Rebels without a cause

90s. Αρβύλες και μπότες βέρμαχτ. Τζιν σκισμένα και με στάμπες. Φαρδιά T-shirt και μαλλιά σχεδόν αχτένιστα. Guns Ν’ Roses και Aerosmith στη διαπασών. Μηχανάκια. Τσιγάρα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου. Καταλήψεις. Μεγάλα κλαμπ, ξέφρενα πάρτυ. Ωραίοι έφηβοι, ατίθασοι, ελεύθεροι κι ανένταχτοι, σαν τους ροκάδες του MTV. Επαναστάτες ίσως;

Η ωραία γενιά των 90s, οι σημερινοί 30-to-40, θεωρείται σήμερα η καμένη γενιά. Αυτή που ξεκίνησε με τα χίλια, καβαλώντας ξέγνοιαστη την chopper των πολλών κυβικών, και με όλα τα εφόδια και η κρίση της έκοψε τη φόρα. Που σπούδασε, μορφώθηκε, γέμισε με πτυχία –ίσως μάλιστα όσο καμιά άλλη- για να περιμένει σήμερα στην ουρά του ΟΑΕΔ. Η γενιά που τα είχε όλα και έμεινε στο τίποτα.

Και όντως αυτή η γενιά τα είχε όλα, εκτός ίσως από ένα πράγμα: κίνητρο.

Η κυριαρχούσα φιλοσοφία των 90s ήταν η σταθερότητα. Δουλειά μόνιμη, σπίτι ιδιόκτητο, αυτοκίνητο, εξοχικό και εξασφαλισμένες διακοπές. Ένα οργανωμένο πλάνο για μια ζωή και φαινομενικά τόσο, μα τόσο εύκολο, για να το αποκτήσεις.

Αυτό που δεν της έμαθε κανείς είναι να ρισκάρει. Να προσπαθεί. Να μην επαναπαύεται. Να ελίσσεται –και να εξελίσσεται. Να μη φοβάται. Να αναζητά καινούργιες ιδέες, να ανοίγεται. Να μηδενίζει και να ξεκινά από την αρχή. Να τολμά. Να βουτάει στα βαθιά –της έμαθαν πολύ καλό κολύμπι, αλλά μόνο στα ρηχά.

Η ατίθαση γενιά των 90s, με τον αέρα της ανεμελιάς στα μαλλιά της και τον ξέχειλο τσαμπουκά της, δεν ήταν ποτέ επαναστατική. Ήταν απλώς αντιδραστική. Ή έστω, ήταν επαναστατική εκ του ασφαλούς. Ήταν μια γενιά ασυμβίβαστη, αλλά με ένα εντελώς συμβατικό πλάνο ζωής. Που δεν ήθελε ούτε και η ίδια να το αλλάξει. Έπεσε στην παγίδα της. Και τώρα δεν ξέρει πώς να το αλλάξει.

Αν οι σημερινοί τριαντάρηδες είναι όντως η καμένη γενιά, δεν είναι μόνο γιατί της έτυχαν όλα αυτά τα δυσάρεστα, αλλά γιατί δεν μπόρεσε να τα διαχειριστεί. Δεν ήξερε πώς να τα διαχειριστεί.

Όσο για τους επαναστάτες, μετά την μεταπολίτευση φαίνεται πως δεν υπήρξαν πραγματικά. Η επανάσταση θέλει έλλειψη, θέλει εσωτερική σύγκρουση, θέλει ζυμώσεις. Ούτε η σημερινή γενιά είναι ακόμα έτοιμη. Έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς θα προσπαθεί να ξεμπλεχτεί από το overdose των πληροφοριών, την ταχύτητα των εξελίξεων, την κατήφεια του επαγγελματικού αδιέξοδου, τα κατάλοιπα της υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας. Η επόμενη γενιά όμως… Αυτήν περιμένουμε.

