Παρουσίαση του βιβλίου Αχ-έρων στις Σέρρες

Η παρουσίαση του βιβλίου "Αχ-έρων" (Εκδόσεις Vakxikon.gr, 2013) στις Σέρρες έγινε την Τετάρτη 9 Απριλίου 2014 στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΚΕΔΗΣ. Για το βιβλίο μίλησε η θεατρολόγος Μαρία Μεντίζη και αποσπάσματα διάβασε ο ηθοποιός-χορογράφος Αστέρης Πολυχρονίδης.

Το κείμενο της Μαρίας Μεντίζη από τη βιβλιοπαρουσίαση:

"Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλησπέρα!

Παρουσίαση βιβλίου, λοιπόν… γνωστό το σκηνικό. Το έχω ζήσει πολλές φορές. Είχα την τιμή να βρεθώ δίπλα σε λογοτέχνες και ποιητές απαγγέλλοντας ποιήματα ή αποσπάσματα από τα έργα τους. Αυτή είναι η μία επαφή που είχα ποτέ με την ποίηση. Η δεύτερη ήταν του σχολείου αλλά, και ζητώ συγνώμη απ’ όλους τους φιλολόγους που κόπιαζαν τότε να μας κάνουν να την αγαπήσουμε, δεν θυμάμαι τίποτα. Ίσως μόνο κάπου βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό μου να υπάρχουν οι γνώσεις αυτές που σίγουρα διαμόρφωσαν έστω και λίγο αυτό που είμαι σήμερα. Και η τρίτη εμπειρία είναι αυτή των εθνικοπατριωτικών ποιημάτων που αναγκάζουμε τους μαθητές μας ν’ αποστηθίζουν και να τα απαγγέλλουν δυνατά, καθαρά και χρωματίζοντας τη φωνή τους. Καμία σχέση!

Αυτό που κάνω τώρα, όμως, το κάνω για πρώτη φορά. Είχα πάντα την αίσθηση ότι η Χρύσα είναι πώς να το πω, διαφορετικός άνθρωπος, κάπως εσωστρεφής, εκκεντρική… και όταν μου είπε πως γράφει και ποίηση… σκέφτηκα κι εγώ αυτό που σκέφτονται οι περισσότεροι: φευγάτη! Όταν δε, μου πρότεινε, εμένα, να παρουσιάσω και το βιβλίο της εκεί είναι που είπα… κρίμα το χάσαμε το κορίτσι! Πάνω στην αμηχανία μου δέχτηκα και σε λίγα λεπτά το είχα μετανιώσει. Ντράπηκα όμως να της πάρω αμέσως τηλέφωνο και να το ακυρώσω κι είπα ας το κάνω αύριο.

Κάθομαι λοιπόν το ίδιο βράδυ και ξεφυλλίζω το βιβλίο της για να ξαναθυμηθώ τα ποιήματά της. Κι αρχίζουν να έρχονται στο μυαλό μου όλες εκείνες οι εικόνες με τη Χρύσα ανάμεσα σε άδειες κούτες από ποτήρια, πιάτα, ηλεκτρικές σκούπες και σόμπες υγραερίου, μέσα στη φιλόξενη αίθουσα του πρώτου ΚΑΠΗ κατά τη διάρκεια των προβών της παράστασης «κι όμως ποθώ να ζήσω».  Εκεί, που αυτή η Χρύσα, έτσι όπως την ξέρετε, έπρεπε να παραστήσει μια ξιπασμένη, νεόπλουτη που έκανε shopping therapy αγοράζοντας δεκάδες άχρηστα πράγματα μόνο και μόνο για να ξεπεράσει τη θλίψη και τη μονοτονία της ανιαρής ζωής της. Και η μεταμόρφωσή της ήταν αποκαλυπτική! Μου επέτρεψε να δω ένα άλλο μέρος του εαυτού της. Μια Χρύσα που βάζει στόχους κι αγωνίζεται μέχρι να τους πετύχει, που είναι εργατική και συνεπής, που παθιάζεται και δε διστάζει να εκτεθεί. Εξέθεσε τον εαυτό της στη σκηνή όπως τώρα εκθέτει την ψυχή της μέσα από το βιβλίο της και, πιστέψτε με, θέλει πολύ κουράγιο για να το κάνει κανείς αυτό. Και το να μου εμπιστευτεί για δεύτερη φορά ό,τι πολυτιμότερο έχει ο άνθρωπος: τον εσωτερικό του κόσμο δηλαδή, παρουσιάζοντας το βιβλίο της, το θεώρησα ασέβεια και προδοσία ν’ αρνηθώ την πρόταση αυτή.

