Sweet September

Όταν ήμαστε μικροί, μία από τις κλασικές ερωτήσεις –μεταξύ πολλών άλλων ανούσιων ερωτήσεων- που θέταμε ο ένας στον άλλον ήταν «ποια είναι η αγαπημένη σου εποχή;». Όλοι απαντούσαν μεμιάς το καλοκαίρι. Εγώ το ζύγιζα από εδώ, το ζύγιζα από εκεί, το μυαλό μου σκάλωνε στα παγωτά και απαντούσα κι εγώ το καλοκαίρι.

Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως το καλοκαίρι δεν είναι η αγαπημένη μου εποχή. Είναι ωραία η άδεια και οι διακοπές και τα μακροβούτια στα ελληνικά νησιά –και φυσικά πάντα τα παγωτά-, αλλά μαζί με αυτά είναι και η αποχαύνωση είναι και το άγχος να περάσεις ντε και καλά σούπερ είναι και η αναβολή των πάντων. Το καλοκαίρι σταματούν τα πάντα πλην της διάθεσης για καλοπέραση και όλα περιμένουν να ξαναρχίσουν το Σεπτέμβριο.

Και πλέον το καλοκαίρι δεν είναι καν οι ξέγνοιαστες μέρες στα νησιά και η ευλογημένη αλμύρα της ελληνικής θάλασσας, αλλά μάλλον οι φώτο στο instagram με τα κοκτέιλ στις βραδινές εξόδους και με τα μαυρισμένα πόδια που λιάζονται στις ξαπλώστρες με φόντο το κύμα. Ένας διαγωνισμός εντυπωσιασμού, πιο εξουθενωτικός και σκληρός και από τον ίδιο τον καλοκαιρινό καύσωνα.

Και μετά από αυτήν την κοπιαστική ασυδοσία του φαίνεσθαι φτάνει ο Σεπτέμβρης. Και ο Οκτώβρης. Τόσο γλυκοί και σιωπηλοί σαν το χρώμα των φθινοπωρινών δέντρων. Ξανακλεινόμαστε στα σπίτια μας, φοράμε τις ζακέτες μας και ξεχνάμε τα κοκτέιλ. Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να γίνουμε καλύτεροι στη δουλειά μας, ή ξαναριχνόμαστε εκ νέου στην αναζήτηση δουλειάς. Στέλνουμε βιογραφικά ή ξεκινάμε καινούργια πρότζεκτ. Βρίσκουμε ασχολίες για να γεμίσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας, αρχίζουμε καινούργιες δραστηριότητες. Γινόμαστε πιο παραγωγικοί, πιο δημιουργικοί, κι ας μην το καταλαβαίνουμε, πιο ευτυχισμένοι.

Και τι πειράζει αν το φθινόπωρο κουβαλάει παράλληλα και μια θλίψη; Δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι όλη την ώρα ούτε να βρισκόμαστε σε φάση μόνιμης διασκέδασης. Και δεν το χρειαζόμαστε κιόλας. Μια ενδοσκόπηση κάτω από ένα συννεφιασμένο φθινοπωρινό ουρανό είναι πολύ πιο χρήσιμη από την παραζάλη του χορού στα παραθαλάσσια μπαράκια.

Το φθινόπωρο μοιάζει με δεύτερη ευκαιρία. Η εποχή που μηδενίζεις και αρχίζεις από την αρχή. Που αποκτάς νέα όρεξη και νέες ευκαιρίες. Που θες να ανασκευάσεις ότι σε χάλασε τους προηγούμενους μήνες. Που θες να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Το φθινόπωρο είναι κάθε χρόνο το σημείο εκκίνησης σου. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και είναι τόσο ωραία η αίσθηση να τα αφήνεις όλα πίσω και να αρχίζεις από την αρχή. Ακόμα κι αν αυτό προϋποθέτει μερικές μπόρες και μερικούς συννεφιασμένους ουρανούς.  

 

Περιοδικό Ser-Free #34

Είναι η γενιά μας δυστυχισμένη;

Οι σημερινοί τριάντα και κάτι - τριάντα παρά κάτι είναι αυτοί που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση και τη γενικότερη κατάρρευση κάθε βεβαιότητας σε αυτήν τη χώρα περισσότερο από όλους. Είναι όμως, στα αλήθεια, μόνο η κρίση η αιτία που η γενιά μας είναι προβληματισμένη;

Σύμφωνα με έναν πρόχειρο, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό, ορισμό, ευτυχία = πραγματικότητα - προσδοκίες. Κοινώς, η απογοήτευση δεν εξαρτάται από ένα γεγονός καθ' εαυτό, αλλά από τις ελπίδες που είχαμε για αυτό.

Το θέμα της γενικότερης -και απόλυτα δικαιολογημένης βέβαια- απογοήτευσης της γενιάς μας δεν ξεκινάει με την οικονομική κρίση, αλλά από παλιότερα, από τους παππούδες μας. Αυτοί ανήκαν σε μια πραγματικά δύσκολη γενιά: πόλεμοι, φτώχεια, πείνα. Αυτό τους έκανε να μεγαλώσουν τα παιδιά τους -δηλαδή τους γονείς μας- με την ιδέα ότι πρέπει να προοδεύσουν, να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, να βρούνε καλές και σταθερές δουλειές.

