Αύγουστος Κορτώ

Είστε ένας από τους πλέον γνωστούς Έλληνες συγγραφείς. Πώς θεωρείτε ότι συνέβη αυτό; Είναι αρκετά δύσκολο να γίνει κανείς τόσο γνωστός στο χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι θέμα συγκυριών. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 1999. Τα πρώτα 13-14 χρόνια είχα ένα πολύ μικρό αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό, το οποίο όταν έβγαλα "Το βιβλίο της Κατερίνας" μεγάλωσε απότομα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Εξάλλου, τα μπεστ σέλερ δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε.

Το αναγνωστικό σας κοινό εκφράζει πολύ έντονα την αγάπη του προς εσάς. Πώς σας κάνει αυτό να αισθάνεστε;

Πολλά βιβλία μου έχουν αυτοβιογραφικό περιεχόμενο, είμαι και αρκετά δραστήριος στα social media, οπότε πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι με γνωρίζουν -και ορθώς την έχουν, γιατί όντως με γνωρίζουν ως ένα βαθμό. Είναι πολύ γλυκό, πολύ συγκινητικό, πολύ ευχάριστο όλο αυτό.

Ο μεγαλύτερος συγγραφικός σας φόβος;

Υποθέτω όλοι οι συγγραφείς φοβούνται μη στερέψουν, αλλά το writer's block είναι κάτι που καταπολεμάται -με το διάβασμα φυσικά.

Αν δεν είχατε γίνει συγγραφέας, τι θα είχατε γίνει;

Δεν ξέρω. Ξεκίνησα να σπουδάζω ιατρική, άρα θα μπορούσα να είχα γίνει γιατρός. Αλλά η δουλειά του γιατρού μού φαινόταν τρομακτικά υπεύθυνη και στρεσογόνα, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, παρόλο που η ιατρική είναι μια μαγική επιστήμη, δε θα γινόμουν ποτέ καλός γιατρός. Πραγματικά, η Ελλάδα και η ανθρωπότητα δε χρειάζεται τέτοιους γιατρούς!

Η θέση του συγγραφέα είναι υπεύθυνη; Έχει κοινωνικό χρέος ο συγγραφέας;

Όχι. Δε θεωρώ ότι διαμορφώνουμε συνειδήσεις, δεν ισχύουν αυτά τα βαρύγδουπα που λέγονται… Απλώς βοηθάμε κάποιους ανθρώπους να περνάνε πιο ευχάριστα και δημιουργικά, μέχρι εκεί.

Εσάς τι σας προσφέρει η συγγραφή;

Είναι το παιχνίδι μου. Ένα ιδιωτικό παιχνίδι, κατά το οποίο σκαρφίζομαι κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο. Είναι σαν ένα παζλ που λίγο-λίγο ολοκληρώνεται στα χέρια σου, είναι εθιστικό και απολαυστικό. Από την άλλη βέβαια είναι και πολύ κουραστικό και χρειάζεται πειθαρχεία, πρέπει κάθε μέρα να κάθεσαι κάποιες ώρες και να γράφεις.

Μακροπρόθεσμα πώς βλέπετε τον εαυτό σας ως συγγραφέα;

Το μόνο μέλλον που σκέφτομαι είναι το εγγύς, αύριο, μεθαύριο… Δεν κάνω σχέδια.

Συγγραφικά, τι είναι αυτό που υπάρχει μέσα σας και δεν το έχετε εκφράσει ακόμα;

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν έχω εκδώσει ακόμα. Κάποια από αυτά ίσως εκδοθούν, κάποια όχι...

Αναδημοσίευση απο το το περιοδικο vakxikon.gr

Χρήστος Θηβαίος

Το να συζητάς με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Μικρή Πατρίδα» και το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» -τραγούδια που σε κυνηγάνε από τα χρόνια της εφηβείας και σε κάνουν ακόμη και τώρα να ανατριχιάζεις- είναι ευχάριστο, είναι ίσως και συγκινητικό. Το να διαπιστώνεις όμως ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ πιο συμπαθής και ενδιαφέρων από όσο είχες φανταστεί, είναι κάτι περισσότερο από έκπληξη και ενθουσιασμός. Γιατί γνωρίζοντας έναν καλλιτέχνη από κοντά, ή που θα απογοητευτείς ή που θα τον αγαπήσεις εις διπλούν. Και –ευτυχώς- με τον Χρήστο Θηβαίο συνέβη το δεύτερο.

Ο Χρήστος Θηβαίος, με το φουλάρι του, τα μακριά του μαλλιά, με την κιθάρα του κάπου ακουμπισμένη στο δωμάτιο, με υποδέχτηκε με τέτοια φιλικότητα και με τόσο πλατύ χαμόγελο, που με έκανε να ξεστομίσω μόλις τον είδα «Χρήστο θα μου συγχωρέσεις που θα σου μιλάω στον ενικό, αλλά ακούω τόσα χρόνια τα τραγούδια σου που είναι σαν να γνωριζόμαστε». Κούνησε αμέσως θετικά το κεφάλι του. «Μα φυσικά».

Με το που ξεκινήσαμε, μου ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μια δήλωση που έχει κάνει, ότι τις Σέρρες τις βλέπει ως πατρίδα του.

