Με τη μουσική δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι σίγουρος. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται ούτε πότε σταματάει να έρχεται, είναι καθαρά ζήτημα υποσυνείδητου. Ενώ ο λόγος περιέχει το στοιχείο της δομής και της οργάνωσης και η συγγραφή είναι μια διαδικασία πολύ πιο αναλυτική και συνθετική εν τέλει, έτσι σου δίνουν μια παρηγοριά ότι μπορεί να σε ακολουθήσουν για διάστημα μεγαλύτερο από ότι η μουσική.

(Αναδημοσίευση απο το 43ο τεύχος του περιοδικου Ser-Free)

Πέτρος Τατσόπουλος

"Συγγραφικά δε μετανιώνω για τίποτα -είμαι τα λάθη μου, όχι τα σωστά μου"

Ο Πέτρος Τατσόπουλος μόλις εξέδωσε το βιβλίο "Γκαγκάριν, ο κόσμος από χαμηλά". Και με αφορμή αυτό μιλάει για τη σύγχρονη Ελλάδα, για την αγορά του βιβλίου και για τη σημερινή γενιά συγγραφέων.

 

Κύριε Τατσόπουλε, μόλις κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο! Πείτε μου λίγα λόγια για αυτό.

Λέγεται "Γκαγκάριν, ο κόσμος από χαμηλά", πράγμα βέβαια που ακούγεται οξύμωρο… Όταν συνδέεται το όνομα ενός κοσμοναύτη με έναν υπότιτλο, φαντάζεται κανείς πως θα ακολουθήσει η φράση "ο κόσμος από ψηλά", εφόσον ο Γκαγκάριν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδε τον κόσμο από ψηλά! Πρόκειται όμως για περιπαικτικό τίτλο… Ο Γκαγκάριν επιλέχτηκε για διάφορους απίθανους λόγους: ένας από αυτούς ήταν το ύψος του. Ο θάλαμος διακυβέρνησης στις κάψουλες εκείνον τον καιρό ήταν πολύ μικρός, οπότε χρειάζονταν έναν άνθρωπο μικροκαμωμένο. Αυτή είναι και μια αντίφαση: ότι ο άνθρωπος αυτός με 1,57 ύψος που στη γη έβλεπε τον κόσμο από χαμηλά, είδε τον κόσμο από τόσο ψηλά… Η ειρωνική αυτή ματιά πάνω στην ιστορία διατρέχει όλο το βιβλίο. Με πυροκροτητή την υπόθεση του Γκαγκάριν -η οποία αποτελεί το πρώτο από τα δέκα κεφάλαια- το βιβλίο ρίχνει μια παιχνιδιάρικη ματιά στη μεταπολεμική μας ιστορία, από τα Δεκεμβριανά μέχρι τις μέρες μας -μέχρι την Τζούλια Αλεξανδράτου! Και με έναν τρόπο, όχι και τόσο προφανή, προσπαθώ να δείξω τα αόρατα νήματα που ενώνουν πολύ διαφορετικά πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας, της μακροϊστορίας, δηλαδή πρόσωπα που τα γνωρίζουμε, όπως ο Χατζηδάκις, και της μικροϊστορίας, πρόσωπα δηλαδή που τα γνωρίζουμε λιγότερο, και κυρίως το πώς διαμορφώθηκε η ταυτότητα μας ως έθνος.

Και είναι προφανής και ο συμβολισμός, ότι ένας "μικρός" άνθρωπος κατάφερε κάτι πολύ μεγάλο…

Αυτό αποτελεί όχι μόνο συμβολισμό, αλλά θα έλεγα ότι είναι μια ολόκληρη τεχνική βάσει της οποίας είναι δομημένο το βιβλίο. Αν έπρεπε να ανατρέξω σε κάποια θεωρία, θα ανέτρεχα στου χάους, στο πώς δηλαδή μια πεταλούδα πετάει στο Πεκίνο και η συνέπεια είναι ένας σεισμός στην Καλιφόρνια… Κοντολογίς, μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις, πολύ ασήμαντα πράγματα, δημιουργούν σημαντικά γεγονότα. Ασχολούμαι κυρίως με συγκυρίες που δεν είναι προφανείς. Οι έξι-εφτά πρωταγωνιστές του βιβλίου συνδέονται με τρόπο που δεν είναι φανερά αντιληπτός. Ο πάνω καλλιτεχνικός κόσμος και ο κάτω, δηλαδή οι ποιοτικοί με τους εμπορικούς, είχαν πολύ πιο στενή συνάφεια από αυτήν που μπορούμε να φανταστούμε, και μας διαμόρφωσαν, έπλασαν αυτό το χαρμάνι που είμαστε σήμερα... Μπορεί εμείς να έχουμε μία εικόνα για τον εαυτό μας και μπορεί και οι ξένοι να έχουν μία εικόνα για εμάς, αλλά δεν είμαστε καμία από τις δύο εικόνες, είμαστε κάτι ενδιάμεσο.

