Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια

Διάβασα πριν χρόνια την «Αθανασία» του Κούντερα. Εμείς οι άνθρωποι, λέει, όταν κάνουμε κάτι, δεν αντλούμε ευχαρίστηση από αυτό καθ’ εαυτό που κάνουμε, αλλά από την εικόνα του εαυτού μας καθώς το κάνει. Γι’ αυτό και η εικόνα, λέει σε άλλο σημείο, κινεί τον κόσμο.

Από τότε δεν έχω σταματήσει να μας φαντάζομαι όλους μας ερωτευμένους με τους εαυτούς μας. Να είμαστε καλοντυμένοι. Να είμαστε ευδιάθετοι ή σέξι. Να έχουμε το πιο όμορφο σπίτι. Και την πιο cool διάθεση. Και να ρίχνουμε το πιο δυνατό γέλιο στην παρέα και στο καπάκι να βγάζουμε μια selfie γιατί περνάμε γαμάτα!

Όλη μας η ζωή μια ατέλειωτη πόζα στα μάτια του ίδιου του εαυτού μας. Που την ανεβάζουμε και στο fb για να αυτοκαμαρωνόμαστε. Και να μας καμαρώνουν και οι άλλοι, γιατί αλλιώς δεν έχει γούστο.

Στις γιορτές αυτό το πράγμα γιγαντώνεται. Θες το ψηλό δέντρο που αγκομαχάει από το βάρος των στολιδιών και να τιγκάρεις το σπίτι με λαμπάκια και θες ντε και καλά να βάλεις ολοκαίνουργια ρούχα και να σουλατσάρεις από καφέ σε καφέ και από ταβέρνα σε μπαρ. Κι όλη η πόλη γίνεται ένα απέραντο τοπίο που αναβοσβήνει και προσποιείται ότι είναι χαρούμενη. Αλλιώς γιορτές δε γίνονται. Πρέπει ντε και καλά να είσαι στην τρίχα και να χαίρεσαι.

Γι’ αυτό μετά ο άλλος σου λέει ότι παθαίνει κατάθλιψη στις γιορτές. Δεν αντέχει άλλο να βλέπει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και τους Άη-Βασίληδες στη μέση του δρόμου και τον κόσμο να πηγαινοέρχεται σαν παλαβός γιατί πρέπει να τα προλάβει όλα πριν τις γιορτές. Τι στο καλό θέλει να προλάβει, δεν κατάλαβα ποτέ.

Αλλά εδώ και μερικά χρόνια δεν έχεις λεφτά ούτε για δώρα ούτε για δέντρα ούτε για εξόδους και πάνε και οι διπλοί μισθοί που ξεπατίκωνες όλη την αγορά και πάει και η παλιότερη γιορτινή διάθεση. Όχι γιατί τώρα δεν μπορείς να νιώσεις τα Χριστούγεννα, αλλά γιατί σου χάλασαν την εικόνα.

Η προηγούμενη ζωή μας, εκείνη με την οποία ήμαστε ερωτευμένοι, έσβησε τόσο απλά και τόσο απατηλά σαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια στο τέλος των γιορτών. Και πολλοί δε σκέφτονται ότι η λύση δεν είναι να στεναχωριόμαστε, αλλά να βρούμε καινούργιες εικόνες. Να τις ψάξουμε μέσα μας, να τις δημιουργήσουμε από την αρχή. Να τις εφεύρουμε εν ανάγκη, από το πουθενά. Γιατί δυστυχώς τις εικόνες τις χρειαζόμαστε οπωσδήποτε. Έχει δίκιο ο Κούντερα – πώς αλλιώς θα κινείται ο κόσμος;

Της Χρυσάνθης Ιακώβου Ser-Free #31, Δεκέμβριος 2013

 

Διακοπές σημαίνει Θάσος

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο LIFO Μικροπράγματα

Όχι, δεν είναι υπερβολή. Στη Θάσο μπορείς πραγματικά να βιώσεις τον ορισμό των διακοπών. Θέλεις μπάνιο σε ωραίες παραλίες; Θέλεις κόσμο, κίνηση και ωραία μπαράκια; Θέλεις να τρως το ψαράκι σου πλάι στο κύμα; Θέλεις βουνό και γραφικά ορεινά χωριά; Θέλεις αξιοθέατα, αρχαία μνημεία και μουσεία; Ε ναι, η Θάσος τα έχει όλα αυτά.

Η Θάσος είναι το νησί που ξεκαλοκαιριάζουν όλοι οι βορειοελλαδίτες (είναι απίθανο να συναντήσεις άνθρωπο από την Μακεδονία και την Θράκη που να μην έχει πάει έστω μία φορά) και είναι το νησί που ευελπιστώ ότι κάποτε θα εκτιμήσει και η υπόλοιπη Ελλάδα και θα αρχίσει να συρρέει μαζικά κόσμος από Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο.