«Μια μικρή πατρίδα, ναι», συμφώνησε κατευθείαν μόλις το ανέφερα. «Γιατί έχω όλα αυτά τα χρόνια φιλία με τον Γιώργο Ανδρέου, όχι μόνο επί σκηνής αλλά και εκτός σκηνής. Είμαστε φίλοι. Μπορεί να τηλεφωνηθούμε στις πέντε το πρωί και να μιλήσουμε για τις οικογένειες μας ή να ονειρευτούμε ένα ταξίδι στο Παρίσι. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω, λειτουργούμε πολύ ιδιαίτερα όταν είμαστε οι δυο μας επί σκηνής».

Έχοντας συνηθίσει να συνδυάζουμε τους καλλιτεχνικούς κύκλους με ανταγωνισμούς, μικροκακίες και ζήλεια, ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα λόγια από το στόμα του Χρήστου Θηβαίου. Πριν βιαστώ να βγάλω συμπεράσματα, αναρωτιέμαι αν πιστεύει ότι μπορούν όντως να σταθούν πραγματικές φιλίες στον χώρο αυτό.

«Προτού σου απαντήσω θετικά ή αρνητικά, καταρχήν το εύχομαι. Και νομίζω ότι υπάρχουν. Όπως επίσης άλλοι δυο φίλοι μου που τους νιώθω πλέον σαν οικογένεια μου είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιάννης Χαρούλης. Δεν μπορώ να σκεφτώ την πορεία μου αν δεν τους είχα γνωρίσει. Και εκτός από αυτούς έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη –που είναι οικογένεια μου και επίσημα πλέον- ο Θάνος Μικρούτσικος. Φίλος είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γενικότερα έχω συναντήσει σε αυτήν την πορεία ότι όλοι είμαστε φίλοι μεταξύ μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μαχαιρίτσα, με τον Αλκίνοο, με τον Μάλαμα. Και να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα για το οποίο συζητάμε μεταξύ μας είναι το επάγγελμά μας. Μπορεί η ζωή μας να είναι μουσική, αλλά μιλάμε και για τις οικογένειες μας και για τις ανάγκες μας... Ακόμη και με συναδέλφους που δεν έχουμε τόσο στενή σχέση, όταν βρεθούμε σε μία συναυλία γινόμαστε μια μεγάλη παρέα».

Και επειδή όλοι οι καλλιτέχνες τείνουν να παραπονιούνται για τις δυσκολίες που συναντούν στο χώρο αυτό, αποτελεί ευχάριστο ξάφνιασμα να ακούς από έναν τραγουδιστή τέτοιου βεληνεκούς να λέει ότι δεν συνάντησε μεγάλα προβλήματα.

«Για μένα προσωπικά δεν υπάρχουν δύσκολα. Δόξα τω Θεώ. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μία ανάλογη δική σου στάση, και τη δουλειά και την προσπάθεια και την πορεία που έχεις επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό σου –γιατί κανένας δεν μπορεί να σου επιλέξει την πορεία του εαυτού σου, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμη και από την αρχή που ξεκίνησα, εκάστοτε προστριβές που συνέβησαν είχαν να κάνουν περισσότερο με την αγωνία της διοργάνωσης παρά με την πορεία ή με το είδος ή με το ύφος ή με τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους».

Και η κουβέντα μας ξεφεύγει. Παίρνοντας αφορμή από την ερώτηση μου για τα προβλήματα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αρχίζει να μου εξηγεί –χαμηλόφωνα πάντα και ήρεμα- πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στην επιτυχία η στάση που θα κρατήσει ο ίδιος ο τραγουδιστής.

«Σίγουρα υπάρχει μια δυσκολία για αυτούς που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με αυτόν τον χώρο, για τους οποίους η πραγματική δυσκολία είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Αν δεν τα έχεις εσύ καλά με τον αυτό σου και δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αποκλείεται να έχει διάρκεια. Εξαρτάται τι σε ενδιαφέρει. Σε ενδιαφέρει να φαίνεται το πρόσωπο σου στο εξώφυλλο και σε μια τηλεοπτική εκπομπή ή σε ενδιαφέρει να γράψεις τραγούδια τα οποία θα τα τραγουδάει όλος ο κόσμος, τα οποία δεν θα τα έχεις γράψει για να κάνεις ένα σουξέ εποχιακό, αλλά γιατί βγαίνουν μέσα από την ψυχή σου».

Μ’ αρέσουν οι απόψεις του και η διαύγεια του στον τρόπο σκέψης. Ούτε συνταγές επιτυχίας, ούτε παιχνίδια δημοσιότητας, με λίγα λόγια η στάση του κάθε καλλιτέχνη είναι αυτό που ξεχωρίζει τον επιτυχημένο από τον μη.

«Μέσες άκρες ναι. Αν έχεις μέσα στην ερώτηση σου και τη διαφορά ανάμεσα στο έντεχνο και το “εμπορικό” -γιατί και το έντεχνο εμπορικό είναι, από τη στιγμή που ο Παπακωνσταντίνου έχει 7.000 κόσμο και ο Ρουβάς 600. Ποιος είναι ο εμπορικός; Όχι βέβαια πως θέλω να θίξω τον Ρουβά, σχολιάζω απλά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται οι λέξεις αυτές. Το θέμα είναι ότι και στον χώρο του “εμπορικού-ποπ” τραγουδιού υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Ρουβάς, η Παπαρίζου.... οι οποίοι δουλεύουν και ασχολούνται πραγματικά με αυτό και έχουν επιτυχία στον κόσμο, χωρίς όμως να είναι εποχιακοί. Άσχετα αν δεν είναι το είδος μουσικής που ακούω εγώ. Αλλά έχουν αποδείξει με τη δουλειά τους ότι διαρκούν και έχουν ταλέντο».

