Γιατί τόσος πανικός με τον καύσωνα;

Εντάξει λοιπόν, έχει ζέστη. Καιρό είχαμε να νιώσουμε τέτοιες θερμοκρασίες, η ζωή μας γίνεται δυσκολότερη, δεν έχουμε και πολλά λεφτά για τη ΔΕΗ.

Το θέμα του καύσωνα έπληξε πρώτα τις γυναίκες με μέσο όρο ηλικίας τα 60something, που ο καιρός και ειδικά τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι το αγαπημένο τους θέμα και η αγαπημένη τους πηγή άγχους.

Μετά φυσικά το θέμα έπληξε τα social media, με αστεία στην αρχή, με γκρίνιες και σχετικές ειδήσεις στη συνέχεια. Όλη μέρα όλοι παραπονιούνται για τη ζέστη, όπως πριν καναδυό βδομάδες παραπονιούνταν για τη βροχή. Και όλα τα ειδησεογραφικά (τρόπος του λέγειν) site -μη χάσουν- ανεβάζουν σχετικές αναρτήσεις, για το τι θερμοκρασίες έρχονται, για το πόση ζέστη έχει σε άλλες χώρες, για τους καύσωνες που έπληξαν την Ελλάδα τα περασμένα χρόνια.

Είναι αλήθεια τόσο τρομερό και τόσο αξιοπερίεργο το γεγονός ότι Ιούλιο μήνα, στην καρδιά του καλοκαιριού, έχει ζέστη, έστω και λίγη παραπάνω, ώστε όλοι μας, όλη μέρα, να ασχολούμαστε με αυτό;

Έχει μια εμμονή ο Έλληνας με τον καιρό. Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε άλλες χώρες αυτό, πάντως εδώ συμβαίνει σίγουρα και χωρίς προφανή λόγο. Πού και να ήμασταν καμιά χώρα του Ισημερινού ή του Βόρειου Πόλου ή να είχαμε τίποτα μουσώνες και τυφώνες. Μια κλασική μεσογειακή χώρα είμαστε με αρκετά προβλέψιμο καιρό και πολύ νορμάλ καιρικές συνθήκες.

Μήπως μας έφαγε αυτό; Καλομάθαμε στην ομαλότητα και αν ξεφύγει κάτι μας κακοφαίνεται; Μήπως πάλι θέλουμε να γίνουμε πιο εξωστρεφείς και να επικοινωνήσουμε με κόσμο και ο καιρός είναι, ως γνωστό, το καλύτερο θέμα για να πιάσουμε κουβέντα;

Μήπως είναι και το άλλο; Με όλα αυτά τα γεγονότα των τελευταίων ετών, έχουμε χάσει κάθε αίσθηση σταθερότητας, κάθε αίσθηση ασφάλειας. Μπροστά στο φόβο του αβέβαιου, του αγνώστου, ο αναμενόμενος καιρός είναι μία σταθερά, μια ευνοϊκή συνθήκη για να μπορούμε να πιαστούμε από κάπου. Όταν χαλάει κι αυτός και αποκλίνει από τα συνηθισμένα, η ανασφάλεια μας γιγαντώνονται.

Ίσως να συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί για την εμμονή μας αυτή άλλη ερμηνεία δε φαίνεται να υπάρχει.

Οι "αποτυχημένοι" του εκπαιδευτικού συστήματος

Μέρες που είναι αρχίζω πάλι να σκέφτομαι τις πανελλήνιες, τα παιδιά που γράφουν, την επαύριο των εξετάσεων, το εκπαιδευτικό σύστημα. Σκέφτομαι πόσο σημαντικές φάνταζαν τότε οι πανελλήνιες, όταν δίναμε εμείς, και πόσο μάταιες φαίνονται σήμερα που πατήσαμε τα -άντα.

Τα τελευταία χρόνια -και ολοένα και περισσότερο κάθε χρόνο, και λόγω της κρίσης- μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτιέμαι: είναι οι "αποτυχημένοι" των εξετάσεων οι σημερινοί επιτυχημένοι του εργασιακού στίβου;

Ο Π. για παράδειγμα. Κάκιστος μαθητής, με το ζόρι περνούσε τις τάξεις. Στις πανελλήνιες πλήρης αποτυχία, αργότερα πήγε σε δύο ΙΕΚ. Χάρη στην όρεξη του και στις επιχειρηματικές του ικανότητες έκανε μερικές κινήσεις ματ και έχει καταξιωθεί σε ένα χώρο που η κρίση δεν έχει μέχρι στιγμής αγγίξει. Ο Ε. Το μυαλό του συνέχεια στις κοπάνες και στις πλάκες. Βγάζει τεχνική σχολή, δουλεύει ασταμάτητα, μαζεύει μόρια, μπαίνει στο δημόσιο -με το σπαθί του εκατό τοις εκατό. Ο Α., μαθητής κάτω του μετρίου, έβγαλε ένα ΙΕΚ με το ζόρι, με το αντικείμενο του οποίου δεν ξανασχολήθηκε. Τα τελευταία χρόνια πηγαίνει σε όποιο μέρος της Ελλάδας βρίσκει δουλειά, όσο παράλληλα προσπαθεί να καταρτιστεί πάνω στο χόμπι του για να το κάνει κάποια στιγμή επάγγελμα.