Στη Θάσο πηγαίνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έχει μείνει ίδια όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς δήθεν προσπάθειες εκσυγχρονισμού για να τραβήξει περισσότερους τουρίστες, χωρίς να αλλοιωθεί η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της που την κάνει τόσο ανεπιτήδευτη και τόσο γοητευτική. Παρόλ' αυτά, κάθε φορά που πηγαίνω θα ανακαλύψω κάτι που δεν είχα ξαναδεί: μια παραλία που άρχισε να γίνεται της μόδας, ένα καινούργιο μαγαζάκι, ένα χωριό που δεν είχα ξαναπάει.

Στη Θάσο έχω κάνει τα καλύτερα μπάνια της ζωής μου: Χρυσή Αμμουδιά, Αλυκή, Παχύς, Παράδεισος. Φιλόξενα κολπάκια, όμορφα, με ζεστά και πεντακάθαρα νερά. Είναι τόσο μικρό το νησί που μπορείς κάθε μέρα να πηγαίνεις σε διαφορετική παραλία, χωρίς να χάνεις χρόνο σε μετακινήσεις και να κουράζεσαι άσκοπα.

Εξάλλου, σε όποια παραλία και να πας, θα τη συνδυάσεις με κάποιο μέρος εκεί κοντά. Στην Παναγιά θα πας και θα πιεις τον καλύτερο ελληνικό καφέ στα γραφικά της καφενεδάκια που είναι ντυμένα με πέτρα και αμπέλι. Στο ορεινό χωριό Καζαβίτι θα γοητευτείς από την αρχιτεκτονική των σπιτιών και θα φας μέχρι σκασμού στην πλατεία κάτω από τα πλατάνια. Τα Λιμενάρια δεν είναι παρά ένα μικρό χωριό, αλλά θα σου αρέσει τόσο -ειδικά όταν θα τρως πλάι στη θάλασσα. Ο Ποτός είναι το πιο …κοσμοπολίτικο μέρος, θα σεργιανίσεις στα στενά, θα αγοράσεις αναμνηστικά, θα κάτσεις σίγουρα για καφέ ή ποτό. Και δε θα ξεχάσεις να κάνεις στάση στο Μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που στέκει στην άκρη του γκρεμού και από κάτω σκάει το κύμα.

Και φυσικά ο Λιμένας, η πρωτεύουσα, η καρδιά του νησιού, που σε καλεί να χαθείς στην ιστορία του και στο ηλιοβασίλεμα του. Τα στενά του είναι συνέχεια γεμάτα κόσμο που πηγαινοέρχεται, τρώει, ψωνίζει. Υπάρχουν παντού αρχαία -σε μια πλατεία ένα τσούρμο παιδιών παίζει πλάι στις μαρμάρινες κολώνες. Η αρχαία αγορά, μόλις λίγα μέτρα πάνω από το λιμανάκι, σε προκαλεί να τη διασχίσεις, να περπατήσεις στα μονοπάτια της, να ανεβείς τα σκαλιά που έχουν σχεδόν λιώσει από το πέρασμα τόσων και τόσων ανθρώπων ανά τους αιώνες. Από δίπλα το Αρχαιολογικό Μουσείο: και μόνο μια κλεφτή ματιά στην είσοδο όπου στέκει αγέρωχος ένα πανύψηλος κούρος θα σε πείσει να μπεις. Να βρεις το κουράγιο να ανεβείς μέχρι το αρχαίο θέατρο. Ο δρόμος ανηφορικός, αλλά η μαγεία και η ενέργεια του χώρου θα σε ανταμείψουν -χώρια η θέα!

Και φυσικά το λιμανάκι, το πιο μαγευτικό μέρος ολόκληρης της Θάσου, με τους δύο φάρους, με τα μικρά σκάφη στον κόλπο του και τα ψαροκάικα, με τον ήλιο που βυθίζεται θριαμβευτικά μέσα στη θάλασσα και σου χαρίζει το πιο μεθυστικό ηλιοβασίλεμα που θα δεις ποτέ στη ζωή σου.

Είναι τόσο μαγική η Θάσος. Δε σου υπόσχεται πολλά, αλλά τελικά σου τα δίνει όλα. Και είναι φτιαγμένη από αυτό το υλικό που γεννιούνται οι αναμνήσεις. Να πας και θα με θυμηθείς!

