vakxikon.gr, τεύχος 15

Φιλί, παραπλανητικό

Στο φιλί σου επάνω λησμόνησα,
τρένα, καθρέφτες, σάλπιγγες,
βήματα γοργά στα άγραφα χαρτόνια,
αστέρια ανθόσπαρτα
στα περιβόλια των ανθρώπων με τα κόκκινα χέρια,
στο φιλί σου επάνω λησμόνησα,
δεν ήταν κάλεσμα ερωτικό
σε σκοτεινά tango στις πίστες,
ήταν βήμα στο κενό
κάτω από τους προβολείς που με τυφλώναν,
γυμνή περπάτησα τα αιωρούμενα σκοινιά,
φοβήθηκα φρικτά κατά την πτώση
με τους ήχους, τις φωνές των άδικων ανθρώπων
των χωρίς ευσπλαχνία
χωρίς άφεση λάθους
στα σκληρά
στα αξεπέραστα
στα –ειδάλλως- υποταγμένα,
δάκρυα στη θάλασσα,
ματαιωμένα απ’ τη στιγμή της γέννησής τους,
ψεύτικα σαν τα χάδια της Αφροδίτης,
βάδισα στα κύματα κι ήταν αργά,
πολύ αργά,
έσβησαν οι φλοίσβοι της αμμουδιάς τα στίγματα
έσβησαν τα δικά μου πατήματα
από την άπιστη άμμο,
την ξεγελάστρα.
Δεν ήταν το φιλί σου ερωτικό.

Η πτώση

Όταν σβήνουν τα φώτα,
όταν οι φωνές ησυχάζουν,
όταν κλείνω την πόρτα πίσω μου,
πώς να γεμίσω τις ώρες της θλίψης,
τις ώρες ανάμεσα στο δειλινό και τη νύχτα
–ανάμεσα στον τελευταίο λυγμό ζωής και το θάνατο-
πώς να γεμίσω τις ώρες
που μοιάζουν σαν εισιτήρια ματαιωμένων ταξιδιών στα χέρια μου,
τούτες οι ώρες
που στη διάρκειά τους περνάνε σκέψεις από το μυαλό μου
σαν τρένα σε χαλασμένες ράγες,
κι εγώ η ίδια γίνομαι τρένο,
τρένο με χαλασμένη μηχανή,
με χαλασμένα φώτα,
δίχως σταθμό,
δίχως προορισμό,
δίχως οδηγό,
και ταλαντεύομαι πάνω στις ράγες,
δεξιά-αριστερά,
κι ο ήχος του τριξίματος
μοιάζει με φέρετρο που ανοίγει
–ή κλείνει, δεν ξέρω-
και νιώθω σαν σχοινοβάτης
που βαδίζω χαμογελαστός με τα γυμνά μου πόδια πάνω στο σχοινί,
-αν πέσω θα με κρατήσεις;
πες μου, θα με κρατήσεις;-
δεν έχω ισορροπία,
η απόρριψή σου κι η φυγή σου
βαραίνουν τους ώμους μου
σαν να κουβαλάω άδεια σακιά
–ξέρεις, καμιά φορά το άδειο είναι πιο αβάσταχτο απ’ το γεμάτο-
λυγίζει το σκοινί μου
και πέφτω
και στην πτώση μου με συνοδεύουν
ο άνεμος, η βροχή κι οι ροδοδάφνες.

Σημαίες ανεμόδαρτες

Από τη λόγχη που διαπερνά
ίσα βαθιά κατάστηθα
τα άυλα σύννεφα,
σημαίες ανεμόδαρτες
στις υποκλίσεις του κόσμου,
στα «μήπως» των γκρεμών,
στα «φοβάμαι» της δύσης,
και μετά τη στροφή
συνάντηση με το τίποτα,
με το τίποτα και το ποτέ
και το όχι πια,
στο υψωμένο χέρι καταμεσής του δρόμου
απάντησα γενναίο χαιρετισμό,
στις στέγες τις υγρές του φθινοπώρου
χαμήλωσα τα μάτια
-ξεκουράστηκα.

 

vakxikon.gr, τεύχος 15, Σεπτέμβριος 2011

 

http://www.vakxikon.gr/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7-%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%B2%CE%BF/

poiein.gr

…απ’ το δωμάτιο

Κοίτα, μια ευχή αδέξια ριγμένη
σ’ ένα πιρούνι τσίγκινο,
στο δωμάτιο με τις ασημένιες ηλιαχτίδες
με τα καλομαυρισμένα ασημικά
-βιτρίνες ακριβές
κλειδωμένες με χρυσά κλειδιά
που στον ανέγγιχτο κόρφο τους
φυλάγουν των μεγαλείων οι κυρίες –
μεταλλικά δοκάρια ηδονικά παραιτημένα στη σκουριά,
μέσα τους στάζει στάλα το νερό,
αντηχεί στη δια πασών η κρυστάλλινη σταγόνα
σαν τις ανείπωτες λέξεις στους γυμνούς τοίχους του μεταμελημένου μυαλού,
κι έξω απ’ το δωμάτιο
με τα ασημικά και τα δοκάρια και τις ξεθωριασμένες ηλιαχτίδες
ένα κάρο περιμένει,
αχρηστείες φορτωμένο,
να ξεκολλήσει από το χόρτο η ρόδα
και να κινήσει εύθυμο για τον ελπιδοφόρο ορίζοντα
του αδιέξοδου δρόμου.