Ωστόσο, για να τα έχω καλά με τη συνείδησή μου, δηλώνω άσχετη στην ανάλυση της ποίησης, ρε Χρύσα, δεν μπορούσες να γράψεις ένα θεατρικό; Αλλά θα σας το παρουσιάσω με την πρωτόγονη οπτική ενός αθώου αναγνώστη, απαίδευτου, που του αρέσει η ποίηση αλλά δεν ξέρει γιατί, που έχει ποιητικές συλλογές στη βιβλιοθήκη του αλλά δεν τις έχει διαβάσει ποτέ, αλλά που γνωρίζει την ποιήτρια και πιστεύει πως κάτι θέλει να του πει. Κι αφιερώνοντας πολύ χρόνο και πολλή σκέψη αποκαλύφθηκε μπροστά μου όχι μόνο μια άλλη Χρύσα αλλά κι ένας κόσμος, στιγμές του οποίου έζησα κι εγώ ή παρακολούθησα να ζουν πολλοί ήρωες των αγαπημένων μου θεατρικών έργων.  Και τότε κατάλαβα ότι για όλους αυτούς τους λόγους επέλεξε εμένα η Χρύσα να παρουσιάσω την ποιητική της συλλογή. Χρύσα, μεγάλη μου χαρά και τιμή!

Για να παρουσιάσω λοιπόν τα ποιήματα της Χρύσας, έπρεπε πρώτα να τα μεταφράσω! Γελάτε; Μη γελάτε καθόλου. Κι εσείς έτσι κάνετε. Η ποίηση είναι ένας λόγος συμπυκνωμένος, συμβολικός, αφαιρετικός. Για να τον κατανοήσουμε πρέπει ν’ ανατρέξουμε σε γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα δικά μας και να τον φιλτράρουμε μέσα από αυτά. Το κάθε ποίημα θα μας «μιλήσει» ή όχι ανάλογα με τα κοινά στοιχεία που θα βρούμε σ’ αυτό και τον εαυτό μας. Ο αγαπημένος μου Όσκαρ Ουάιλντ είπε πως η τέχνη είναι επιφάνεια και συμβολισμός. Όσοι θέλουν να ψάξουν κάτω από την επιφάνεια το κάνουν με δική τους ευθύνη. Αναλαμβάνω κι εγώ λοιπόν την ευθύνη.

Ταξίδεψα λοιπόν στη «θάλασσα επάνω» ακόμη κι όταν χωρίστηκε το «καλοκαίρι στα δύο». Κολύμπησα στον «Αχέροντα» ποταμό, κάνοντας μια «διαρκή» αναζήτηση με «εξαίρεση» έναν απαγορευμένο έρωτα κάτω από το φως μιας «α-σελήνης» ακολουθώντας μια «πορεία φθίνουσα» μέχρι που έφτασε, την «ώρα των αποχαιρετισμών»… η «ρίψη». Κι όλη η «διαδρομή» ήταν μια «καθέλκυση» στο «εντός» μου, ένα «φιλί παραπλανητικό» και μια «φεύγουσα ευχή». Το «μετά» το ακολούθησε η «πτώση» σε «μια διαδρομή προς το τίποτα». Και «το ταξίδι», ήταν ένα «πέταγμα», με «πνεύμα ασθενές» στο «τέλος/τέλος». Έζησα την «αφαιρετικότητα», την «u-turn» στροφή στο «απαγορευμένο», μετρώντας «ατελείωτα» λεπτά, ώρες, χρόνια σ’ ένα κόσμο «τόσο» φτωχό ψάχνοντας στο «φ-άσμα» της γλώσσας μια μάταιη «διεκδίκηση». Και οι «κύκλοι» της ζωής μ’ έφεραν στο «φθινόπωρο» όπου μια «διέξοδος» έκανε την «από-κάλυψή» της μέσα από μια μικρή «οπή» που μου έμαθε πώς να «επι-βιώνω».