Δείχνει πολύ ισορροπημένος και κατασταλαγμένος έτσι όπως εκθέτει τη γνώμη του περί καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει όμως πάντα ζωντανός ο κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη να παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του χώρου; Και σε αυτήν την περίπτωση, ο Θηβαίος μιλάει και πάλι για τις εσωτερικές ισορροπίες του καθενός.

«Είναι πάρα πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εμπορικότητα, από την προβολή, είτε είναι στην αρχή της καριέρας του είτε όχι. Η Αρλέτα μου είχε πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ότι στην αποτυχία χάνεις το μυαλό σου, αλλά στην επιτυχία χάνεις την ψυχή σου. Αυτό όμως και πάλι που έχει σημασία είναι τι ακριβώς θέλεις εσύ ο ίδιος, τι ζητάς. Δεν υπάρχει συνταγή για να το αποφύγεις. Αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, φεύγει από μόνο του».

Σκέφτομαι τα τραγούδια του, πόσο βαθύ νόημα έχουν και πόσο πολύ καταφέρνουν να αγγίξουν τον κόσμο, ακούω και τις απόψεις του και αναλογίζομαι τι έχει σημασία για αυτόν σε ό, τι αφορά στο τραγούδι. Με ποιον άξονα και με ποια αξία υπηρετεί αυτό που λέγεται μουσική.

«Με το αν το βράδυ που θα επιστρέψω σπίτι μου έχω αισθανθεί ότι μέσα και από τρία λεπτά έστω τραγουδιού έγινα καλύτερος άνθρωπος. Και όχι μόνο τα δικά μου τραγούδια, αλλά και άλλων. Ακούω κάτι και λέω “ναι, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος”».

Μόνο που το τραγούδι δεν είναι μόνο τι δίνει ο καλλιτέχνης στον κόσμο ή στον εαυτό του, αλλά και τι εισπράττει πίσω από το κοινό. Και στην περίπτωση του Θηβαίου, μάλλον έχει να εισπράξει πολλά.

«Για να είμαι ειλικρινής δεν το αισθάνομαι ως κεκτημένο, αλλά ότι διαρκώς το κερδίζω. Και το εκτιμώ αφάνταστα ότι ο κόσμος συνεχώς μου χαρίζει αυτήν την δυνατότητα και τον ευχαριστώ βαθιά μέσα από την καρδιά μου που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος».

Άρα λοιπόν, σκέφτομαι στο φινάλε της συνέντευξης, δεν είναι ούτε η στάση ούτε η ισορροπία που μετράνε μόνο, αλλά μάλλον το να ανταγωνίζεσαι διαρκώς τον εαυτό σου. Κι αυτό δίνει και μια αισιοδοξία ότι μπορούμε να περιμένουμε ακόμη καλύτερα πράγματα από τον Χρήστο Θηβαίο.

Περιοδικό Ser-Free, #11, Μάρτιος 2010

Κώστας Ακρίβος

"Ο μεγαλύτερος κριτής ενός βιβλίου είναι ο χρόνος"

Ο συγγραφέας-φιλόλογος Κώστας Ακρίβος μιλάει στο vakxikon.gr για το νέο του βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο), για το τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα επιτυχημένο και για τη σχέση μαθητών και λογοτεχνίας στα ελληνικά σχολεία.

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το νέο σας βιβλίο "Γάλα Μαγνησίας" (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Πείτε μου μερικά λόγια για αυτό.

Το καλοκαίρι του 1974 στην παραλιακή τοποθεσία Πλάκες του Βόλου πνίγεται ένας μαθητής. Για τον πνιγμό υπαίτιοι θεωρούνται τέσσερις συμμαθητές του, που κολυμπούσαν στην ίδια με αυτόν παραλία. Ποιοι, όμως, είναι αυτοί και ποια η σχέση τους με το θύμα; Είναι πράγματι ένοχοι ή φταίει η κακιά στιγμή, όπως ισχυρίζονται; Κανείς, ούτε το Λιμενικό ούτε η Χωροφυλακή, δεν μπορεί να βρει τι πραγματικά συνέβη, άρα αδυνατούν να αποκαλύψουν την αλήθεια. Εκείνο που όλοι γνωρίζουν είναι ότι οι συγκεκριμένοι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν φιλικές σχέσεις με το θύμα, αλλά πολλές φορές μάλωναν και για διάφορους λόγους έρχονταν στα χέρια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι καλά έκαναν και τα έβαζαν μαζί του, επειδή το θύμα ασκούσε βία σε κάποια μικρότερα παιδιά που οι ίδιοι τα υπερασπίζονταν. Οι εν λόγω μαθητές και το θύμα είναι συμμαθητές, όμως είναι και εσώκλειστοι στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο της πόλης. Επομένως  γνωρίζονται πολύ καλά μεταξύ τους καθώς περνούν παρέα τις νύχτες και τις μέρες της εφηβείας τους. Κατάγονται από διάφορα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας και την επόμενη χρονιά ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αυτή λοιπόν είναι η μαθητική, αυτή και η ιδιωτική ζωή τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2011, οι δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του επεισοδίου θα συναντηθούν εντελώς τυχαία στην Αθήνα. Πρόκειται για μια συνάντηση που θα αλλάξει το παρελθόν μα και το παρόν της ζωής τους, γιατί ο ένας από τους δύο κατηγορεί τον άλλον ότι εκείνος έφταιξε που πνίγηκε ο συμμαθητής τους, ενώ μέχρι τώρα, όλα αυτά τα χρόνια, εκείνος αλλιώς τα είχε στο μυαλό του.

