Ο Αντώνης Κερασνούδης για το Lacrimosa

Μέσα σε μία εποχή όπου η γυναίκα δυστυχώς (προσ)βάλλεται από παντού και ποικιλοτρόπως, ας αναλογιστούμε την έκταση της καταγωγικής και ανέφικτης μας μοναξιάς. Κάθε βλέμμα εκδηλώνει και έναν βαθύ δεσμό, με την εμφάνιση μίας μορφής στο αισθητό, αντιληπτικό μας πεδίο. Ένα γυναικείο βλέμμα είναι όμως κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή σύγκλιση δύο τόξων, μια συμφωνία των οφθαλμικών βολβών. Δεν είναι ένα απλό θρόισμα κλαδιών της άνοιξης, ούτε καν ένας αέρινος χορός της κουρτίνας με το βραδυνό αγέρι, είναι ένας ωμός αιφνιδιασμός.

Η σύλληψη ενός γυναικείου βλέμματος που στρέφεται ξαφνικά προς το μέρος μας, εμφανίζεται στο βάθος της δίνης των ματιών που μας κοιτάζουν. Εάν συλλάβουμε το βλέμμα της, παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τα μάτια της, παραμένουν μέσα στο αντιληπτικό μας πεδίο, αλλά δεν τα χρειαζόμαστε, έχουν εξουδετερωθεί, είναι εκτός παιχνιδιού. Καθώς τα μάτια μιας γυναίκας μάς κοιτάζουν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το όμορφο από το άσχημο, ούτε καν να διακρίνουμε το χρώμα τους, το βλέμμα της απλά τα επικαλύπτει όλα, μοιάζει να προηγείται από αυτά. Αυτή η αίσθηση έρχεται να πυρακτωθεί από την απόσταση των ματιών που εκδιπλώνεται ανάμεσα σε εμάς και σε αυτή, ενώ το βλέμμα της καθηλώνεται επάνω μας αδιάσπαστο και αδιάστατο. Η γυνή είναι το χωροποιό και χρονοποιό στοιχείο μας, η γεγονότητα και η υπέρβαση. Δεν μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο βλέμμα της χωρίς να αποσυντεθούμε και να περάσουμε σε δεύτερο πλάνο.

Το βλέμμα που εκτοξεύουν τα μάτια της είναι μια γυμνή παραπομπή σε εμάς, δεν είναι ότι απλά υπάρχει απέναντι μας. Είμαστε ευάλωτοι, κατέχουμε μια θέση από την οποία δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε, είμαστε ανυπεράσπιστοι χωρικά και χρονικά. Στεκόμαστε τώρα λοιπόν μπροστά της ορώμενοι, ας αναλογιστούμε μία λέξη συγκλονιστική, ας τολμήσουμε την επόμενη φορά να την ξεστομίσουμε: "με είδες"...

ΥΓ: Μερικές σκέψεις αναδυόμενες μέσα από το "γυναικείο ημίφως" της ποιητικής συλλογής Lacrimosa της Σερραίας Χρυσάνθης Ιακώβου. Η ποίηση της Χρύσας δεν εμπίπτει σε φόρμες, ρυθμούς, ρίμες, ενώ εν πρώτοις μοιάζει πεζολογίζουσα, χρησιμοποιώντας όλες τις αρετές και τους κινδύνους του πεζού λόγου, εν τέλει εγγίζει την ελευθέρα ωδή, όχι γιατί τηρεί τη στροφή, την αντιστροφή και την επωδό, αλλά γιατί έχει έκταση, κλιμάκωση και γεννά επιβλητικές εικόνες. Αυτή δεν είναι άλλωστε η γοητευτικότερη μορφή του καθαρού λυρισμού;