Αυτό είναι το πρώτο ταξίδι μέσα από τους τίτλους των 34 ποιημάτων της συλλογής. Τίτλοι-λέξεις που παίζουν οι ίδιες ένα παράξενο παιχνίδι με τον εαυτό τους. Λέει στο ποίημα «Τόσο»: «σκύβω φτηνά πάνω από λέξεις που ’χουν χάσει πια νόημά τους, φτύνω ιδέες, συναισθήματα κι αναμασήματα…» και λίγο παρακάτω «λέξεις που παρελαύνουν χλωμές και ψάχνουν πράξεις να τις κρατήσουν απ’ το χέρι». Άλλωστε τι νόημα θα είχαν οι λέξεις αν δεν περιέγραφαν μια πράξη; Όπως ο έρωτας, ο χρόνος, η θλίψη, η απογοήτευση, τα όνειρα, ο θάνατος και η σιωπή.

Φθινόπωρο

Κι αν ήδη σας φαίνονται κάπως καταθλιπτικά όλα αυτά… δεν έχετε άδικο. Το βιβλίο το διατρέχει μια θλίψη και μια απογοήτευση για τη ζωή, για τον κόσμο έτσι όπως είναι φτιαγμένος, μια συνεχής αναζήτηση ενός άλλου κόσμου; Μιας άλλης ζωής; Ενός ονείρου; Δεν ξέρω. Που ποτέ η αναζήτηση αυτή δεν φτάνει στο σκοπό της. Ίσως επειδή ο σκοπός, που στα αρχαία ελληνικά λεγόταν τέλος, σημαίνει και το τέλος άρα το θάνατο, όπως αναφέρεται στο ποίημα «τέλος/τέλος». Και δεν εννοώ τον φυσικό θάνατο αλλά τον πνευματικό. Όπως ο Οδυσσέας. Αν έφτανε στην Ιθάκη αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο, χωρίς να περιπλανιέται επί δέκα χρόνια στις θάλασσες, θα είχε πετύχει πολύ γρήγορα το σκοπό του. Σωστά. Και θα μπορούσε να θέσει άλλους σκοπούς, θα μου έλεγε κάποιος. Αλλά, θα ήταν ο ήρωας που ξέρουμε; Δε νομίζω.

Έτσι λοιπόν και μέσα από τα ποιήματα της Χρύσας κατέληξα πως η αναζήτηση είναι και πρέπει να είναι συνεχής. Ότι η αισιοδοξία γεννιέται από την απαισιοδοξία. Ότι τα εμπόδια στη ζωή είναι εκεί για να μας ανεβάσουν ψηλότερα. Ότι η απογοήτευση, σε συνδυασμό με το ένστικτο της επιβίωσης, μας κάνει πιο δυνατούς. Ότι αν δεν πέσεις δε θα σηκωθείς. Κι έτσι μπορώ να δικαιολογήσω γιατί η κατά τ’ άλλα αισιόδοξη και χαρούμενη Χρύσα γράφει για τις απογοητεύσεις της ζωής. Ή ίσως να θέλω να εξοστρακίσω τις δικές μου φοβίες κι απογοητεύσεις και να επιμείνω στη θεώρησή μου να τα βλέπω όλα θετικά. Οπότε μπορεί να μη συμβαίνει τίποτα απ’ όσα προσπαθώ να αναλύσω.  Γιατί μπορεί μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα να μιλά ένας άλλος εαυτός της Χρύσας. Αυτός που πιστεύει στο μάταιο των πράξεων μας και, κακά τα ψέματα, όλοι μας έχουμε κι έναν τέτοιο εαυτό. Αλλά τον κρύβουμε. Σε αντίθεση με τη Χρύσα και όλους τους ποιητές και πνευματικούς ανθρώπους που δε διστάζουν να τον εκθέσουν.