Με τι διάθεση ολοκληρώνετε το βιβλίο; Αισιόδοξη; Απαισιόδοξη;

Δεν εκβιάζω ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη κατάληξη, προσπαθώ να δείξω πώς διαμορφωθήκαμε πολιτιστικά και κατ' επέκταση και πολιτικά. Τα στοιχεία που μας συναπαρτίζουν είναι πολύ ετερόκλιτα. Υπάρχουν πολλές Ελλάδες στη συσκευασία της μιας. Αυτές οι Ελλάδες συνυπάρχουν, μπορεί να σιχαίνεται καμιά φορά η μια την άλλη, αλλά συμπορευόμαστε με όλες αυτές, δεν υπάρχει μόνο αυτή που ακούει Τρίτο Πρόγραμμα και πάει στο Μέγαρο Μουσικής ούτε μόνο αυτή που πάει στα σκυλάδικα. Αν φανταστείτε λοιπόν το χαρμάνι που βγαίνει από όλες αυτές τις ιστορίες, έχετε και την εικόνα του βιβλίου. Πάντως, εκτός από τον Γκαγκάριν, το βιβλίο ασχολείται σε πολλά κεφάλαια και με το μαγαζί Γκαγκάριν, στη Λιοσίων, στο οποίο ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής για πολλά χρόνια ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο γιος του Χάρρυ Κλυνν. Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης στέγασε έναν κόσμο που ήταν καλλιτεχνικά άστεγος, έναν  κόσμο καλλιτεχνικά παρακατιανό, αυτό που θα λέγαμε cult ή trash, και τους έδωσε φωνή. Γιατί ο Νίκος Τριανταφυλλίδης διαπνεόταν από αυτό που είχε πει και ο Χατζηδάκις, όταν κάποτε ανέδειξε τον Φλωρινιώτη, που θεωρούνταν trash, σε μια εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, ότι το αίσθημα ανθίζει και μέσα στο ευτελές, όχι μόνο στο υψηλό. Πολλές φορές το υψηλό μπορεί να είναι στεγνό, ψυχρό, μπορεί και να μη βρούμε αίσθημα… Αυτή η προσπάθεια να βρούμε πού είναι το αίσθημα είναι και η προσπάθεια με την οποία έγραψα το βιβλίο. Για την οποία χρειάστηκαν και έξι χρόνια έρευνας, όχι τόσο σε βιβλία, όσο μέσω προφορικών αφηγήσεων…

Οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς θεωρείτε ότι έχουν περάσει στα βιβλία τους το στίγμα της εποχής;

Πολλοί από αυτούς ναι. Δεν πιστεύω ωστόσο ότι έχουν καθήκον να το κάνουν, ότι είναι αποστολή τους. Στο βαθμό που θέλουν να το κάνουν, το έχουν καταφέρει επάξια. Υπάρχουν και άλλοι που δεν τους ενδιαφέρει καθόλου κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει κάποιο "πρέπει" σχετικά με αυτό.

Υπάρχει ωστόσο και η άποψη ότι ο συγγραφέας έχει ένα είδος "χρέους" απέναντι στην κοινωνία.

Χρέος δεν έχει κανένα, εκτός ίσως από το να είναι καλός συγγραφέας… Αλλά όχι, ούτε κι αυτό. Ο συγγραφέας δε χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Και αν είναι κακός, μπορούμε απλούστατα να μην τον διαβάζουμε. Από εκεί και πέρα, το αν ενδιαφέρεται ή όχι να αποτυπώσει την εποχή του δεν είναι επαρκές στοιχείο. Μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται, αλλά να μην μπορεί να το κάνει… Η περίπτωση στην οποία και ενδιαφέρεται και μπορεί να το κάνει είναι ευτυχής, το ίδιο του το έργο πλέον μιλάει για το πόσο καλά τα καταφέρνει.

Εσείς ως συγγραφέας αισθάνεστε ότι φτάσατε στο επίπεδο που θα θέλατε να είχατε φτάσει;

Όταν ο συγγραφέας αισθάνεται ότι φτάνει σε ικανοποιητικό επίπεδο, σταματάει να γράφει γιατί νιώθει ότι τα έχει πει όλα… Επομένως όχι, ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι έχω φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο.