Αύγουστος 2021, του συγγραφέα και ιατρού Αντώνη Κερασνούδη

Ο Απόστολος Θηβαίος για το Lacrimosa στο Culturebook.gr

Forma Chimerica

Τα ποιήματα φθάνουν, διανύουν την εξαντλητική εποχή των μουσσώνων. Κοιτάζουν κάτω χαμηλά τις σκιές που πυκνώνουν και μες σε αυτές ξεχωρίζουν θησαυρούς και θάνατο και έρωτα. Είναι κρίσιμο να επισημάνει κανείς με τι ευλάβεια, με τι αφοσίωση τα ποιήματα επαναφέρουν πράγματα που είχαν δοκιμαστεί και είχαν επάξια κερδίσει την λήθη. Ήθη, μνήμη, ιστορία, όλα επανέρχονται δίχως τα τεχνάσματα που επιστρατεύει η ζωή. Κάθε στίχος ανασύρει από τα βάθη του εκείνο το κλειστό ερώτημα που διατύπωσε ο Ίταλο Καλβίνο. Για ποιον λόγο εξαπατώνται τα μάτια στο βυθό και η απάντηση κρύβεται στα ποιήματα που καθώς εισέρχονται σε ναούς και ενδότερα, φανερώνουν αδιάκοπα τα αληθινά ερείσματα και την μυστική κατοικία των στίχων. Ο δικός μας, αλησμόνητος Θανάσης Κωσταβάρας φώτισε πριν από χρόνια τα άδεια δωμάτια. Μες σε αυτά, ανάμεσα σε θαύματα και αμαραντόχρωμα χαλιά μπορεί να βρει κανείς την πρώτη φωνή, τον τελευταίο έρωτα, τους κλειστούς δρόμους, να μετρήσει αποστάσεις και να καλέσει σε προσκλητήριο συντελεσμένους έρωτες. Τα ποιήματα είναι ένας ολόκληρος κλειστός κόσμος, κάτι σαν το μουσείο βυθού με μια εντοιχισμένη κραυγή από άκρη σε άκρη. Μέσα από τους στίχους κατοικεί το μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο τον ίδιο τον δημιουργό.

Τις σκηνές ενός τέτοιου μυθιστορήματος αποκαλύπτει η Χρυσάνθη Ιακώβου που επανέρχεται με τις εκδόσεις Βακχικόν και την ποιητική της συλλογή Lacrimosa. Με μια ευθεία ανταπόκριση στην μουσική δημιουργία του Μότσαρτ που επαληθεύεται στο ακροτελεύτιο ποίημα της εξαιρετικής συλλογής ο μηχανισμός της γραφής συναντά τις μνήμες. Πρόσωπα και αγγίγματα, χρώματα που επιβιώνουν, η σεμνότητα της εξομολόγησης, η διακριτικότητα ενός ποιήματος που ονειρεύεται σαν άδειο σπίτι. Είναι μονάχα με αρετές που προχωρούν τα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου, χάντρες σπασμένες θυμίζουν από ακριβά περιδέραια.

Μια αλήθεια, Θέα, Δισταγμός, Και το πουλί κοιμήθηκε, Τετελεσμένο μερικοί από τους τίτλους της συλλογής Lacrimosa που αθροίζονται στα τριάντα εννέα ποιήματα της έκδοσης του Βακχικόν. Βροχές και καθημερινά μυστήρια ή θαύματα, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν τάχα μια δυνητική βροχή μπορεί να γίνει ποίημα ή να αλλάξει την πορεία μιας πολιτείας. Η Χρυσάνθη Ιακώβου επιστρέφει στην κινησιολογία και το χρώμα, βρίσκει τις καλύτερες λέξεις, τις πιο απλές για να περιγράψει αυτά τα γκρεμισμένα θερμοκήπια που είπαμε αναμνήσεις. Παντέρημες ακτές που τώρα καταλαμβάνονται από το μέγεθος του σώματος που μεγαλώνει πλάι στην απουσία, εκκωφαντικές πολιτείες σε ξαφνικές παύσεις, παιδιά που μεγαλώνουν σαν στίχοι, καλοκαίρια που παραμένουν αμόλυντα και αξεπέραστα, χαράσσοντας έναν δρόμο μισό πραγματικό, μισό φανταστικό που προβάλλεται στο μέλλον και ασκεί μια μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες που θρέφουν το παρόν και ανασύρουν το ποίημα. Ο Οδυσσέας Ελύτης περιέγραψε με αυτόν τον τρόπο το θαύμα που περικλείει η ποίηση εντός της όταν ανάγει σε μέγεθος την θεϊκή απλότητα και όταν χαρίζει στον έρωτα την δεύτερη ευκαιρία του. Αποσπάσματα από την ζωή, ένας νυχτερινός, παραθαλάσσιος κόσμος που ανασαίνει πλάι στα άλλα πλάσματα, ονόματα και τίτλοι που έσβησε το νερό, οι αποχρώσεις και οι ιριδισμοί, πάντοτε παρόντες στην στιχουργική της Lacrimosa, μια καμέα με σκαλιστή την σκηνή ενός καλοκαιριού, η μινιατούρα που απομένει από το παρελθόν και μεγεθύνεται μέσα από την ποιητική όραση της δημιουργού. Όλα είναι ανθρώπινα μες στο έργο της Ιακώβου και διαθέτουν εγκιβωτισμένη εντός τους την επιθυμία και το πνεύμα του όντος, μια διακριτική και διακεκριμένη αθωότητα που μεταφράζει επάξια το σφραγισμένο σύμπαν.