Ανάμεσα

Από τη χάρτινη κουρτίνα του χρόνου
αιφνίδιο φανέρωμα,
τα μονοπάτια τα φωτεινά της προσφοράς
κι οι δρόμοι της αφαίρεσης,
δείκτης μονάχος ο άνεμος
μέσα στους νόμους τους δίχως ισχύ
μέσα στων νεφελών τα βήματα,
στο ξύλινο πάτωμα
πεσμένο το δώρο του νεκρού
-με κρότο άηχο από τα πριν ριγμένο-
και στο μπαλκόνι
το κόκκινο της αλλαγής σεντόνι
σαν το αίμα των ονείρων το γρήγορο,
νεύματα παραχωρητικά του ουρανού
και πείσματα αγέλαστα της γης,
το ’να μου πόδι αγκαλιασμένο στο τίποτα
και το χέρι μου με τα ακροδάχτυλα στο κάτι.

Κατάματα

Στην ώρα πάνω τη σωστή
τελειώσαν οι αυταπάτες,
περιχαρές το ντύμα της αλήθειας,
γνώση στερνή
σκληρά στα στερνά βαλμένη,
με θάρρος λιγόψυχο η ζωή ιδωμένη,
στο ζύγι οι δισταγμοί ακροβατούν
μα
η ματιά καθαρή
-μάταια δεν αιωρείται η ζωή
από τσιγκέλια χάρτινα.

 

poiein.gr, Ιανουάριος 2011

http://www.poiein.gr/archives/12716/index.html#more-12716

vakxikon.gr, τεύχος 11

Λεπίδα στο φεγγαρόφως

Στου φεγγαριού την ασημί λεπίδα
σταυρός αφοριστικός
μέσα από των στεναγμών τις κουρτίνες,
βαδίσματα επιπόλαια
με θέα το κενό,
μια ποίηση βάλθηκε τάχα
μέσα στις φυλλωσιές να τρυπώσει,
ρομαντικά ειδύλλια
για άλλες εποχές, άλλους τόπους,
η λεπίδα σταθερή
μα από την κόψη της γλίστρησες,
βυθίστηκες στου σκοταδιού το σκοτεινό βυθό.
Σταυρός καταδικαστικός.

 

Στη θάλασσα επάνω

Πόσο επικίνδυνα ακροβάτησα
πάνω από τα πέλαγα των δισταγμών μου,
κι ήταν πάντα το φιλί
εισιτήριο ακριβό
για τα πιο θελκτικά μέρη.
Χορεύοντας στο άγριο κύμα
ξέχασα πίσω να κοιτάξω,
δεν άκουσα τις υποσχέσεις των ύβρεων
που οι άνεμοι έφερναν στ’ αυτιά μου.
Το ταξίδι μου αυτό
είχε της μετάνοιας το ακριβό αντίτιμο,
μέσα σε καράβι χάρτινο
διέσχισα των τολμηρών τις θάλασσες
ψάχνοντας μάταια να βρω
κι εγώ μία φτηνή Ιθάκη.

 

Πρόσωπο σε καθρέφτη τεμαχισμένο

Και καθώς έβαφες τα χείλη σου
κι άπλωνες πάνω τους χρώμα ολοκόκκινο,
στα μάτια σου μέσα πλανιόταν μια μαυρίλα,
όμοια με σκιά θανάτου.
Και σε καλούσε αμετάκλητα η ματιά σου, 
σε έλεγχε κατάφωρα για όσα είχες κάνει,
για όσα έκρυβες τόσο βαθιά εντός σου,
κι ο καθρέφτης σου αντίκριζε το ένοχο σου βλέμμα,
και τότε πήρες να φοβάσαι,
σε τρόμαξε το πρόσωπο σου,
το ίδιο το φρικτό σου προσωπείο,
σε τρόμαξε η άδεια η ψυχή σου,
σε τρόμαξε η μάταιη ζωή σου,
κι απ’ τα ολοκόκκινα χείλη σου
έβγαινε ανατριχιαστικό ουρλιαχτό,
αδιάκοπο, αδυσώπητο,
που ζητούσε να σπάσει τους καθρέφτες.
Μα οι καθρέφτες,
σαν τις ένοχες συνειδήσεις,
δε σπάζουν,
μονάχα υπενθυμίζουν,
μονάχα υπογραμμίζουν
την άδεια που διέγραψες τροχιά.

 

vakxikon.gr, τεύχος 11, Σεπτέμβριος 2010

http://www.vakxikon.gr/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7-%CE%B9%CE%B1/