Φοβάστε το επόμενο βιβλίο; Μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου που πήγε καλά, υπάρχει η αγωνία για το αν θα είναι εξίσου καλό ή καλύτερο το επόμενο;

Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι η όποια επιτυχία ενός βιβλίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τις περισσότερες φορές αστάθμητους. Άρα καλό είναι ο συγγραφέας να μένει συγκεντρωμένος στην παραγωγή του έργου και λιγότερο στους τρόπους υποδοχής του από το κοινό. Άλλωστε ένας είναι ο μεγαλύτερος και σωστότερος κριτής, ο υπεράνω όλων: ο χρόνος.

Μετά από τόσα βιβλία, πόσο σας επηρεάζουν οι κριτικές; Πόσο σοβαρά τις λαμβάνετε υπ' όψιν; Και ποιος είναι για εσάς ο αυστηρότερος κριτής;

Για κάθε λογοτεχνικό έργο, ο ίδιος ο δημιουργός του πρέπει να είναι ο πιο άτεγκτος κριτής. Από τη στιγμή λοιπόν που το βιβλίο δεν είναι άλλο παρά ένα χέρι απλωμένο στον αναγνώστη, δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια σε κάθε κρίση, είτε αυτή προέρχεται από έναν “απλό” αναγνώστη είτε από έναν έγκριτο κριτικό λογοτεχνίας. Με ενδιαφέρουν πρωτίστως εκείνες οι κριτικές που εμβαθύνουν στο τι και το πώς ενός έργου και όχι εκείνες που το λιβανίζουν ή αυτές που τις χαρακτηρίζει η στρεβλή ανάγνωση ή, ακόμα χειρότερο, η συγκαλυμμένη εμπάθεια.

Τι είναι αυτό που πυροδοτεί την έμπνευση σας; Αυτό που σας κεντρίζει περισσότερο δημιουργικά;

Μεγάλο το καλάθι: Μνήμη και παρελθόν, πρόσωπα (εξ) αφανισμένα στις μυλόπετρες της ιστορίας, ενοχές, η φιλία και ο έρωτας, η προδοσία, η εξουσία σε κάθε της μορφή, το πώς κανείς από παιδί μεταμορφώνεται σε ενήλικα, η οικογένεια και τα πάθη της, οι ρίζες, το σήμερα και όσα γίνονται ή δεν γίνονται...

Τι είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα καλό; Και τι αυτό που τον κάνει γνωστό στο κοινό και "επιτυχημένο";

Η σκληρή δουλειά και η ταπεινοφροσύνη. Για να καθιερωθείς στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και να κερδίσεις την εκτίμησή του, απαιτείται πάνω απ' όλα να μην είσαι λωποδύτης. Θέλω να πω μ' αυτόν τον σκληρό όρο, να μην προσπαθείς να ξεγελάσεις τους αναγνώστες σου με θέματα και τρόπο γραφής έχοντας σαν μοναδική βλέψη το κέρδος και την πρόσκαιρη επιτυχία. Μπορεί να τους ξεγελάσεις μία φορά ή μπορεί να κοροϊδέψεις κάποιους. Συνεχώς, όμως, και όλους δεν γίνεται! Οι αναγνώστες έχουν τις περισσότερες φορές πιο καθαρό μάτι και διαυγέστερο μυαλό από τους γραφιάδες.

Είναι εύκολο να είναι κανείς συγγραφέας στην Ελλάδα του σήμερα; Βοηθούν οι συνθήκες; Ο κόσμος αγκαλιάζει τη λογοτεχνία;

Λίγοι οι εκδοτικοί οίκοι και όχι τόσο ανοιχτοί απέναντι στους νέους συγγραφείς, αν και βέβαια πολλοί είναι εκείνοι που γράφουν και θα ήθελαν τα γραπτά τους να τα δουν να γίνονται βιβλίο. Για την πολιτεία και τη μέριμνα γύρω από το βιβλίο, καλύτερα ας μη το συζητήσουμε. Όσο δε για το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας, θα έλεγα πως χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: εκείνοι (-ες) που θέλγονται από τα εύπεπτα ροζ ή τα ψευδοϊστορικά μυθιστορήματα και οι λίγοι, ένα κοινό περίπου 5 με 6 χιλ. αναγνώστες που αναζητούν στο λογοτεχνικό βιβλίο την ποιότητα της γραφής.

Ποια συγγραφική σας στιγμή θα θεωρούσατε κορυφαία;

Κορυφαίο για κάποιον λογοτέχνη θα μπορούσε να είναι κάποιο βραβείο, η μετάφραση των βιβλίων του σε άλλες γλώσσες, οι πολλαπλές εκδόσεις ή, ακόμη, και η στιγμή που εκδίδει το πρώτο του βιβλίο. Προσωπικά δεν θα ξεχάσω ένα μεσημέρι που είδα τον πατέρα μου να κοιμάται και να έχει στο στήθος του μισάνοιχτο ένα δικό μου βιβλίο. Τον πατέρα μου που δεν είχε τελειώσει καν το σχολείο...

