Δύο ποιήματα στο BookSitting

Η λογοτεχνική σελίδα BookSitting δημοσίευσε, τον Ιούλιο του 2021, δύο ποιήματα από την τρίτη μου ποιητική συλλογή Lacrimosa με αφορμή την κυκλοφορία της.

Συνεχίζεται

Είσαι κι εσύ
που με τις ιδρωμένες παλάμες σου
αγγίζεις τον κόσμο
έναν κόσμο δανεικό και πληγωμένο,
η σφαγή των αθώων νηπίων ξεκίνησε
από αυτούς που κατάλαβαν
πως στα μάτια των παιδιών
κατοικεί ο Θεός
-και η σφαγή
ακόμα συνεχίζεται.

Δικαστές

Και τον Θεό
τον εξορίσαμε από τις κουβέντες μας
έμειναν οι πόλεις απροστάτευτες
βουβές,
διαφανείς να μείνουμε
κι αδέκαστοι
εμείς οι ψεύτες κριτές,
από τις γυάλινες έδρες μας
τελούμε σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Αφιέρωμα στο blog Ιωβηλαίο Λέξεων

Αναδημοσίευση από το Ιωβηλαίο Λέξεων, Ιούλιος 2021, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής μου συλλογής Lacrimosa.

Art by Siegfried Zademack paintings

ΕΝΑ ΕΝΔΟΞΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΞΙΩΣΕ ΜΕ ΜΙΑ ΡΩΓΜΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ…

 Λεία και στιλπνά τα σώματά μας  μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας…


Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά  τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε.
Τα τζιτζίκια,  το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου.
Τολμήσαμε.
Δίχως να νιώσουμε πώς  βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.

 

[ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΠΑΝΙΟ από τη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου LACRIMOSA, Βακχικόν 2021]

 

ΠΟΣΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΤΩΝ ΔΙΣΤΑΓΜΩΝ ΜΟΥ…

 

… κι ήταν πάντα το φιλί  εισιτήριο ακριβό  για τα πιο θελκτικά μέρη.

Χορεύοντας στο άγριο κύμα  ξέχασα πίσω να κοιτάξω,

δεν άκουσα τις υποσχέσεις των ύβρεων  που οι άνεμοι έφερναν στ’ αυτιά μου.

Το ταξίδι μου αυτό  είχε της μετάνοιας το ακριβό αντίτιμο,

μέσα σε καράβι χάρτινο  διέσχισα των τολμηρών τις θάλασσες

ψάχνοντας μάταια να βρω  κι εγώ μία φτηνή Ιθάκη.

 

[από την πρώτη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου Αχ-έρων, Βακχικόν 2013]

 

ΑΧ ΕΡΩΝ… για τους εξαίσιους ίλιγγους, για τις αιώνιες ταλαντεύσεις, για στιγμές που έμειναν μισές και για άλλες που πληρώθηκαν σωστά.

Για τα λόγια που τόλμησαν να βγουν στον άνεμο, για τις πιο ανεξερεύνητες και γνήσιες σκέψεις.

Για ένα λυγμό που γεννιέται ατελείωτα από το χάραμα μέχρι το τέλος μίας ημέρας.

 

Η Ρένα Τριανταφύλλου σχολιάζοντας στίχους απ’ αυτή τη συλλογή έγραφε:

«… καλοκαίρια, άνεμος, φιλί, φθορά, φως και σκοτάδι. Ένα βιβλίο που… μας προκαλεί να αναμετρηθούμε με ανεκπλήρωτους έρωτες…

Ποιήματα που… μας θα μας φέρουν αντιμέτωπους με τη φθορά και το κόστος του αποχωρισμού…

Που θα μας παρασύρουν να ταυτιστούμε…»

 

«Από την άκρη του γκρεμού σου  θα πιαστώ

την ηδονή του ιλίγγου κατάματα μες στο λυγμό της νύχτας να κοιτάξω, 

 ζαριές ανώφελες  πάνω σε μία τσόχα χάρτινη από αναπάντητα γιατί…

-η συντριβή μου δύναμη,

το κύμα που δεν τόλμησε  μια λέξη να προφέρει …»

 

Και το σχόλιο:

«Η ευάλωτη ύπαρξη εν μέσω ματαιότητας…

Μία να πιάνεσαι και μία να αποδεσμεύεσαι.