Τι θα θέλατε να κάνετε συγγραφικά που νιώθετε ότι δεν κάνατε ακόμα;

Ο συγγραφέας, με κάθε του βιβλίο, δίνει απαντήσεις σε ορισμένα ζητήματα που τον βασανίζουν. Πάντα νιώθει ότι δίνει οριστική απάντηση. Το οξύμωρο είναι ότι γεννιούνται καινούργια ερωτήματα από το ίδιο του το βιβλίο, στα οποία για να απαντήσει πρέπει να γράψει ένα καινούργιο βιβλίο… Και έτσι προχωρά από βιβλίο σε βιβλίο μέχρι να πεθάνει και ο θάνατος βάζει τέλος σε αυτήν την εναγώνια προσπάθεια. Δεν υπάρχει τέλος για τον συγγραφέα, μόνο ο τάφος είναι το τέλος. Μέχρι την τελευταία στιγμή θα τον απασχολεί και θα αφήσει κάποια δουλειά στη μέση… 

Πώς αισθάνεστε σε σχέση με όταν ξεκινήσατε; Φανταζόσασταν ότι θα είχατε αυτήν την πορεία;

Ήταν μια εντελώς διαφορετική εποχή όταν ξεκίνησα, δεν ήταν καν βέβαιο ότι θα βγάλω το βιβλίο μου… Τότε δεν υπήρχαν οργανωμένα τμήματα υποδοχής Ελλήνων λογοτεχνών, έβγαιναν πολύ λιγότερα βιβλία σε σχέση με σήμερα, γενικά ήταν λιγότεροι αυτοί που ασχολούνταν… Βέβαια, από την άλλη, είχες περισσότερο χρόνο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αυτοί που ασχολούνταν πειραματίζονταν πιο εύκολα και ήταν πιο ανοιχτοί σε ένα άγνωστο όνομα, ενώ σήμερα έχουν μια σχέση με το βιβλίο πιο επιδερμική… Το 2018 συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από τότε που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, τους "Ανήλικους", το 1978 το έγραψα και το 1980 εκδόθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων έγραψα δεκαεννιά βιβλία. Μεγάλωσα μαζί με τα βιβλία μου. Μεγάλωσα και άλλαξα και προσπάθησα να αποτυπώσω αυτές τις αλλαγές και στα βιβλία μου. Γι' αυτό και δεν μπήκα στον πειρασμό να τα ξαναγράψω, να τα καλλωπίσω, να κάνω έκδοση αναθεωρημένη, να προβάλλω την υποτιθέμενη γνώση των σαράντα χρόνων στο νεαρό εικοσάρη που γράφει ένα βιβλίο. Ήθελα τα βιβλία μου να είναι καθρέφτης της ηλικίας μου κάθε φορά, να αποτυπώνουν όχι μόνο τις ιδέες μου, αλλά και τις βλακείες μου, τις εμμονές μου, τα λάθη μου, να είναι καθρέφτης πιστός. Σε ποιο βαθμό το πέτυχα αυτό, μπορεί ο κάθε αναγνώστης να το κρίνει.

Μιας και θίξατε το θέμα του αναγνωστικού κοινού, οι Έλληνες όντως δε διαβάζουν, όπως συνηθίζεται να λέγεται;

Τo 2010 ήμουν αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Εκεί μου έφερναν διάφορες στατιστικές για την αναγνωστική συμπεριφορά των Ελλήνων. Ο ένας στους δύο συμπατριώτες μας δε διαβάζει κανένα βιβλίο στη ζωή του ολόκληρη. Αφότου πετάξει -ή για την ακρίβεια, σκίσει- τα σχολικά του βιβλία, δεν ξαναδιαβάζει. Είναι το καταθλιπτικότερο ποσοστό σε όλη την Ευρώπη και ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο. Αυτό βέβαια γίνεται εύκολα αντιληπτό αν αναλογιστούμε πώς συμπεριφέρεται αυτός ο λαός, και πολιτικά και τι αποφάσεις παίρνει και τι ιδέα έχει για τον εαυτό του… Ο Έλληνας δε διαβάζει και αυτό δεν είναι ούτε στερεότυπο ούτε προκατάληψη, είναι γεγονός αποδεδειγμένο. Ο ένας στους δύο Έλληνες λοιπόν δε διαβάζει καθόλου, ο άλλος διαβάζει από ένα έως οχτώ βιβλία το πολύ ετησίως. Το ότι συνεχίζουν να υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα οφείλεται στο ότι δε διαβάζουν τα ίδια βιβλία τουλάχιστον… Έχουμε μία πολύ προβληματική και πολύ μικρή αγορά βιβλίου, τα ποσοστά σε αντίστοιχους μικρούς λαούς είναι συντριπτικά εναντίον μας. Και το θέμα δεν είναι μόνο ότι δε διαβάζουμε αρκετά, αλλά και το είδος των βιβλίων που διαβάζουμε: τα περισσότερα είναι σκουπίδια… Παράλληλα, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο: από όλες τις χώρες που χτυπήθηκαν τόσο βαριά από την κρίση, η Ελλάδα είναι η μοναδική που δε στράφηκε στο βιβλίο. Όλες οι άλλες έκοψαν από κάπου αλλού και στράφηκαν προς τα εκεί, γιατί το βιβλίο ως καταναλωτικό αγαθό ήταν φτηνό. Στη δική μας χώρα μόνο παρουσιάστηκε ύφεση και στο βιβλίο. Έπειτα, η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη σε τηλεθέαση. Βλέπουμε, κατά μέσο όρο, τέσσερις ώρες και είκοσι λεπτά τηλεόραση τη μέρα. Κι αυτός είναι απλώς ο μέσος όρος, υπάρχουν πολλοί που βλέπουν και παραπάνω και έχουν κάνει το μυαλό τους σκόνη… Γιατί δεν μπορείς να πεις "θα δω τηλεόραση και μετά θα διαβάσω ένα βιβλίο", δεν μπορείς μετά να διαβάσεις βιβλίο!