 

Περιοδικό Ser-Free, #38

Μια χώρα, δύο κόσμοι

Οι αντιθέσεις είναι αναπόφευκτες. Υπάρχουν αυτοί που αγαπούν το μαύρο και αυτοί που αγαπούν το άσπρο. Αυτοί που λατρεύουν τις εκπλήξεις και αυτοί που τις σιχαίνονται. Αυτοί που θέλουν τα αυγά τους ομελέτα και αυτοί που τα θέλουν μάτια. Καμιά φορά οι αντιθέσεις είναι και ωραίες. Και χρήσιμες. Ίσως πρέπει να δεις τα δύο άκρα για να μπορείς να επιλέξεις, να δεις ποιο είναι το καλύτερο.

Η χώρα μας είναι ένα ατελείωτο πεδίο αντιθέσεων. Αυτοί που είναι ακόμα πλούσιοι και αυτοί που έχουν γίνει φτωχοί. Αυτοί που έχουν δουλειά και αυτοί που είναι άνεργοι. Αυτοί που θέλουν κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αυτοί που θέλουν το Σύριζα. Αυτοί που κάνουν πορείες και διαδηλώνουν και αυτοί που την ίδια ώρα πίνουν καφέ. Αυτοί που βλέπουν ειδήσεις στις οχτώ και αυτοί που αλλάζουν κανάλι. Αυτοί που τολμούν επιχειρηματικά ξεκινήματα και αυτοί που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν. Αυτοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής της προηγούμενης δεκαετίας και αυτοί που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και αυτοί που έχουν ήδη απελπιστεί.

Και ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις του άσπρου και του μαύρου τι υπάρχει; Ένα ατελείωτο αναποφάσιστο γκρι: μερικά εκατομμύρια Έλληνες που είναι στο μεταίχμιο. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν μία μέρα πριν τις εκλογές. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν. Αυτοί που δε βγάζουν πολλά λεφτά, αλλά προς το παρόν δεν πεινάνε. Αυτοί που έχουν απολυθεί, αλλά ζούνε από τη σύνταξη των γονιών τους. Αυτοί που δε δίνουν λεφτά για το πετρέλαιο της οικοδομής, αλλά αγοράζουν καινούργιο κινητό. Αυτοί που δίνουν ένα ευρώ για φιλανθρωπικό σκοπό και άλλα πενήντα για ένα χτένισμα.

Ανάμεσα στα δύο άκρα, αυτών που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση και αυτών που έχουν παραιτηθεί τελείως, υπάρχει και η πλειοψηφία που προσπαθεί να ζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Που φυτοζωεί δουλεύοντας σε πεντάμηνα. Που στεναχωριέται που δεν μπορεί να αγοράσει το καινούργιο iPhone. Που εντυπωσιάζεται από τις διαφημίσεις στην tv σαν να είναι παιδί. Που νομίζει πως επανάσταση είναι να γράφεις οργισμένα status στο fb. Μια πλειοψηφία που ξέρει ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά είναι εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, σε μια κατάσταση επικίνδυνης μετριοπάθειας.

Υποτίθεται πως στην εποχή της ελευθερίας του λόγου, της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ, της ελευθερίας του διαδικτύου, θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι, πιο δραστήριοι, πιο ανήσυχοι. Ότι θα μπορούσαμε εύκολα να αφυπνιζόμαστε, να θέτουμε ερωτήματα, να βρίσκουμε απαντήσεις, να ανταλλάζουμε απόψεις. Αλλά όπως φαίνεται, οι πολλές φωνές είναι που μας έχουν αποπροσανατολίσει –και αποκοιμίσει- ακόμα περισσότερο.

Απλώς, το θλιβερό είναι ότι χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και εμείς παραμένουμε ίδιοι, εγκλωβισμένοι στο σαθρό μικρόκοσμό μας. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο μεγαλώνουν γύρω μας οι αντιθέσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούμε να διαλέξουμε στρατόπεδο.