Από όλη τη συγγραφική δραστηριότητα, ποια είναι για εσάς η σημαντικότερη στιγμή; Η στιγμή της έμπνευσης; Η διαδικασία της συγγραφής; Το τυπωμένο πλέον βιβλίο; Η παρουσίαση και η επαφή με τον κόσμο;

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η κυκλοφορία του βιβλίου και η επαφή με το αναγνωστικό κοινό δεν έχουν τη δική τους γλύκα και μαγεία. Η διαδικασία ωστόσο της συγγραφής, από το αρχικό στάδιο της ανεύρεσης του θέματος μέχρι την ολοκλήρωση της γραφής, είναι εκείνο το στάδιο όπου ο λογοτέχνης βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του, προσπαθώντας να εμφυσήσει ζωή στα πρόσωπα της φαντασίας του, ώστε να γίνουν πειστικοί λογοτεχνικοί χαρακτήρες. Νομίζω πως αυτή τη φάση είναι ανεκτίμητη – από κάθε άποψη.

Ως καθηγητής φιλολογίας σε δημόσια σχολεία της Ελλάδας, πώς κρίνετε τη σχέση μαθητών - λογοτεχνίας; Το σχολείο φέρνει με τον σωστό τρόπο τα παιδιά σε επαφή με τα λογοτεχνικά έργα;

Ο τρόπος που διδάσκεται σήμερα το μάθημα της λογοτεχνίας είναι ξεπερασμένος. Αν στα σχολεία, κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν καθιερωθεί επίσημα η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου και συνεχιστεί να υφίσταται το σημερινό μοντέλο, δηλαδή η διδασκαλία αποσπασματικών λογοτεχνικών κειμένων, τότε όχι μόνο οι σημερινές, μα και οι επόμενες γενιές μαθητών δεν θα γνωρίσουν και κυρίως δεν θα αγαπήσουν τη λογοτεχνία.

Συγγραφικά απωθημένα; Τι αισθάνεστε ότι είναι αυτό που δεν έχετε γράψει ακόμα;

Φοβάμαι να το ψάξω ανακρίνοντας τον εαυτό μου. Απλώς, του επιτρέπω κατά καιρούς να φέρνει αβίαστα στην επιφάνεια ό,τι σιγοκαίει κρυφά μέσα μου, δοκιμάζοντας αυτές τις σπίθες να τις κάνω βιβλίο.

 

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό vakxikon.gr ,τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2018

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Σε ποιο σημείο της καριέρας σας βρίσκεστε; Αισθάνεστε ικανοποιημένος, υπάρχουν πράγματα που δεν κάνατε ακόμα, κάποια απωθημένα ίσως;

Απωθημένα δεν έχω γενικώς, προσπαθώ πάντα να κάνω τα πράγματα που έχω ανάγκη. Ασχολούμαι με πολλά διαφορετικά πράγματα στο χώρο της μουσικής, όχι μόνο με το τραγούδι, που είναι βέβαια και ο κύριος όγκος της δουλειάς και ο τρόπος που με ξέρει ο κόσμος, και πάντα προσπαθώ να γίνομαι καλύτερος. Όσον αφορά στην καριέρα…. Ποτέ δεν κατάλαβα ότι κάνω καριέρα αλήθεια, δεν το βλέπω έτσι. Απλά άλλες φορές βαλτώνεις, άλλες φορές προχωράς αλματωδώς, κι άλλες φορές κάνεις μια ησυχία και μαζεύεσαι και ίσως αυτή είναι και η πιο δημιουργική περίοδος.

Είστε ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές και τα δικά σας τραγούδια ειδικά αγγίζουν πολύ βαθιά τον κόσμο. Αυτό πώς σας κάνει να αισθάνεστε;

Όταν βλέπω ο κόσμος να αγαπάει τα τραγούδια μου αισθάνομαι μεγάλη χαρά, όπως όταν ένας γονιός βλέπει να αγαπούν το παιδί του και χαίρεται. Αλλά από την άλλη, όταν ηχογραφείς ένα τραγούδι και εκδοθεί, δεν αισθάνεσαι και τόσο πατέρας, έχει πια ελευθερωθεί, έχει ζωή από μόνο του.

Αυτό ακριβώς το έχει πει και ο Σεφέρης, ότι μόλις εκδόσεις ένα ποίημα, δεν είναι δικό σου πια, ανήκει στο κοινό.

Πράγματι, ένα τραγούδι ανήκει σε όσους το αγαπάνε και με αυτήν την έννοια εγώ θεωρώ δικά μου και τραγούδια που δεν έγραψα ο ίδιος.

Πρέπει να είστε άνθρωπος που δεν τα πάτε πολύ καλά με την δημοσιότητα, είστε αποτραβηγμένος και εμφανίζεστε επιλεκτικά.