Πω, πω! Γι’ αυτό μ’ αρέσουν αυτά τα ποιήματα. Γιατί δεν μπορώ να καταλήξω πουθενά. Η μια ερμηνεία ανατρέπει την άλλη. Η μια σκέψη γεννά την αντίθετή της. Γι’ αυτό καλύτερα να σταματήσω εδώ. Ωστόσο, αυτή είναι μια γενική θεώρηση του βιβλίου. Το κάθε ποίημα όμως από μόνο του θα μπορούσε να είναι ένα ολόκληρο διήγημα. Γι’ αυτό επέλεξα να μιλήσω για κάποια που μου άρεσαν περισσότερο.

Και ξεκινάω από τον τίτλο. Αν σας πω ότι μέχρι να διαβάσω το ποίημα Αχ-έρων πίστευα ότι λέει κάτι σαν αχ-έρωτα αλλά στα αρχαία, θα με πιστέψετε; Είμαι σίγουρη ότι κι άλλοι από σας ξεγελάστηκαν έτσι. Δεν λέει αχ-έρωτα λοιπόν, αλλά μιλάει για τον ποταμό Αχέροντα. Βέβαια, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ας ακούσουμε το ποίημα και θα καταλάβετε.

Αχ-έρων

Ο έρωτας είναι σαν ένα ποτάμι που σε παρασύρει, σ’ εκστασιάζει, σε στροβιλίζει σαν χορός, χάνεις τα κουπιά και σε ρουφάει εντός του, ώσπου να φτάσεις στην κορύφωση, την έκρηξη και μετά… σιωπή. Αέναη σιωπή. Άλλωστε τι έχεις να πεις μετά από έναν μεγάλο έρωτα; Μόνο ατέλειωτες θλιμμένες στάλες: τα δάκρυά σου! Για την ποιήτρια το ποτάμι του έρωτα όμως δεν είναι ένα τυχαίο ποτάμι. Είναι ο Αχέροντας ποταμός. Στις πηγές του οποίου πίστευαν οι αρχαίοι έλληνες πως βρίσκεται η είσοδος για τον κάτω κόσμο. Κι αυτό ας μας κάνει ν’ αναλογιστούμε γιατί χρησιμοποιούμε τις φράσεις «πεθαίνω από έρωτα», ή «πεθαίνω για σένα», «θανάσιμος έρωτας» ή «θανάσιμα φιλιά», «ραγίζει η καρδιά» και άλλα τέτοια… Όταν τελειώνει ένας έρωτας πεθαίνει ένα κομμάτι του εαυτού μας για να ξαναγεννηθεί στον επόμενο ή ο έρωτας είναι ένα τόσο δυνατό συναίσθημα όπως και ο θάνατος;

Στη θάλασσα επάνω

Πόσες φορές δεν ακροβατήσαμε επικίνδυνα στη ζωή μας. Πήραμε το ρίσκο παρά τους δισταγμούς μας. Δεν πληρώσαμε ακριβά ακόμη και στον έρωτα το φιλί που δώσαμε; Και συνεχίζουμε ν’ ακροβατούμε χωρίς να γυρίσουμε να δούμε πίσω, χωρίς ν’ ακούμε τις προειδοποιητικές φωνές. Το μετανιώσαμε το ταξίδι αυτό γιατί γινόταν πάνω σ’ ένα χάρτινο καράβι που σιγά σιγά ο χρόνος, που κυλά σαν το νερό, το έλιωνε. Και τελικά όταν φτάσαμε στο τέλος, διαπιστώσαμε ότι ήταν φτηνή η Ιθάκη και ευτελής ο σκοπός.

