Η Κρις Λιβανίου για το "Τεθλασμένοι χρόνοι", stigmalogou.blogspot

Στους Τεθλασμένους χρόνους η Χρυσάνθη Ιακώβου επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις περίεργες διαδρομές του νου μετά από τον αποχωρισμό από τον άνθρωπο που αποτελούσε το συμπληρωματικό του κομμάτι. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είναι η πρωτοτυπία που θα τραβήξει την προσοχή σ’ αυτή τη συλλογή, τουλάχιστον θεματολογικά. Στα 37 ποιήματα που την αποτελούν, αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης. Παρόλο που η Χρυσάνθη Ιακώβου δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στις ιδέες που εκφράζονται, είναι σχεδόν εντυπωσιακή η ακρίβεια και η συνοχή των ποιημάτων της: εννοεί ακριβώς αυτά που γράφει και δεν αφήνει ποτέ τον αναγνώστη έρμαιο αναγκαστικών ερμηνειών σε πράγματα που δεν καταλαβαίνει. 

Ο δεύτερος πυλώνας της συλλογής θα μπορούσε να είναι η στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στο χρόνο: η ματιά της είναι στραμμένη και κλειδωμένη στο παρελθόν, το παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον είναι οι δύο εκκωφαντικές απουσίες. Και ενώ δεν πρόκειται για στασιμότητα με την έννοια της ηθελημένης αποχής από την ίδια τη συνέχιση της ζωής της, είναι γεγονός ότι το Εγώ στα ποιήματα αυτά είναι απογυμνωμένο από προοπτικές: παραμένει κλειδωμένο σε ό,τι συνέβη τότε που ακόμα η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Σε ένα πεδίο αναμνήσεων από νεανικά καλοκαίρια και κλασικό ελληνικό φως, το Εγώ κάνει απέλπιδες προσπάθειες να ισορροπήσει ως ανεξάρτητη παρουσία... σχεδόν παρά τη θέλησή του. Και μπορεί να είναι τελικά μια ποίηση για το παρελθόν, από την άλλη μεριά όμως είναι γεγονός ότι η ποιήτρια κοιτάζει τα τότε συμβάντα με την διαύγεια και την απόσταση που της προσφέρει η παρούσα θέση της στον κόσμο. 

Υπάρχει ένα είδος διαλόγου στους Τεθλασμένους χρόνους, ανάμεσα στις δύο αυτές παρουσίες που αποτελούν και τον συνεκτικό ιστό της συλλογής, ο οποίος εξελίσσεται στην πορεία της ανάγνωσης: ενώ στην αρχή δείχνει μονόπλευρος με το Εγώ να αναλώνεται στις κοινές αναμνήσεις, στη συνέχεια η δυναμική αυτή κερδίζει σε ένταση και καταλήγει σε μια μάλλον ισορροπημένη ανταλλαγή σκέψεων μεταξύ των δύο πόλων. Ο ύφαλος αυτής της παράδοξης επικοινωνίας βρίσκεται στο ότι ο χρόνος πάγωσε σε ένα ξεφτισμένο σημείο της σχέσης ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους και το Εγώ της ποιήτριας αδυνατεί να δει πέρα από αυτό το χρονικό σημείο. Η υπέρβαση που ενδεχομένως να έχει ενδιαφέρον είναι ότι το Εγώ προσπαθεί να βρει τη θέση του στο χρόνο, αρνούμενο παράλληλα να βγει από το παρελθόν.

Όσο προχωράει η ανάγνωση, οι Τεθλασμένοι χρόνοι δείχνουν να είναι μια ποίηση απολογισμού και πεθαμένου έρωτα. Οι παράδοξοι αυτοί διάλογοι ανάμεσα στο Εγώ του τώρα και το Εσύ του τότε, δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε εικόνες εγκατάλειψης που ξεκινούν από τις μύχιες σκέψεις του πρώτου για να επεκταθούν στο εξωτερικό τοπίο και στην ισοπεδωτική σιωπή του δεύτερου. Μόνο στο τέλος τα δύο άκρα θα συναντηθούν μπροστά στην εικόνα της κοινής τους αποτυχίας. Η έλλειψη πρωτοτυπίας και φρεσκάδας είναι για μένα ένα σοβαρό ελάττωμα αυτής της δουλειάς που έχει παράλληλα αρετές, όπως η σαφήνεια και η αβίαστη αμεσότητα, που δεν συναντά κανείς όσο συχνά θα επιθυμούσε. Ο έρωτας που πάγωσε και κατέλαβε το παρελθόν, η απουσία κίνησης προς την όποια κατεύθυνση λυτρωμού, είναι θεματικές που στους Τεθλασμένους χρόνους παραμένουν αυστηρά περιορισμένες στα όριά τους: μένει να γίνει το επόμενο βήμα.  Το βήμα αυτό λείπει, ο αναγνώστης βρίσκεται τελικά μετέωρος. 

Παραθέτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Ωραίος που ήταν ο κόσμος σου,

η μυρωδιά

η γεύση των χειλιών σου

όμοια με λήθη και ανάσταση,

πόσο ωραίος ο κόσμος σου

ο σκοτεινός

απ’ όπου γεννιόντουσαν και ξεκινούσαν

τα πιο ολόφωτα μονοπάτια

-τα μάτια σου-

ωραίος

σαν μια στιγμή αιώνιας αστραπής,

στο δύο επί δύο,

στο ένα επί ένα,

πιο σφιχτά,

πιο κοντά,

να παίρνει το σιμά

ένα νέο νόημα

μια καινούρια αρχή

κι ένα τέλος,

στο ξεκίνημά τους

όλα να λιώνουν

να φεύγουν

να πεθαίνουν,

ν’ ανθίζουν μόνο για μια στιγμή

τέλεια στη λάθος ώρα,

-τα μάτια σου-

ένα επί ένα

δύο επί δύο,

πόσο το μαζί μας

μεγαλώνει

και χάνεται,

πόσο γρήγορα στεγνώνει

η γεύση των χειλιών σου

-το δέρμα σου-

τι γεύση είχε ο κόσμος σου

τι μυρωδιά

τι αίσθηση,

πόσο ωραίος

στην ελάχιστη του λάθους μας στιγμή.

 

Κρις Λιβανίου

στίγμαΛόγου

24/5/2017

stigmalogou.blogspot.gr