Όλα αυτά είναι σχετικά. Με ενοχλούσε πάντα η έννοια του δημοσίου προσώπου, μου θυμίζει το ελληνικό δημόσιο, τα δημόσια ουρητήρια... Δεν αισθάνομαι όμως αποτραβηγμένος, εφόσον είμαι ένας άνθρωπος που δίνει τέσσερις-πέντε συνεντεύξεις το χρόνο. Απλά καλό είναι να βγαίνεις όταν έχεις να πεις κάτι καινούργιο. Αν όμως κάποιοι υπερβάλλουν και είναι κάθε μέρα στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά αποτραβηγμένος είναι αυτός που έχει μεγάλο έργο και δεν βγαίνει ποτέ να μιλήσει για αυτό. Εμείς όλοι που έχουμε φανερώσει στον κόσμο ένα μέτριο όγκο δουλειάς και βγαίνουμε και μιλάμε για αυτό, δεν θα πρέπει να θεωρούμαστε ιδιαίτερα συνεσταλμένοι!

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που υπάρχουν reality, γρήγορη και παροδική επιτυχία, σκυλάδικα, πόσος χώρος υπάρχει για αληθινή τέχνη;

Υπάρχει αληθινή τέχνη, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που γίνονται σε όλους τους τομείς και σε όλες τις τέχνες. Το τραγούδι τυγχάνει μιας διαχείρισης προνομιακής και οι τραγουδιστές ακόμη περισσότερο, και υπάρχουν καλλιτέχνες που κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Το αν είναι γνωστοί ή όχι στο κοινό αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Δηλαδή είστε ικανοποιημένος από τα μουσικά δρώμενα της Ελλάδας;

Δεν μου λείπουν πολλά πράγματα, αλλά είμαι ανικανοποίητος γενικά από την αισθητική της χώρας μας. Δεν μπορώ να το ταυτίσω αυτό με τις τέχνες αποκλειστικά, έχει να κάνει, παραδείγματος χάριν, και με την αρχιτεκτονική μας. Για παράδειγμα, στις πόλεις βλέπεις τις γνωστές άθλιες πολυκατοικίες, τα πάντα φτιαγμένα από μπετόν, χωρίς καμία αισθητική, αυτό με πειράζει. Και ειδικά όταν είσαι άνθρωπος που ταξιδεύεις στο εξωτερικό και βλέπεις ότι άλλοι έχουν γενικότερα μια καλύτερη αισθητική –ανεξαρτήτως από την προσωπική αισθητική του κάθε ατόμου. Αυτό μου λείπει, και αυτή η έλλειψη αισθητικής υπάρχει πλέον και στην πολιτική, στα ΜΜΕ, στον τρόπο που μιλάμε ο ένας στον άλλον, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, στον τρόπο που σπαταλάμε τον χρόνο μας, υπάρχει παντού, άρα και στις τέχνες, με φωτεινές βέβαια πάντα εξαιρέσεις.

Τι σημαίνει για εσάς επιτυχία; Ένας δίσκος που κάνει πωλήσεις, ένα live με πολλά άτομα, ο γάμος σας, οι κόρες σας;

Επιτυχία κατά τη γνώμη μου είναι το να είναι ο άνθρωπος σύμφωνος με τον εαυτό του ή να παλεύει να συμφωνήσει. Από εκεί και πέρα, μεμονωμένες επιτυχίες υπάρχουν. Εξαρτάται όμως πάντα ποιες είναι οι αναφορές και ποιοι οι στόχοι σου.

Μέχρι στιγμής είστε μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Φοβάστε ποτέ μήπως η έμπνευση αυτή σταματήσει;

Μου συμβαίνει συνέχεια, οπότε δεν το φοβάμαι. Όποτε δεν δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να είμαι ανοιχτός, δεν είμαι και δημιουργικός. Πολλές φορές δίνω περισσότερη σημασία σε πράγματα εκτός της μουσικής και ξέρω ότι τότε το παράθυρο της έμπνευσης είναι κλειστό. Μου λείπει όταν συμβαίνει για πολύ καιρό, και έχω γράψει και τραγούδια πάνω σε αυτό, για παράδειγμα «γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω».

Αναφέρεστε στην έμπνευση; Γιατί τα περισσότερα τραγούδια σας δίνουν την εντύπωση ότι είναι καθαρά ερωτικά.

Ποτέ δεν έχω γράψει τραγούδι για έναν άνθρωπο, δηλαδή να μου λείπει μια κοπέλα και να γράψω ένα τραγούδι. Τα περισσότερα είναι υπαρξιακά, μιλούν για αυτήν την έλλειψη συμφωνίας με τον εαυτό μας, άρα και της συμφωνίας με τους άλλους ανθρώπους και με το σύμπαν ολόκληρο. Δεν είναι εγωιστικό να είσαι σύμφωνος με τον εαυτό σου, είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσεις σωστά απέναντι στους άλλους.

Το πολιτικό τραγούδι θα σας ενδιέφερε;

Πολλά τραγούδια που έχω γράψει και εγώ και άλλοι τα θεωρώ πολιτικά, με τρόπο όμως ουσιαστικότερο, χωρίς να φωνάζουν, χωρίς να πετάνε συνθήματα, χωρίς να είναι με τη γροθιά σηκωμένη, καταφέρνουν να δημιουργήσουν ακροατές με ανοιχτή ψυχή και με ανοιχτό μυαλό, που σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τον κόσμο με έναν τρόπο που μπορεί να γίνει καθοριστικός για την αλλαγή αυτού του κόσμου, αν υπάρξει ποτέ αυτή η αλλαγή που όλοι ονειρευόμαστε. Οπότε θεωρώ ότι το πολιτικό είναι ένα τραγούδι που μπορεί να κρατήσει τις κεραίες του ακροατή ανοιχτές, ανεξάρτητα αν μιλάει ξεκάθαρα για τα θέματα τα οποία πραγματεύεται.

