Η (δήθεν) ανωτερότητα των γλωσσών

Αν ένα πράγμα μού έμεινε από το πανεπιστήμιο αυτό είναι η φωνή της καθηγήτριας της γλωσσολογίας να λέει: δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, ούτε γλώσσες όμορφες και άσχημες.

Βέβαια, ο καθένας θέλει να πιστεύει ότι η δική του γλώσσα είναι η καλύτερη, πόσο μάλλον όταν αυτός ο καθένας είναι ο Έλληνας που ξέρει πολύ καλά ότι στην ελληνική γράφτηκαν τα πρώτα θεατρικά κείμενα του κόσμου, τα πρώτα ιστορικά βιβλία, μερικά από τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα, τα ομηρικά έπη. (Οι περισσότεροι βέβαια δεν έχουν διαβάσει τίποτα από αυτά, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Πράγματι, ωραίο όλο αυτό, αλλά η γλώσσα δεν είναι τίποτα μα τίποτα άλλο από εργαλείο επικοινωνίας. Άλλο σκοπό δεν έχει από το να διευκολύνει τον κόσμο να συνεννοηθεί ή να εκφράσει τις σκέψεις του. Κι αν κάτι καθιστά τη γλώσσα μας "ωραία", με την έννοια ίσως ότι είναι γλώσσα πλούσια και σύνθετη, αυτό είναι οι ιδέες που κλήθηκε να εκφράσει. Και οι ιδέες ήταν πολλές και ήταν πράγματι ωραίες.

Και από το αίσθημα ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής, στη μιζέρια για τη νέα ελληνική. Αρχαία-νέα σημειώσατε ένα. Πόσες φορές δεν έχω ακούσει για την κατάντια της νέας ελληνικής, για τη φτώχεια της, για τη νόθευση της από ξένες λέξεις. Λες και θα μπορούσαμε στον 21ο αιώνα να μιλάμε όπως οι αρχαίοι ή λες κι αν όντως -υποθετικά- το κάναμε αυτό θα ήμαστε ανώτεροι άνθρωποι. Η γλώσσα, ως εργαλείο επικοινωνίας που είναι, αλλάζει και εξελίσσεται παράλληλα με τους ομιλητές της -ποιο το κακό σε αυτό; Αλλιώς μιλούσε ο Περικλής, αλλιώς ο Ιουστινιανός, αλλιώς ο Αθανάσιος Διάκος κι αλλιώς εγώ. Και πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να μη γίνει αυτό όταν από αυτή τη γη έχουν περάσει ένα σωρό έθνη και όταν πλέον ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης. Οι ανάγκες αλλάζουν, αλλάζουν και οι λέξεις. Άλλη σημασία είχαν, για παράδειγμα, οι λέξεις άγγελος, αμαρτία, εκκλησία στα αρχαία ελληνικά και άλλη στα νέα. Και είναι παράλληλα λογικό να έχουν ενσωματωθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο ξένες λέξεις, όπως cd ή dvd ή router.

Θυμάμαι ακόμα τη φιλόλογο μας στο Γυμνάσιο να λέει -με φωνή που έτρεμε και έτοιμη να βάλει τα κλάματα- ότι χάθηκαν τα τρία τέταρτα της ελληνικής γλώσσας όταν καταργήθηκαν τα πνεύματα και οι περισπωμένες. Τότε συγκινήθηκα κι εγώ. Αλλά μετά συνήλθα: και γιατί να μην καταργηθούν; Τα πνεύματα και οι περισπωμένες είχαν ένα ρόλο στην αρχαία ελληνική γλώσσα, αλλιώς διαβαζόταν η συλλαβή με την περισπωμένη κι αλλιώς με την οξεία, αλλιώς η λέξη με τη δασεία και αλλιώς με την ψιλή. Σήμερα όμως όλα διαβάζονται το ίδιο. Θα είχαμε διατηρήσει πιο ψηλά το εθνικό μας φρόνημα αν σπάζαμε το κεφάλι μας για να μάθουμε άχρηστους κανόνες τονισμού; Ή είναι πιο πατριώτες αυτοί που στα προσωπικά τους γραπτά χρησιμοποιούν ακόμα και τώρα (!) τα πνεύματα και την περισπωμένη; Άδειασαν τα κείμενα, λένε, και είναι άσχημα. Καλά έκαναν και άδειασαν. Δεν είναι αυτά τα σύμβολα του παρελθόντος από τα οποία πρέπει να κρατηθούμε πεισματικά με νύχια και με δόντια -υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά σύμβολα για τον αυτοπροσδιορισμό μας ως έθνος.