Η Χρυσάνθη Ιακώβου και οι εκδόσεις Βακχικόν φέρνουν στο αναγνωστικό προσκήνιο, όχι ποιήματα, αλλά αυτόματες φωτογραφίες των εραστών και της λήθης, ασύλληπτες γεωγραφίες αισθημάτων, απαντώντας καταφατικά στην διατύπωση του Edward Maybridge όταν αναγνωρίζει στην εποχή μας την πολυπλοκότητα των γραμμών που ωστόσο φανερώνουν καθαρότερες τις αφορμές των ανθρώπινων αδιεξόδων, των μεγάλων ή των μικρών μας συγκινήσεων. Σε αυτές τις λήψεις τα πρόσωπα δεν διαθέτουν μορφή, μονάχα μια μυθική εμπειρία. Δεν μιλούν, η σιωπή τους δίνει ζωή στις χορδές του ποιήματος καθώς το τελευταίο παραχωρεί μια τελευταία ευκαιρία στην ζωντανή ποσότητα. Ετούτο το σημείωμα θυμάται τις λέξεις του Γιάννη Σκαρίμπα όταν διακρίνει στα ποιήματα την χάρη μιας ζωγραφιάς σε πέτρα σκληρή, εκείνη ενός ονείρου που γίνεται μυστικό και ψάρι και θαυμάσιο τέλος της σκέψης μας.

Στο σύντομο, βιογραφικό σημείωμα η συγγραφέας παραχωρεί μια ιδέα μόνο από την διαρκή και ενεργή της παρουσία στα γράμματα της εποχής μας. Δημοσιογραφία, συνεργασία με εκδοτικούς οίκους συνιστούν ένα δείγμα μόνο από την παρουσία της Χ. Ιακώβου μες στους κόλπους της επίκαιρης τέχνης. Όλα τα υπόλοιπα θέλω να πιστεύω πως έχουν κρυφτεί μες στις στροφές του ρέκβιεμ που προσμένει γεμάτο φόβο, όχι μόνο την μέρα της ύστατης Κρίσεως μα τον συμβιβασμό του ατόμου με τις αναμνήσεις, τις απώλειες, τις ήττες του. Μες στην καινούρια συλλογή των εκδόσεων Βακχικόν υπάρχει όλος εκείνος ο χώρος που θα μπορούσε να επιτρέψει στην ιστορία μας να ανακάμψει. Ο χάρτης μας σκισμένος αφήνει τα ποιήματα να σαρώσουν όσα λησμονήσαμε καθώς εμείς, ευτυχείς αναγνώστες της Χρυσάνθης Ιακώβου, προετοιμαζόμαστε μαζί της για την μάχη που καλείται να δώσει με το συντελεσμένο, παραχωρώντας σε πράγματα και γεγονότα μια ατμόσφαιρα φτερουγική. Ατμόσφαιρα χιμαιρική.

30 Ιουλίου 2021, Culturebook.gr

Ο Δημήτρης Μπονόβας για το Lacrimosa, στο λογοτεχνικό site Authoring Melodies

Οι στιγμές είναι μικρές και γρήγορα περνούν. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις το σήμερα, σε βρίσκει το αύριο. Εσύ όμως δεν το καταλαβαίνεις κι έτσι, μένεις δεμένος σε μια στιγμή που σε λίγο μόλις χρόνο θα έχει γίνει παρελθόν… Αυτή είναι η αρχή. Κι αυτό το τέλος. Όλα τόσο κοντά μα και τόσο μακριά. Όλα τόσο μικρά μα και τόσο μεγάλα. Όλα τα λεπτά δεμένα σε ένα γαϊτανάκι που λέγεται “ζωή” και που, μέχρι να το καταλάβουμε τελειώνει. Αλλά εμείς συνήθως ενεργούμε σαν να μη πρόκειται να τελειώσει ποτέ, σαν να έχουμε βρει εμείς και μόνο εμείς το ελιξίριο της αθανασίας, το μυστικό που θα μας κρατήσει αιώνια ζωντανούς. Κι έτσι, δεν ζούμε την κάθε στιγμή, δεν “ρουφάμε” πραγματικά το κάθε συναίσθημα που μας χαρίζει, την κάθε ομορφιά της.

Απόσπασμα 1:

Το καλοκαίρι στην κορύφωσή του / και το ημερολόγιο έδειχνε ήδη Σεπτέμβρη / σε κρατούσα / ήσουν τόσο μικρή / και το γέλιο σου γάργαρο, / γλιστρούσες μέσα στο νερό, / και τότε το κατάλαβα / πως μέσα σε κάθε αρχή / υπάρχει ήδη το τέλος.