Α-σελήνης

Τώρα, θα σας περιγράψω μια εικόνα. Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σ’ ένα όμορφο μέρος, ήσυχο, περπατάτε και βλέπετε το φεγγάρι. Πόσες φορές δεν το έχουμε ζήσει αυτό. Το φεγγάρι είναι ατελές, είναι μισό ή έχει το σχήμα μπανάνας. Φωτίζει ωστόσο τα βήματά σας όπως και τη σκέψη σας. Κι όμως αυτό που βλέπετε είναι ψεύτικο. Και το ξέρετε πως είναι ψεύτικο. Το φεγγάρι είναι μια σφαίρα, δεν είναι μια μπανάνα. Κι αύριο, δεν θα υπάρχει πια. Θα πεθάνει. «Πάνω στην ώρα τους πεθαίνουν τα ωραία, αλώβητα, ανέγγιχτα, ιδανικά σπεύδουνε για την αθανασία». Γι’ αυτό και είναι ωραία. Δεν προλαβαίνουν να πληγωθούν, να λερωθούν, να σκεβρώσουν… Την ώρα της ιδανικής ομορφιάς ύμνησαν το φεγγάρι κι όλοι οι ποιητές κι όλοι εμείς, γι’ αυτό έτσι πέρασε στην αθανασία. Γι’ αυτό και οι όμορφες στιγμές της ζωής μας, ακόμη κι αν έφυγαν γρήγορα, μένουν χαραγμένες στη μνήμη μας. Γιατί πέρασαν στη δική μας αθανασία.

Το μετά

Ώρες, νύχτες, χρόνια γεμάτα αναμνήσεις. Ζήσαμε αγάπες μεγάλες, ερωτευτήκαμε με πάθος, καβαλήσαμε ασημένια ποδήλατα, ανεβήκαμε σε τρένα, ζήσαμε στιγμές μεγάλες… Και μετά… ο νους βουβαίνεται, τα φώτα σβήνουν, ο αντίλαλος χάνεται, η νύχτα απλώνει την ησυχία της. Και η ψυχή, με το ασήκωτο βάρος της, ελαφραίνει το σώμα. Το εγκαταλείπει. Ότι ήταν γραφτό να ζήσουμε, το ζήσαμε. Και μετά; Μετά τι; Που πάνε όλα τα γραμμένα; Ποιο χέρι τα σβήνει; Ποια σκόνη; Ποιο χώμα; Ευτυχώς αυτή την απάντηση δεν την έχει δώσει κανείς μέχρι τώρα. Γι’ αυτό μπορούμε και ζούμε ακόμη. Γι’ αυτό αγαπάμε κι ερωτευόμαστε, γι’ αυτό ανεβαίνουμε σε τρένα και ποδήλατα. Γι’ αυτό αποκτάει νόημα η ζωή μας. Γι’ αυτό κάθε στιγμή πρέπει να τη ζούμε σαν να είναι η τελευταία. Αλλιώς, ειδικά αν είστε κι εσείς σαν κι εμένα, θα τα αφήνατε όλα να τα κάνετε την τελευταία στιγμή! Γι’ αυτό το μετά λοιπόν, η Χρύσα ρωτά, ένα πρόσωπο που ίδια έχασε, τον αγαπημένο της νονό, στο ποίημα το ταξίδι.