Σε τι οφείλεται, πιστεύετε, αυτό;

Είναι μια μεγάλη κουβέντα αυτή… Το βιβλίο είναι ένας εθισμός. Δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάζεις αν δεν έχεις εθιστεί, αν δε βλέπεις γύρω σου να διαβάζουν, αν δε νιώθεις την ανάγκη, ή μάλλον αν δε σου έχουν καλλιεργήσει την ανάγκη. Δεν είναι κάτι που καταλαβαίνεις αυτονόητα ότι σου λείπει, πρέπει να εκπαιδευτείς ώστε να σου λείπει… Το βιβλίο πρέπει να το βρεις εσύ, δε θα βρει αυτό εσένα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που δε διαβάζει ο Έλληνας… Το ρίχνει, μεταξύ άλλων, και στο κλίμα βέβαια: το καλοκαίρι κάνει ζέστη, πού να κάτσει να διαβάσει, το χειμώνα κάνει κρύο, πού να διαβάσει…

Για τη νέα γενιά συγγραφέων είστε αισιόδοξος;

Όσο τους παρακολουθώ είμαι αισιόδοξος, αλλά φοβάμαι ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφουν δεν είναι καλές, είναι χειρότερες απ' ότι στη δικιά μου εποχή… Το κοινό είναι μικρότερο και πιο περιορισμένο… Υπάρχει στο αναγνωστικό κοινό μία γενιά, αυτή των ηλικιών 16-24, οι μαθητές Λυκείου και οι φοιτητές δηλαδή. Αυτή η γενιά ήταν πάντα ο μεσάζων, ο κράχτης, αυτή που διάβαζε και μετέφερε στην υπόλοιπη κοινωνία το μήνυμα αν ένα βιβλίο είναι καλό ή κακό. Αυτή τη γενιά την έχουμε χάσει. Μπορείτε εύκολα να το διαπιστώσετε αυτό πηγαίνοντας σε μια εκδήλωση βιβλίου. Κι αυτό είναι ένα πλήγμα για τον πολιτισμό μας, γιατί αυτή η γενιά θα μεγαλώσει αύριο παιδιά σε ένα περιβάλλον χωρίς βιβλία. Άρα, δε θα μεταφέρει το μήνυμα, θα έχει σπάσει ο κρίκος… Στον πολιτισμό συμβαίνει ό,τι και στη φύση, όλα είναι αλυσίδα. Και τις συνέπειες θα τις δούμε στην επόμενη γενιά…

Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;

Έχω ξεκινήσει ένα μυθιστόρημα, αλλά είμαι ακόμα στο στάδιο της έρευνας…

Σχετικά με τη συγγραφική σας πορεία, υπάρχει κάτι για το οποίο να μετανιώνετε;

Όχι, με την έννοια ότι αυτός είμαι και αυτά τα λάθη έχω κάνει. Είμαι τα λάθη μου, όχι τα σωστά μου. Ειδάλλως, είναι σαν να μετανιώνεις για τη ζωή σου και να λες ότι θα ήθελες να είχες ζήσει άλλη ζωή… Έχει νόημα να το κάνεις αυτό;

 

(Συνέντευξη για το περιοδικό Vakxikon.gr, 36ο τεύχος, Δεκέμβριος 2016: vakxikon.gr)