Μία να ρέεις και μία να συρ-ρέεις

και πολλές να ακολουθείς πολύβουα καραβάνια, περιπλανώμενος ατομοκεντρικά στη συντροφικότητα. Σε στενή αναμέτρηση με το χρόνο… Το ρολόι…» 

 

«Να μετράω αιωρούμενη από τους δείκτες

τα λεπτά, τις ώρες , τα χρόνια τις ζωές.

Πολλές ζωές,   7,8,16,25,   όλες δικές σου.

 

Μας είχανε σωθεί τα κέρματα,

μας είχαν εξάλλου τελειώσει και οι ευχές»

Ακολουθούν επιλεγμένα ποιήματα από αυτή την πρώτη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου Αχ-έρων. Βακχικόν 2013

Στο δεύτερο μέρος της ανάρτησης ποιήματα από την επόμενη συλλογή της ποιήτριας: ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 2017 με τον αντίστοιχο σχολιασμό τους

 

ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

(επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου Αχ-έρων, Βακκχικόν 2013)

Ένα σκαμνί για να αποθέσεις την κούραση σου,

ένα καρφί για να κρεμάσεις τον πόνο σου,

σαν το παλτό που αφήνεις στην κρεμάστρα όταν τελειώσει η μέρα,

ένα σκαλί που το πατάς  για να ανέβεις πιο ψηλά,

πιο ψηλά,  ίσα με το τέλος της σκάλας.

Σ’ ένα δωμάτιο με κλειδωμένες πόρτες  είναι η μόνη πόρτα ξεκλείδωτη˙

είναι μια γέφυρα,  μια πύλη,  μια αχτίδα φωτός,  περπατάς πάνω της,

σχοινοβάτης,  για να φτάσεις στον ήλιο.

Η ποίηση  ένα παιχνίδι στα χέρια σου

για να περνούν οι ώρες  ανάμεσα στο δειλινό και τα μεσάνυχτα,

για να γίνεται  πιο ανώδυνη  η νύχτα σου.

 

ΔΙΑΡΚΗΣ

Σήμερα,
κι από το σήμερα στο αύριο,
μια αναζήτηση διαρκής
που αγαπάει
μόνη να διαλύει τον εαυτό της,
πίσω πάλι από το τέρμα
κι ήδη απ’ την αρχή συντελεσμένη

-στις λάμπες του δρόμου
στις γωνίες τις πιο σκοτεινές του μυαλού
σε αναζητούσα,
χρόνια τρεφόμουνα με όπιο γλυκό
και την αυτοδιάλυσή μου αγαπούσα,
μέσα από το θάνατο
μάθαινα να ζω για σένα  αδιάκοπα -

κι ήδη απ’ την αρχή συντελεσμένη,
χορδή κιθάρας σκουριασμένης,  νότας μισής
στον ουρανό της πόλης
αποδεσμευμένης.

ΕΞΑΙΡΕΣΗ

Ορισμός,  κανόνας,
το φιλί που κόκκινο απ-αγορεύτηκε,
ένας διάττων αστέρας
στον πνιγηρό ουρανό του χρόνου,
πέρασμα φωτεινό από το τίποτα  στο πουθενά φτασμένο.
Ματαιοδοξία,  ματαιότητα,
σταγόνες της ώρας φαύλες.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΑ ΔΥΟ

Το αναμμένο φως στο σβησμένο μπαλκόνι
και το φρεάτιο ανοιχτό
για να ενωθεί ένα καλώδιο ή να κοπεί ένα νήμα,
το παιδί στη βεράντα που μετράει τα αστέρια
και το ματωμένο φίδι στην άκρη του δρόμου,
καλοκαίρι  που άφησε στο στόμα σου μια γεύση
σαν στυφή βροχή,
σαν το ανεκπλήρωτο φιλί σου
που έμεινε μισό  επάνω σε δυο χείλη απαρνημένα.

[ποιήματα από τη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου Αχ-έρων, βακχικόν 2013]

 

ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΣΤΑ ΜΙΣΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ (στα τρία  στα εννιά  στα εικοσιπέντε  ποιον να διαλέξεις;)

στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

τόσες ζωές,  ποια να διαλέξεις,

τόσες εκδοχές,  τόσες θολές

αντανακλώμενες  ακαθόριστες λύσεις.

 

Μου χαμογελούσες  ή ήσουν βλοσυρός;
Με τα δύο πρόσωπα του Ιανού
έμαθα να ταιριάζω τις προθέσεις μου,
και το μεγάλο αίνιγμα  ποτέ μου δεν το έλυσα,
πάνω στο τεντωμένο μου σκοινί
αναποφάσιστη  στάθηκα.