Το ταξίδι

Τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα όπως ξέρετε, τα έχουν οι άνθρωποι όλων των εποχών και τόπων, ανεξαρτήτου θρησκείας κι εθνικότητας. Αλλά το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής μυθοπλασίας, με τους εκατοντάδες συμβολισμούς, σπάνια συναντιέται. Η Κλωθώ γνέθει το νήμα της ζωής του ανθρώπου, η Λάχεσις ορίζει τα καλά και τα κακά που θα του συμβούν και η Άτροπος κόβει το νήμα και ο άνθρωπος πεθαίνει. Και τότε ο Θεός Ερμής, ο ψυχοπομπός, μεταφέρει την ψυχή στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, τον ποταμό Αχέροντα, όπου την παραλαμβάνει ο Χάροντας. Με τη βάρκα του διασχίζουν το ποτάμι, που κυλά πλέον μέσα στη γη, κι αφού περάσουν από τον τρομερό Κέρβερο, το σκύλο με τα 3 κεφάλια που δεν επιτρέπει τους ζωντανούς να μπαίνουν αλλά ούτε τις ψυχές να επιστρέφουν στον Πάνω Κόσμο, ο Χάρος παραδίδει την ψυχή στον Άδη για να την περάσει από δίκη. Στο Δικαστήριο δικάζονταν οι ψυχές, στο Τάρταρο βασανίζονταν οι ψυχές όσων είχαν αμαρτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής τους, στο Καθαρτήριο πήγαιναν οι ψυχές που δε βαραίνονταν με κακές πράξεις, ενώ στα Ηλύσια πεδία πήγαιναν οι ψυχές των καλών ανθρώπων και των ηρώων. Απίθανη ιστορία, έτσι; Δε θα σχολιάσω τίποτα άλλο για ένα τόσο προσωπικό ποίημα εκτός του ότι η παιδεία και η εκπαίδευσή μας, μας ακολουθεί παντού, όπως δεν μπόρεσε να ξεφύγει και η Χρύσα από τις φιλολογικές της σπουδές. Ευτυχώς για μένα διότι μας χάρισε αυτό το υπέροχο ποίημα.

U-turn

Το U-turn, για όσους δεν το ξέρουν, κι εγώ δεν το ήξερα, είναι η στροφή των 180 μοιρών. Η στροφή που σε επιστρέφει από κει που άρχισες. Ξεκινάει λοιπόν κανείς για ένα ταξίδι με όλες τις προσδοκίες και τα όνειρα αλλά τελικά η ζωή τον γελά. Οι προσδοκίες και τα όνειρα ναυαγούν, μαζί κι αυτός. Το πλοίο ήταν αταξίδευτο. Αυτή είναι η ερμηνεία της Χρύσας για το ποίημα. Ωστόσο, εγώ «διάβασα» κάτι άλλο. Κι εδώ βρίσκεται η μαγεία της ποίησης που σας έλεγα στην αρχή, όπου ο καθένας μας ερμηνεύει την τέχνη με τον δικό του τρόπο. Πιστεύω λοιπόν πως η Χρύσα, σπέρνοντας τα λόγια της στον άνεμο, ξεκίνησε ένα ταξίδι στο γράψιμο. Με τη φαντασία της πάτησε σε ανοιχτές θάλασσες για άλλες χώρες, έψαξε για ακυβέρνητα νησιά, ακατοίκητα λιβάδια, αδάμαστους αιθέρες, τόπους που μόνο το μυαλό μπορεί να πλάσει κι έφτασε σε άλλες ακτές. Θεωρεί πως έκανε μόνο μισό βήμα κι γι’ αυτό ακόμη δεν είναι βέβαιη. Πίστευε ότι μέσα από την ποίηση θα τα κατακτήσει όλα αυτά κι επιτέλους το πνεύμα της θα βρει το λιμάνι του και θ’ αράξει χωρίς να τη βασανίζει άλλο η ανάγκη να γράψει. Αλλά η ποίηση είναι μάλλον ένα μικρόβιο που δεν απαλλάσσεσαι εύκολα. Ναυάγησαν τα σχέδιά της, γελάστηκε, και περιμένει ακόμη ένα αταξίδευτο πλοίο. Εγώ πιστεύω και εύχομαι να είναι το επόμενο βιβλίο της!

Σας ευχαριστώ!"

 

Παρουσίαση του βιβλίου Αχ-έρων στην Αθήνα

Η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Αχ-έρων" (Εκδόσεις Vakxikon.gr, 2013) στην Αθήνα έγινε στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101 Αθήνα) στις 15 Φεβρουαρίου 2014. Για το βιβλίο μίλησε η ποιήτρια Ρένα Τριανταφύλλου. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν η ποιητική συλλογή "Ρητορική ένδεια" της Ειρήνης Παραδεισανού και η συλλογή διηγημάτων "Existential angst" της Ειρήνης Βακαλοπούλου.

Βίντεο απο την παρουσίαση:

https://www.youtube.com/watch?v=NfanRXiqktY

https://www.youtube.com/watch?v=ZW3F_yw_m_U

 

 

  • 1
  • 2