Κι από την άλλη, έχουμε την Π. και τη Δ. Απόφοιτες ΑΕΙ και οι δύο, σχολές φαινομενικά με προοπτικές, δουλεύουν ως γραμματείς, χωρίς πιθανότητες εξέλιξης. Η Α. αριστούχα μαθήτρια, καλή φοιτήτρια, που παράτησε ωστόσο τη σχολή και ούτε πτυχίο παίρνει ούτε δουλειά βρίσκει. Η Β. απόφοιτος πολύ καλής -υποτίθεται- σχολής ΑΕΙ, εργάζεται σε μαγαζί με ρούχα.

Αν λοιπόν η επιτυχία στις εξετάσεις δε σημαίνει επιτυχημένη επαγγελματική πορεία και αν οι "αποτυχημένοι" του σχολείου είναι οι επιτυχημένοι του επαγγελματικού στίβου, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αποτυχημένο εκπαιδευτικό σύστημα;

Για πολλούς λόγους θα μπορούσα να πω ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι αποτυχημένο, αλλά με το παραπάνω τουλάχιστον κριτήριο είναι αποτυχημένο για αυτό: γιατί είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να ευνοεί μία πολύ συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι άριστο για ανθρώπους με καλή μνήμη. Για ανθρώπους πειθαρχημένους και μεθοδικούς. Για αυτούς που αντέχουν στην πίεση και δε χάνουν εύκολα την ψυχραιμία τους. Τι συμβαίνει όμως με όλους τους υπόλοιπους;

Κοντολογίς, αν τα μαθήματα διδάσκονταν βιωματικά, αν η μάθηση γινόταν μέσα από εργασίες, μέσα από παιχνίδια, αν η διδασκαλία δεν ήταν τόσο στείρα και αν τα μαθήματα ήταν πιο εμπλουτισμένα και πιο κοντά στις πραγματικές ανάγκες της ζωής και της κοινωνίας, τότε θα καλυπτόταν η γκάμα όλων των μαθητών -και θα ήταν όλοι επιτυχημένοι.

Έπειτα είναι και το άλλο: σκεπτόμενη όλους αυτούς τους "αποτυχημένους" τότε - επιτυχημένους σήμερα, βλέπω σήμερα πόσο γελοίος ήταν ο διαχωρισμός σε καλούς και κακούς μαθητές και πόσο αυτό μπορούσε να επιδράσει τότε στην ψυχολογία μας. Το σχολείο θα έπρεπε να έχει ένα μέλημα: να βγάλει στην κοινωνία μορφωμένους ανθρώπους και όχι μαθητές με καλούς βαθμούς στις εξετάσεις -ούτως ή άλλως, όπως αποδεικνύεται, οι καλοί βαθμοί στις εξετάσεις δε σημαίνουν απολύτως τίποτα για την μετέπειτα επαγγελματική μας εξέλιξη. Τελικά όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, φαίνεται να έχει χάσει το στοίχημα.

Μα σε τι χρειάζονται οι ποιητές;

Σε τίποτα. Και σε όλα. Και οι δύο απαντήσεις και σωστές και αποδεκτές και δικαιολογημένες.

Αν το καλοσκεφτείς, ο ποιητής δε χρειάζεται απολύτως πουθενά. Σε καιρούς ευημερίας και ευτυχίας (βλ 90s) είσαι πολύ απασχολημένος -και μεθυσμένος- από τη φρενήρη κατανάλωση, από την ανεμελιά της οικονομικής ασφάλειας, από αυτήν τη γλυκιά χαρά του να χτίζεις τη ζωή σου με όσα αντικείμενα θες. Πού καιρός για ενδοσκοπήσεις και υπαρξιακά ερωτήματα και διάφορους μη αναγκαίους προβληματισμούς.

Στην εποχή της κρίσης και της αγωνίας (βλ τώρα), ακόμα χειρότερα. Η ζωή σου έχει γυρίσει τούμπα, δεν ξέρεις από πού να πρωτοκόψεις τα έξοδα, σιχτιρίζεις τη μοίρα σου που κατήντησες έτσι, κοιτάς να ξεκλέψεις κανένα ευρώ για καμιά εκδρομή ή για καμιά καλή αγορά, ποιος ενδιαφέρεται για στίχους και αναλύσεις; Φαντάζει γελοία πολυτέλεια.