Οι "απρόθυμοι" Έλληνες αναγνώστες και το μάθημα της λογοτεχνίας στο σχολείο

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το tomorrownews.gr

Ας το παραδεχτούμε: οι Έλληνες δεν αγαπάμε ιδιαίτερα το διάβασμα. Σύμφωνα με… όλες τις σχετικές έρευνες, οι μισοί δε διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο το χρόνο και οι άλλοι μισοί διαβάζουν ελάχιστα. Τι μπορεί να φταίει γι' αυτό; Οι γονείς μας που δε δίνουν το καλό παράδειγμα; Η ελλιπής κρατική υποστήριξη σε φορείς που σχετίζονται με τα βιβλία; Η απουσία κάποιας λογοτεχνικής εκστρατείας που θα μπορούσε να κάνει το διάβασμα "της μόδας"; Ή μήπως η ευθύνη βαραίνει περισσότερο το σχολείο που, όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, αδυνατεί να κάνει τους πολίτες να αγαπήσουν το διάβασμα; Αν σκεφτούμε ότι για τους μισούς Έλληνες -σύμφωνα με τις έρευνες- η μοναδική επαφή που έχουν με τα βιβλία σε όλη τους τη ζωή είναι η λογοτεχνία που διδάσκεται στο σχολείο, τότε ναι, ίσως μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία.

Το σχολείο είναι το μέρος/ο τρόπος/ο χώρος όπου αποκτάς γνώσεις για να βγεις στην κοινωνία μορφωμένος, καλλιεργημένος και με όλα τα εφόδια για να γίνεις ολοκληρωμένος πολίτης. Αυτό που ΔΕΝ κάνει το σχολείο -και που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος- είναι αφενός να αφήσει αρκετά ελεύθερους τους μαθητές ώστε να βιώσουν τη γνώση και αφετέρου να τους δώσει κίνητρα και κατευθύνσεις ώστε να αναζητήσουν κι άλλες γνώσεις μόνοι τους. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μαθήματα, αλλά στο μάθημα της λογοτεχνίας συμβαίνει ακόμα περισσότερο - ή μάλλον εκεί φαίνεται πιο έντονα.

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, είναι κάτι που βιώνεται, όχι κάτι που διδάσκεται, τουλάχιστον όχι με τη στενή έννοια του όρου. Ασφαλώς και υπάρχουν οι κανόνες, οι θεωρίες, τα ρεύματα, αλλά πέρα από όλα αυτά η ανάγνωση λογοτεχνίας και η επαφή μαζί της είναι κυρίως εμπειρία, μύηση, μια διαδικασία σχεδόν μυσταγωγική. Με λίγα λόγια, δεν έχει τόση σημασία τι λέει το κείμενο, αλλά τι αισθάνεσαι εσύ όταν το διαβάζεις.

Το ελληνικό σχολείο σφάλλει σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι η επιλογή των κειμένων. Ο συντηρητισμός του εκπαιδευτικού συστήματος εξαντλείται στο μάθημα της λογοτεχνίας, καθώς λίγα μόνο κείμενα ξεφεύγουν από τις θεματικές της πατρίδας και της ελευθερίας. Δύσκολο να ιντριγκάρεις έναν έφηβο με κείμενα με τα οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί. Το δεύτερο είναι ο τρόπος διδασκαλίας. Η εξουθενωτική διαδικασία της υπερανάλυσης -ειδικά όταν πρόκειται για ποιήματα- δε θα κάνει τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα αυτό που διαβάζουν, θα τους κάνει μάλλον να το αντιπαθήσουν.

Ο εντελώς διαστρεβλωμένος τρόπος με τον οποίο το σχολείο προσεγγίζει το εν λόγω μάθημα φαίνεται φυσικά και από την εξέταση, όπου ο μαθητής καλείται να βρει την ΜΙΑ και ΣΩΣΤΗ απάντηση, λες και η λογοτεχνία έχει απαντήσεις.

Η λογοτεχνία δεν έχει απαντήσεις. Η λογοτεχνία είναι αυτή που θέτει τις ερωτήσεις. Είναι αυτή που σε βάζει σε σκέψεις, σου προκαλεί ερωτηματικά, σε παρασέρνει σε αναζητήσεις, σου δημιουργεί διαρκώς απορίες. Αν αφήναμε ελεύθερους τους μαθητές να περιπλανηθούν μέσα στα βιβλία, αν τους ενθαρρύναμε να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες και να βγάλουν προς τα έξω κομμάτια του δικού τους εαυτού, θα τους κάναμε να δούνε την λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι αυτογνωσίας, ετερογνωσίας και απόλαυσης. Και ασφαλώς, σε βάθος χρόνου, θα είχαμε πολίτες με καλύτερη κριτική ικανότητα και βαθύτερη καλλιέργεια - που θα συνέχιζαν να διαβάζουν βιβλία! Και ίσως τότε η κοινωνία μας να ήταν λίγο καλύτερη.