Οι περισσότεροι από τους γονείς μας ξεκίνησαν με άδειες τσέπες. Αλλά η εργατικότητα τους και οι ανέλπιστα καλές οικονομικά δεκαετίες του '70, του '80, του '90 τους βοήθησαν όχι μόνο να αποκτήσουν την οικονομική σταθερότητα που αποζητούσαν, αλλά να επιτύχουν και ένα πολύ καλό βιοτικό επίπεδο, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά οι έννοιες της πολυτέλειας, της σπατάλης, της καλοπέρασης. Ούτε και οι ίδιοι πίστευαν πως τα κατάφεραν όλα αυτά.

Εμάς, στη συνέχεια, οι γονείς μας μάς μεγάλωσαν με υπέρμετρη αισιοδοξία και με την αίσθηση των απεριόριστων δυνατοτήτων: μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε. Σαν να μην ήταν ήδη αρκετά ουτοπική αυτή η ιδέα, μάς μεγάλωσαν και με μια άλλη, ακόμα πιο σουρεαλιστική: ότι είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι. Μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε, επειδή μας αξίζει και το σύμπαν μάς το χρωστάει.

Εμείς, λοιπόν, μεγαλώσαμε στα πολύχρωμα 90s, μέσα στη ζεστή ασφάλεια και υπεραισιοδοξία των γονιών μας -και ήταν υπέροχα. Αυτό όμως -μαζί φυσικά με την ψευδαίσθηση των απεριόριστων επιλογών, πιθανοτήτων και δυνατοτήτων- ανέβασε τις προσδοκίες μας στα ύψη. Δεν ανέβασε όμως, από την άλλη, την ορμητικότητα μας, τη δυναμική μας. Θέλαμε να γίνουμε πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέραμε τι ακριβώς, ούτε με ποιον τρόπο.

Προτού χτυπήσει η οικονομική κρίση, είχαμε σχηματίσει ήδη ένα πλάνο στο κεφάλι μας, όπου οι προσδοκίες μας ήταν στα σύννεφα. Όχι μόνο στο θέμα της επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά και της προσωπικής αυτοπραγμάτωσης. Η δουλειά μας δε φτάνει να μας αρέσει ή να μας καλύπτει οικονομικά, πρέπει και να μας οδηγεί στην απόλυτη ολοκλήρωση. Με τον σύντροφό μας δεν αρκεί να περνάμε καλά και να ταιριάζουμε, πρέπει να είναι το άλλο μας μισό και να βιώνουμε διαρκώς το απόλυτο πάθος. Τα χρήματα μας δεν πρέπει να μας εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή ζωή, αλλά μια πλούσια ζωή. Η ζωή μας πρέπει να είναι γεμάτη δραστηριότητες με τις οποίες να παθιαζόμαστε. Πρέπει να έχουμε πολλούς φίλους, ελκυστική εμφάνιση, αδύνατο σώμα και ένα αρκετό δυνατό προσωπικό προφίλ ώστε να το προωθήσουμε στο facebook. Η εποχή μας έχει ως απόλυτο σύνθημα την επίτευξη της ευτυχίας και της προσωπικής ολοκλήρωσης και εμείς τρέχουμε πανικόβλητοι προσπαθώντας να αυτοπροσδιοριστούμε.

Η γενιά μας έπασχε ούτως ή άλλως από μια μάλλον λανθασμένη εντύπωση περί ευτυχίας. Δε θα μπορούσαμε ποτέ να αποκτήσουμε όλα αυτά που προσδοκούσαμε, ακόμα κι αν δεν υπήρχε οικονομική κρίση. Η κρίση αποκάλυψε, με τον σκληρότερο για εμάς τρόπο, την τρομακτική απόκλιση μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας. Εμείς όμως επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε μόνο ως οικονομικό ένα πρόβλημα που είναι και βαθύτατα υπαρξιακό.

 

Περιοδικό Ser-Free #40

Hunger Games

Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ από bullying από τα μαθητικά μου χρόνια είναι ένα μεσημέρι Τρίτης που η αδερφή μου γύρισε από το Γυμνάσιο και τηλεφώνησε στη μαμά μας κλαίγοντας επειδή ένας συμμαθητής της τής είχε λερώσει με στυλό το αγαπημένο της άσπρο T-shirt. Μπορεί να την είχε κοροϊδέψει και για τα τεράστια κοκκάλινα γυαλιά που φορούσε. Παρακάτω δε θυμάμαι. Την επομένη πρέπει να τις έφαγε για τα καλά από την αδερφή μου και από τότε δεν την ξαναενόχλησε.