 

Περιοδικό Ser-Free, #35

Ανοιχτό βιβλίο

Το επιχείρημα που μου είπε ένας φίλος για να με πείσει προ εφταετίας να κάνω λογαριασμό στο facebook ήταν: «Το facebook είναι κάτι επίσημο. Να, για παράδειγμα, και ο πρωθυπουργός έχει λογαριασμό». Τώρα το πώς με έπεισε επικαλούμενος τον πρωθυπουργό, λες και αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση, παραμένει μέχρι σήμερα για μένα πραγματικό μυστήριο. Όπως και να έχει, παρασύρθηκα κι εγώ στο άντρο της ψηφιακής εποχής. Βέβαια, αυτό το «επίσημο» (του μεγέθους ενός πρωθυπουργού!) δεν το είδα. Πιο πολύ για πολύχρωμο παρτάκι που θυμίζει σχολική πενταήμερη θα το έλεγα.

Σου κάνει για παράδειγμα ένας άγνωστος αίτημα φιλίας. Και γιατί ρε φίλε να σου κάνω accept, γνωριζόμαστε; Ή σου στέλνει αίτημα ένας εντελώς άσχετος που γνώρισες τυχαία κάποτε σε μια κοινή παρέα και δε θυμάσαι ούτε το όνομα του. Αν πεις να τους μαζέψεις όλους αυτούς και να τους γνωρίσεις στην πραγματική σου ζωή, άνετα βάζεις και υποψήφιος για δήμαρχος. Ή κάτι ξεχασμένοι γνωστοί από το σχολείο. Που τόσα χρόνια κάνουν ότι δε σε βλέπουν στο δρόμο, αλλά το add σου το κάνουν. Φαίνεσαι υπεράνω, κάνεις accept, σε ξαναβλέπουν στο δρόμο, συνεχίζουν να σε αγνοούν. Τι να πει κανείς...

Κι άντε, απέκτησες τους διαδικτυακούς σου φίλους, μπράβο. Μέχρι πέντε χιλιάδες φίλους σε ένα προφίλ έχεις το περιθώριο. Καλά είσαι. Μετά κάνεις και προφίλ β’ άμα χρειαστεί. Για να σε δω μετά να βλέπεις το τι ανεβάζει ο καθένας. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Το τι φωτογραφία έχει να πέσει άλλο πράγμα. Σου λέει αν αποκτήσεις facebook άλλη δουλειά δε θα προλαβαίνεις να κάνεις, όλη μέρα θα ποστάρεις. Οι γυναίκες σε πόζες έξαλλες και με duckface (είναι πολλές οι ελεύθερες τελικά). Αγόρια και κορίτσια σε ξέφρενα πάρτυ να καλοπερνούν και να πίνουν. Μου έχουν μπει υπόνοιες με όλες αυτές τις φώτο ότι έχω μείνει πίσω, ότι είμαι η μοναδική στον πλανήτη που δεν ξενυχτάει κάθε βράδυ και δεν μπεκροπίνει. Μαμάδες που ποστάρουν τα πιτσιρίκια τους. Ρούπι δεν μπορεί να κάνει το βρέφος, να η φώτο ανεβασμένη. Ούτε τα μωρά των celebrities τόση υπερέκθεση στη δημοσιότητα. Που θα μεγαλώσει κάποια μέρα αυτό το παιδί και άντε να του εξηγήσεις ότι τα εν οίκω μη εν δήμω.

Το χειρότερο όμως δεν είναι οι φώτο. Είναι τα ψαγμένα post και τα φιλοσοφημένα status. Που να ήξεραν οι απανταχού φιλόσοφοι και ποιητές ότι θα τους ξεπατίκωναν όλη μέρα ελαφρά τη καρδία. Άντε, αυτό μας κάνει κι ένα καλό βέβαια, γιατί αλλιώς που να άνοιγες βιβλίο να ξεστραβωνόσουν. Η φιλοσοφία είναι καλό πράγμα. Η αμπελοφιλοσοφία είναι το πρόβλημα. «Όποιος δεν καταλαβαίνει τη σιωπή σου, δε θα καταλάβει ούτε τα λόγια σου». «Ο σωστός άντρας δε ρωτάει. Αρπάζει και φιλάει». Αλλά δε φταίει μόνο αυτός που το ανεβάζει, φταίει κι αυτός που το κάνει share. Μόνο εσύ δε φταις, που αναγκάζεσαι να το βλέπεις.