 

[ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΗ κι άλλοι στίχοι από τη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ, Βακχικόν 2017 που, ενδιάμεσα, σχολιάζονται με επιλεγμένα αποσπάσματα από ένα τεθλασμένο κείμενο της Ρένας Τριανταφύλλου]

Η νέα απόπειρα γραφής της Χρυσάνθης Ιακώβου, σχολιάζει η Ρένα Τριανταφύλλου, μία ολόκληρη υπαρξιακή ανησυχία, άλλοτε μία καθίζηση στη ζώσα πραγματικότητα και άλλοτε καθ’ όλα ανατρεπτική…

Τα γραπτά της γεμάτα με «χώρους αναμονής», στάσεις και υπομονετικές πορείες, εκεί που οι ανατροπές χωρούν παντού και πουθενά και εκεί που τα καλύτερα δεν έρχονται ή έρχονται με χρονοκαθυστέρηση…

Καταδικασμένη (;) σε συμβιβασμούς ανάμεσα σε αποσιωπητικά, άνω και κάτω τελείες…

 

…τυχαίοι διαβάτες  που τολμήσαμε να διασχίσουμε

μια μέρα ωραία την άγνωστη λεωφόρο,

με ένα σακίδιο στους ώμους

και έναν ήλιο που μας έγνεφε

μέσα από τους σπασμένους καθρέφτες

ενός τοπίου αδάμαστου.

 

…να μη διασωθούμε ναυαγοί

ηττημένοι απ’τα ουράνια τόξα  της επόμενης μέρας,

να μη σωθούμε  και να μη σώσουμε ποτέ,

έλα, σου λέω,

ας μη φτάσουμε να σβήνουμε τ’ αγγίγματα

με καινούργιες βροχές  με ψεύτικες αλήθειες.

Επιβάλλεται να παραταθεί το όνειρο. Να επιβληθεί ο έρωτας εκεί όπου εκλείπει. Να εδραιωθεί η εγγύτητα εκεί όπου θριαμβεύει η απόσταση. Σε δυαδικές σχέσεις με εύπλαστες ισορροπίες… Εκεί που η λογική φωνάζει «όχι» και η καρδιά διατείνεται ολική καθαίρεση κάθε συμβατικού.
Όλη η συλλογή της μια επιβλητική παρένθεση, όπου χωρά μόνο η ατομική Ουσία.

Όλη η συλλογή της ολοστρόγγυλα (μη) αποσιωπητικά σε Άχρονο Εξακολουθητικό Χρόνο…

ΣΚΙΕΣ

Στο σπίτι αυτό  δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα  και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά  αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.

Τα ποιήματά της μία απόπειρα αυτογνωσίας μέσα στην πλάνη του χωροχρόνου. «Ένα πέταγμα απ΄ όπου ξεπηδάνε όλα τα γενναία και όλα τα τρομακτικά». Το ξόδεμα ανάμεσα σε βολικές φωλιές και απολεσθείσες ελπίδες.… Η πάλη του καλού και του καλύτερου και στην ιδεατή μέση η ανάγκη για Ζωή και όχι για επιβίωση…

Διήγημα «Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι» στο περιοδικό οαναγνώστης

Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι, της Χρυσάνθης Ιακώβου, αναδημοσίευση από το περιοδικό οαναγνώστης/oanagnostis.gr (Δεκέμβριος 2020)

Ο καθηγητής της φωτογραφίας είπε βαριεστημένα και με φωνή ανέκφραστη: «Θέλω για τα Χριστούγεννα να φωτογραφίσετε ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι παλιό που αγαπούσατε, που θέλατε να αποκτήσετε ίσως, ακόμη κι ένα που μισούσατε».

Στο δρόμο για το σπίτι η φωτογράφιση τριγύριζε στο μυαλό του. Ένα παγωμένο αεράκι φυσούσε απαλά, ανακατωμένο με ανάλαφρες νιφάδες, κι αυτός σήκωσε ασυναίσθητα το γιακά του παλτού του. Τι στο καλό να έβγαζε; Μια ατέλειωτη σειρά από παιχνίδια πέρασε σε δευτερόλεπτα από τη μνήμη του, όταν ξαφνικά το μυαλό του σταμάτησε σε ένα συγκεκριμένο, που η εικόνα του ήταν τόσο παλιά και ξεθωριασμένη που την είχε σχεδόν ξεχάσει.