Περιμένουμε, συνέχεια περιμένουμε. Μια ατελείωτη αναμονή η ζωή μας. Αναμονή μέχρι να έρθει το ρεπό από τη δουλειά, αναμονή μέχρι την άδεια, αναμονή μέχρι το τάδε ευχάριστο γεγονός, αναμονή μέχρι τα πάντα. Αλλά όταν έρχονται, δεν τα ζούμε πραγματικά. Γιατί φοβόμαστε ότι θα τελειώσουν. Και τελειώνουν γρήγορα, μέχρι να ανοιγοκλείσουμε τα βλέφαρά μας. Και άντε πάλι από την αρχή…

Απόσπασμα 2:

Θα βρέξει είπαν. / Και οι γυναίκες μάζεψαν τις μπουγάδες, / οι γριές σήκωσαν τις γλάστρες από τα μπαλκόνια, / οι μάνες σκέπασαν τα καρότσια των παιδιών, / οι άντρες άνοιξαν τις μαύρες ομπρέλες, / οι νέοι βιάστηκαν να γυρίσουν στο σπίτι, / οι άνθρωποι προσπάθησαν να συμμαζέψουν / το ακατανόητο της ύπαρξής τους, / μα τελικά / δεν έβρεξε.

Και πλησιάζουμε, όλο και πλησιάζουμε στο αναπόφευκτο τέλος. Ένα τέλος που μας φαίνεται μακρινό αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι τόσο κοντά, δεν έχουμε καταλάβει πόσο… Αυτό το τέλος λοιπόν, πρέπει να δεχτούμε όσο πιο γαλήνια γίνεται. Και για να το κάνουμε αυτό, η λύση είναι μόνο μία – να ζούμε την κάθε στιγμή σαν αυτό που πραγματικά είναι, κάτι που δεν πρόκειται να ξαναέρθει ποτέ. Να ζούμε την κάθε στιγμή λοιπόν με όλο της το περιεχόμενο, με όλο μας το είναι. Και μόνο τότε θα καταφέρουμε να δεχτούμε το τέλος. Της κάθε στιγμής, του κάθε πράγματος.

Απόσπασμα 3:

Και η ζωή συνεχίζεται / σαν το κόκκινο νερό / που γλιστρά από μέσα σου, / ανακατεύεται με χρόνους / προθεσμίες / κι ελπίδες ληγμένες, / μέσα από τη μήτρα των καλών προθέσεων / ξεπηδούν απρόοπτα οι διαψεύσεις, / ό,τι πόθησες κι εσύ / σε έφερε ανύποπτα / ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο.

Λίγο απαισιόδοξη η άποψή μου σήμερα, όπως απαισιόδοξο ήταν και στο σύνολό του το πόνημα της Χρυσάνθης Ιακώβου με τίτλο “Lacrimosa” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Μία ποιητική συλλογή που μου έδειξε για μία ακόμα φορά αυτό που έγραψα παραπάνω – ότι η κάθε στιγμή μας είναι πολύτιμη και έτσι πρέπει να τη ζούμε. Μέσα από το μαύρο του, με βοήθησε να δω το άσπρο που υπάρχει τριγύρω μας και που πρέπει να προσπαθήσουμε να βγάλουμε στην επιφάνεια.

Μία πολύ δυνατή προσπάθεια από μία αξιόλογη πένα. Της βάζω οκτώ στα δέκα.

Βιογραφικό:

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (Αχ-έρων, εκδόσεις Βακχικόν 2013 και Τεθλασμένοι χρόνοι, εκδόσεις Βακχικόν 2017), ενώ έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματα σε συλλογικές εκδόσεις. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στα οποία δημοσιεύει κριτικές βιβλίων και συνεντεύξεις με συγγραφείς, καθώς και κείμενα για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Διατηρεί την προσωπική ιστοσελίδα www.chrisanthiiakovou.gr

Περίληψη:

Το τελευταίο μπάνιο.

Λεία και στιλπνά τα σώματά μας

μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας.

Ένα ένδοξο απόγευμα που μας αξίωσε

με μια ρωγμή αλήθειας.

Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά

τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε.

Τα τζιτζίκια,

το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου.

Τολμήσαμε.

Δίχως να νιώσουμε πώς

βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.

Στοιχεία Βιβλίου:

Τίτλος: Lacrimosa

Συγγραφέας: Χρυσάνθη Ιακώβου

Εκδόσεις: Βακχικόν

Ημερομηνία έκδοσης: 2021

Αριθμός σελίδων: 54

 

Ιούλιος 2021, Authoring Melodies