Και για το bullying δεν ξανάκουσα ποτέ τίποτα, παρά μονάχα πολλά χρόνια μετά, όταν η λέξη άρχισε να παίζει καθημερινά στα social media, σε ημερίδες, σε σποτάκια ευαισθητοποίησης. Και πάλι δε θα είχα πειστεί ότι τα σχολεία μας και τα πανεπιστήμια μας έχουν μετατραπεί σε πεδίο του Hunger Games αν δεν έβλεπα παιδιά-θύματα bullying να εξαφανίζονται από προσώπου γης και να γίνονται πρώτο θέμα στις ειδήσεις.

Ήμασταν και τότε τόσο άγρια και σκληρά παιδιά όσο φαίνεται να είναι τα σημερινά; Εκείνοι οι συμπαθητικοί χοντρούληδες ή οι αφελείς κοπελίτσες που κοροϊδεύαμε τότε τρέχουν σήμερα στους ψυχολόγους για να επουλώσουν τα παιδικά τραύματα; Μήπως η ωραιοποίηση του παρελθόντος, η νοσταλγία των μαθητικών χρόνων, το άλλοθι της παιδικής αθωότητας μάς έκαναν να τα ξεχάσουμε όλα; Ή τότε, στα αλήθεια, απλώς πειραζόμασταν και αστειευόμασταν;

Σήμερα, ως κοινωνία, συνέχεια κάτι μας ενοχλεί. Που δεν έχουμε λεφτά, που δεν μπορούμε να αγοράσουμε καινούργιο αυτοκίνητο, που δεν μπορούμε να πάμε ακριβές διακοπές. Που δε μας χωνεύουν οι Ευρωπαίοι. Που δεν μπορούμε να διοριστούμε στο δημόσιο. Που δεν μπορούμε να πλουτίσουμε από το τζόκερ ή από την επιχείρηση μας εν μια νυκτί. Βρισκόμαστε σε μια μόνιμη κατάσταση ανησυχίας, ταραχής, ζήλειας. Ίσως ο άκρατος οικονομικός ανταγωνισμός των τελευταίων δεκαετιών να πέρασε τόσο στο πετσί μας που έγινε πλέον προσωπικός ανταγωνισμός. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι, οι ομορφότεροι, οι πλουσιότεροι –πάσει θυσία.

Ίσως αυτό να είναι που πέρασε και στα παιδιά μας. Μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της ανάγκης για επιβίωση. Πρέπει να είμαστε οι καλύτεροι και για να είμαστε οι καλύτεροι πρέπει να υποβιβάσουμε τους άλλους. Γιατί σήμερα προφανώς δεν ξέρουμε πώς να γίνουμε καλύτεροι –νομίζουμε ότι ο μόνος τρόπος είναι να πατήσουμε πάνω στους άλλους. Κανείς δεν είπε στα παιδιά του ότι για να γίνουν καλύτερα πρέπει να κοιτάξουν μέσα τους. Και να στραφούν προς τους άλλους μόνο για να μιμηθούν κάτι καλό.

Είναι δυνατόν να πλάσαμε με αυτόν τον τρόπο μια κομπλεξική γενιά; Σε μια εποχή ανεπανάληπτης παγκοσμιοποίησης και οικουμενικότητας είναι δυνατόν να φοβόμαστε ακόμα το διαφορετικό; Να φοβόμαστε ή να απορρίπτουμε ότι δε μας αρέσει; Τους γκέι, τους αλλοεθνείς, τους αλλόθρησκους; Τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες; Τους εύσωμους, τους λιγότερο όμορφους; Και είναι δυνατόν να αισθανόμαστε μέσα μας τόσο άσχημα ώστε να βλάπτουμε όποιον δε μας αρέσει για να νιώσουμε καλύτερα;

Το να λέμε ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες περνούν κρίση, ότι οι νέοι δε διαβάζουν ή δεν καλλιεργούν το πνεύμα τους, ότι τα social media κουρκουτιάζουν το μυαλό μας είναι εύκολο. Το να κάνουμε like και share σε βιντεάκια και status στο fb ακόμα πιο εύκολο. Το να παραδεχόμαστε απλώς μια κατάσταση δε φαίνεται να βοηθάει και πολύ. Και δε βοηθάει σίγουρα τα παιδιά που δέχονται το bullying στο ίδιο τους το σχολείο.

Και μέχρι τότε –μέχρι να καταλάβουμε τι λάθη κάνουμε με τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας, μέχρι να αποτινάξουμε τα κόμπλεξ που κουβαλάμε από πάνω μας και να ανοίξουμε λιγάκι το συντηρητικό μυαλό μας- μέχρι τότε λοιπόν, πού είναι ο Βαγγέλης; Πού είναι ο Βαγγέλης που μας κυνηγάει αυτή τη στιγμή παντού με το χαμόγελο του και τα εκφραστικά του μάτια; Κι αν ο Βαγγέλης έχει πέσει όντως θύμα bullying, ποια θα πρέπει να είναι η ποινή, όχι για τα παιδιά που τον βασάνιζαν, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία;

 

Περιοδικό Ser-Free #35 (Μάρτιος 2015)