Η (ανεξήγητη) αποθέωση του καλοκαιριού

Δεν είναι ότι δε μου αρέσει το καλοκαίρι. Θα ήταν λίγο υπερβολικό να το αφορίσω έτσι απλά σε μια χώρα όπου το καλοκαίρι βρίσκει την απόλυτη και λαμπρότερη έκφραση του. Είναι ότι κάτι δε μου κολλάει, κάτι δε μου κάθεται καλά σε αυτό.

Παλιότερα μου άρεσε περισσότερο. Έκανα τα μπάνια μου στη θάλασσα (στη Θάσο συγκεκριμένα), έτρωγα τα παγωτά μου (ασφαλώς και το μετρούσα μέχρι κάποια ηλικία), πήγαινα τις ωραίες μου βόλτες σε μπαράκια καλοκαιρινά, έβλεπα τους φίλους μου πιο συχνά, φορούσα σορτς και κοντά μπλουζάκια. Απλά πράγματα.

Ίσως σήμερα να με χαλάει αυτό τελικά: τα πράγματα δεν είναι απλά. Το καλοκαίρι είναι ένας ατελείωτος διαγωνισμός επίδειξης στο fb. Θα μου πεις ότι όλα είναι διαγωνισμός επίδειξης στο fb, αλλά το καλοκαίρι ένα παραπάνω. Όλοι ανυπομονούν να φύγουν διακοπές, όλοι φωτογραφίζονται στις παραλίες, όλοι πίνουν freddo espresso και διαβάζουν βιβλία, όλοι περνούν τέλεια, όλοι καταριούνται τη στιγμή που θα έρθει ο χειμώνας. Ένα ατελείωτο διαδικτυακό ντελίριο. Μια απίστευτη μαζική πίεση ότι το καλοκαίρι πρέπει σώνει και καλά να περάσεις τέλεια.

Λες και τις άλλες εποχές δεν μπορείς να περάσεις καλά. Αλλά βλέπεις, το καλοκαίρι είναι τώρα της μόδας. Αν κάποτε γυρίσει το πράγμα και γίνει της μόδας το φθινόπωρο, όλοι θα διασκεδάζουν με ομπρέλα και πουλόβερ πίνοντας νες καφέ, συγνώμη, καπουτσίνο ήθελα να πω ή κάτι άλλο ψαγμένο.

Αλλά όπως είπα, τώρα είναι της μόδας της καλοκαίρι. Ίσως γιατί το καλοκαίρι προσφέρεται για περισσότερη επίδειξη. Τώρα μπορείς να δείξεις ότι είσαι αδύνατος και fit, τώρα μπορείς να δείξεις ότι έχεις λεφτά για διακοπές, τώρα μπορείς να δείξεις πόσο γαμάτα ξέρεις να περνάς στον ελεύθερο σου χρόνο.

Και έπειτα είναι και το άλλο. Η ραθυμία του καλοκαιριού δύσκολα αντέχεται. Δημόσιος τομέας και επιχειρήσεις υπολειτουργούν, η ζέστη σε γονατίζει, δυσκολεύεσαι να κανονίσεις οποιαδήποτε δουλειά, αναβάλλεις τα πάντα για Σεπτέμβριο. Η αποδιοργάνωση σε όλο της το μεγαλείο.

Μιας και ως χώρα είμαστε σε αυτά τα κακά και μαύρα χάλια, θα μου φαινόταν πιο λογικό -και θα ήταν και πιο αποδοτικό γενικά- αν αποφεύγαμε αυτήν τη σαρωτική αποδιοργάνωση. Αν προτιμούσαμε να αξιοποιήσουμε τις δυνάμεις μας στο έπακρο. Αν ξοδεύαμε την ενέργεια μας σε εργασία, σε νέες ιδέες, σε δραστηριότητες, στο να γίνουμε ίσως καλύτεροι άνθρωποι. Αντ' αυτού, λιώνουμε στις ξαπλώστρες και βγάζουμε selfies.

Να μην κάνουμε διακοπές θα μου πεις; Μα και βέβαια να κάνουμε. Απλώς κάτι μου λέει ότι αυτή μας η καλοκαιρινή συμπεριφορά δεν είναι της εποχής, είναι η νοοτροπία που μας διακατέχει γενικά. Γι' αυτό ίσως και είναι τελικά τόσο της μόδας το καλοκαίρι.

Η θυσία της Ιφιγένειας

Παρακολούθησα πρόσφατα στο θέατρο την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" του Ευριπίδη. Ο μύθος, ως γνωστόν, έχει να κάνει με την εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Όλα τα ελληνικά πλοία είναι αραγμένα στην Αυλίδα έτοιμα να ξεκινήσουν, όμως οι θεοί έχουν θυμώσει και δε φυσάει άνεμος. Ο χρησμός είναι σαφής: για να μπορέσουν να αποπλεύσουν τα πλοία πρέπει να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, η κόρη του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα.