Αρχαία ελληνικά βέβαια πρέπει να ξέρουμε. Είναι καλό να ξέρουμε. Αν ξέρεις αρχαία, ξέρεις αυτομάτως και νέα. Κατανοείς από πού προήλθε η κάθε λέξη. Αντιλαμβάνεσαι τη συνέχεια της γλώσσας και συνεπώς την πορεία του έθνους στους αιώνες. Μαθαίνοντας αρχαία μαθαίνεις ουσιαστικά ιστορία. Και παίρνεις και μια καλή γεύση από τις ιδέες που εκφράστηκαν από τους μεγάλους μας ποιητές, τους μεγάλους μας φιλοσόφους, τους μεγάλους μας επιστήμονες. Ναι, αν θέλουμε να αυτοπροσδιοριστούμε ως έθνος, αυτά πρέπει να τα ξέρουμε.

Όταν μια παράσταση χωρίζει τον κόσμο στα δυο

Δύσκολα μπορείς να πεις ποιος έχει απόλυτα δίκιο και ποιος έχει απόλυτα άδικο για το ζήτημα της παράστασης του Εθνικού.

Ναι, είναι λογικό να μη θέλεις να δεις μια παράσταση στην οποία χρησιμοποιούνται τα κείμενα ενός ανθρώπου του οποίου οι πράξεις είναι σαφώς καταδικαστέες από το νόμο και από την κοινωνία.

Και από την άλλη όμως, ένα κείμενο δε γίνεται καλό ή κακό από τον άνθρωπο που το έγραψε. Το κείμενο ενός τρομοκράτη δεν είναι απαραίτητα κακό -και με κακά μηνύματα-, όπως, με την ίδια λογική, δεν είναι απαραίτητα καλό -και με καλά μηνύματα- το κείμενο ενός έντιμου και ενάρετου και νομοταγούς πολίτη. Εξάλλου, άπαξ και φύγει το καλλιτεχνικό δημιούργημα από τα χέρια ενός δημιουργού, είναι μόνο του πια, αποδεσμεύεται, έχει δική του ζωή. Συνδέεται με τον δημιουργό του, αλλά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτόν ή με τη ζωή του.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι απλώς ποιος γράφει ένα κείμενο -γιατί, στο κάτω-κάτω, κανείς δεν μπορεί να ορίσει ποιος θα γράφει και ποιος όχι- αλλά ποιο είναι το μήνυμα του κείμενου. Και συνεπώς ποιο ήταν και το μήνυμα της παράστασης. Κι ανάθεμα αν οι μισοί από αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν είχαν δει όντως την παράσταση. Εξυμνείτο η τρομοκρατία μέσω της παράστασης; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Εγώ δεν την είδα την παράσταση, άρα δεν έχω και απάντηση.

Η τέχνη είναι τέχνη και είναι από τη φύση της τέτοια που εγείρει ερωτήματα και συζητήσεις και δημιουργεί ζυμώσεις -αυτός είναι ο σκοπός της. Πόσο επιβλαβές είναι ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο δεν έχει να κάνει μόνο με το έργο καθεαυτό, έχει να κάνει κυρίως με αυτόν που το προσλαμβάνει, με όλους εμάς δηλαδή. Αν έχει ένα έργο την απόλυτη δύναμη να σε επηρεάσει και να διαμορφώσει τον τρόπο σκέψης σου, τότε δε φταίει μόνο το έργο, φταις κυρίως εσύ που δεν έχεις ανοίξει τους πνευματικούς σου ορίζοντες αρκετά.

Εγώ αυτό που αδυνατώ να καταλάβω στην όλη ιστορία είναι οι διαστάσεις που πήρε το θέμα. Κάποιοι ενοχλήθηκαν, κάποιοι όχι. Οκ, αυτό συμβαίνει κάθε μέρα για δεκάδες πράγματα. Η λύσσα όμως με την οποία εκφραζόμαστε όλοι, ειδικά στα social media, αυτή είναι το πραγματικό πρόβλημα. Καλύτερα να διατηρούμε την ενέργεια μας αυτή για να διαμαρτυρόμαστε για άλλα πράγματα, πολύ πιο σημαντικά, που πάνε στραβά στη σημερινή κοινωνία.