Τι υπάρχει από την δική σας ψυχή μέσα σε κάθε τραγούδι;

Αυτό δεν μπορώ να το πω. Δεν έχω ιδέα. Το τραγούδι είναι ένας κόσμος ολόκληρος και το σίγουρο είναι ότι τον έχω κατοικήσει αφού το έγραψα, αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι βρίσκομαι ολοκληρωτικά εκεί. Δεν γνωρίζουμε ολόκληρο τον εαυτό μας και δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις ποιο μέρος σου είναι μέσα στο τραγούδι και ποιο απ’ έξω!

Ιανουάριος 2009, Εφημερίδα Σερραϊκόν Θάρρος  

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης

«Δεν είμαι ο τύπος που χαίρεται τη δημοσιότητα»

Πριν συναντήσω τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση ήξερα περίπου τι να περιμένω. Τον είχα παρακολουθήσει σε πολλές συνεντεύξεις: σοβαρός, μετρημένος, να λέει ότι η δημοσιότητα δεν είναι και το καλύτερο του… Τον συνάντησα ένα βράδυ στο θέατρο, κανένα μισάωρο πριν ανεβεί στη σκηνή, με το μακιγιάζ μισοτελειωμένο στο πρόσωπο και με μια ευχάριστη βαβούρα να πλανιέται στο χώρο. Κόντρα σε αυτά η ευγένεια του –τόσο έντονη που μου έκανε εντύπωση. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και αρχίσαμε να μιλάμε σοβαρά και χαμηλόφωνα. Ήταν τόση η ηρεμία στην κουβέντα μας που ξέχασα μέχρι και να περάσω από τον πληθυντικό στον ενικό αριθμό.

Τις Σέρρες τις βρίσκει υπέροχες. Έτσι ξεκινήσαμε.

«Μου αρέσουν οι άνθρωποι, το φαγητό, η νυχτερινή ζωή, η φύση γύρω από την πόλη… Ό,τι έχω δει μου αρέσει».

Ο ίδιος είναι από την Πάτρα, μένει εκτός κέντρου Αθηνών και είναι άνθρωπος της φύσης –όλα αυτά τα μαθαίνω σε δευτερόλεπτα, καθώς αυθόρμητα τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις. Περιμένω να ακούσω ότι θα έμενε πρόθυμα και στην επαρχία.

«Άνετα, άνετα, αν μου το επέτρεπε η δουλειά μου. Τώρα δε μου το επιτρέπει».

Πόσο ευέλικτος! Θα άλλαζε, λέει, και δουλειά και δε θα είχε πρόβλημα να κάνει οποιαδήποτε.

«Δε θα τις αγαπούσα βέβαια όλες. Αν πουλούσα καρέκλες, για παράδειγμα, δε θα με γέμιζε, αλλά ασφαλώς και θα το έκανα προκειμένου να ζήσω. Οι δουλειές που αγαπώ είναι φυσικά το θέατρο και κάποιες άλλες ασχολίες που έχω ως χόμπι, όπως η κηπουρική».

Ευθύς, κατασταλαγμένος, μιλά τόσο απλά και ουσιαστικά. Η φωνή του παίρνει μια πιο ζωηρή χροιά μόλις η κουβέντα μας έρχεται στα επαγγελματικά του.

«Θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό. Και που κάνω τη δουλειά που αγαπώ και που έχω ακόμα δουλειά».

Μου αρέσει η αίσθηση αυτή του βαθύτατα ικανοποιημένου ατόμου που βγάζει, αλλά σε εκείνο το σημείο γυρνώ και τον κοιτάζω πλάγια: μπορούμε να κάνουμε τόσο ιδανικά τη δουλειά που μας αρέσει χωρίς να βάζουμε νερό στο κρασί μας;

«Ασφαλώς και όχι. Πάντα υπάρχουν συμβιβασμοί. Αλλά και πάλι θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, έχω κάνει λίγους συμβιβασμούς, κι αυτό γιατί έτσι έτυχε, δε χρειάστηκε να κάνω. Αν χρειαζόταν θα έκανα προκειμένου να μη χαλάσω μια συνεργασία ή, για παράδειγμα, για να σπουδάσω τα παιδιά μου».

Πρέπει πάντως, για όποιον μας έβλεπε, να αποτελούσαμε ένα εξαιρετικά αστείο θέαμα: να μιλάμε σιγανά και με απόλυτη σοβαρότητα, την ίδια στιγμή που ο Σκιαδαρέσης είναι μακιγιαρισμένος εντελώς φαιδρά και ντυμένος σαν αρχαίος Έλληνας. Και ισχυρίζεται κιόλας ότι δε θεωρεί τον εαυτό του κωμικό ηθοποιό!

«Όχι, δε θα έλεγα. Πάρα πολύ συχνά μου προτείνουν και δραματικούς ρόλους. Ως κωμικός η αναγνώριση έγινε στο Καφέ της Χαράς. Αλλά μετά ακολούθησε το Χαρά Αγνοείται. Οπότε νομίζω πως ανήκω εξίσου και στα δύο. Και καλύτερα βέβαια, γιατί μου αρέσει να κάνω διαφορετικά πράγματα».