Ναι, έτσι όπως χτίσαμε τις ζωές μας, η ποίηση δε χρειάζεται πουθενά. Και οι ποιητές δεν είναι παρά κάτι γραφικοί τύποι που σκαλίζουν ασυναρτησίες στο χαρτί και κανείς δεν ξέρει τι θέλουν να μας πουν και γιατί.

Με αυτή τη λογική βέβαια, ότι η ποίηση είναι μια άχρηστη πολυτέλεια, δεν είναι παράξενο που η ποίηση υπήρχε από πάντα και συνεχίζει να υπάρχει; Ποιητικά είναι τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα που γράφτηκαν -το πεζό ήρθε μετά. Και ποίηση εξακολουθεί να υπάρχει, παρά την κυνικότητα, παρά την κρίση, παρά την πτώση στην αγορά του βιβλίου, ποιητική παραγωγή (καλή, κακή, δεν έχει σημασία, αυτό είναι ένα άλλο θέμα) συνεχίζει να υπάρχει.

Και οι ποιητές, οι αναγνωρισμένοι, (γιατί, είπαμε, υπάρχουν και οι …γραφικοί τύποι, σωστά;), δεν περιβάλλονται με έναν μύθο, με μια αίγλη; Ελύτης λες και Ρίτσος και Καβάφης και ένα σωρό άλλους και γεμίζεις με δέος. Ή ακούς έναν στίχο τους τυχαία και σε αγγίζει ως τα τρίσβαθα της ψυχής σου.

Μην πούμε πάλι τα γνωστά, ότι με την κρίση πρέπει να κοιτάξουμε εντός μας, γιατί η κρίση που διανύουμε είναι κυρίως υπαρξιακή και όχι οικονομική και πρέπει να στραφούμε προς τις τέχνες, γιατί αυτές είναι το μόνο μας καταφύγιο και μόνο αυτές θα μας σώσουν, μπλα μπλα μπλα.

Ας πούμε κάτι άλλο. Ότι η ποίηση -όπως και όλες οι τέχνες δηλαδή- είναι ομορφιά. Η ποίηση είναι η άλλη θεώρηση, η άλλη ερμηνεία, η άλλη όψη του κόσμου. Ο ποιητής, από την πρώτη στιγμή που αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του μέχρι και τη στιγμή που πεθαίνει, είναι σαν να φοράει ένα ζευγάρι γυαλιά και να βλέπει όλα όσα τον περιβάλλουν μέσω αυτών. Προσπαθεί συνεχώς και με αγωνία να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει όσα συμβαίνουν. Άλλα τα βλέπει πιο μαύρα, άλλα πιο χαρούμενα, σίγουρα πάντως τα βλέπει όλα διαφορετικά. Και αυτό το διαφορετικό, αυτή τη νέα αλήθεια, τη νέα εικόνα, το νέο βίωμα, το γράφει για να το βιώσουν και όλοι οι αναγνώστες.

Ναι οκ, η ποίηση είναι πολυτέλεια. Με την ίδια ακριβώς λογική που είναι πολυτέλεια το να ακούσουμε μια ωραία μουσική, να χορέψουμε, να γελάσουμε, να δούμε μια καλή ταινία. Να κάνουμε μια ωραία συζήτηση, έναν περίπατο, να θαυμάσουμε μια όμορφη φωτογραφία.

Προσπαθούμε να κάνουμε όμορφες τις ζωές μας, αλλά πολλές φορές με λάθος τρόπο: αγοράζοντας ωραία ρούχα, αποκτώντας ωραία σπίτια, πηγαίνοντας διακοπές σε ωραίους προορισμούς. Κι αυτά τα θέλουμε και τα χρειαζόμαστε, οκ. Αλλά με αυτόν τον τρόπο σαν να αποστειρώσαμε τις ζωές μας, σαν να τις στεγνώσαμε, μαζέψαμε τόσο πράγματα γύρω μας και μπουκώσαμε.

Ξεχάσαμε κυριολεκτικά να αφήσουμε λίγο πιο ελεύθερη την ψυχή μας και να αναζητήσουμε την ομορφιά γύρω μας, σε άλλα πράγματα, σε αυτήν την άλλη όψη του κόσμου, την εναλλακτική. Και σε αυτό το κομμάτι, ναι, η ποίηση ίσως και να μπορούσε να μας βοηθήσει.

 

Περιοδικό Ser-Free, τ.44, Απρίλιος 2017