Στο κάτω-κάτω, η τέχνη κρίνεται από το κοινό και κρίνεται από το χρόνο. Ένα δημιούργημα κακό δε θα βρει την αποδοχή του κοινού και δε θα αντέξει και πολύ. Δε χρειάζεται τόση μα τόση φασαρία.

Rebels without a cause

90s. Αρβύλες και μπότες βέρμαχτ. Τζιν σκισμένα και με στάμπες. Φαρδιά T-shirt και μαλλιά σχεδόν αχτένιστα. Guns Ν’ Roses και Aerosmith στη διαπασών. Μηχανάκια. Τσιγάρα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου. Καταλήψεις. Μεγάλα κλαμπ, ξέφρενα πάρτυ. Ωραίοι έφηβοι, ατίθασοι, ελεύθεροι κι ανένταχτοι, σαν τους ροκάδες του MTV. Επαναστάτες ίσως;

Η ωραία γενιά των 90s, οι σημερινοί 30-to-40, θεωρείται σήμερα η καμένη γενιά. Αυτή που ξεκίνησε με τα χίλια, καβαλώντας ξέγνοιαστη την chopper των πολλών κυβικών, και με όλα τα εφόδια και η κρίση της έκοψε τη φόρα. Που σπούδασε, μορφώθηκε, γέμισε με πτυχία –ίσως μάλιστα όσο καμιά άλλη- για να περιμένει σήμερα στην ουρά του ΟΑΕΔ. Η γενιά που τα είχε όλα και έμεινε στο τίποτα.

Και όντως αυτή η γενιά τα είχε όλα, εκτός ίσως από ένα πράγμα: κίνητρο.

Η κυριαρχούσα φιλοσοφία των 90s ήταν η σταθερότητα. Δουλειά μόνιμη, σπίτι ιδιόκτητο, αυτοκίνητο, εξοχικό και εξασφαλισμένες διακοπές. Ένα οργανωμένο πλάνο για μια ζωή και φαινομενικά τόσο, μα τόσο εύκολο, για να το αποκτήσεις.

Αυτό που δεν της έμαθε κανείς είναι να ρισκάρει. Να προσπαθεί. Να μην επαναπαύεται. Να ελίσσεται –και να εξελίσσεται. Να μη φοβάται. Να αναζητά καινούργιες ιδέες, να ανοίγεται. Να μηδενίζει και να ξεκινά από την αρχή. Να τολμά. Να βουτάει στα βαθιά –της έμαθαν πολύ καλό κολύμπι, αλλά μόνο στα ρηχά.

Η ατίθαση γενιά των 90s, με τον αέρα της ανεμελιάς στα μαλλιά της και τον ξέχειλο τσαμπουκά της, δεν ήταν ποτέ επαναστατική. Ήταν απλώς αντιδραστική. Ή έστω, ήταν επαναστατική εκ του ασφαλούς. Ήταν μια γενιά ασυμβίβαστη, αλλά με ένα εντελώς συμβατικό πλάνο ζωής. Που δεν ήθελε ούτε και η ίδια να το αλλάξει. Έπεσε στην παγίδα της. Και τώρα δεν ξέρει πώς να το αλλάξει.

Αν οι σημερινοί τριαντάρηδες είναι όντως η καμένη γενιά, δεν είναι μόνο γιατί της έτυχαν όλα αυτά τα δυσάρεστα, αλλά γιατί δεν μπόρεσε να τα διαχειριστεί. Δεν ήξερε πώς να τα διαχειριστεί.

Όσο για τους επαναστάτες, μετά την μεταπολίτευση φαίνεται πως δεν υπήρξαν πραγματικά. Η επανάσταση θέλει έλλειψη, θέλει εσωτερική σύγκρουση, θέλει ζυμώσεις. Ούτε η σημερινή γενιά είναι ακόμα έτοιμη. Έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς θα προσπαθεί να ξεμπλεχτεί από το overdose των πληροφοριών, την ταχύτητα των εξελίξεων, την κατήφεια του επαγγελματικού αδιέξοδου, τα κατάλοιπα της υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας. Η επόμενη γενιά όμως… Αυτήν περιμένουμε.

 

Περιοδικό Ser-Free, #38