Και όπως δηλώνει αμέσως μετά, αγαπάει εξίσου και τα δύο.

«Φυσικά και διασκεδάζω στην κωμωδία, το ίδιο όμως και στο δράμα. Επειδή είμαι τύπος της πλάκας, το διασκεδάζω εξίσου».

Κι εγώ που αναρωτιόμουν πως αντέχουν οι ηθοποιοί όταν ερμηνεύουν ψυχοπλακωτικούς ρόλους…

«Όχι, από ένα ρόλο δεν επηρεάζομαι ποτέ. Επηρεάζομαι από άλλα πράγματα, από κακές συνθήκες δουλειάς, από κακές συνεργασίες… Υπήρξαν όμως και φορές που αισθανόμουν ότι δεν είχα βρει το ρόλο. Τότε τυραννιόμουν αφάνταστα. Σαν να προσπαθούσα να αγαπήσω έναν άνθρωπο που έπρεπε να μισώ. Ήταν πολύ ψυχοφθόρο».

Δεν είναι η πρώτη φορά που σε κουβέντα με ηθοποιό ακούγεται η λέξη «ψυχοφθόρος»…

«Ναι, είναι ψυχοφθόρα δουλειά, αλλά και ψυχοθεραπευτική παράλληλα. Όταν είναι καλές οι συνθήκες και οι συνεργασίες, είναι ευεργετική. Η δουλειά αυτή γίνεται μόνο αν αγαπάς τους πάντες: το ρόλο, τους συναδέλφους, το σκηνοθέτη, δε γίνεται αλλιώς. Μια κακή συνεργασία σε βασανίζει, δε σε αφήνει να καταθέσεις την ψυχή σου. Γιατί με αυτό παίζεις, με το συναίσθημα, με την ψυχή».

Ακούγοντας τον να μιλάει έτσι, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Η ουσία της δουλειάς του, προφανώς, βρίσκεται αλλού.

«Μου αρέσει μέχρι ενός σημείου, αλλά δεν είμαι ο τύπος που τη χαίρεται… Μου λείπει, για παράδειγμα, που δεν μπορώ να καθίσω κάπου μια ολόκληρη ώρα για καφέ χωρίς να έρθει κάποιος να μου μιλήσει. Όχι πως με ενοχλεί, απλώς δεν είναι κάτι που επιδίωξα, δεν έγινα ηθοποιός για να γίνω γνωστός. Είναι όμως φυσικό επακόλουθο, το ήξερα. Αν δεν ήθελα να με γνωρίζουν, ας μην έκανα τηλεόραση, σωστά;».

Προσπαθώ πάντως τόση ώρα να συμβιβάσω μέσα μου τις δυο εικόνες: τον Σκιαδαρέση που έχω δίπλα μου, σοβαρό, ήρεμο, κατασταλαγμένο, με τους κωμικούς ρόλους στους οποίους τον έχω δει, όπου είναι ανοιχτός, έξω καρδιά, πλακατζής…

«Είμαι και έτσι, αλλά σε δεύτερο χρόνο. Η πρώτη εντύπωση που δίνω πάντα είναι ότι είμαι κλειστός. Θέλω χρόνο για να ανοιχτώ. Από κάτω κρύβεται ένα πολύ γελοίο άτομο. Ένα άτομο που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμο για την όποια γελοιότητα».

Εδώ μου χαρίζει και το πρώτο πλατύ χαμόγελο, είναι σχεδόν έτοιμος να βάλει τα γέλια. Η κουβέντα μας γίνεται πιο οικεία και μου βγαίνει αυθόρμητα να τον ρωτήσω για το γάμο του με την Μπέσυ Μάλφα. Πώς είναι ένας γάμος μεταξύ τόσο διάσημων ηθοποιών; Είναι κάτι που σε δένει, σε χωρίζει; Πρέπει να του το έχουν ρωτήσει αυτό αμέτρητες φορές, αλλά μου απαντά με τη γνωστή ήρεμη φωνή του.

«Ο ένας κατανοεί τους χρόνους και τα προβλήματα του άλλου, τις αγωνίες… Ανταγωνισμό δεν έχουμε. Δεν ξέρω τι θα γινόταν βέβαια αν η Μπέσυ ήταν πρώτο όνομα κι εγώ κομπάρσος, τότε ίσως και να είχα πρόβλημα, δεν ξέρω. Αλλά τώρα χαιρόμαστε ο ένας με την επιτυχία του άλλου».

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης έχει δώσει ρεσιτάλ θετικής ενέργειας. Τον κοιτώ κατάματα και τον ρωτώ προτού πατήσω το stop: επαγγελματικά απωθημένα; Μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο και μου λέει με ελαφρώς παραπονεμένη φωνή:

«Μόνο ένα: να παίξω Σαίξπηρ. Δεν προέκυψε ποτέ. Είμαι περήφανος για ό,τι δουλειές έχω κάνει και δεν αισθάνομαι να μου λείπουν οι μεγάλοι ρόλοι, αλλά Σαίξπηρ θέλω πολύ να παίξω γιατί μου αρέσει ως συγγραφέας. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τύχει!».

 

Περιοδικό Ser-Free, #35, Δεκέμβριος 2014