Με τύψεις και με πόνο ο Αγαμέμνονας δέχεται να τη θυσιάσει. Όμως η Ιφιγένεια δε θέλει να πεθάνει, δε θέλει να εγκαταλείψει τη ζωή και το φως του ήλιου -και στο κάτω-κάτω τι φταίει αυτή που η ωραία Ελένη εγκατέλειψε τον Μενέλαο για χάρη του Πάρη; Λίγο πριν το τέλος όμως η Ιφιγένεια αλλάζει γνώμη: θα θυσιαστεί οικειοθελώς για χάρη της Ελλάδας.

Παρακολουθώντας την παράσταση πόσο ανώφελη και άδικη μου φάνηκε η θυσία της Ιφιγένειας. Πράγματι δε φταίει σε τίποτα που ξέσπασε ο πόλεμος. Δε φταίει που η Ελένη ήταν άπιστη, που ο Πάρης την έκλεψε με δόλο, που ο Μενέλαος αποφάσισε να την πάρει πίσω, που ο Αγαμέμνονας ανέλαβε να γίνει στρατηγός. Γιατί να σηκώσει λοιπόν η Ιφιγένεια το βάρος όλης της Ελλάδας;

Και μήπως με τον πόλεμο αυτόν ωφελήθηκε η Ελλάδα; Επί δέκα χρόνια οι γυναίκες που έμειναν πίσω υπέφεραν, οι άντρες σκοτώνονταν, στην Ελλάδα διασαλεύτηκε η τάξη των πραγμάτων. Και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος, που γύρισε πίσω νικητής, το βράδυ της επιστροφής του δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του -του το φυλούσε δέκα χρόνια που σκότωσε την κόρη τους.

Σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, Ιφιγένειες είμαστε όλοι εμείς οι απλοί πολίτες, τα θύματα ενός πολέμου που δεν ξεκινήσαμε εμείς. Θυσιαζόμαστε εμείς, γιατί είναι η εύκολη λύση, γιατί κανένας άλλος δεν αναλαμβάνει να σηκώσει το βάρος, μήτε καν την ευθύνη. Γιατί οι Αγαμέμνονες δε θέλουν να χάσουν τη δόξα, μήτε οι Μενέλαοι την Ελένη και οι στρατιώτες τα λάφυρα.

Η θυσία των αθώων δεν είναι ποτέ λύση για έναν πόλεμο. Θα έπρεπε και τότε να είχε βρεθεί άλλος τρόπος να ξεκολλήσουνε τα πλοία από την Αυλίδα.

Τουλάχιστον βέβαια στο μεγαλειώδες σύμπαν της αρχαίας τραγωδίας αποδίδεται, τρόπον τινά, μια κάποια δικαιοσύνη: ούτε ο νικητής του πολέμου δεν ευτύχησε στο τέλος. Και η Ιφιγένεια δεν πέθανε στα αλήθεια, την έσωσε η Άρτεμις και χρόνια μετά βρέθηκε και πάλι με τα αδέρφια της. Και η Τροία φυσικά που ευθυνόταν για τον πόλεμο καταστράφηκε, όπως ξέρουμε, για πάντα.

Εμείς όμως δεν είμαστε πρωταγωνιστές αρχαίας τραγωδίας, γι' αυτό ας μην ελπίζουμε πολύ σε τέτοιες δικαιοσύνες.

Η (θλιμμένη) γοητεία των άδειων πόλεων

Αν μένεις στο κέντρο της πόλης -μικρής, μεγάλης πόλης, δεν έχει σημασία- σημαίνει πως σου αρέσει η βαβούρα, η πολυκοσμία, ο θόρυβος. Διαφορετικά θα πήγαινες να εγκατασταθείς σε ένα χωριό ή στα προάστια, έτσι δεν είναι;

Όταν έρχεται ο Αύγουστος ωστόσο και δεν υπάρχει στην πόλη ψυχή, το απολαμβάνεις. Η παράξενη ησυχία, οι άδειοι δρόμοι, οι μοναχικοί διαβάτες, ένα ξεχασμένο αυτοκίνητο που διακόπτει για λίγο τη σιωπή, υπάρχει μια ποιητικότητα, μια γοητεία στην όψη που έχουν οι πόλεις όταν αδειάζουν στο τέλος του καλοκαιριού.

Είναι μια ωραία ευκαιρία για να περπατήσεις. Για να δεις στην πόλη σου πράγματα που δεν τα είχες προσέξει πριν. Μια ευκαιρία για να συλλογιστείς. Μια δικαιολογία για να κυκλοφορείς ράθυμα δίχως λόγο και δίχως προορισμό. Μέσα στην εκκωφαντική εξωστρέφεια και βαβούρα του καλοκαιριού, βρίσκεις μια παρένθεση ξεκούρασης, ανάπαυλας, ανασυγκρότησης, στοχασμού.

Και μαζί με σένα θέλει και η ίδια η πόλη να ξεκουραστεί. Από τους θορύβους της, από τους ανθρώπους της, από την πίεση της ρουτίνας και της επανάληψης. Από τα χρόνια που κουβαλά πάνω της, από το καθήκον που της έχει ανατεθεί να σηκώνει και να στηρίζει μια ολόκληρη πολιτεία.

Αυτό σημαίνει η ησυχία του Αυγούστου. Και είναι ίσως η μόνη φορά όλο το χρόνο που κάτοικοι και πόλη καταφέρνουμε να έρθουμε τόσο κοντά.