Ήταν-δεν ήταν εφτά χρονών και πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ήταν επίσκεψη στη θεία του και είχε μαζί του το δώρο που του είχε μόλις κάνει ο πατέρας του για τις γιορτές: ένα τηλεκατευθυνόμενο τρενάκι. Ήταν ό,τι καλύτερο είχε λάβει ποτέ˙ είχε ενθουσιαστεί.

Κλεισμένοι στο δωμάτιο με τον ξάδερφό του έπαιζαν ξετρελαμένοι με το τρένο, όταν ακούστηκαν θόρυβοι. Συρσίματα, ένα τρίξιμο, ο ήχος ενός γυαλιού που γίνεται θρύψαλα. Βγαίνει απορημένος στον διάδρομο κι από τη μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού δωματίου βλέπει τον πατέρα του και τη θεία του. Έχουν γείρει πάνω στο γραφείο, αυτή έχει τυλιγμένα τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του κι αυτός προσπαθεί με βίαιες κινήσεις να της σηκώσει τη φούστα.

Δεν ήταν τόσο ότι σοκαρίστηκε, όσο ότι απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που είδε ήταν φυσιολογικό ή όχι. Κι αν τα είπε όλα μονοκοπανιά στη μητέρα του φτάνοντας στο σπίτι, δεν το ‘κανε για να μαρτυρήσει τον πατέρα του, αλλά για να του λυθεί η απορία.

Τα Χριστούγεννα εκείνα ήταν τα χειρότερα της ζωής του. Πέρασαν αργά, σε ένα κλίμα έντασης, σιωπής και καυγάδων. Γι’ αυτό από τότε δεν αγαπά τα Χριστούγεννα, του φαίνονται σιωπηλά, άδεια, ενοχλητικά, σαν τον θόρυβο ενός γυαλιού που σπάει στην απόλυτη ησυχία ενός κενού δωματίου. Και βαθιά μέσα του του έχει μείνει μια ανεξήγητη αίσθηση ότι φταίει ο ίδιος γι’ αυτό, ότι μόνος του κατέστρεψε την αγαπημένη του γιορτή. Ότι αυτός χάλασε όλες τις γιορτές, όλες τις μέρες της ζωής του που ακολούθησαν από τότε.

Το παιχνίδι, που μέσα στην ταραχή του το ξέχασε στο σπίτι της θείας, δεν το ξαναπήρε πίσω. Το ζήτησε, αλλά ο ξάδερφος τού είπε πως, αφού το ξέχασε, δεν του ανήκει πια. Ούτε τον πατέρα του ξαναείδε από τότε. Λίγες βδομάδες μετά έφυγε από το σπίτι και έκτοτε δεν τον συνάντησε παρά ελάχιστες φορές.

Αναλογιζόμενος όλα αυτά του ήρθε μια εκπληκτική ιδέα. Αγόρασε από ένα κατάστημα παιχνιδιών ένα τρένο όμοιο με το απολεσθέν. Το έστησε στο σαλόνι του σπιτιού του κι άρχισε να το φωτογραφίζει με ζήλο. Στη συνέχεια πήρε ένα σφυρί κι άρχισε να το χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Το τρενάκι κόπηκε στα δύο, οι ράγες έγιναν κομμάτια κι άρχισαν να πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, ο σταθμός προσγειώθηκε σε μια γωνιά του δωματίου, η χαρούμενη μουσική που έπαιζε σταμάτησε απότομα. Κι αυτός συνέχιζε να φωτογραφίζει. Όσο πιο πολύ χτυπούσε, τόσες πιο πολλές φωτογραφίες έβγαζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε τους ορίζοντές του να ανοίγουν, την έμπνευση του να γιγαντώνεται, τη δημιουργικότητά του και την ελευθερία του να φτάνουν σε ένα ανεπανάληπτο και χωρίς προηγούμενο απόγειο. Πρώτη φορά σε όλη του τη ζωή ξέσπασε με τέτοια μανία και, όταν σταμάτησαν τα φλας, έγειρε δίπλα στα θρύψαλα αποκαμωμένος.

Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε. «Επιτέλους, έκανες το άλμα, πέρασες στο επόμενο επίπεδο, βρήκες τον φωτογραφικό σου εαυτό», τον γέμισε με καταιγισμό κομπλιμέντων.

«Ναι, ίσως», ψέλλισε αυτός κι έμεινε να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε αργά.