Κι αυτό πάλι με τις πληγωμένες καρδιές τι είναι; Οκ, όλοι έχουμε τα πάνω μας και τα κάτω μας, αλλά εδώ μιλάμε για μαζικό σπαραγμό. Όλοι έχουν πληγωθεί, όλοι πονάνε, και το εξομολογούνται χωρίς δισταγμό στους χιλιάδες αληθινούς και fake φίλους τους. Και μαζεύουν και like (επιτυχία!). Παρόλ’ αυτά, το λόγο δεν τον μαθαίνουμε ποτέ. Τα status, ξέχειλα από μελαγχολία, παραμένουν μισοτελειωμένα και αινιγματικά, σαν ένα σύγχρονο ήξεις-αφήξεις. Βγάζεις που βγάζεις τα άπλυτα σου στη φόρα, τουλάχιστον πες τα όλα να τα μάθουμε κι εμείς.

Το ίδιο γίνεται και με τη χαρά. Και τους δεσμούς. Και τους γάμους. (Μόνο για τις κηδείες δε γίνεται –προς το παρόν τουλάχιστον). Γενικά γίνεται για όλα. Και σαν να μην έφτανε που όλοι μας ανακοίνωναν ανά πάσα στιγμή που είναι και τι κάνουν, ήρθε και η άλλη υπηρεσία που σου λέει και σε ποιο σημείο είσαι, με χάρτη. Ότι δηλαδή δε λέει ψέμματα, είναι σίγουρα εκεί. Χωρίς να ρωτήσω, χωρίς να προλάβω να ενδιαφερθώ καν, έχω μάθει ποιος παντρεύτηκε, ποια γεννοβόλησε, ποιος κάνει παρέα με ποιον, που πήγε ο καθένας διακοπές. Και με τεκμήρια όλα αυτά, επιβεβαιωμένες πληροφορίες, όχι απλές φήμες.

Οκ, εντάξει, το καταλαβαίνω, άνθρωποι είμαστε, έχουμε τις αδυναμίες μας. Όλοι έχουμε ανάγκη από λίγη επιβεβαίωση, σε όλους μας αρέσει λίγη επίδειξη, όλοι ανεξαιρέτως είμαστε περίεργοι. Και ήρθε λοιπόν το facebook και μας τα έδωσε όλα αυτά απλόχερα. Σκανδαλωδώς απλόχερα. Κι εμείς, λες και δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε, ξημεροβραδιαζόμαστε online και ξερνάμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και απερισκεψία τα εσώψυχά μας, σαν να προσπαθούμε κάτι να αποδείξουμε. Ούτε εμείς ξέρουμε τι.

Γιατί δεν το κλείνω, θα μου πεις. Καταρχάς, γιατί δεν κλείνει (ακόμα κι αν διαγράψεις το προφίλ, αυτό ενεργοποιείται κανονικά αν ξανακάνεις είσοδο). Έπειτα, γιατί έχει και τα καλά του. Μαθαίνεις νέα, ενημερώνεσαι, διαφημίζεσαι και προωθείς τις δουλειές σου, έχεις ένα βήμα χωρίς λογοκρισία για να εκφραστείς, κάνεις γνωριμίες που τις μεταφέρεις και στην πραγματική σου ζωή, έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους μακρινούς ή βρίσκεις ανθρώπους που είχες χάσει για χρόνια. Ε και καμιά φορά χάνεις και το χρόνο σου. Και η τεμπελιά με μέτρο χρειάζεται.

(Περιοδικό Ser-Free, #30)